Ένα από εκείνα τα βράδια, ένα σαββατόβραδο μετά το σχολείο
που δεν πήραμε το λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη, απόκτησα την πρώτη εμπειρία μ’
ένα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα του προηγούμενου αιώνα. Θα επιβαλλόταν και κυριαρχούσε
μοιραία και αναπόφευκτα, σα μια νομοτέλεια στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας,
θα καταλάμβανε και υπέτασσε, πνευματικά, αισθητικά και συναισθηματικά, και σε περιπτώσεις
σχεδόν καθολικά, ένα μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου και της ζωής των λαϊκών
μαζών -και του δικού μου, ανάμεσά τους: η τηλεόραση· με τη χρονική καθυστέρηση που
χρόνια συνοδεύει τη διάχυση τέτοιων ανακαλύψεων στις λεγόμενες «αναπτυσσόμενες
χώρες», στις παρυφές της Ευρώπης κι αλλού, καθυστέρησης συνήθως ανάλογης της
απόστασης, γεωγραφικής και τεχνολογικής, από τις μητροπόλεις του know-how, και αντιστρόφως ανάλογης των εκάστοτε
ρυθμών της παγκοσμιοποίησης.
Η τηλεοπτική μετάδοση είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα λίγο πριν
την εγκαθίδρυση της χούντας, και άρχισε να υιοθετείται αρχικά από τα σχετικά ευπορότερα
στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, για να γίνει μετέπειτα οικονομικά προσιτή στο
σύνολό της: με πρόοδο ισοπεδωτική σε βάρος άλλων μορφών πληροφόρησης, ψυχαγωγίας
κι απολαύσεων, ακόμα και βασικών κοινωνικών αναγκών. Ήταν η τεχνολογία που
πρόσφερε φτηνή ψυχαγωγία, και μια, έστω φιλτραρισμένη από το καθεστώς, προπαγανδιστική
ενημέρωση με καθολικό ακροατήριο: μικρούς και μεγάλους, φτωχούς και πλούσιους.
Ως εκ τούτου, είχε λιγοστά εμπόδια, και αυτά αδύναμα στο δρόμο μιας
πολιτιστικής κυριαρχίας πάνω σε συνειδήσεις. Εμπόδια αρχικά οικονομικά, που όμως
και αυτά, αργά ή γρήγορα θα ξεπερνιούνταν, νομοτελειακά από την καπιταλιστική
ανάπτυξη, στην πορεία μιας σχεδόν ολοκληρωτικής επικράτησης σε πεδία πολιτικά, ενημερωτικά,
πολιτιστικά, ψυχαγωγικά -παντού. Μέχρι να την παραμερίσει η επόμενη τεχνολογική
επανάσταση μερικές δεκαετίες αργότερα.
Δεν ξέρω αν αυτό έδειχνε κάτι για μιαν σχετική ευμάρεια του σπιτικού
του κυρ-Γιώργη και της κυρίας-Μέλης και μερικών άλλων αγροτόσπιτων της Κρύας
Βρύσης, αλλά στο ευρύχωρο σαλόνι τους φιγουράριζε το «μαγικό κουτί» λίγα χρόνια
πριν ακόμα αυτό γίνει μόνιμο αξεσουάρ και του δικού μας μικροαστικού «πρόχειρου»
δωματίου στη μεγάλη πόλη. Η μαυρόασπρη εικόνα παλλόταν κάθε βράδι σε διαφορετικούς
τόνους του γκρίζου στο σαλόνι των νοικοκυραίων μας. Τα φώτα ήταν όλα σβησμένα
και, πίσω από τα παράθυρα με τις τραβηγμένες κουρτίνες, το σκοτάδι διαδεχόταν ένα
αχνό φως, καμιά φορά παρατεταμένης διάρκειας, πριν το δωμάτιο μαζί με τα
περιγράμματα ακίνητων και αμίλητων προσώπων καθισμένων σε ημικύκλιο γύρω από
την ad
hoc, κεντρική στο
μεγάλο δωμάτιο και μεγαλοπρεπή βάση της τηλεόρασης, βυθιστεί και πάλι στο
σκοτάδι. Ήξεραν από ιδίαν πλέον πείρα, οι αποσβολωμένοι θεατές της οικογένειας,
την έλξη που ασκούσε η κινητική διαδοχή μαυρόασπρων εικόνων. Η ζωηρή ακολουθία
τους ήταν τότε σαν παιδικό όνειρο μιας ιδρωμένης καλοκαρινής σιέστας, ήταν η ισχυρή
έλξη του καινούργιου και του άγνωστου, του φαντασμαγορικού κι αναπάντεχου, το
δέλεαρ που η αναπαράσταση μιας μακρινής, δραματικής πραγματικότητας
(πλασματικής ή όχι δεν έχει σημασία) και της συμμετοχής στις περιπέτειες εικονικών
ηρώων χωρίς προσωπικό κίνδυνο.
