Monday, August 22, 2022

Ένα Παιδί - 2 Κρύα Βρύση: Εκτός Έδρας

Τα προσχολικά βήματα δεν τα περπάτησα στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν ακόμα μικρός για το κανονικό δημοτικό σχολείο. Ο Πατέρας ξεκινούσε, δεν ξέρω με τι ενθουσιασμό, τη δική του νέα επαγγελματική θητεία σε δημόσιο οργανισμό (παραγωγικό και αναπτυσσόμενο, παρά το οξύμωρο σχήμα), όπου έκτοτε και για τα επόμενα τριάντα χρόνια, μέχρι την σύνταξη, θα εργαζόταν. Η γιαγιά δεν μπορούσε και μάλλον δεν ήθελε, καθώς έμπαινε στην τρίτη ηλικία και τα βάρη μιας ζωής οικογενειακής φροντίδας ελάφρωναν, να θυσιάσει το ελάχιστο κομμάτι της ελευθερίας που κέρδισε και να διέθετε μέρος του λίγου χρόνου που της απέμενε στον κόσμο αυτό χωρίς πολλές δεσμεύσεις. Το καθήκον της ως σύζυγος και μάνα τριών σχετικά δύστροπων αντρών το είχε εκπληρώσει στο έπακρο χωρίς ηθική ανταπόκριση και πρακτική βοήθεια. Είχε κουραστεί. Λένε ότι με τον ευθύ μικρασιάτικο της τρόπο αρνήθηκε κατηγορηματικά να με νταντέψει σε μια περίοδο της παιδικής ηλικίας με δυσκολίες και απαιτήσεις, παρά την αδυναμία και αγάπη που μου έτρεφε. Γνώριζε επίσης, κι αυτό από πρώτο χέρι, ότι η βοήθεια και συμπαράσταση που θα παρείχε ο πατέρας σε πρακτικά θέματα διατροφής και καθημερινές ανάγκες θα ήταν αμελητέα· όπως πάντα, η αρωγή του σε θέματα όπως η φροντίδα παιδιών ήταν σα να προσπαθεί κάποιος να στεγνώσει ένα βρεγμένο κορμί με υγρή πετσέτα.  

Η Μάνα μάλλον δεν το πολυήθελε, αλλά έπρεπε να δουλέψει για την ευημερία της οικογένειας και να δικαιολογήσει το πτυχίο της Ακαδημίας. Και οι δάσκαλοι, τότε και μέχρι τις ημέρες μας, ξεκινούσαν την καριέρα τους με σειρά μεταθέσεων «εκτός έδρας», μακριά από τις μεγάλες πόλεις, τα σπίτια και τις οικογένειές τους, παρά και ενάντια στο νομοτελειακό ρεύμα αστυφιλίας που έτρωγε τις σαράκι της υπαίθρου. Με πήρε, πέντε χρονών παιδί, μαζί με λιγοστά απαραίτητα πράγματα στον προκαθορισμένο τόπο δουλειάς της για μιαν ολόκληρη σχολική χρονιά, έναν ολόκληρο βαρύ χειμώνα του κεντρικού μακεδονικού κάμπου. Λίγο καιρό μετά την γέννησή μου αιτήθηκε και αναδιορίστηκε δασκάλα στο δημόσιο σχολείο, αποφασισμένη να υποστεί τη ταλαίπωρη μοίρα των νεοδιοριζόμενων. Είχε ήδη μεταθέσεις στο ενεργητικό της σε άδοξα μέρη της υπαίθρου, όπως ο Βαθύλακκος και ο Μακρύγιαλος. Η στοιχειώδης μόρφωση ήταν αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των παιδιών κάθε άκρης της επαρχιακής Ελλάδας, αν και τα καθυστερημένα χωρία της μπορεί να δεχόταν την υποχρεωτική παιδεία με αδιαφορία, ως μια άνωθεν επιβαλλόμενη υποχρέωση για τα παιδιά της, συνήθως ακατανόητη στο μυαλό των χωρικών, στην πλειοψηφία τους είτε αγράμματοι, είτε με μιαν κουτσή και στραβή μόρφωση. Στην βαθιά ελληνική επαρχία και αυτούς που είχαν ριζώσει σε αυτήν απασχολούντο στην οικονομία της το κύριο ζητούμενο η καλλιέργεια των αγρών και η φροντίδα των ζώων, που δεν απαιτούσε πολλά γράμματα.

Εκείνη τη σχολική χρονιά του 1968-1969, ένα αόρατο χέρι του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας (και Θρησκευμάτων, βεβαίως) μετέθεσε την Μάνα σε ένα χωριό του νομού Πέλλας με το ωραίο όνομα «Κρύα Βρύση». Κουτσοχώρι το αποκαλούσαν στην αργκό τους η Μάνα και δασκάλες φίλες και συνάδελφές της, που η κρατική γραφειοκρατία διέσπερνε σε «οργανικές θέσεις» του ελληνικού δημόσιου σχολείου, εδώ κι εκεί στην ελληνική επικράτεια -σε προορισμούς σπάνια επιθυμητούς, συνήθως ανεπιθύμητους. Για τον καθένα από το στρώμα των κατώτερων δημόσιων υπαλλήλων, το κατά πόσο θα μπορούσε να πλάσει και μικροδιαχειριστεί τη ζωή γύρω από προκατειλημμένες ιδέες και επιθυμίες, προσωπικά σχέδια, ίσως και όνειρα, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα και τις γνωριμίες που διέθετε στα ενδότερα της κρατικής γραφειοκρατίας και σε μικρότερο βαθμό από κάποιο ακατανόητο, κατ’ επίφασιν αξιοκρατικό και προνοιακό, αλλά στην ουσία αυθαίρετο, «σύστημα μορίων».  Ίσως από προκατάληψη, ίσως από εμπειρίες που μεταδίδονταν στο συνάφι από στόμα σε στόμα. Η ποιοτική βαθμονόμηση τέτοιων προορισμών μετάθεσης είτε σε «κουτσοχώρια», τα οποία ο νεόφερτος πιθανότατα από κάποιο μεγάλη πόλη δάσκαλος δεν θα είχε απαντήσει ή ακούσει ποτέ στην προηγούμενη ζωή του, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, σε κεφαλοχώρια και κωμοπόλεις, γενικά οπουδήποτε έξω και πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα υπήρχε το προνόμιο του δημοτικού σχολείου, επηρεαζόταν από διάφορους παράγοντες: Πρώτα και κύρια, από την ευκολία της συγκοινωνίας και πρόσβασης στον τόπο δουλειάς από τον τόπο καταγωγής και της οικογενειακής έδρας. Δευτερευόντως, από τις διεξόδους που θα είχε έκαστος, σχετικά μορφωμένος, εργαζόμενος στο λιγοστό ελεύθερο του χρόνο κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης, εξαήμερης εργάσιμης βδομάδας. Άλλα αντικειμενικά χαρακτηριστικά, όπως ο πληθυσμός, η υλιστική ευημερία των κατοίκων και το πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο, συνήθως παραγνωρίζονταν στις υποκειμενικές αξιολογήσεις, αν και όλοι αναγνώριζαν ότι οι κύριοι κι ο σωρός από δευτερεύοντες παράγοντες είναι λίγο-πολύ αλληλένδετοι. 

No comments:

Post a Comment