Thursday, October 27, 2022

Ενα Παιδί - 14 Η Παλιά Γειτονιά: Το Δρομάκι

 Η πολυκατοικία ήταν από τις πρώτες που υψώθηκαν στην παλιά γειτονιά. Άγαρμπη και τετράγωνη, ψηλή και άχαρη, με σοβάδες σε χλωμές αποχρώσεις του γκρίζου στεκόταν αταίριαστη ανάμεσα σε πιο πολύχρωμες  μονώροφες κατοικίες με κεραμίδια, απομεινάρια άλλων εποχών. Έγινε το σπίτι και καταφύγιο και κρησφύγετο των παιδικών μου χρόνων. Μετακομίσαμε το 1968: γιαγιά και παππούς, Μάνα και Πατέρας, ο θείος ο Μάριος, νιόπαντρος με την Κ. τη γυναίκα του, σε ένα δρομάκι που κατ’ ευφημισμό αποκαλείτο: «Β’ Πάροδος Δεληγιώργη». Ήταν το δρομάκι ένας χωματόδρομος τότε, από του πολλούς της Θεσσαλονίκης, ούτε καν πενήντα μέτρα μήκος, και πλάτος που δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα· με λακκούβες κι αυλάκια από τις μπουγάδες και τα λουτρά των παλιόσπιτων που μέσα από το δρομάκι ή από τις πίσω αυλές τους κατέληγαν με κάποιο τρόπο στο ρέμα λίγο παραπέρα. Το δρομάκι μετά από λίγα χρόνια ασφαλτοστρώθηκε, αναβαθμίστηκε σε οδό κανονική, και απόκτησε, επιτέλους, ταμπέλα με ένα αξιοπρεπές όνομα από το δημοτικό συμβούλιο: «Οδός Εκάβης». Ξεκινούσε από την Οδό Δεληγιώργη, εδώ που τα λέμε, τίποτε περισσότερο κι εκείνη από ένα αχαρακτήριστο σοκάκι, αν και είχε ασφαλτοστρωθεί πριν από τις παρόδους της και παρείχε το προνόμιο μιας γεφυρούλας αυτοκίνητα και κάρα να διασχίζουν το ρέμα. Συνέδεε την Ξενοφώντος, με την περισσότερη γνωστή Φλέμινγκ, που ανέβαινε από την πιο αριστοκρατική λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας στο Ιπποκράτειο. Εγκάρσια της παρόδου μας και παράλληλα με την Δεληγιώργη, ξετυλιγόταν σε ανατολή και δύση η περίφημη Γαμβέτα, ένας από τους πιο ευθείς και μακριούς, όσο και κλειστοφοβικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, που ποτέ ως παιδί δεν περπάτησα σε όλο της το μήκος. Ξεκινούσε στα δυτικά από την Οδό Αρχαιολογικού Μουσείου, το οποίο Μουσείο της έμαθα σε ώριμη ηλικία, χάριν στον Mazower, ότι ήταν το ένα και το αυτό με το εξαιρετικό Γενί Τζαμί του εξαφανισμένου οθωμανικού παρελθόντος της Πόλης· κατέληγε στην 25η Μαρτίου, στην καρδιά της Χαριλάου, στις ανατολικές άκρες της πόλης ξεπερνώντας το βεληνεκές των παιδικών μου περιπλανήσεων. Δεληγιώργη, Ξενοφώντος, Φλέμινγκ, Γαμβέτα: δρόμοι και γειτονιές, που με την άσημη και παραμελημένη πάροδο μου κλεισμένη ανάμεσά τους, έγιναν αναπόσπαστο και κεντρικό κομμάτι πολλών παιδικών υπάρξεων.

