Tuesday, August 9, 2022

Γονιοί - 4 Γάμος, και η Ζωή Συνεχίστηκε

Κι έτσι παντρεύτηκαν με τις τυπικές, συγκρατημένες ευλογίες των οικογενειών, και κουμπάρο και μετέπειτα νονό μου τον αδερφό του Πατέρα. Μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, ο γάμος συνέβη επτά μήνες (και όχι εννιά!) από τη σύλληψή μου. Επομένως, πιθανόν η εγκυμοσύνη της Μάνας να είχε επισπεύσει την τελετή. Ίσως ο γάμος να ήταν και στο πρόγραμμά τους από πριν. Όποια όμως σχέδια, μέχρις και όνειρα, να είχαν κάνει για τον γάμο τους, εφόσον υπήρχαν τέτοια, και για ένα μέλλον μαζί, μέχρις, όπως λένε, ο «θάνατος να τους χωρίσει», η φλόγα του έρωτα έσβηνε γρήγορα. Ακόμα γρηγορότερα μετά τη γέννηση του μικρού Αδερφού επτά χρόνια μετά την δική μου. Δεν την πρόλαβα τη φλόγα εκείνη αναμμένη όταν άρχισα ν’ αποκτώ συνείδηση περί τίνος επρόκειτο ένας έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους ανθρώπους.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη η εξέλιξη για τέτοιους είδους σχέσεις κάτω από τις συνθήκες που ξεδιπλώνονται στο μονοπάτι μιας κοινής, τετριμμένης ζωής, που μεγάλο μέρος της καταλαμβάνεται από κάποια δουλειά ρουτίνας, την αυτοσυντήρηση και εξασφάλιση των αναγκαίων, το μεγάλωμα παιδιών, και που τελικά βαδίζει μονότονα προς το αναπόφευκτο τέλος. «Η βάρκα του έρωτα τσακίζεται στα βράχια της καθημερινότητας», όπως το έγραψε ο Μαγιακόβσκι στην επιστολή της αυτοκτονίας του. Συμβαίνει στους περισσότερους που ερωτεύονται: αυτή η μονοτονική και σχεδόν αναπόφευκτη εξασθένιση των συναισθημάτων, η κούραση, η τελική μεταμόρφωση του έρωτα σε μια συμβιωτική ανοχή – συχνά ούτε καν αυτή,  καθοδηγούμενη από ανάγκες και εξαιτίας της τριβής με τη ρουτίνα «στον καθ’ οδόν βίον». Δεν είναι λίγες οι φορές που και αυτό που λέμε αγάπη, το χρυσοστέφανο του έρωτα, η ζεστασιά σε κάποια γωνιά της ψυχής που διατηρείται όταν τα πάθη καταλαγιάζουν και που συνήθως επιζεί περισσότερο από τον έρωτα, χάνεται και αυτή. Και οι λίγες στιγμές κανονικότητας και κατανόησης, καμιά φορά οικειότητας, τρυφερότητας και έρωτα, αντικαθίστανται στην καλύτερη περίπτωση από σιωπή και αδιαφορία, στην χειρότερη από επιθετικότητα, εχθρότητα, μέχρι και μίσος.