Και με προσκάλεσαν ένα σαββατόβραδο, οι καλοπροαίρετοι αυτοί σπιτονοικοκύρηδές μας, στο σαλόνι τους να θαυμάσω ή να μυηθώ στο μυστήριο της τηλεόρασης: στη μαγική κίνηση όντων και ύλης, όπως πρόκυπτε από την διαδοχή των μαυρόασπρων εικόνων μπροστά στα μάτια τους. Ένας δυστυχής άνθρωπος είχε δεθεί από μια μπάντα κακούργων εγκάρσια στις γραμμές ενός τραίνου κι εγκαταλειφθεί εκεί, καταμεσής μιας ερήμου του φαρ-ουέστ, το κορμί του να σπαράζει από εδώ κι από εκεί στην απεγνωσμένη προσπάθεια να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, με την απόλυτη αγωνία και τον τρόμο ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του ενώπιον ενός φρικτού θανάτου, που ο ολοένα εντονότερος ήχος του τραίνου προμήνυε. Ήταν η μόνη εικόνα, ίσως παραμορφωμένη από μετέπειτα όνειρα και φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας, που διασώθηκε κι επέζησε δεκαετίες στα βάθη της μνήμης από το «κουτί» στο σαλόνι του κυρ-Γιώργη και της κυρά-Μέλης. Τελικά ο ήρωας με κάποιο τρόπο αποδεσμεύτηκε, λίγα δευτερόλεπτα πριν το τραίνο προλάβει και κομματιάσει το κορμί του. Το happy ending μετά τη μεταδοτική αποκορύφωση της αγωνίας ήταν μια απαράβατη νόρμα σε χολιγουντιανές ταινίες της εποχής, αλλά κανείς μας δεν το προαισθανόταν ή σκεφτόταν, καθώς αυτό το τέλος επερχόταν απέναντι σε πιθανότητες διάσωσης, που ο σκηνοθέτης, με διαφορετικά τρικ, πρόβαλε και έδινε να καταλάβουμε ότι ήταν μηδαμινές. Η εντύπωση του τρόμου, που η απροσδόκητη, εναγώνια και παρατεταμένη, σχεδόν αναπόφευκτη προσέγγιση του θανάτου πίσω από την οθόνη, ντοπαρισμένη με ηχητικά εφέ, ερχόταν για να πάρει μαζί του τον «καλό» και συμπαθή ήρωα, χωρίς όμως τελικά να φανερώνεται, προκαλεί πάντα και αναστατώνει. Θα αποτυπωνόταν τότε στην παιδική μου φαντασία μου εντονότερη κι από την ίδια την περιφερειακή πλοκή της ταινίας. Το happy ending έφερε εκείνο το βράδυ μιαν ανείπωτη ανακούφιση, μιαν λύτρωση και έναν γλυκό ύπνο.
No comments:
Post a Comment