Αυτό συμβαίνει λίγο-πολύ με την κάθε ανθρώπινη ζωή. Ξεκινά από τους τοίχους ενός δωματίου κι ενός σπιτιού, απλώνεται τα πρώτα χρόνια της στις γειτονιές γύρω της, ξεχύνεται αργότερα, στην ικμάδα και ωριμότητα της, στις πολιτείες του κόσμου, ξαναβρίσκεται στα γηρατειά της σε κάποια μικρή, άσημη γειτονιά, για να σβήσει σε ένα σπίτι κι ένα δωμάτιο.  Έτσι και ο κόσμος μου, στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου, όπως ήταν φυσικό για ένα μικρό παιδί κάτω από την διακριτική επιτήρηση των γονιών του και όχι αλάνι, είχε στην αρχή το κέντρο του στην πολυκατοικία και το δρομάκι μπροστά της. Οι μοναχικές διαδρομές μου, μέχρι να ξεθαρρέψω και να χαλαρώσουν τα ηνία οι δικοί μου, μέχρι να εξερευνήσω και ανακαλύψω τα πραγματικά όρια της ελευθερίας που πρόσφερε η μεγάλη πολιτεία, περιοριζόταν στο μήκος της Γαμβέτα μέχρι το δημοτικό σχολείο της Δελφών, λίγο πιο πέρα από το μπακάλικο του «μαυραγορίτη» Μαλίδη για τα μικρά καθημερινά ψώνια, το γαλακτοπωλείο στη γωνιά με την Ξενοφώντος απέναντί του με τις λαχταριστές τουλούμπες και κουρκουμπίνια , το ψιλικατζίδικο για τα «Παλλάς» και τις εφημερίδες του Πατέρα και την περιστασιακή γκοφρέτα ή μαστίχα, το πολύ-πολύ μέχρι τον φούρναρη, λίγο πιο πέρα, στο σημείο που η Γαμβέτα συναντούσε την Αθανασίου Διάκου, όπου με έστελνε η γιαγιά, σχεδόν καθημερινά, για φρέσκα και ζεστά «βασιλικιώτικα» καρβέλια ή η Μάνα για το «χωριάτικο» ψωμί μας.

Εκείνο το δρομάκι κατοίκησαν και ζήσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους οι τελευταίες γενιές ενός παρακλαδιού της οικογένειας των Ι. Στο ίδιο δρομάκι μεγάλωσε πριν την κατοχή Πατέρας, στο διώροφο που έδωσαν αντιπαροχή στη δεκαετία των ’60 καθώς οι γιοι παντρεύονταν και η οικογένεια μεγάλωνε. Σε εκείνο το ασήμαντο δρομάκι έκανα τους πρώτους παιδικούς και αξέχαστους φίλους, έπαιξα στην αλάνα πάνω από την απέναντι όχθη του ρέματος. Τους ίσιους δρόμους που κατηφόριζαν στην παραλία και ανηφόριζαν στην Τούμπα περπάτησα πάνω-κάτω. Το ακάλυπτο ρέμα που κατέβαινε από την Τούμπα, το ξεραμένο τα καλοκαίρια, το ξεχειλισμένο με λασπόνερα τις μέρες των φθινοπωρινών νεροποντών, και τα ετοιμόρροπα, στοιχειωμένα σπίτια Εβραίων στις όχθες του εξερεύνησα. Σε εκείνες τις γειτονιές μεγάλωσα και πέρασα τα παιδικά και αργότερα ακατανόητα χρόνια της εφηβείας, τα τόσο ανακατωμένα από απερίγραπτα συναισθήματα και τις φουρτούνες των αλλαγών σε πνεύμα και το κορμί. Εκεί, με λίγα λόγια, κανονικά και στα σοβαρά ξεκίνησε η ζωή μου. 

Κανείς δεν θα την έλεγε πλούσια τη γειτονιά μου, αλλά ούτε και κάποιος απαξιωμένος και ξεχασμένος από το θεό φτωχομαχαλάς ήταν. Στην Πόλη, όπως θα ανακάλυπτα αργότερα μέσα από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις χρόνια μετά κατά τη μεριά των δυτικών συνοικιών, υπήρχε και συνάντησα την εξαθλίωση, πραγματικές φτωχογειτονιές -slums. Και η πολυκατοικία μας είχε κτιστεί, όπως έπιανε το αυτί μου από κουβέντες των αδερφών Ι. και φίλων του οικοδομικού-εργολαβικού συναφιού, με σχετικά μοντέρνες, ανθεκτικές στο χρόνο, αν και οικονομικές προδιαγραφές. Ήθελε να στεγάσει, πέρα από τον πυρήνα της οικογένειας των Ι., δηλαδή τους πρώην οικοπεδούχους, μια μικρή κοινωνία πρώην και νυν σχετικά σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων -με την εξαίρεση κάποιου αργόσχολου εισπράκτορα μικρο-εισοδημάτων άγνωστης προέλευσης και μιας χήρας με τα παιδιά της. Για τους περισσότερους υπήρξε το πρώτο σκαλοπάτι σε μια κάπως αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής στην πόλη, κοντά στο κέντρο της. Στην πόλη που κτιζόταν και απλωνόταν σε ύψος και πλάτος με αλαφιασμένους ρυθμούς.  



 

No comments:

Post a Comment