Το διαμερισματάκι της γιαγιάς και
του παππού, που είχε την πόρτα του στο άλλο σκοτεινό πέρας του διαδρόμου, ήταν λιτά
επιπλωμένο και φτωχικό. Τους συντηρούσε η ασήμαντη εργατοϋπαλληλική σύνταξη του
παππού. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά τα πράματα στο λυκόφως της ζωής του
συνταξιούχου κλητήρα ενός ήδη παρηκμασμένου καπνεμπορίου και μιας νοικοκυράς,
για λίγο καιρό μοδίστρας, που ξέφυγε, με τις προσδοκίες μιας κάπως καλύτερης
ζωής, από την παράγκες και τα λασπόνερα της προσφυγιάς. Έπιπλα και οικιακός
εξοπλισμός του σπιτικού τους ήταν μετρημένα, παλιά και πολυμεταχειρισμένα, αλλά
σε αξιοπρεπή και λειτουργική κατάσταση ώστε να ασκεί την παραδοσιακή σμυρναίικη
μαγειρική της.
Απέναντι από την εξώπορτα, στον
τοίχο του μικρού χολ, η ρουστίκ βερνικωμένη εταζέρα, με ένα πορσελάνινο σετ
φλυτζανιών και μερικά ασημικά πάνω σε χειροποίητες δαντέλες που η γιαγιά
σκαρφίστηκε στον ελεύθερο χρόνο των γηρατειών της, ένα φτηνό τραπεζάκι με το
τηλέφωνο, ένα χαμηλό ψάθινο σκαμπό, τα πιο πολλά πράματα κατάλοιπα προηγούμενων
γενιών ή μιαν αμελητέα προίκα. Η γιαγιά αγαπούσε το τηλέφωνό της και το
αξιοποίησε στο μέγιστο δυνατό από την πρώτη μέρα που ο γιος της, τομεάρχης ΟΤΕτζής
πλέον, μπορούσε και κινούσε νήματα για εγκαταστάσεις, σε μιαν εποχή που
αιτήσεις για τηλεφωνικό νούμερο έπαιρναν για να απαντηθούν από το δυσκίνητο
ελληνικό δημόσιο, και ακόμα περισσότερο
να υλοποιηθεί σε μια περιπόθητη τηλεφωνική γραμμή η δίψα για τηλεπικοινωνία των
αιτούντων. Και παρά την αγραμματοσύνη της, κατάφερε και συνέταξε ένα ευανάγνωστο
κι εντυπωσιακό σε οργάνωση τηλεφωνικό ευρετήριο.
Η κρεβατοκάμαρα, αριστερά απέναντι
από την εξώπορτα, ίσα-ίσα χωρούσε ένα διπλό ντιβάνι, κι αυτό κολλημένο στον
τοίχο, πλαισιωμένο ασύμμετρα από ένα κομοδίνο, «δρύινο» ασορτί με μια βαριά ντουλάπα
σκανδιναβικής τεχνοτροπίας με γυαλιστερό καπλαμά και κωνικά ποδάρια. Στη πάνω
γωνιά απέναντι από το κρεβάτι ήταν το εικόνισμα της Παναγιάς με το πάντα
αναμμένο καντήλι. Αντικείμενο περιφρόνησης από τους άθρησκους γιούς και διαρκών
επιπλήξεων ως δυνάμει εστία πυρκαγιάς. Ο ίσιος, στενός διάδρομος εκατέρωθεν της
εξώπορτας, που συνέδεε την κουζινούλα με το πρόχειρο, έγινε χώρος του πρώτου
ατυχήματος της ζωής μου, πριν το τραυματικό πέσιμο μου στην πυρά της πλατείας
της Κρύας Βρύσης. Ήμουν τεσσάρων-πέντε χρονών και δεν είχα ακόμα αποκτήσει
πλήρη συνείδηση της ύπαρξής μου, αλλά το συμβάν έμεινε έκτοτε απομεινάρι στο
