Από τη διεύρυνση της οικογένειας σε τόπους και με συντρόφους, τους οποίους κανένας από τους δυο γονείς δεν προείκαζε, αιφνιδιάστηκαν και στενοχωρήθηκαν. Για τους ίδιους και πολλούς της τάξης τους ήταν αδιανόητο να ζήσει κάποιος ζωή καλύτερη μακριά από τον τόπο που τον γέννησε, παρά τα εμφανή στραβά αυτού του τόπου και των ανθρώπων του, της κυρίαρχης κουλτούρας και κοινωνικής νοοτροπίας του, όπως τούτα αντιφατικά επισημαίνονταν και από τους ίδιους τους γονιούς σε τακτική βάση. Λογική μια τέτοια άποψη, παρά την αντίφασή της με την πραγματικότητα. Κατανοητή η στάση να ευλογούμε τα γένια μας, ώστε να δικαιολογούμε στους εαυτούς και την συνείδησή μας αυτό που είμαστε και ζούμε. Διαφορετικά θα δεχόμασταν ότι η ζωή μας είναι ατυχής και δυστυχισμένη και αυτό θα ήταν μια τραγική κατάληξη πνιγμένη σε ενοχές και “what ifs”. Άλλωστε, η φιλοσοφία του καθενός αντανακλά τον τρόπο ζωής του και ο καθένας συνήθως ζει αυτό που δασκαλεύει ή συμβουλεύει σε άλλους. Σε πολλές περιπτώσεις οι γονιοί αντέδρασαν στις εξελίξεις που μας μετατόπιζαν ακόμα πιο μακριά στον πλανήτη και τον κόσμο και μας απελευθέρωναν από τις αλυσίδες μιας εθνικής κουλτούρας και κληρονομιάς, αλλά διατηρώντας κάποια προσχήματα σεβασμού του δικαιώματος μας στην αυτονομία και αυτενέργεια, και κάποιες διστακτικές παραδοχές ότι εν τέλει υπήρχαν εναλλακτικές πορείες ζωής σε ποιοτικά ανώτερα επίπεδα, καλύτερες από πολλές απόψεις από αυτές που οι ίδιοι ακολούθησαν. Τελικά, απρόθυμα αποδέχονταν το διαφορετικό οικογενειακό status quo που διαμορφωνόταν, παρά τις αντιρρήσεις και βαθιά ριζωμένες, άκαμπτες αντιλήψεις. Δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα για να αποτρέψουν τέτοιες αλλαγές σε σχετικά νοήμονες ανθρώπους που από νέοι είχαν ανοίξει τα φτερά τους και πετάξει μακριά.
Πέρα από τη μικρή περιουσία και τις
λίγες παραδόσεις που κληρονομήθηκαν από προηγούμενες γενιές, οι γονείς και η
οικογένεια που έμεινε πίσω ακολούθησε την πεπατημένη της μικροαστικής, δημοσιοϋπαλληλικής
τάξης – της μοίρας και κατάρας της. Την τάξη αυτή διέκριναν πολλά γνωστές τετριμμένες
φιλοδοξίες και κοινότυπα ορόσημα: ένα δεύτερο διαμέρισμα «για τα παιδιά» και
(ποιος ξέρει;) και τα εγγόνια, το εξοχικό στη Χαλκιδική, μια ατέρμονη
διαδικασία επίπλωσης και χωρίς νόημα περιοδικής ανανέωσης αυτής της επίπλωσης, δηλαδή
ενός ράβε-ξήλωνε, καταθέσεις στο ταμιευτήριο που αυγάτιζαν για τη βροχερή μέρα
ή, αν αυτή δεν ερχόταν (και που σπάνια έρχεται σε δημόσιους υπάλληλους που ο
μισθός και η σύνταξη εισπράττεται βρέξει-χιονίσει), για τα γηρατειά. Η Μάνα
έγινε κύριος θεματοφύλακας τα των εν οίκω, των μικροσυμφερόντων της οικογένειας,
