Μια μινιμαλιστικής σχεδίασης εξώπορτα, από καθαρό τζάμι κι ένα ξεθωριασμένης πράσινης απόχρωσης μεταλλικό πλαίσιο, χωρίς περιττό καλλωπισμό, άνοιγε στην πρώτη διακλάδωση του κλιμακοστάσιου. Η αριστερή μεριά οδηγούσε σε ένα σκοτεινό υπόγειο με δύο διαμερίσματα που τα παράθυρα τους, μοναδική πηγή φωτός και οξυγόνου, άνοιγαν στο ύψος του ατροφικού και συνήθως βρώμικου από σκόνη ή λάσπη πεζοδρομίου της πρόσοψης. Το στενό δρομάκι δεν προσφερόταν για γενναίες καλλωπιστικές παρεμβάσεις μπροστά από την εξώπορτα – τότε και ποτέ στην ιστορία του. Ούτε και η είσοδος της πολυκατοικίας.
Δεν θυμάμαι στα χρόνια μου εκείνα
τα υπόγεια διαμερίσματα να είχαν κατοικηθεί από ψυχές. Κι έτσι έμειναν από τον
εργολάβο: αδιαμόρφωτα, σκοτεινά και κρύα, άδεια και ξεχασμένα. Τότε που η
ανάπτυξη σκέπαζε, κάτω από ένα φτηνό χαλί είναι αλήθεια, τα τελευταία
απομεινάρια της μεταπολεμικής φτώχιας, τα περισσότερα υπόγεια δεν φαίνονταν σχεδιασμένα
για ανθρώπινη διαβίωση στα σκοτάδια και την υγρασία τους· ήταν κατάλληλα μόνο
για τα φαντάσματα της παιδικής μας φαντασίας, κακοποιούς και τέρατα. Χρόνια
μετά, με το κύμα της μετανάστευσης από την Αλβανία και την ανατολική Ευρώπη, σε
μια βόλτα από την παλιά γειτονιά κάπου στις αρχές της χιλιετηρίδας, είδα τα
παντζούρια των δύο υπόγειων διαμερισμάτων ανοικτά και κουρτίνες να κρέμονταν
από πίσω από τα τζάμια των παραθύρων: μετανάστες ή άστεγοι, εξαθλιωμένοι
μπαγαπόντηδες το έκαναν σπίτι τους ή κάποια μαφία γιάφκα της. Αργότερα στην ιστορία
της πολυκατοικίας, τα booms και busts στην κατοικία που ακολούθησαν ή, το λιγότερο πιθανό, η
αστυνομία έδιωξε τους όποιους πρόσκαιρους κατοίκους τους.
Ο διάδρομος που συνέδεε τις
εισόδους των διαμερισμάτων του υπογείου ήταν πάντα θεοσκότεινος και τρομακτικός,
πνιγμένος στην υγρασία, και κατέληγε στην άκρη του σε ένα τυφλό τσιμεντένιο αδιέξοδο.
Το φως από τον κεντρικό φωτισμό του κλιμακοστάσιου δεν ξεπερνούσε τα λιγοστά
σκαλιά προς τα κάτω. Ούτε ο εργολάβος, ούτε κανείς από τους ενοίκους μερίμνησαν
να βάλουν κάποια λάμπα, ένα φως που τουλάχιστον
θα απάλυνε τους φόβους μας τα χειμωνιάτικα βράδια που καθόμαστε και λέγαμε
ιστορίες στην είσοδο. Μια μεριά του διαδρόμου άνοιγε μέσα από μια μόνιμα
κλειδωμένη σιδερόπορτα στον μεγάλο, τον κύριο φωταγωγό στην αθέατη από διαβάτες
πλευρά της πολυκατοικίας. Φωταγωγό και υπόγειο τα ένωνε μια μόνιμη μυρωδιά κλεισούρας
και μούχλας. Εκεί κάτω κατέβαινε κανείς που-και-που μόνον για να μαζέψει το
ρούχο που θα έπεφτε από τις κρεμασμένες για στέγνωμα μπουγάδες ή το παιχνίδι
που θα ξέφευγε μέσα από τα κάγκελα των μπαλκονιών. Μόνες παρουσίες ζωής τα
ποντίκια, οι βιαστικές κινήσεις τους από τη μια γωνιά στην άλλη πολλές φορές
ορατές από τα μπαλκόνια, και η περιστασιακή γάτα που σουλατσάριζε αδέσποτη και
πεινασμένη. Ήταν φορές που τα ποντίκια ξεπερνούσαν τις φοβίες τους και σκαρφάλωναν
τις αποχετεύσεις, σε τολμηρές περιπλανήσεις προς αναζήτηση τροφής στις κουζίνες
και τουαλέτες των διαμερισμάτων του πρώτου ακόμα και του δεύτερου, του δικού
μας, ορόφου. Η θέα τους, -ακόμα και η ιδέα της παρουσίας τους στο σπιτικό,
έσπερνε πανικό ανακατεμένο με αηδία στη Μάνα και την παιδική μου ψυχή.
