Sunday, September 11, 2022

Ένα Παιδί - 8 Κρύα Βρύση: Η Καμαρούλα της κυρά-Μέλης

 Ήταν κρύος και μοναχικός τόπος η Κρύα Βρύση. Ήσυχος και ειρηνικός: της έλειπαν οι φωνές και η βοή των δρόμων της Θεσσαλονίκης. Τα πρωϊνά του χειμώνα της χρονιάς που την ζήσαμε, από το φυλλοβόλημα των δέντρων το φθινόπωρο μέχρι το άνθισμα των αμυγδαλιών, καταστάλαξαν στις πρώτες παιδικές αναμνήσεις μου σκοτεινά και παγωμένα. Το κρύο ήταν τσουχτερό όταν παίρναμε τον δρόμο μας κι ο ήλιος κρυμμένος, αλλά τελικά ανέτελλε πριν το άνοιγμα του σχολείου κι έδειχνε τα δόντια του, θαρρείς για να μας τραβήξει την προσοχή μέσα από έναν βαρετό, διαυγή ουρανό πάνω από τον απέραντο κάμπο. Το λαμπρό, κίτρινο φως του φώτιζε άπληστα τις αίθουσες του παλιού κτιρίου μέσα από τα ψηλά ορθογώνια παράθυρα σε όλο του το μήκος και πλάτος του σχολείου, σκεδαζόμενο από την αεικίνητη, πανταχού παρούσα σκόνη που σήκωναν τα πόδια των παιδιών. Οι λίγοι ίσιοι δρόμοι του χωριού οι παράπλευροι του κεντρικού, οδηγούσαν χωρίς εξαιρέσεις σε χωράφια και καλλιέργειες, δηλαδή για μένα και τη Μάνα στο πουθενά. Και η μοναδική απρόσωπη, άδεντρη, τετράγωνη πλατεϊτσα, ένα λευκό πλακόστρωτο, η «πλατεία του χωριού» όπως λέγεται, έρημη από ψυχές τις ώρες του σκότους, πρόσθεταν στο αίσθημα της μοναξιάς και απομόνωσης του χωριού και στην ανία των ανθρώπων που βρέθηκαν εκεί από τις πόλεις: στη συντριπτική τους πλειοψηφία περαστικοί και πρόσκαιροι, να περιμένουν ανυπόμονα την ώρα να δραπετεύσουν, να μοιράζονται στο μεταξύ τη ρουτίνα και την καθημερινότητα, όντας φυλακισμένοι μέσα στους ίδιους χαμηλούς ορίζοντες με τους ντόπιους.

Στην Κρύα Βρύση η Μάνα βρήκε και νοίκιασε μια κάμαρα, μια σταλιά. Ήταν κρυμμένη πίσω από μια πόρτα στη γωνιά μιας μακριάς, ορθογώνιας βεράντας πάνω από την περιφραγμένη εσωτερική αυλή, στον πρώτο και μοναδικό όροφο του σπιτιού μιας οικογένειας γεωργών: του κυρ-Γιώργου και της κυρά-Μέλης και των δυο αρκετά μεγαλύτερων από μένα αγοριών τους. Το σπιτικό τους ήταν δέκα βήματα από τη γωνιά της πλατείας όπου έστεκε το ένα και μοναδικό περίπτερο του χωριού, στη διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο του χωριού· πίσω από το «Βιβλιοχαρτοπωλείον Αβραμίδης κ Υιός», το οποίο προμήθευε τους μαθητές του χωριού (την κύρια και, ίσως, μοναδική πελατεία του) με τα απαραίτητα υλικά εφόδια της μάθησης. Τέτοια βιβλιοχαρτοπωλεία έγιναν, από εκείνη την πρώτη σχολική χρονιά που μας φιλοξένησε η Κρύα Βρύση, και στα σχολικά χρόνια που ακολούθησαν ακατανίκητοι, όσο κι ανεξήγητοι πόλοι έλξης, σχεδόν αδιάλειπτοι σταθμοί μετά το τέλος της σχολικής μέρας: για τα αναρίθμητα, πολύχρωμα εξαρτήματα και βοηθήματα, τη μυρωδιά του χαρτιού και των μολυβιών, των τετραδίων με τις διάφορες διαγραμμίσεις και τα πλαστικά καπλαντίσματα ή χαρτονένια εξώφυλλα και τα αδιάψευστα αρώματά τους. Είχα πειστεί, πιο πολύ από το συνάφι των δασκάλων γύρω μου, της Μάνας, του παππού και των συναδέρφων τους, ότι το διάβασμα και το γράψιμο, για να αποκτήσει ποιότητα και χάρη, ίσως νόημα και περιεχόμενο, είχε ανάγκη από όλα αυτά απαραίτητα, ανεξάντλητα σε αριθμό, εξαιρετικής απλότητας στη χρήση και λειτουργία εξαρτήματα που διέθεταν εν αφθονία εκείνα τα βιβλιοχαρτοπωλεία: χάρακες για υπογράμμιση και ευθυγράμμιση, μολύβια και στυλό διαφόρων χρωμάτων, που προσέδιδαν ομαλότητα και χρώμα στη γραφή, μια διαφορετική έμφαση σε γράμματα, λέξεις και προτάσεις, τάξη και καλαισθησία -να μην ξεχνάμε!, και ούτω καθ’ εξής. Εν ολίγοις, συντελούσαν στη βελτιστοποίηση με έναν τεχνητό τρόπο κάθε σχολικής -και όχι μόνον- εργασίας. Καθόλου μικρή υπόθεση η έμφαση στη μορφή και εμφάνιση, θα μάθαινα αργότερα, και ας ήταν πολλές εις βάρος του περιεχομένου. Κάτι έμενε, ακόμα και σε ένα κενό ουσίας.    

