Πριν περάσουν στην τελευταία φάση της ζωής τους, ο Λεωνίδας και η Ευδοξία επέστρεψαν στο διώροφο της παρόδου της Δεληγιώργη, δέκα χρόνια αφού το είχαν αφήσει για πρώτη φορά στα πέτρινα χρόνια της Κατοχής. Έγινε ξανά δικό τους μετά από μια χαοτική περίοδο απογοητευτικής περιπλάνησης, μέχρι και απελπισίας. Μαζί με το Μάριο, τον ασθενικό, ξερακιανό έφηβο, και τον Πατέρα, φοιτητή πλέον, που πίσω από ένα εξίσου αδύνατο κορμί και μια γοητευτική φυσιογνωμία, κουβαλούσε καλό μυαλό, σιδερένια υγεία και πολλά νεύρα. Αποκτούσε με όρεξη μόρφωση, που έκτοτε θεωρούσε ανεκτίμητο αγαθό, και συσσώρευε γνώση και ιδέες. Μετά από λίγα χρόνια, στις αρχές τις δεκαετίας του ’60, έδωσαν το σπιτάκι αντιπαροχή, υπακούοντας στα καλέσματα της εποχής, της ανοικοδόμησης και του εκσυγχρονισμού των πόλεων που προκήρυξε κι έβαλε μπρος ο Καραμανλής. Ένα παλιόσπιτο ήταν κι αυτό από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Την οικοδομή που ο εργολάβος ανάλαβε να χτίσει στη θέση του θα την ταλαιπωρούσε για χρόνια: η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας ήταν ακόμα ισχαιμική και το χτίσιμο πολυκατοικιών, παρά τους φρενήρεις ρυθμούς που ξεφύτρωναν ανάμεσα στα χαμόσπιτα της πόλης, big business.
Περιπλανηθήκαμε
κι εμείς. Η γέννηση μου με βρήκε, κάπου μακριά από την παλιά γειτονιά, στον
πάνω όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας της Σπύρου Λούη 1, σε ένα στενό που κατέληγε
σε μια γωνιά της πλατείας Ναβαρίνου. Σε κάθε βόλτα από την περιοχή δεν
παραλείπω να ρίξω μια ματιά προς το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου, στις γλάστρες
και τ’ απλωμένα ρούχα – από μια μυστήρια έλξη. Σα ν’ αποτίνω ματαιόδοξα κάποιο
φόρο τιμής στον εαυτό και την γέννησή μου. Πίσω από τα παντζούρια του ξεκίνησε μια
ακόμα απειροστά ασήμαντη ζωή, ένα γεγονός που σίγουρα δεν ένοιαξε τους ενοίκους
τότε και τους ενοίκους που ακολούθησαν. Όλα τα ξεκινήματα, ακόμα και τα ασυνείδητα
ή ξεχασμένα κουβαλούν μια δόση νοσταλγίας, ενώ από την άλλη μεριά η μελαγχολία
και λύπη έρχεται με το κλείσιμο κάθε κεφαλαίου στη ζωή μας, όπως η θλίψη στο
τέλος της. Η πολυκατοικία μας θα ήταν από τις πρώτες της Θεσσαλονίκης,
προπολεμική. Διέθετε μάλιστα και ασανσέρ, που η Λίτσα, η δίδυμη αδερφή της
Μάνας, με όλες τις φοβίες κι εμμονές της αρνιόταν να το χρησιμοποιήσει στις
συχνές επισκέψεις της στη αδερφή και το νεογέννητο μωρό της, ανεβαίνοντας πέντε
ολάκερους ορόφους με τα πόδια. Τα κατάφερνε μια χαρά. Το λαχανιασμένο καλησπέρα
της Λίτσας το υποδεχόταν κάποιο ειρωνικό σχόλιο του Πατέρα -ως συνήθως, καθώς ο
ίδιος ουδέποτε στη ζωή του θα έμπαινε στον κόπο να ανεβεί σκαλιά.