Η δεξιά μεριά της σκάλας οδηγούσε
στον ημιώροφο, στο μικρό διαμέρισμα της οικογένειας του γέρο-Ιατρίδη. Στις
«μύξες» του η Μάνα αναφερόταν συχνά, δεν έμαθα ακριβώς με ποια αφορμή. Μάλλον
μεταφορικά, σαν ένδειξη των χαμηλών προδιαγραφών καθαριότητας και υγιεινής της οικογένειας.
Ίσως, ο χαρακτηρισμός εκείνος, που η συχνή επανάληψη του μου είχε κάνει
εντύπωση, να είχε περισσότερη σχέση με τη φτώχια και την παρακατιανοσύνη των
Ιατρίδηδων και κάποιες ταξικές προκαταλήψεις εκ μέρους της Μάνας και των
κατοίκων υψηλότερων ορόφων. Είχε ήδη καθιερωθεί ένα μικρο-apartheid ανάμεσα
στην μοναδική οικογένεια του ημιώροφου και τις υπόλοιπες των ψηλότερων ορόφων
και ρετιρέ, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα σε πολυκατοικίες στις μικροαστικές
γειτονιές της πόλης. Οι Ιατρίδηδες δεν έμειναν πολύ καιρό στη γειτονιά μας για
να τους γνωρίσω καλά, τους ίδιους και την πραγματική ή φανταστική βρωμιά τους. Δεν
άντεξαν τη φτώχια που τους είχε ζώσει, ενώ τα πλούτη του Βορρά δελέασαν ιδιαίτερα
τους νεότερους. Τα μάζεψαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετανάστευσαν,
γέροι και νέοι, στη Σουηδία. Τι απέγιναν δεν ξέρω, αλλά το μοναδικό διαμερισματάκι
του ημιώροφου έμεινε ακατοίκητο και στοιχειωμένο στο υπόλοιπο της διαμονής μας
στην πολυκατοικία.
Το διαμέρισμα της γιαγιάς και του
παππού μοιραζόταν με άλλα τρία την έκταση του πρώτου ορόφου. Το υπερκάλυπτε το
δικό μας στον περισσότερο προνομιούχο, από άποψη φωτός κυρίως, δεύτερο όροφο, που
τον μοιράζονταν οι δυο γιοί. Ως νέοι πλέον, στην ακμή της ζωής τους, όντας ήδη
οικογενειάρχες, είχαν καταλάβει αδιαμφισβήτητα τα καλύτερα κομμάτια από την
κατανομή της αντιπαροχής. Ασανσέρ δεν διέθετε η πολυκατοικία. Μια σκάλα μιας
στροφής, με σκαλιά καμωμένα από αυτό που η πιάτσα των εργολάβων αποκαλούσε
«μωσαϊκό» (τίποτε περισσότερο από χαλίκια διαφόρων αποχρώσεων σε ένα μίγμα ραφιναρισμένου
τσιμέντου) σε έφερνε από τον ημιώροφο του Ιατρίδη στον πρώτο όροφο της γιαγιάς
και του παππού. Δεν το έβλεπε ήλιος και φως εκείνο το κλιμακοστάσιο. Το
ελάχιστο και αχνό δραπέτευε από το τετράγωνο άνοιγμα της ταράτσας στο μπλε του
ουρανού από πάνω, καταπιεσμένο και κουρασμένο και θολό μέσα από τα τζάμια των παράθυρων
του «μικρού φωταγωγού». Σαν ένα πηγάδι μερικών μέτρων ανάμεσα σε τέσσερις
τοίχους, όπου έβλεπαν οι κοντόστενες βεράντες πίσω από τις κρεβατοκάμαρες των
διαμερισμάτων. Διαρρύθμιση σχεδιασμένη, όπως λογικά θα σκέφτηκε ο αρχιτέκτονας,
με την πρόθεση να διασφαλίζεται απρόσκοπτος ο πολύτιμος μεσημεριανός ύπνος των
εργαζόμενων ενοίκων, ιδιαίτερα τα λαμπερά καλοκαιρινά απογέματα της
