Saturday, September 24, 2022

Ένα Παιδί - 10 Πρωθύστερη Παρένθεση: Οι κουμπάροι μας, οι Β…ιδαίοι

Η κυρία Λόλα ήταν, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ταιριαστά παντρεμένη με τον κύριο Λάμπη, έναν πόντιο δικηγόρο της παλιάς ελληνικής δικονομικής σχολής, με φτωχικές καταβολές, που όμως «πιάστηκε» και αναδείχτηκε στην πιάτσα μέσα από διάφορα αλισβερίσια που αφορούσαν τίτλους ιδιοκτησίας χαλκιδικιώτικης γης, ιδιοκτησίας διεκδικούμενης από αγράμματους κι αφελείς χωρικούς της περιοχής και τους κληρονόμους τους. Μιας γης, βέβαια, σε περιοχή όπου οι κρυστάλλινες θάλασσες, οι αμμουδιές, τα πευκοδάση που κατέβαιναν μέχρι τις ακρογιαλιές, η γειτνίαση με τη συμπρωτεύουσα υποσχόταν πολλά, πάρα πολλά σε μελλοντικά πλούτη στους κατόχους της. Κάθε σπιθαμή της μετρούσε πολλά χιλιάρικα, κάθε στρέμμα εκατομμύρια. Μέσα από τέτοια εν πολλοίς αδιαφανή, ύποπτα για τους outsiders αλισβερίσια, τέτοιες «δουλίτσες» όπως τις χαρακτήριζε o ίδιος, και τους συνακόλουθους δικαστικούς μαραθώνιους, κατάφερε κι απέσπασε, έναντι αμοιβής, «οικοπεδάκια» μεγάλης αξίας κοντά σε όμορφες παραλίες, που η «βαριά βιομηχανία» της χώρας μελλοντικά θα αξιοποιούσε δεόντως με απληστία. Άλλα τα μοσχοπούλησε, άλλα θα τα έκτιζε.

«Τον πονηρό Χαλκιδικιώτη θα τον πατήσω! Θα τον λιώσω!», έλεγε με μιαν αγέρωχη αποφασιστικότητα και μεγάλη δόση περιφρόνησης κατά τη διάρκεια της διεκπεραίωσης εκείνων των χρυσοφόρων υποθέσεων που τελικά τον κατέστησαν πλούσιο μεγαλοδικηγόρο και, λόγω της πρότερης ταπεινής καταγωγή του, εξ ορισμού νεόπλουτο. Διέθετε ευφράδεια και ρητορική δεινότητά και στόμφο στο λόγο του – προϋποθέσεις πειθούς του κάθε αγράμματου και όροι επιτυχίας στο επάγγελμα. Είχε και μια εκκεντρική και μάλλον ελκυστική θηλυπρέπεια αυτός ο λόγος, αρκετά χαρακτηριστική για να παρεξηγηθεί από διάφορους προκατειλημμένους ή για να γίνει σημείο κακόβουλων φημών ανάμεσα σε εχθρούς και αντιπάλους. Αρκετά εμφανής, ώστε ακόμα και η συνάδερφος του, η θεία μου Λίτσα, να τον θεωρούσε και ανερυθρίαστα αποκαλούσε σε κάθε ευκαιρία, μπροστά στην Μάνα και άλλους, «τοιούτο» (έναντι πιο προσβλητικών εκφράσεων που χρησιμοποιούσε ο λαουτζίκος.) Η δικηγορική καπατσοσύνη και ρητορικός στόμφος, το φωτοστέφανο και μια μεγάλη επίκτητη αυτοπεποίθηση που οι επαγγελματικές επιτυχίες του φόρεσαν, σμίκρυναν κατά κάποιο μυστήριο τρόπο το κοντό του ανάστημα και αποπροσανατόλιζαν αδιάκριτες ματιές από το φαλακρό κεφαλάκι κι ένα άσχημο πρόσωπο με γαμψή μύτη. Την κυρία-Λόλα την θυμάμαι καθισμένη δίπλα του, με ένα απαλό χαμόγελο, γοητευμένη στην σκιά της προσωπικότητάς του, να τον ακούει σιωπηλή με θαυμασμό.  