με καχυποψία απέναντι σ’ έναν κόσμο που εν γένει καιροφυλακτούσε για να τα
διακυβεύσει, ο Πατέρας υπεροπτικός «τσάρος» της οικογενειακής χρηματιστικής μικροοικονομίας,
καθώς χάριν στερεοτύπων δεν θεωρούσε τις γυναίκες ικανές να διαχειρίζονται και
επενδύουν μεγάλα χρηματικά ποσά, ούτε εύκολα προσαρμόσιμες σε σχετικές
τεχνολογικές καινοτομίες. Όλες αυτές οι τάσεις και ενέργειες θα μπορούσαν επιγραμματικά
να συνοψιστούν ως η «μικροαστική νοοτροπία» της γενιάς τους. Ήταν βεβαρημένη με
τα ελαττώματα μιας χώρας εξαρτημένης και στο περιθώριο του αναπτυγμένου κόσμου,
που πάντα αγκομαχούσε να προσαρμοστεί στις εξελίξεις της τεχνολογίας, με περιθωριακή
συμμετοχή στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, που δεν παράγει ούτε σημαντικό υλικό
πλούτο, ούτε τις δεκαετίες μετά την μεταπολίτευση έχει να παρουσιάσει αξιόλογη,
αυθεντική και γνήσια ντόπια δημιουργία με παγκόσμια ακτινοβολία στις επιστήμες
και τις τέχνες. Αυτήν τη νοοτροπία κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια στη διάρκεια της
ζωής μου ν’ αποβάλλω ή να την αλλάξω, έχοντας πλήρη συνείδηση του χαρακτήρα και
της ουσίας και των αδιεξόδων στο οποία εκάστοτε καταλήγει.
Κακολογία, κακεντρέχεια,
χαιρεκακία συχνά χαρακτήριζαν τη συμπεριφορά της Μάνας σε πολλές από τις
συναναστροφές της με το έξω κόσμο, παρά το πάντα προσποιητά ευγενικό και καλοσυνάτο
προσωπείο που φορούσε εν δήμω. Αντιμετώπιζε με καχυποψία και γενικά αρνητική
προδιάθεση ξένους και ανθρώπους που είτε βρίσκονταν μόνιμα, είτε έβγαιναν παροδικά
εκτός ενός περιχαρακωμένου κύκλου στενών,
αγαπημένων προσώπων. Αλλά και αυτοί οι κοντινοί της άνθρωποι δεν έμεναν στο απυρόβλητο
περιστασιακών αρνητικών σχολίων in absentia,
κοινώς κουτσομπολιού με άλλα πρόσωπα του ίδιου κύκλου. Αυτή η κοινωνική
συμπεριφορά και κριτική της Μάνας προς άτομα και κοινωνικές ομάδες, ανεξάρτητα κάποιων
ιχνών αντικειμενικότητας ή των αδιάσπαστων προκαταλήψεων που όλοι κουβαλάμε, με
βοήθησε να εμπεδώσω την κύρια αντίθεση (ή «πάλη») που διακρίνει την ελληνική
κοινωνία από τη μεταπολίτευση και σχεδόν απαράλλακτη μέχρι σήμερα. Εξαιτίας πάντα
της δεδομένης έλλειψης μιας στέρεας και πλατιάς παραγωγικής βάσης, αυτή η
αντίθεση δεν αντανακλούσε ευθέως την κλασσική αντίθεση που διακρίνει τον
καπιταλισμό από τα γεννοφάσκια της βιομηχανικής επανάστασης: ανάμεσα στο
κεφάλαιο και την εργασία. Μάλλον είναι ένα υποπαράγωγό της, χαρακτηριστικό
εξαρτημένων, περιθωριακών και παρασιτικών οικονομιών. Απεναντίας, η εμπειρία
της ενηλικίωσης και τα διαβάσματα μου δίδαξαν ότι η ελληνική κοινωνία και η πολιτική
της ζωή πλάθονται από τις διαμάχες και συγκρούσεις ανάμεσα στα διάφορα στρώματα