Θεσσαλονίκης, όπου ήλιος και ζέστη γινόταν εχθροί. Κι εκείνη η ελάχιστη ένταση
του φωτός που κατάφερνε και διαπερνούσε το άνοιγμα του φωταγωγού προς τους
χαμηλότερους ορόφους τελικά μηδενιζόταν από μονίμως κλειστά παντζούρια· το
σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας της Μάνας και του Πατέρα, ακόμα και ντάλα καλοκαίρι,
με τον ήλιο να χάσκει για λίγα λεπτά πάνω από το άνοιγμα του φωταγωγού, ήταν σφιχτό
και πηχτό σαν αυτό μιας κόλασης. Αλλά όσο ανέβαινε κάποιος στους παραπάνω
ορόφους, προς τα ρετιρέ της πολυκατοικίας, το φως διαχεόταν εντονότερο, μέχρις
ότου στον τελευταίο όροφο, κάτω από την ταράτσα, το τετράγωνο του ουρανού
γινόταν ορατό, μέσα από τα σκοτάδια εκτυφλωτικό. Και στην ταράτσα, τον πόθο και
κρησφύγετο και καταφύγιο των παιδικών μου χρόνων, μόνον φως και ουρανός και η ελευθερία
του βλέμματος να αγναντεύει πάνω από τις ταράτσες των ακόμα λίγων πολυκατοικιών
μέχρι τον Θερμαϊκό και, τις διάφανες ημέρες, μέχρι τις κορυφές του Όλυμπου.
Στον όροφο της γιαγιάς, στην άλλη
μεριά του στενόμακρου διαδρόμου, έμεναν οι Λ…λήδες και δίπλα τους η οικογένεια
της κυρά-Βαγγελίας. Ήταν μια εύσωμη κυρία, η κυρά-Βαγγελία, αρκετών χρόνων μετά
την αναπαραγωγική της ακμή· μια απλή αμόρφωτη νοικοκυρά με χρυσαφένια καρδιά,
που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον μικρό αδερφό μου όταν ήταν ακόμα νήπιο. Τον
φρόντιζε για ένα διάστημα με το ψευδό-αντίτιμο της γκουβερνάντας σε μια
μικροαστική γειτονιά, κάπου ενάμιση χιλιάρικο το μήνα, και αυτό σήμαινε λίγες
ώρες περίπου στη διάρκεια της εργάσιμης βδομάδας όταν και οι δυο γονείς
βρίσκονταν στις δουλειές τους. Η γιαγιά δεν πολύ-ήθελε, ίσως και να μην μπορούσε.
Ήμουν κι εγώ στη μέση, μικρός, με την πρώτη μου ξαδέρφη, ακόμα μικρότερη, που
χρειαζόμαστε επιτήρηση. Τα «Αχ! Αγάπη μου!» και κάτι ζουμερά, χοντροκομμένα
φιλιά στο μάγουλο, ο Γιάννος τα ανταπέδιδε με βρισιές (απίθανα χρωματισμένες
για ένα νήπιο), ζωηρά σπρωξίματα αντίστασης και δυσαρέσκειας, μέχρι και χτυπήματα.
Στο φτωχικό της διαμέρισμα έτρωγα πρωϊνό, την παπάρα με τα μπισκότα
Παπαδοπούλου ή μπαγιάτικο ψωμί με ζάχαρη, καμιά φορά ανακατεμένη με λίγη σκόνη
κακάο για μια πιο ανεκτή γεύση στα παιδικά στόματα, πριν αναχωρήσω για το
σχολείο και αφήσω τον Αδερφό, συνήθως με κλάματα οργής στην αγκαλιά της. Ο
άντρας της, ο λαχειοπώλης, από αυτούς τους αξιολύπητους βιοπαλαιστές που
σεργιανούσαν τη μέρα στα καφενεία και τα βράδια στις ταβέρνες και τα
καφεζαχαροπλαστεία της πόλης, ίσως και ο μεγάλος γιος που παραδούλευε κάπου,
έφερναν το μοναδικό εισόδημα του σπιτικού της κυρά-Βαγγελίας.