Ο κυρ-Γιώργος ήταν ένας λεπτοκαμωμένος άνθρωπος, με πρόσωπο χαραγμένο από βαθιές ρυτίδες, και το σχεδόν αναπόφευκτο για το milieu του λεπτίγραμμο, ασορτί με τα πλούσια, γκρίζα και ακατάστατα μαλλιά του μουστάκι. Είχε, με άλλα λόγια, τη χαρακτηριστική ή στερεοτυπική φυσιογνωμία του αγρότη. Διαρκώς απασχολημένος με τις δουλειές του, τον πετυχαίναμε που-και-που τα πρωϊνά καβάλα στο τρακτέρ και την καρότσα που έσερνε καθ’ οδόν για τα χωράφια του, τα γύρω χωριά και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ή ποιος ξέρει για που αλλού. Πόσο λαχταρούσα να ανέβω στην θεσούλα του τρακτέρ, που έστεκε δελεαστικό και απαγορευμένο κάτω από το υπόστεγο της αυλής ανάμεσα σε σωρούς δέσμες αχύρου, να παίξω με το τιμόνι και τις ταχύτητες του, να προσποιηθώ τον οδηγό του! Η γυναίκα του, η κυρά-Μέλη, ήταν μια εύσωμη γυναίκα, με παχουλό στρογγυλό, κοκκινωπό πρόσωπο, πιο νεανικό από αυτό του άντρα της, με τα μαλλιά με ατημέλητο τρόπο μαζεμένα πίσω από το κεφάλι της. Προσωποποίηση και αυτή της τυπικής νοικοκυράς του χωριού, σχεδόν πάντα ντυμένη με μια ποδιά κουζίνας πάνω από ένα λουλουδάτο βαμβακερό φόρεμα, από το πρωί ως το βράδυ αφοσιωμένη σε δουλειές του σπιτιού, στο συγύρισμα της αυλής, στο τάισμα των πουλερικών και της κατσίκας, με μικρά διαλείμματα για καφέ και κουτσομπολιά, συχνά συνοδευόμενο από γλυκά κουταλιού, στη μεγάλη κουζίνα του ισόγειου με γειτόνισσες και, περιστασιακά, τη Μάνα ή τον εκάστοτε νοικάρη της. Τα παιδιά τους ήταν μάλλον πολύ μεγαλύτερα σε ηλικία -έτσι φαίνονται στα παιδικά μου μάτια- και με απροθυμία θα συναναστρεφόταν το συνεσταλμένο πεντάχρονο πιτσιρίκι που ήμουν. Καμιά-δυο φορές, υποθέτω με την προτροπή των γονιών ή ίσως από απλή συμπάθεια και καλοσύνη για το πιτσιρίκι που ήμουν, μου επέτρεπαν να συμμετέχω σε impromptu μπάλα στη μεγάλη αυλή του σπιτικού. Απουσία του κυρ-Γιώργου, του τρακτέρ και της καρότσας του, πρόσφερε αρκετή ευρυχωρία για ένα παιδικό κλοτσοσκούφι με γειτονόπουλα, όπου η αγάπη μου για την μπάλα απόκτησε τις πρώτες της ρίζες.