Οι Β...ιδαίοι μας προσκαλούσαν καμιά φορά οικογενειακά στο εξοχική τους βίλα στη Σιθωνία, με την τεράστια έπαυλη κι ένα γήπεδο τένις (παρακαλώ!) δίπλα, σε αυτό του μπάσκετ, που ούτε ο κύριος-Λάμπης, πόσο μάλλον η κυρία Λόλα φαινόταν ικανοί να αξιοποιήσουν. Πιο συχνά, η Μάνα κι εγώ, καλούμασταν για απογευματινό καφέ στο διαμέρισμα στην ιδιόκτητη πολυκατοικία, που ο κύριος Λάμπης, μετά από έναν ακόμη δικαστικό μποναμά, είχε «κτίσει» στις Σαράντα Εκκλησιές, σε περίοπτη θέση στις παρυφές του πευκοδάσους του Σεϊχ-Σου. Οι δυο δασκάλες μετά από μια σειρά μεταθέσεων είχαν πλέον συγκλίνει στη Θεσσαλονίκη, η φιλία τους είχε στεριώσει και γίνει καρδιακή, και η Μάνα, εθελοντική νονά και κουμπάρα σε μια σειρά συναδέρφων, είχε βαφτίσει το πρώτο τους παιδί, τον Νίκο. Μαζί ντροπαλοί παίξαμε τα απογέματα των επισκέψεων μας μέχρι το χείλος του ρέματος που χώριζε το προαύλιο της πολυκατοικίας από το δάσος, καμιά φορές και μέσα στο ίδιο το δάσος, κάτω από τα άγρυπνα μάτια των μανάδων μας από το μπαλκόνι όπου έπιναν τον καφέ τους. 

Η κοινωνική Μάνα κατάφερε και ανταπέδωσε μια ή δυο φορές εκείνες τις προσκλήσεις των Β…ιδαίων για επίσκεψη στο δικά μας, φτωχότερο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, με την απλότητα του «για μια πιτούλα με μπυρίτσα. Με μεγάλο κόπο και με την ψυχή στο στόμα -είναι αλήθεια, καθώς ήταν δεδομένη η χρόνια απροθυμία και αντιρρήσεις και κακόφωνες αντιδράσεις του Πατέρα για τέτοιου είδους μίνι σουαρέ. Εγώ είχα στο μεταξύ μεταμορφωθεί από το παιδάκι, το καθισμένο κάτω από την έδρα, τιμής ένεκεν στο πρώτο θρανίο, που μάθαινε τα πρώτα γράμματα, τη γραφή και ορθογραφία και τις άλλες δεξιότητες, όπως το τραγούδι και τη χειροτεχνία, που  η κυρία Λόλα μου δίδαξε σε εκείνη την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου της Κρύα Βρύση. Σε ένα τέτοιο σουαρέ της Μάνας, βρέθηκα μάλλον τυχαία κι άθελα, αμήχανος πρωτοετής φοιτητής, που άρχιζα να ξεκόβομαι από παρέες μεγάλων. Η κυρία Λόλα καθόταν στο πλάι του κυρίου Λάμπη, μόνιμα στη σκιά της προσωπικότητάς του (όπως, είναι αλήθεια, και η Μάνα σε αυτήν του Πατέρα σε τέτοιες εκδηλώσεις), παρέμενε σιωπηλή για μεγάλα διαστήματα, με ένα χαμόγελο συγκατάβασης στο στόμα για κάθε τι που λεγόταν από τον ίδιο ή τους άλλους, ενώ τις λιγοστές, κοινότοπες κουβέντες της χαρακτήριζαν η ντροπαλοσύνη κι αδεξιότητα, όπως και στην τάξη που με δίδαξε. Σε αντίθεση, ο λαλίστατος κύριος Λάμπης, καθισμένος στην άκρη της πολυθρόνας με τεντωμένη τη μέση, με ευφράδεια και γλαφυρότητα, και έναν επιβλητικό στόμφο από υπερτονισμένες λέξεις, κινήσεις έμφασης και σημασίας χεριών, σα να αγόρευε σε δικαστήριο, να βασιλεύει στην παρέα, παρά την παρουσία του Πατέρα, να πατρονάρει τους συνδαιτημόνες με δικηγορικό ταλέντο αδιαμφισβήτητο και διάχυτο.