Η ζωή τους όμως έμελλε να αλλάξει
σύντομα, όταν κέρδισαν μια σειρά του λαϊκού λαχείου, πολλά λεφτά για κείνη την
εποχή. Σύντομα μετακόμισαν στην Καλαμαριά στην κατ’ εξοχήν μεσοαστική συνοικία
της ανατολικής Θεσσαλονίκης. Την κυρά-Βαγγελία την ξαναείδα μια-δυο φορές, χωρίς
τη φθαρμένη ποδιά της νοικοκυράς, αλλά αξιοπρεπώς ντυμένη, να επισκέπτεται τη
γιαγιά, τη γειτόνισσά της για τόσα χρόνια, τη σχεδόν καθημερινή παρέα της στον
πρωϊνό καφέ στα μπαλκόνια του φωταγωγού ή στα κουζινάκια τους. Άκουγα από την
Μάνα ότι συμπεριφέρονταν σα νεόπλουτοι, όμως τότε δεν είχα εικόνα του τι
ακριβώς σημαίνει νεόπλουτος και αν ήταν κάτι κακό ή καλό. Τέτοια αλλαγή
συμπεριφοράς και τρόπου ζωής μου φαινόταν απόλυτα φυσιολογική για όσους ένα
παιχνίδι της τύχης, μια στιγμιαία ασυνέχεια, ταρακούνησε μιαν μονότονη, μίζερη,
λίγο-πολύ προδιαγραμμένη μοίρα, και βρέθηκαν με λεφτά να ξοδέψουν και να την
αλλάξουν. Με τον καιρό μοιραία απομακρύνθηκαν από τον παλιό κύκλο της φτωχογειτονιάς
που με την ανάπτυξη υποβαθμιζόταν. Χάθηκαν και θα έκλεισαν τον κύκλο της ζωής
τους, η κυρά-Βαγγελία και ο ασήμαντος λαχειοπώλης άντρας της, καλύτερη από εκείνην
τη ζωή που τα πρωϊνά με τον Αδερφό στην κουζινούλα της κυρά-Βαγγελίας και τα
καφεδάκια της με την γιαγιά είχαν σχηματίσει στην παιδική μου μνήμη.
Οι Λ…λήδες της διπλανής πόρτας
της κυρίας-Βαγγελίας πάντοτε μου έδιναν την εντύπωση μιας οικογένειας σε
αρμονία με την καθημερινή ρουτίνα, φιλειρηνικής και ήσυχης, χαμηλών τόνων, που
κοίταζε τη δουλειά της· σε αντιδιαστολή τουλάχιστον με τη δική μου -δεδομένων των
συχνών εκνευρισμών και βροντερών φωνών του Πατέρα, που ξεπερνούσαν πολλές φορές
τα όρια της πολυκατοικίας και της παρόδου. Σπάνια συναντιόμαστε αμίλητοι στις
σκάλες διότι καταγίνονταν με τις καθημερινές δουλειές, όντας, κατά τα λεγόμενα
στη γειτονιά, φιλότιμοι και εργατικοί άνθρωποι: ο άντρας ελαιοχρωματιστής, η
γυναίκα σε περιστασιακές δουλειές φροντίδας ηλικιωμένων. Ο γιος τους, ο Λεωνίδας,
ο «Λεωνιδάκος», με τον συνομήλικο και συμμαθητή Αδερφό μου άρχισαν να μεγαλώνουν
ως παιδιά σε μια περίοδο όπου το παιχνίδι στα δρομάκια και αλάνες της γειτονιάς
είχε αρχίσει, εξαιτίας της ανελέητης οικοδόμησης, των αυτοκινήτων, της
τηλεόρασης, να περιορίζεται· όταν μεγάλες παρακάμψεις από τη διαδρομή ανάμεσα
στο σχολείο και την πολυκατοικία μας ενείχαν κινδύνους και γινόταν μόνο μετά
από άδεια ή την επιτήρηση κάποιου ενήλικα. Ένα μεσημέρι, ο ως τότε στη ζωή μου
σχεδόν ανύπαρκτος Λεωνιδάκος κτύπησε το κουδούνι της πόρτας μας, λίγο μετά από
την ώρα του σχολάσματος του Δημοτικού: για να ανακοινώσει, λαχανιασμένος, με
ένα πρόσωπο κοκκινισμένο από την ανησυχία και μια τρεμάμενη φωνή που πρόδιδε