υποσυνείδητό. Ως νήπιο, στο σπίτι της γιαγιάς με ενδιέφερε ως νήπιο κάθε μικροδουλειά
που την έβλεπα αποκλειστικότητα των μεγάλων γύρω μου, και αυτές οι δουλειές με
συνάρπαζαν αρκετά ώστε από την αυτοσυγκέντρωση να βγάζω τη γλώσσα έξω. Ήταν ένα
πρωινό και η γιαγιά, που απόντων των γονιών στις δουλειές τους είχε αναλάβει
την φροντίδα μου, που μαγείρευε στην κουζίνα. Με ένα βρεγμένο πανί απολάμβανα,
έξω από το οπτικό της πεδίο, το ξεσκόνισμα επίπλων και τοίχων. όταν ανάμεσα στις
επιφάνειες η τάση της μοναδικής πρίζας του διαδρόμου με τίναξε μερικά μέτρα
παραπέρα. Το επεισόδιο προκάλεσε σοκ σε μένα και την γιαγιά, και το ακολούθησε
η δέουσα αναταραχή στην οικογένεια. Ο θείος Μάριος, που στην αναμπουμπούλα
κατέβηκε για να καθησυχάσει τη γιαγιά και να μας απαλύνει από το σοκ, έκτοτε το
ανάφερε σε οικογενειακές συνάξεων στις αναδρομές του σε ιστορίες του
παρελθόντος.
Στην κουζινούλα, ο φούρνος με τα
μάτια και το ψυγείο ήταν από αυτά των πρώτων μεταπολεμικών γενιών ηλεκτρικών
συσκευών, αλλά επέζησαν και τον παππού και τη γιαγιά. Ένα μικρό τραπέζι ήταν
κολλημένο στον τοίχο απέναντι από τον πάγκο, κάτω από κάτι ντουλάπια με μπλε
γυαλιστερή φορμάικα. Είχε καρέκλες για τρείς, δεν χρειάζονταν περισσότερες. Πάνω
από το μουσαμαδένιο τραπεζομάντηλο για τις
ώρες του φαγητού, η γιαγιά έριχνε μια χειροποίητη δαντέλλα τις άλλες ώρες της
ημέρας: του καφέ, του κουτσομπολιού με τις γειτόνισσες, του κεντήματος και του
ραψίματος, της ανάγνωσης των τίτλων κάποιας μπαγιάτικης εφημερίδας. Έφαγα
δεκάδες φορές σε εκείνο το τραπέζι, από μικρό παιδί μέχρι τελειόφοιτος φοιτητής,
καθισμένος από την μεριά της μπαλκονόπορτας, στην άκρη του μπαλκονιού που
συνόρευε με το ασήμαντα μικρό της κυρά-Βαγγελίας. Κεφτεδάκια, τηγανητά και
σμυρναίικα, κολοκυθάκια τηγανητά με σκορδαλιά, λαχανιές και άλλα μαγειρευτά της
κατσαρόλας, φακές και φασολάδες, ραβανί, απίθανα φοινίκια και κουραμπιέδες τις
μέρες των γιορτών. Όλα αγαπημένα εδέσματα, συχνά αποκλειστικά προετοιμασμένα
για χάριν του αγαπημένου της εγγονού. Την μαγειρική της τέχνη και τεχνική τις
μετάδωσε προφορικά στις νύφες της, και, μέσω της Μάνας, εν μέρει και σε μένα. Οι
μαγειρικές της ικανότητες εξασθένησαν με τα χρόνια και τα γηρατειά, κι εκείνος
ο πλούτος της μικρασιάτικης κουζίνας συρρικνώθηκε στα λίγα βασικά. Η λαχτάρα
και χαρά να με φιλεύει έμεινε μέσα σε αραιότερα με τον χρόνο μεσημεριάτικα προσκαλέσματα,
μέχρι που η ξενιτιά με πήρε μακριά της.
