Monday, October 24, 2022

Ένα Παιδι - 13 Κρύα Βρύση: Πήγαινε-Έλα

H Θεσσαλονίκη ήταν πάντα η πατρίδα μας, το σπίτι μας. Το πήγαινε-έλα στην Κρύα Βρύση από την οπτική γωνία του σήμερα και των μέσων που διαθέτει η μοντέρνα κοινωνία ήταν μια ταλαιπωρία, ιδιαίτερα για τα σώματα και τις ψυχές ενός πεντάχρονου παιδιού και μιας δασκάλας στην ακμή των τριάντα της χρόνων. Με μια λέξη: βολοδέρναμε. Για τις «τρεις-κι-εξήντα» του μισθού της Μάνας. Οι εργάσιμες και σχολικές βδομάδες ήταν ακόμα εξαήμερες – και θα παρέμεναν τέτοιες για πολλά χρόνια ακόμα. Πέρα από τις σχολικές γιορτές κάποιας διάρκειας, όπως των Χριστουγέννων και του Πάσχα, τα λιγοστά Σαββατοκύριακα ή λιγοήμερες διακοπές που μας τραβούσαν πίσω στην πόλη, περπατούσαμε έναν μακρύ, ίσιο δρόμο με αδιάφορες δεντροστοιχίες από λεύκες σε κάθε του μεριά. Ο ήλιος έσβηνε στο τέλος εκείνου του δρόμου, μαζί με την βδομάδα και την μέρα. Ξεκινούσαμε με την λαχτάρα της επιστροφής και μια τσάντα πράγματα από την πλατεϊτσα, μέσα στο μοναχικό λυκόφως του χειμωνιάτικου απογέματος, μετά το κλείσιμο του σχολείου, προς το θλιβερό κυλικείο της «διασταύρωσης» πίσω από τον πανταχού παρόντα πλάτανο. Είχε ένα ψυγείο με αναψυκτικά κι ένα πάγκο αραδιασμένα ψιλικά (σοκολάτες, μαστίχες, και τα λοιπά) και δυο-τρία τραπεζάκια καφενείου για τους λιγοστούς ταξιδιώτες που βρέθηκαν σ’ εκείνην την άκρη. Εκεί έκανε τη σύντομη του στάση, στην ώρα του πάντα, το πράσινο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για να μας πάρει και, μετά από αμέτρητες αχρείαστες στάσεις σε χωριά της διαδρομής, να μας πάει στο τέρμα του δρομολογίου πίσω από την Παναγία Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη.

Χαράματα Δευτέρας η διαδρομή αντιστρεφόταν. Το πρώτο δρομολόγιο δεν μάζευε πολύ κόσμο και σχεδόν πάντα, η Μάνα κι εγώ, καθόμασταν στις δύο προνομιούχες θέσεις πίσω από τον οδηγό. Ένα τέτοιο πρωινό, η παιδική περιέργεια άρχισε να επεξεργάζεται, απουσία του οδηγού, το μοχλό ταχυτήτων. Την προσέλκυσε το περίεργο και μαγευτικό μακρινάρι που με επιδεξιότητα και άνεση τον έβλεπα κάθε φορά να χειρίζεται. Μετά από το ένα σχεδόν ανεπαίσθητο σπρώξιμο και μετατόπιση του μοχλού εκείνου που επιχείρησα, ένιωσα το λεωφορείο να κυλάει προς τα πίσω στην κατηφόρα της Χαλκέων. Η καρδιά αναπήδησε, άρχισε να χτυπάει γρήγορα και δυνατά από τον πανικό, όπως συμβαίνει σε αναπάντεχες καταστάσεις με άγνωστο, πιθανά τραγικό αποτέλεσμα. Ή όπως πάντα συμβαίνει σε ζημιές από τους αφελείς χειρισμοί ενός παιδιού, που διστακτικά και κρυφά από τα βλέμματα των μεγάλων δοκιμάζει κάτι φαινομενικά απαγορευμένο για να ικανοποιήσει την περιέργειά του, ή από την επερχόμενη τιμωρία που φαίνεται μεγάλη: τουλάχιστον μιαν άγρια, προσβλητική επίπληξη σε δημόσιο θέα, μέχρι και τον μπαμπούλα της αστυνομίας και του αναμορφωτηρίου. Το λεωφορείο μετά από μισό-ένα μέτρο όπισθεν στην κατηφόρα κατέληξε σε μια σχετικά ομαλή στάση, χωρίς ζημιές. Επικράτησε η ανακούφιση και οι χτύποι της καρδιάς αραίωσαν. Ο οδηγός, που στη διάρκεια του συμβάντος έπινε τον καφέ του, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας με συναδέλφους στο πεζοδρόμιο, ανέβηκε μετά από λίγα δευτερόλεπτα για να αναλάβει τα ηνία του λεωφορείο, χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι για το δυνητικά καταστροφικό συμβάν -ευτυχώς! 

Στο μικρό κόσμο του παιδιού, της αφέλειας και άγνοιας, του αυθόρμητου, του ριψοκίνδυνου ψαξίματος στο άγνωστο, όπως όλοι γνωρίζουμε, τέτοια τετριμμένα και ασήμαντα περιστατικά αντιλαμβάνονται και μεγεθύνονται χάριν στην υπερευαισθησία μιας σχετικά παρθένας από εμπειρίες παιδικής ψυχής και αποκτούν γιγαντιαίες διαστάσεις. Στο υπόλοιπο ταξίδι, έχοντας κιόλας ξεπεράσει από το στιγμιαίο πανικό και την ταχυπαλμία που διέκοψε απότομα το νυσταγμένο αγουροξύπνημα από τα χαράματα, έγινα ο αφοσιωμένος παρατηρητής κάθε μικρής κίνησης του οδηγού, των χεριών του στο μοχλό και το τιμόνι, των ποδιών του στο γκάζι, το φρένο και των ντεμπραγιάζ, κάθε αλλαγή στις βοές που ανέδυε το λεωφορείο, σε κάθε επιβράδυνση, σε κάθε αργή, αγκομαχούσα επιτάχυνση. Και όλες εκείνες οι κινήσεις πραγματοποιούνταν εντελώς μηχανικά, με αξιοζήλευτη τεχνική, χωρίς καθόλου σκέψη εκ μέρους του, ή με τη σκέψη πιο πολύ στραμμένη στις συζητήσεις με τον εισπράκτορα δίπλα του. Η οδήγηση του τεράστιου όγκου λεωφορείου ήταν κάτι θαυματουργό, ένας άθλος που δεν μπορούσε να εξηγηθεί από το μικρό παιδικό μυαλό.

No comments:

Post a Comment