πανικό, ότι τον Αδερφό τον «πάτησε ένα αυτοκίνητο»· στην Ξενοφώντος, στο δρόμο
που τα δυο παιδιά διέσχιζαν από το Δημοτικό για να γυρίσουν σπίτι. Άθελα του έσπειρε
πανικό με την παιδική, αφελή παράφραση. «Τον πάτησε» για τη μάνα, που άνοιξε
την πόρτα, και για μένα, που άκουγα επιφυλακτικός και περίεργος πίσω της,
σήμαινε ότι ένα αυτοκίνητο πέρασε από το σώμα του αδερφού, τον άφησε ανάπηρο στην
καλύτερη περίπτωση, ή στον τόπο, με ένα τραγικό τρόπο, στην χειρότερη. Το
μαντάτο προκάλεσε αλάφιασμα και υστερία στην Μάνα, σε βαθμό που ποτέ δεν την
είδα να ξεπερνάει από τότε. Ήταν όμως η φυσική, ενστικτώδης αντίδραση μιας Ελληνίδας
μάνας. Από την μεριά μου, ένιωσα το τάραγμα που αυξάνει τους χτύπους της
καρδιάς και την ματώνει. Συγκινήθηκα και βούρκωσα σχεδόν ακαριαία, ίσως να με
πήραν μερικοί λυγμοί. Στο μυαλό μου εμφανίστηκε η εικόνα ενός μικρού, χλωμού νεκρού
αδερφού, ένιωσα έναν πρωτόγνωρο ψυχικό πόνο, παρά την διαφορά ηλικίας, την
αντιζηλία και τις καθημερινές προστριβές δυο αδερφών που καλούνται να
μοιραστούν μιαν όχι πολύ συναρπαστική καθημερινότητα. Σαν τον πόνο που άξαφνα
βαριά χτυπήματα από αυτό που αποκαλούμε μοίρα (κάτι όμως μη προδιαγραμμένο,
αλλά τυχαίο και με δυσανάλογες επιπτώσεις) επιφυλάσσει καμιά φορά, εντελώς
απροσδόκητα σε ανύποπτα ανθρώπινα όντα. Άλλωστε, λένε ότι το αίμα νερό δεν
γίνεται.
Η Μάνα δεν γύρισε να με
αντικρύσει. Με άφησε πίσω σύξυλο, ίσως από έλλειψη ψυχραιμίας, ίσως από κάποια
φευγαλέα σκέψη ότι ο ακόμα παρθένος από τραύματα ψυχικός μου κόσμος πληγωθεί με
ένα δυνητικά τραγικό θέαμα. Έτσι τουλάχιστον τα ανήσυχα μάτια του μικρού
Λεωνίδα σε αντιστοιχία με τη λακωνική, ωμή και απότομη περιγραφή του συμβάντος
υπονοούσαν. Πέταξε την ποδιά της κουζίνας, τη ρόμπα, φόρεσε την πρώτη τυχαία
φούστα από τη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, κατέβηκε άρον-άρον τα σκαλιά με τα
χέρια της να προσπαθούν να τραβήξουν το φερμουάρ και να ισιώσουν τη φούστα. Έτρεξε,
με τον αναπτυγμένο και εύσωμο για τα χρόνια του Λεωνίδα να την οδηγεί ένα-δυο
βήματα μπροστά της, στη γωνιά του ατυχήματος: Ξενοφώντος και Γαμβέτα γωνία. Ο
Γιάννος ήταν καλά. Ξεπερνούσε το σοκ από το χτύπημα του προφυλακτήρα που τον
πέταξε λίγο παραπέρα στο πεζοδρόμιο, καθισμένος, με ξεραμένα δάκρια στα μάτια,
σε ένα από τα τραπεζάκια του γαλακτοζαχαροπλαστείου της γωνίας και ένα ποτήρι
νερό μπροστά του. Δεν υπήρξε συνέχεια. Στο μέλλον θα πρόσεχε όταν διέσχιζε
δρόμους, όσο στενοί, μικροί κι αν είναι, όσο λίγα τα αυτοκίνητα περνάνε. Για μένα το γεγονός ήταν ένα από τα
πρώτα, φευγαλέα συναπαντήματα με το θάνατο και το δρεπάνι του, από την άλλη
μεριά του δρόμου. Και ήταν συνταρακτικό.