Όταν μεγάλωσα αρκετά ώστε να μπορώ, έστω πρόχειρα και επιφανειακά και χωρίς σημαντική πείρα ζωής να αναλύω συναισθηματικές σχέσεις, αντιλήφθηκα ότι εκείνος ο προ πολλού χαμένος έρωτας των γονιών μου, στον βαθμό που δημιουργήθηκε και κάποτε υπήρξε, δεν μετασχηματίστηκε σε κάποιας μορφής συζυγική αγάπη και στοργή, έστω κατανόηση, ενόσω με το πέρασμα των χρόνων έσβηναν και τα τελευταία αποκαΐδια κι οι αναμνήσεις μιας σύντομης περιόδου κατά την οποία άνθισε ένα ειδύλλιο. Ούτε καν μεταμορφώθηκε, έστω, σε μιαν αρμονική και συμβατική συμβίωση, όσο ψυχρή κι αν γινόταν και φαινόταν αυτή. Γίναμε μάρτυρες καυγάδων με τρομακτικές φωνές, τις χοντρές παλάμες του Πατέρα να βαράνε τραπέζια, είδαμε πιάτα να τινάζονται στο ταβάνι της κουζίνας, τρομάξαμε με ξαφνικά βροντήματα της πόρτας, σπρωξίματα και αποβολές από το διαμέρισμα της πολυκατοικίας, τα κλάματα της Μάνας σε κάποια γωνιά, οι φιλότιμες μεσολαβήσεις της γιαγιάς που με την θρυλική στωική της κατάληξη: «όλοι τους, κορίτσι μου, είναι να τους ρίξεις έναν κουβά σκατά!» προσπαθούσε να την παρηγορήσει. (Είχε ιδίαν εμπειρία από τέτοιου είδους καβγάδες και τους είχε ζήσει σε όλο τους το μεγαλείο.) Οι τελικές, κακήν-κακώς, δήθεν συμφιλιώσεις κάλυπταν τσαπατσούλικα τις ρωγμές που με τον καιρό έγιναν ένα ρήγμα αγεφύρωτο ως κοντά στο τέλος. Οι σύντομες περίοδοι ηρεμίας και γαλήνης δεν μετατόπιζαν την ποιότητα της σχέσης του αντρόγυνου παρά την κατέβαζαν σε ένα χαμηλότερο σκαλί, απ’ όπου θα ξεκινούσε νέος γύρος καυγάδων και μεγαλύτερης συναισθηματικής απόστασης και αποξένωσης. Αυτά, εν ολίγοις, έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια. Και από τότε που άρχισα να διαισθάνομαι κι επεξεργάζομαι με συναισθηματική  αφετηρία το τι γινόταν γύρω μου (η λογική δύσκολα τα βγάζει πέρα με ψυχικές τρικυμίες), κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκείνη η περίοδος των παιδικών μου χρόνου άφησε ανεξίτηλα σημάδια και στην δικιά ψυχή μου και σε μεγάλο βαθμό επηρέασε την διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, πέρα από μια νεφελώδη γενετική κληρονομιά. Ελάχιστη παρηγοριά από τέτοιες αναμνήσεις ήταν το ότι κάποια φυσικής βίας, στην ωμή της εκδοχή, πέρα από μερικά μικρο-σπρωξίματα ή «πετάγματα» έξω από την πόρτα του διαμερίσματος ή του αυτοκινήτου, δεν έγινα μάρτυς.

Είχαμε, ανάμεσα στην Μάνα και τον Πατέρα, τη σύγκρουση χαρακτήρων που λησμόνησαν το ξεκίνημα τους, το ειδύλλιό τους, τις κάποιες αγκαλιές και αγγίγματά και τον έρωτά τους, που μετά από ένα σημείο αδιαφορούσαν για το τί τους ένωνε ή δεν το αναζητούσαν στην καθημερινότητα, που αγνοούσαν στα περισσότερα αλισβερίσια με τον έξω κόσμο τον σύντροφό ζωής της επιλογής τους, που εν τέλει άφησαν τη φθορά του καιρού, το ρέμα του χρόνου να τους παρασύρει. Πληγωμένος εγωϊσμός από τη μια, αυτός της Μάνας, που η έντονη καταπίεση και παραγκωνισμός του έβρισκε διέξοδο σε μια συχνά ατέρμονη και χωρίς συνειρμό μουρμούρα διαμαρτυρίας («γκρίνια» την έλεγε ο Πατέρας, «γκρινιάρα και γρουσούζα» την ανέβαζε και την κατέβαζε), ένδειξη αναποφασιστικότητας και δισταγμού έναντι πιο ριζοσπαστικών ενεργειών· ο υπερθετικός, αδιάλλακτος εγωϊσμός από την άλλη του Πατέρα, που εκδηλωνόταν κι επιβαλλόταν στην άποψη και θέληση του καθενός με στεντόρειες φωνές, αρκετά δυνατές για να ξυπνήσουν τη γειτονιά και να παγώσουν και ζαρώσουν τις καρδιές μας. Η παιδική μας ηλικία επιβίωσε χωρίς σημαντικές απώλειες και ψυχικά τραύματα, σχεδόν αλώβητη, από μερικές απόψεις συγκροτημένη και ενισχυμένη. Ο χρόνος σκλήραινε το πετσί μας. Κλείναμε τ’ αυτιά, σιωπούσαμε, κλεινόμασταν στα δωμάτια, αποσυρόμασταν μουλωχτά κατά τη διάρκεια τέτοιων επεισοδίων. Το χάσμα των γενεών ανοιγόταν και αυτό διάπλατο, αγεφύρωτο ανάμεσά σε μας και τους γονιούς. Τελικά φύγαμε από το σπίτι, σε μακρινούς τόπους, αλλά στις οικογενειακές επισκέψεις και μαζώματα η ίδια ατμόσφαιρα, οι ίδιες απαράλλαχτες συμπεριφορές, παγιωμένη πλέον νοοτροπία.