μιας υπεργιγαντωμένης και εν πολλοίς αντιπαραγωγικής μικρομεσαίας τάξης,
κατακερματισμένης σε συλλόγους και συντεχνίες και (όπως πάντα στον καπιταλισμό)
ατομικά συμφέροντα. Με δυο μεγάλα κοινωνικά μορφώματα να διεκδικούν μερτικό σ’
ένα περιορισμένο υλικό πλούτο: των δημοσίων υπαλλήλων και τις λεγεώνες κρατικοδίαιτων γραφειοκρατών και ιδιωτών
μεσαζόντων και «δημόσιων λειτουργών» από τη μια μεριά, και των κάθε λογής
ελεύθερων επαγγελματιών, μικροεπιχειρηματιών, μεταπρατών, εισοδηματιών, ραντιέρηδων,
κτλ. από την άλλη. Όπου η μεν παράταξη φορτώνει τα ελλείμματα, την εισοδηματική
της φτώχια, την κακομοιριά της ίδιας και των υπηρεσιών που προσφέρει στην φοροεισφοροδιαφυγή
της δε, η δε λοιδορεί το κράτος και τις υπηρεσίες του για υδροκεφαλισμό και γραφειοκρατία,
για παρασιτισμό και διαφθορά, ως εμπόδια σε κάθε παραγωγική διαδικασία. Και οι
μεν και οι δε λειτουργούν σχετικά στεγανά κλεισμένοι στους στενούς κύκλους των συντεχνιών
τους, αμυνόμενοι των μικροσυμφερόντων τους, με παντελή αδυναμία ν’ αντικρύσουν
την ευρύτερη κοινωνία στο σύνολό της, απρόθυμοι να συναινέσουν προς χάριν του
συνόλου. Μένει στα άθλια μεγάλα κόμματα «εξουσίας» της αστικής μας δημοκρατίας
να συμβιβάσουν με το «άρπα-κόλλα» τέτοιου είδους αντιθέσεις. Η αποτελεσματικότητα
όμως της διαχείρισης από την πολιτική τάξη της χώρας και των «μέτρων» και
μεταρρυθμίσεων που κάθε φορά προτάσσονται είναι πάντα ελλειμματική, καθώς αυτή
η τάξη είτε προέρχεται, είτε διαπλέκεται με αυτά τα στρώματα. Τις συγκρούσεις τους
υποτίθεται επιτηρεί και επιχειρεί να συμβιβάσει, ενώ από την άλλην αυτοσυντηρείται
και αναπαράγεται χάριν στην ψήφο τους, έναντι προνομίων, ρουσφετιών και
πεσκεσιών.
Έμαθα, λοιπόν, και από την δική μου οικογένεια
ότι «ο καθένας καλά είναι να κοιτά το συμφέρον του», τον «εαυτούλη» του που
έλεγε η Μάνα, την «πάρτη του» που λέει ο λαός μας. Και το μόνο που περιστασιακά
ενώνει αυτά τα υποστρώματα του «λαού» ή, καλύτερα, της πολυπληθούς και
κατακερματισμένης μικρομεσαίας τάξης του, είναι ένας στείρος εθνικισμός κατά
πραγματικών και φανταστικών εχθρών, μια παραχαραγμένη ιστορία, ο εκάστοτε
προεκλογικός λαϊκισμός που μετεκλογικά θα ικανοποιήσει δια μαγείας και το μεν
και το δε στρώμα, και την μεν και την δε τάξη, επιπροσθέτως των εταίρων, συμμάχων
και ξένων αφεντικών. Και το κατάφερε ως ένα σημείο με δανεικά και χρέος, μέχρι
την οικονομική κρίση του 2009, όπου το πολιτικό σύστημα, στρυμωγμένο στη γωνιά ανάμεσα
στο εκλογείς που το αναπαράγουν και τους δανειστές του, το μόνο που κατόρθωσε τελικά
να συντηρήσει ανάμεσα στα συντρίμμια της οικονομίας ήταν ο εαυτός του.
No comments:
Post a Comment