Στη άλλη άκρη του σκοτεινού
διαδρόμου, απέναντι από αυτήν την γιαγιάς ήταν η πόρτα ενός ανεπρόκοπου και από
όλες τις ενδείξεις αρχιτεμπέλη: του Φάνη, ενός γκριζο-ξανθωπού άντρα, με ίσιο
μαλλί μέχρι το σβέρκο χωρίς χωρίστρα, σαν φτηνή περούκα. Έμενε με τη χήρα μάνα
του μέχρι που και αυτή πέθανε. Ο Φάνης μου φαινόταν τότε ήδη κάποιας ηλικίας,
αν και η ηλικία κάθε ανθρώπου όπως και το ανάστημα του μεγεθύνεται στα μάτια
ενός παιδιού, σε αναλογία με τη διαφορά στα χρόνια. Την ελαφρότητα της
προσωπικότητάς του, στο περιβάλλον και γίγνεσθαι της φτωχογειτονιάς, που σήμερα
πολλοί θα την έβρισκαν εκνευριστικά παρασιτική και ανυπόφορη, την έκρινα τότε,
άγουρο παιδί ακόμα, από την ελαφρολαϊκή μουσική που άκουγε ή την τηλεόραση που
έπαιζε πίσω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, τον τουρκικό καφέ που έπινε τα
απογέματα στο μπαλκόνι, τις πιτζάμες από την απογευματινή σιέστα που φορούσε
μέχρι να πέσει ο ήλιος, τις σαγιονάρες να ξεπροβάλλουν από το πρεβάζι του
μπαλκονιού, καθώς μας χάζευε να παίζουμε μπάλα κι άλλα παιχνίδια στο δρόμο
αποκάτω. Μια-δυο φορές, όταν ο αδερφός του, νεότερος, συμπαθητικότερος και με
περισσότερο τσαγανό, επισκεπτόταν από την Αθήνα, ο Φάνης κατέβαινε μαζί του και
συμμετείχε στο κλοτσοσκούφι με τα υπόλοιπα παιδιά, στην παραπλήσια αλάνα ή μαζί
μας μπροστά στην πολυκατοικία. Ποιο είναι αντίθετο του «μικρομέγαλος» στο
ελληνικό λεξιλόγιο; Ο θόρυβος, τις βραδινές ώρες που έβλεπε τηλεόραση, τον
ενοχλούσε, και όποτε, παιδιά εμείς χοροπηδούσαμε και τρέχαμε πέρα-δώθε στο
καθιστικό από πάνω, ξέγνοιαστοι και ακούραστοι, ο Φάνης με το στειλιάρι της
σκούπας χτυπούσε με θυμό το ταβάνι. Ενίοτε διαμαρτυρόταν στη γιαγιά, κι εκείνη μετέφερε
τα παράπονα με μια χειρονομία του χεριού που σήμαινε: «ας τον να λέει, μη
δίνετε και πολλή σημασία». Αργόσχολος, εργένης, χωρίς φίλους, χωρίς μεγάλες
προσδοκίες από τη ζωή, ίσως και χωρίς καμιά προσδοκία, κανένα όνειρο, είχε -φαίνεται-
ως μοναδικό σκοπό να περάσει τη μέρα του ήσυχα και «καλά», στην πλέον βασική
και αποστεωμένη σημασία της λέξης «καλά» σαν τον κηφήνα Oblomov του Goncharev. Δεν κατάλαβα ποτέ πως και από
ποια εισοδήματα συντηρούσε τον εαυτό του. Φήμες και ψίθυροι λέγανε ότι ζούσε
από κάποια επιδόματα, αναπηρίας ή τα σχετικά, μπαγαποντιές χωρίς κάποια ιατρική
τεκμηρίωση και από κάτι νοίκια που εισέπραττε από κάποιο πατρικό κληροδότημα. Και
την σύνταξη της μάνας του όσο αυτή ζούσε. «Την είδε καλά τη δουλειά, ο Φάνης…»,
λέγανε. Ήταν η προσωποποίηση της «αραχτής» που χαρακτήριζε την ελληνική
κοινωνία, το αραλίκι σε όλο το μεγαλείο του.
