Σχολική δουλειά για το σπίτι έφερνα τακτικά όπως μου την ανέθετε προσωπικά και κατ’ εξαίρεση η κυρία Λόλα, πιθανότατα με παραινέσεις της Μάνας. Με κρατούσε απασχολημένο τα βαριά, μεγάλα βράδια του χειμώνα· μ’ έκανε πειθαρχημένο, μελετηρό και δουλευταρά. Τέτοια προτερήματα στην προσωπικότητα, μαζί με τα αντίστοιχά ελαττώματα, χτίζονται από νωρίς στη ζωή με κάτι τέτοιους μεθόδους και σε κλειστά περιβάλλοντα. Στην κυρία-Λόλα, και στη Μάνα πάντα δίπλα μου, χρωστάω ένα μεγάλο κομμάτι της γνώσης: να γράφω «καλά» τα πρώτα μου ελληνικά γράμματα, να πετύχω ρυθμούς ανάγνωσης και βάθη κατανόησης πολύ πιο πέρα από τα χρόνια μου. Εκείνη η σχολική εργασία τα χειμωνιάτικα βράδια της Κρύας Βρύσης προσέδωσε μια μικρή, μη υπολογίσιμη αξία στον άνθρωπο που τελικά θα γινόμουν, αλλά και τροχοδρομούσε στόχους μπροστά μου, που όμως εκ των υστέρων δεν θα είχα την βούληση, ούτε θα έπαιρνα τις πρωτοβουλίες να αλλάξω και αναβαθμίσω ριζικά: έμπαινα σε ένα λούκι, τρόπον τινά.
Μετά τη «δουλειά στο σπίτι» θα ερχόταν το βραδινό φαγητό. Το
παιδί που ήμουν τότε ποτέ δεν αναρωτήθηκε ούτε το απασχόλησε πως και που και
από ποιον προετοιμαζόταν. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι σχεδόν πάντα θυμάμαι κατέληγε
σε φρουτοσαλάτα από ξεφλουδισμένες φέτες μήλων συχνά πασπαλισμένες με λίγη
κανέλλα, καμιά φορά με μέλι, εποχιακά και ντόπια πορτοκάλια και μανταρίνια, όλα
στο πλαίσιο των πρωτοποριακών για την εποχή της διαιτικών συνηθειών της Μάνας.
Πριν τον ύπνο, που θα έριχνε την αυλαία στην καθημερινή μας ρουτίνα, η Μάνα θα μου
διάβαζε ένα παραμύθι ή θα μου τραγουδούσε κάποιο σχολικό τραγούδι από το
πρόγραμμα της «Ωδικής», με την ωραία, αν και την δασκαλίστικη, επιτηδευμένη
χορωδιακή φωνή που διέθετε. Στα τραγούδια της ώρας της «Ωδικής» είχαν
παρεισφρήσει, στα πλαίσια της εθνικής μας διαπαιδαγώγησης των ελληνοπαίδων
μαζί, χάριν της «Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου», με πολλά εθνοφασιστικά
άσματα. Τα μελωδικά τραγούδια από την καλλιφωνία της Μάνας, ταιριαστά στην
μοναχικότητα και ηρεμία των βραδιών μας στην Κρύα Βρύση ήταν λίγα. Ανάμεσα τους
ξεχώριζε ένα θλιμμένο, που το θυμάμαι ακόμα. Διηγούνταν την ιστορία μιας φωλιάς
χελιδονιών. Η ηρωική μάνα εκείνης της φαμίλιας των πουλιών του τραγουδιού, άφησε
τη φωλιά της, όπως την άφηνε κάθε μέρα, για να ψάξει και φέρει τροφή στα νεογνά
της. Ένα βράδι δεν επέστρεψε. Είχε πιαστεί σε ένα δίκτυ κυνηγών. Τα λυπημένα τιτιβίσματα
των πεινασμένων νεογνών έμειναν στο σκοτάδι της νύχτας αναπάντητα. Το τραγούδι
άφηνε να εννοηθεί ένα τέλος άδικο για μιαν τραγική μάνα και, για την παρθένα
συναισθηματικά και, ίσως, εκ γενετής υπερευαίσθητη ψυχή, το άκουσμα πάντα βούρκωνε
τα μάτια μου και γινόταν λυπημένα όνειρα όταν έσβηνε το φως της λάμπας.