Ήμουν ακόμα
μωρό για να θυμάμαι ο,τιδήποτε όταν μετακομίσαμε σε ένα φωτεινότερο διαμέρισμα
μιας πολυκατοικίας με πρόσοψη στην Κωνσταντινουπόλεως, πάνω από το θόρυβο των
λεωφορείων κι αυτοκινήτων, ακόμα και φορτηγών, στη πλατιά λεωφόρο από κάτω μας,
όχι μακριά από τη διχαλωτή διασταύρωση με την Παπαναστασίου. Η διευρυμένη, από
εμένα το τριών-τεσσάρων χρονών νήπιο και την Μάνα, οικογένεια του Λεωνίδα, έσμιξε
ένα χρόνο αργότερα σε μια πολυκατοικία της οδού Καραϊσκάκη. Στον προνομιούχο δεύτερο
όροφο εμείς, στον πρώτο η γιαγιά κι ο παππούς, με τον νεαρό Μάριο έναν περιστασιακό
περαστικό στα χρόνια της θητείας του και των νεανικών σουλατσαρισμάτων. Εκεί,
κάτω από την Δελφών, στην Καραϊσκάκη και τους άλλους δρόμους με τα ηρωικά
ονόματα, την Παπαφλέσσα, την Αθανασίου Διάκου, την Ζαΐμη, άρχιζα να μαζεύω τις
πρώτες μου αναμνήσεις. Θυμάμαι το χασάπικο της γειτονιάς απέναντι από τη γωνιά
μας και τις διαπραγματεύσεις με το χασάπη για το κρέας που θα βάλει στην κυμαδομηχανή. Τον
καπάτσο μανάβη της Δελφών με το πονηρό, γελαστό πρόσωπο κάτω από την τραγιάσκα,
που αγενώς αρνιόταν να πουλήσει τις πολύτιμες μπανάνες του αν ο πελάτης δεν ψώνιζε
τακτικά από το μανάβικο ένα μίνιμουμ εδώδιμων οπωροκηπευτικών. Θυμάμαι
το περιστατικό με το βαρύ μπρούτζινο γουδί που έριξα από το μπαλκόνι της
γιαγιάς, που εκείνους τους μήνες με επέβλεπε απουσία της Μάνας στη δουλειά,
κατά λάθος ή από παιδική αφέλεια και περιέργεια -δεν ξέρω, και το οποίο προκάλεσε
μεγάλη αναστάτωση, στην γιαγιά και τους αυτόπτες γείτονες και περαστικούς,
καθώς θα μπορούσε εύκολα να είχε σκοτώσει κάποιον. (Ένα φανταστικό και
υποθετικό γεγονός, όσο και δυνητικά τραγικό, προκαλεί ανεξήγητα απόγνωση και
υστερία σε κοινούς ανθρώπους, και το περιστατικό με το γουδί έγινε
οικογενειακός θρύλος.) Θυμάμαι την Μάνα να με ταΐζει
συκωτάκια στο τηγάνι ή γιουβαρλάκια ή κρεατόσουπες, γεύσεις τότε ξενικές αποκρουστικές
για τον αγύμναστο, παιδικό μου ουρανίσκο, φαγητά που έτρωγα με το ζόρι μέχρι
σημείου αναγούλας. Θυμάμαι το μυστήριο των ατέλειωτων εξερευνήσεων στις γωνιές
των δωματίων, ξαπλωμένος και σερνάμενος στα ξύλινα πατώματα της γιαγιάς που με
κοίταζε, κάτω από κρεβάτια, τραπέζια και ντουλάπες, με στρατιωτάκια να οργανώνω
πολέμου και με αυτοκινητάκια αυτοκινητοδρομίες. Για το τετράχρονο παιδί ένα λιτό, επιπλωμένο
δωμάτιο, με τις γωνιές και τα κρησφύγετά του και ένα σωρό κρυμμένα γνωστά και άγνωστα
αντικείμενα, γίνεται εύκολα κόσμος περιπέτειας όπου η φαντασία του αφήνεται να
οργιάσει. Θυμάμαι τα δωράκια και τα πειράγματα του θείου Μάριου που μ’ αγαπούσε
περισσότερο και από τον Πατέρα. Θυμάμαι τη μαγεία και έλξη που ασκούσε το ακάλυπτο
ρέμα της Φλέμινγκ, λίγο παραπέρα από την
είσοδο της πολυκατοικίας μας, πίσω από αγριόχορτα στο τέλος της παρόδου. Σε
μέρες βροχής φούσκωνε από λασπόνερα, γινόταν αγριεμένος χείμαρρος, που δεν μου
επιτρεπόταν αυστηρά να πλησιάσω, να χαζέψω την ορμή του πίσω από τα αγριόχορτα.
Θα ερχόταν ο καιρός να εξερευνήσω εκείνο το θρυλικό ρέμα. Με περίμενε λίγο παραπάνω στη ροή του, κοντά στο γεφυράκι της Δεληγιώργη, παραδίπλα στην πάροδο της και το πατρικό του Πατέρα, όπου πλέον θα ορθωνόταν ο κυβικός όγκος μιας ακόμα πολυκατοικίας, καινούργιας, μοντέρνας. Το τελευταίο σπίτι των Ι. μέχρι να ενηλικιωθώ και μέχρι να πεθάνουν οι γέροι μας περίμενε.
No comments:
Post a Comment