Από τους απόηχους της γειτονιάς
που αφήσαμε μετά χρόνια, μάθαμε ότι τελικά παντρεύτηκε κι άφησε πίσω του τη νυσταγμένη
και θλιμμένη πραγματικότητα της παρόδου, που για αυτόν, όσο κρίναμε από τα
φαινόμενα, γέμιζε σε ικανοποιητικό βαθμό τη ζωή του εκείνα τα χρόνια: όταν η «νεόκτιστη»
πολυκατοικία απέναντι είχε πλέον καταργήσει κάθε υποψία ορίζοντα ορατού από το
μπαλκόνι και οι τελευταίες ηλιαχτίδες τα καλοκαιρινά απογεύματα χάθηκαν. Μαζί
με τη σκιά της μάνας του στο κατώφλι της εξώπορτας να κουτσομπολεύει με τη
γιαγιά, μαζί με τη φιγούρα του στο μπαλκονάκι, με τον καφέ, τις πιτζάμες, τις σαγιονάρες,
και τον Καλατζή και αργότερα τον Λοϊζο να παίζει πίσω από τα ανοιχτά παντζούρια
το «Καλημέρα Ήλιε». Μαζί με το κλοτσοσκούφι στο δρόμο από κάτω με μοναδικό
θεατή τον Φάνη.
Από πάνω μας άρχιζαν το ρετιρέ με
τις μεγάλες βεράντες, μιας από τις λαχτάρες που είχα ως παιδί: τις έβλεπα ως χώρους
για αυτοσχέδια παιχνίδια με μπάλα ή μια μικρή τέντα τις ιδρωμένες νύχτες του
καλοκαιριού. Οι κοινωνικές επαφές της οικογένειας μου με τους ιδιοκτήτες των
ρετιρέ ήταν αραιές. Το ύψος επέβαλλε μικρά φράγματα, ίσως και λίγο φθόνο απέναντι
σε ένα σχετικά περισσότερο προνομιούχο περιβάλλον διαβίωσης, μολονότι η
οικονομική επιφάνεια των οικογενειών που τα κατοικούσαν δεν απείχε πολύ από τη
δική μας. Ήταν οικονομικοί όροι, πιθανότατα επιβεβλημένοι από τον εργολάβο, που
περιόρισε τις επιλογές των δύο αδερφών στα δυο διαμερίσματα του δεύτερου και
αυτό του παππού και της γιαγιάς στον πρώτο.
Στον τρίτο όροφο από πάνω μας ζούσε
μια χήρα, η κυρία-Ευτυχία, περιστασιακή παρέα της Μάνας σε impromptu απογεματινούς καφέδες, που πάντα
λάμβαναν χώρα στη βεράντα του ρετιρέ της τα καλοκαίρια ή στο λιτό σαλονάκι της το
χειμώνα. Η κυρία-Ευτυχία είχε δύο μεγαλύτερα από εμένα αγόρια. Ο ένας, με το ένδοξο,
αριστοκρατικό και αρχαϊζον όνομα Κλέων. Όντας γυμνασιόπαιδο κι εμείς παιδιά του
δημοτικού, κοντοστεκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας για να πει μερικές
κουβέντες, τις περισσότερες φορές σε ύφος αφ’ υψηλού στα πιτσιρίκια που είμαστε
και τον ακούγαμε άφωνοι και με απροθυμία. Έκρυβε, όπως μου φαινόταν, καλές
προθέσεις. Ο λίγο μικρότερος αδερφός του Κλέωνος, ο Νίκος, ήταν συνεσταλμένος και
γενικά άφαντος από την πολυκατοικία. Είχαμε λίγα χρόνια πριν μετακομίσει από τη
γειτονιά, όταν μάθαμε από εφημερίδες και κουτσομπολιά, ότι το Νίκο τον σκότωσαν
στη Συγγρού όπου περιφερόταν ως τραβεστί. Τα κίνητρα ενός ακόμα ανεξιχνίαστου
εγκλήματος παρέμειναν βαθιά θαμμένα, μέχρι που εξαφανίστηκαν στον υπόκοσμο της μαστροπείας
και των ναρκωτικών, του περιθωρίου και άγνωστων στους περισσότερους από εμάς των
πτυχών και παθών που υποθάλπει, ενός περιθωρίου που από νωρίς βούλιαξε τη ζωή
του. Της ευπρεπούς χήρας ο γιός με τον σοβαρό αδερφό -ποιος θα το περίμενε!
No comments:
Post a Comment