Η καρδιά μου σκλήρανε αρκετά από τότε και με το πέρασμα του
χρόνου: από τη ζωή και τις συναναστροφές με ανθρώπους, από την «πολλήν συνάφεια
του κόσμου». Η αντίδραση στην πραγματική δυστυχία που συναντώ στο δρόμο μου ή
στην σκηνοθετημένη, μέσα από το θέατρο, το σινεμά, την καλλιτεχνική έκφραση, μπορεί
να μην βυθίζεται πλέον στα ίδια βάθη και να μην συγκινεί στον ίδιο βαθμό, αλλά
εξακολουθεί να αγγίζει την καρδιά, πολλές φορές ανεπαίσθητα, καμιά φορά μέχρι να
βραχούν τα μάτια. Η λύπη, ο οίκτος, η συμπόνοια, και τ’ ανάλογα συναισθήματα,
δεν έχουν το ίδιο βάθος ενόσω ωριμάζω και γερνώ, σε αναλογία με το μέγεθος των
τραγωδιών που συμβαίνουν γύρω ή μακριά μου, πραγματικών ή πλαστών. Αλλά η
αντίδραση και συγκίνηση από ένα τόσο απλό, αθώο σχολικό τραγούδι, που απέναντι
στους περισσότερους συνομήλικούς δεν θα ξεπερνούσε τα όρια μιας επιφανειακής και
αδιάφορης, ίσως και βαρετής ακουστικής αίσθησης, μου έδειξε κάτι στον ατέλειωτο
και δαιδαλώδες μονοπάτι της αυτογνωσίας που ξεκινάει με την γέννησή και
τελειώνει με τον θάνατό: ότι ήμουν περισσότερο ευαίσθητος απ’ όσο χρειαζόταν κι
έπρεπε, και απ’ όσο η ζωή στον κόσμο αυτό, είτε πλούσια και προνομιούχα, είτε άπορη
και δυστυχισμένη, είτε καθ’ οδόν μιας μέσης ισιάδας χωρίς πολλούς κλυδωνισμούς
και σκαμπανεβάσματα, απαιτεί. Στο κάτω-κάτω της γραφής, ένας αχαλίνωτος
συναισθηματισμός, οι ανησυχίες και φόβοι που συχνά τον συνοδεύουν και που η
υπερβολική ευαισθησία επιτρέπει να βασανίζουν το νου, να «ματώνουν την καρδιά»
και καμιά φορά να κομματιάζουν την ψυχή μας, είναι από μόνοι τους αναποτελεσματικοί:
δεν απαλύνει κανέναν πόνο, ελάχιστα επηρεάζει την πορεία των γεγονότων και δεν
αλλάζει τίποτε στην ουσία τους. Από την άλλη μεριά, λέω ότι αυτή η
υπερευαισθησία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο και την τραγωδία, οι συναισθηματικές
κλίμακες που κατάφερα κι άδραξα και ανεβοκατέβηκα ήταν ένα προνόμιο και μια
μικρή ευλογία. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν αυτό το εν τέλει χάρισμα ήταν
γενετικά κληρονομικό ή επίκτητο, με τη ρίζα τους στα χειμωνιάτικα βράδια της
Κρύας Βρύσης, ή και τα δύο.
Με την παρουσία της Μάνας δίπλα μου, καμιά φορά με τη διπλή
κουβέρτα, τις πιτζάμες από κάποιο χοντρό βαμβακερό ύφασμα, με τις μάλλινες
κάλτσες που πολλές φορούσα ακόμα και στον ύπνο μου, κοιμόμασταν στην καμάρα με την
ελάχιστη θαλπωρή. Τα βράδια της μεγάλης παγωνιάς κουκουλωνόμασταν με κουβέρτες
διπλές από πάνω· απλώναμε και μια από κάτω, αντί για το κρύο κατωσέντονο και
ακόμα περισσότερη θερμομόνωση στο κρύο δωμάτιο: οι μέθοδοι αυτές ήταν
αποτελεσματικές και κοιμόμαστε σε μια ζεστασιά. Τα πρωϊνά ξυπνήματα, όμως, τα
ξεσκεπάσματα με τη σόμπα σβησμένη στο κρύο δωμάτιο και τα τζάμια θολά από τα
χνώτα μιας νύχτας, τα θυμάμαι να τουρτουρίζω με γρήγορες κομμένες ανάσες και τη
Μάνα να προσπαθεί στοργικά να μου ζεστάνει πόδια και τα χέρια με άγαρμπα, αλλά
καλοδεχούμενα τριψίματα. Τα προγεύματα ήταν κρύα κι αυτά, κομμάτια ψωμιού
παπαρισμένα στο γάλα ή φέτες ψωμιού με βούτυρο, μέλι ή μαρμελάδες κι ένα ποτήρι
γάλα, κατέβαιναν μέσα μου απρόθυμα και δύσκολα.
No comments:
Post a Comment