Μια ελάχιστη συμφιλίωση μεταξύ των γονιών τελικά επήρθε προς τα περασμένα γεράματα, με το βάρος όμως αμέτρητων χρόνων από προστριβές, φωνές και άγριους καυγάδες στην πλάτη τους: πολύ αργά στη ζωή, όταν οι μνήμες και του πιο πρόσφατου παρελθόντος αδυνάτισαν. Το μόνιασμα, λίγο περισσότερη συνεννόηση και συμφωνία, ακόμα και μερικά δείγματα τρυφερότητας κάποιας διαφορετικής υφής, άγαρμπα σαν αυτά πρωτάρηδων, επανήρθαν ανάμεσα στους δύο γέρους,  ενώπιο πιο πολύ της ανάγκης για καθημερινή συντήρηση και επιβίωση, που η εξυπηρέτηση τους γινόταν δυσκολότερη μέρα με τη μέρα γηρατειών που περνούσε. Ίσως και μπροστά στο φόβο της μοναξιάς που παραμόνευε πριν από το θάνατο.

Αλλά, μισός αιώνας συμβίωσης δύο ανθρώπων, τι τελικά επέδειξε άξιο ν’ απεικονιστεί με μερικά πιο ζωηρά χρώματα; Σε μιαν απόλυτα εγκαθιδρυμένη, αδιάσπαστη καθημερινή ρουτίνα, ο μεσημεριανός ύπνος και το φαγητό απόχτησαν στον κόσμο του Πατέρα κεντρική σημασία με την είσοδο του στη μέση ηλικία. Η Μάνα βγήκε στη σύνταξη όσο πιο νωρίς οι ευεργετικοί νόμοι τότε της το επέτρεψαν. Το λίγο μεράκι για διδασκαλία, αν ποτέ υπήρξε, στέρεψε. Το νοικοκυριό και οι δουλειές του σπιτιού, το φαγητό του Πατέρα, βέβαια, τα του σπιτιού γενικότερα, την προσέλκυαν σαν ψυχικός καταναγκασμός. Αφοσιώθηκε σ’ αυτά με επιμέλεια και με ζήλο και έγιναν το κύριο και αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής της, ενώ από την άλλη, επίσης ανεξήγητα και μηχανικά, τούτες τις άχαρες για πολλούς ασχολίες τις διεκπεραίωνε σε υπόκρουση γκρίνιας και δυσανασχέτησης από την αίσθηση ότι εκμεταλλεύθηκε μια ζωή από τον Πατέρα. Ο υπόλοιπος άπλετος ελεύθερος χρόνος και των δύο αναλωνόταν κυρίως σε σκέψεις και αγωνίες για τα «παιδιά», για μένα και τον Αδερφό. Στο μυαλό τους είχαν ακόμη την ανάγκη τους, την συμβουλή και στήριξή τους, υλική και ηθική, ενώ ο Πατέρας με το σιγοντάρισμα της Μάνας, επιδιδόταν σε διάφορες μίνι-σταυροφορίες επαναπατρισμού -γιατί «καλύτερα από την Ελλάδα δεν υπάρχει». Στείρες σκέψεις και κουβέντες, ατελέσφορες ενέργειες, επεμβάσεις και παρεμβάσεις, που όμως αναδείκνυαν κάπως το προφίλ ενός απόμαχου της δουλειάς και του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι κάνει κάτι χρήσιμο, μια διαφορά στις ζωές των άλλων. Ανάμεσα σε ψώνια για το φαγητό της μέρας, σε ατέλειωτα τηλεφωνήματα σε αδερφές και συγγενείς και φίλους- κι εμάς βέβαια, στο υποχρεωτικό καθημερινό διάβασμα της εφημερίδας, την τηλεόραση και κανένα ελαφρύ βιβλίο, και αργότερα για τον Πατέρα, το κομπιούτερ και ίντερνετ. Και τα χρόνια πέρασαν. Και οι δυο τους γέρασαν μακριά μας. Έμειναν ευχαριστημένοι από τη ζωή που έζησαν, άραγε; 

No comments:

Post a Comment