Προς μεγάλη εσωτερική μου αναστάτωση, σε κάποιο σημείο με αφύπνισε από την εσωτερική μου γαλήνη και σιωπή σε μια γωνιά του σαλονιού, στη βαριεστημάρα που κυριεύει νέους που βρίσκονται απρόθυμα ανάμεσα σε παρέες και συζητήσεις μεγάλων, και με προκάλεσε ενώπιον των ενήλικων της βραδινής παρέας, όπως θα προκαλούσε και απευθυνόταν σε κάποιον αθώο, φοβισμένο μάρτυρα ενός δικαστηρίου, να εκφράσω τη γνώμη μου για κάποιο πολιτικό θέμα:

«Αγαπητέ Λ., θα ήθελα να συμμετάσχεις και εσύ σε αυτήν την ενδιαφέρουσα συζήτησή μας... Λ., αναμένω τις απόψεις σου!!!», απαίτησε με σοβαροφάνεια που ξεπερνούσε την χαλαρότητα της μάζωξης.

Η κουβέντα περί ου ο λόγος εκείνο το βράδυ περιστρεφόταν γύρω από τις εντυπώσεις που αποκόμισαν οι Β...ιδαίοι από πρόσφατο ταξίδι αναψυχής σε χώρες του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού, περιττό να προσθέσω αρνητικές, αλλά η πρόσφατη στράτευση με το κόμμα, ως νεαρός και ενθουσιώδης φοιτητής-επαναστάτης και μάλιστα διαφωτιστής, μου επέτρεψε, με ψυχραιμία και σοβαρότητα και, εκ των υστέρων, έναν αυτοθαυμασμό να υπερασπιστώ τη γωνιά των απόψεών μου, που ο κύριος Λάμπης ήθελε για κάποιο λόγο να εκμαιεύσει. Ακολούθησε μια ανταλλαγή πολιτικών επιχειρημάτων, για τα υπέρ και κατά του σοσιαλισμού, η οποία, όπως πολλές τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις, δεν καταλήγουν πουθενά. Όλα κάτω από εκείνο το αδιάψευστο μειδίαμα ικανοποίησης, ίσως και περηφάνιας από τον Πατέρα. Μάλλον κουτοπόνηρα, υπέθεσα αργότερα ότι ίσως τέτοια ερωτήματα να προβάλλονταν εν είδη συνέντευξης στα πλαίσια της προξενιάς που μαγείρευαν η Μάνα και η κυρία Λόλα, ανάμεσα σε μένα και την κόρη των Γ…ιδαίων, που η μεγάλη προίκα που υποσχόταν ήταν το κύριο και, δυστυχώς, ένα από τα λίγα θέλγητρά της.  

Το κεφάλαιο της οικογενειακής σχέσης με του Β…ιδαίους, που άνοιξε στην πρώτη τάξη του δημοτικού της Κρύας βρύσης, συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ανάμεσα στην κυρία-Λόλα και την Μάνα: με επισκέψεις, τηλεφωνήματα για ευχές, για τον βαφτισιμιό της και τον κύριο-Φώτη, τηλεφωνήματα που όμως αραίωσαν με το χρόνο, μέχρι που τελικά διακόπηκαν με την επιδείνωση της αρρώστια της Μάνας. Η καλή της φίλη έγινε μια νεφελώδης ανάμνηση, μέχρι που σβήστηκε από το μυαλό της, καθώς χανόταν σε μιαν άβυσσο ένα μεγάλο κομμάτι από το παρελθόν και τον ίδιο της τον εαυτό. Έκλεισε με την κηδεία της Μάνας, όταν ο βαφτισιμιός της, ο Νίκος, με την αδελφή του, την επίδοξη για ένα διάστημα μνηστή μου, αναπάντεχα εμφανίστηκαν για να προσφέρουν τα συλλυπητήρια τους. Είναι μια από τις ελληνικές παραδόσεις, έμαθα εκ των υστέρων, οι βαφτισιμιοί να παρευρίσκονται στις κηδείες των νονών τους. Η κυρία-Λόλα δεν μπορούσε. Την θυμόταν την Μάνα, την καλή της φίλη και κουμπάρα, αλλά τα πόδια της δεν την σήκωναν πια. Πολλά χρόνια είχαν περάσει για όλους μας, διαπιστώσαμε.     

No comments:

Post a Comment