Η πόρτα του φτωχικού μας διαμερίσματος άνοιγε σε μιαν ασήμαντου μεγέθους κουζινούλα, τον πάγκο και το νιπτήρα της, κι ένα πρωτόγονο ηλεκτρικό φουρνάκι με δυο μάτια στο βάθος. Ένα άνοιγμα, χωρίς πόρτα, την συνέδεε με την κάμαρα, το υπνοδωμάτιο μας. Δεν είχε τουαλέτα. Αυτή ήταν μια τουρκικού στυλ τρύπα πίσω από μιαν άλλη πόρτα στην άκρη της βεράντας, αλλά οι σχετικές ανάγκες ήταν τριτεύουσας σημασίας τότε. Η επίπλωση της κάμαρας ήταν μινιμαλιστική και φτωχική. Το ντιβάνι που μοιραζόμασταν με τη Μάνα, κάτω από ένα σεντόνι κάτασπρο και μοσχοβολιστό, αλλά σχεδόν πάντα κρύο και υγρό στην αφή του, και μια ή δυο μάλλινες κουβέρτες βρισκόταν κολλημένο στον πέρα τοίχο. Ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, μια σόμπα πετρελαίου και το μπουρί της στη μια μεριά, και στην απέναντι, κάτω από ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε στην παράπλευρη βεράντα του γείτονα, και το απαραίτητο για δασκαλοπαίδι ξύλινο μονοθέσιο θρανιάκι μου με την πράσινη τάβλα, που από κάτω της έκρυβα τα τετράδιά και μολύβια μου: τα απαραίτητα αξεσουάρ, όπως αναφέρθηκε, για έναν σχετικά έξυπνο και ελαφρώς προικισμένο γιο, μέσα αναγκαία προς την επίτευξη των ακαδημαϊκών ονείρων που οι γονείς που είχαν από νωρίς επενδύσει σε του λόγου μου. Όπως θα έπραττε, άλλωστε, και κάθε μικροαστική οικογένεια στην Ελλάδα του τότε και του σήμερα, μια-δυο ιστορικές γενιές παρακάτω· τέτοια ήταν, τέτοια παραμένουν τα μικροοράματά τους, με μικρού βάθους προοπτική στο απώτερο μέλλον.

Σε εκείνο το θρανιάκι, τα σκοτεινά, μοναχικά βράδια του χειμώνα μετά το σχολείο κάτω από τη διακριτική επιτήρηση της Μάνας και τον θλιμμένο φωτισμό μιας γυμνής λάμπας που κρεμόταν από το ταβάνι, επιδόθηκα κι εξάσκησα, με αξιοσημείωτο βαθμό επίτευξης, επίκτητες επιδεξιότητες στην καλλιγραφία και ορθογραφία, μέσα από αδιάκοπες, κουραστικές αντιγραφές παιδαριωδών κειμένων. Εξελίχθηκα έτσι σ’ έναν τελειομανή καλλιγράφο (κάτι που λίγοι τότε θα μπορούσαν να προεικάσουν ότι θα αποδεικνυόταν μελλοντικά περιττό και αντιπαραγωγικό!) και σε κάτι παραπάνω από επαρκή ορθογράφο μιας φορτικής και δυσνόητης γλώσσας. Μια «εθνική» γλώσσα που παρέμεινε τέτοια διαχρονικά, παρά τις κατά καιρούς απλοποιήσεις και εκσυγχρονισμούς, χαμένη κατά κάποιο τρόπο στο ιστορικό μονοπάτι που ξεκινούσε από μια πλούσια αρχαία μήτρα και βρέθηκε, κουρασμένη, γυμνή και πτωχευμένη κι αυτή, καταμεσής ενός πυκνού δάσους ξενόφερτων λεξιλογίων της επιστήμης, της τεχνολογίας και των ραγδαίων καινοτομιών της. Με λίγα λόγια, φτιαχνόμουν κάτω από την αποκλειστική (έστω και προσωρινά) επιρροή της Μάνας σ’ έναν συνολικά και απόλυτα νοικοκυρεμένο μαθητή του ελληνικού δημόσιου σχολείου, ένα πραγματικό και γνήσιο δασκαλοπαίδι. Αλλά ταυτόχρονα κληρονομούσα, άθελά μου, και ένα από τα ελαττώματα της Μάνας και των περισσότερων δασκάλων, στην πλειοψηφία ημιμαθών, όπως θα συμπέρανα αργότερα, των «δασκαλάκων» εκείνης της εποχής: την έμφαση στη μορφή και την εμφάνιση, σε βάρος του περιεχόμενου, της κριτικής και της δημιουργίας. 

No comments:

Post a Comment