H άλλη μεριά του
διαδρόμου οδηγούσε στο «πρόχειρο», το καθημερινό τους δωμάτιο. Ένας παλιός,
φθαρμένος καναπές «έβλεπε» την μπαλκονόπορτα, το μπροστινό μπαλκονάκι και απέναντι
και αφ’ υψηλού το μονώροφο των Κ…ηδων με την περικλεισμένη από έναν τοίχο αυλή
με μιαν αρχαία ξύλινη πόρτα. Υπήρχε κι ένας δεύτερος καναπές, πιο πολύ ντιβάνι
παρά καναπές, με δαντελωτά μαξιλάρια, κολλημένος κι αυτός στον τοίχο, απέναντι από
το τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες- vintage στυλ από μαόνι, στην άλλη άκρη: τα
ακριβότερο σετ επίπλων του σπιτικού που μόλις μετά βίας αναβάθμιζε το καθιστικό
σε «σαλοτραπεζαρία». Ποτέ δεν τρώγαμε σε κείνο, ποτέ δεν είχαμε οικογενειακές
μαζώξεις. Το μικρό τραπεζάκι του καφέ με δυο πολυθρόνες στη μέση, χαμηλών
προδιαγραφών, ήταν σχεδόν μόνιμα τοποθετημένο δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Εκεί
καθόταν, με θέα την αυλή των Κ…ηδων απέναντι, οι μοναχικοί επισκέπτες της
γιαγιάς για καφέ και λόγια.
H ορθόδοξη
χριστιανική πίστη παρέμεινε ακλόνητη σε όλη τη διάρκεια της ζωής της γιαγιάς, χωρίς
η ίδια να καταλαβαίνει πολλά από το περιεχόμενο των ατέρμονων λειτουργίες της
εκκλησίας, που τις παρακολουθούσε ζωντανές ή, όταν τα πόδια της έπαψαν να την
βαστάν, από την τηλεόραση. Μέχρι που η
γεροντική άνοια, μαζί με τον εαυτό της και τους ανθρώπους γύρω της έσβησε, μαζί
με το καντήλι της κρεβατοκάμαρας, τις εικόνες του θεού και της παναγίας που
πίστευε, αν και μηχανικά και ασυνείδητα σε διάφορα ερεθίσματα, οπτικά και
ακουστικά, σταυροκοπιόταν. Όσο μπορούσε, όσο ήμουν ακόμα παιδί, η κυριακάτικη
επίσκεψη στην εκκλησία και οι θείες κοινωνίες ήταν στοιχεία μιας ευλαβικής
ρουτίνας, αλλά και σε μεγάλο βαθμό της κοινωνικής ζωής και ψυχαγωγίας. Η
Κυριακή ήταν το επίκεντρο μιας, για αρκετό καιρό μετά την μεταπολίτευση,
εξαήμερης βδομάδας: για εργαζόμενους, συνταξιούχους, νοικοκυρές, μαθητές, όλους
τους Σαλονικιούς και τον εργαζόμενο λαό
της Ελλάδας. Η γιαγιά ντυνόταν στα καλά της, σέ ένα σκουρόγκριζο, σχεδόν μαύρο ταγεράκι
με την καρφίτσα στο πέτο, ίσως η μοναδική ημιεπίσημη φορεσιά στη γκαρνταρόμπα
της, και κάθε ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό (γιατί μόνον ηλιόλουστα θυμάμαι τα
κυριακάτικά πρωϊνά των παιδικών μου χρόνων) έπαιρνε το δρόμο από την πάροδο,
περνούσε μπροστά από την κλειστή πόρτα της αμαρτωλής ταβέρνας της
Τσαπατσάραινας, διάβαινε το γεφυράκι της Δεληγιώργη, έβγαινε στη Φλέμινγκ, την
κατηφόριζε μέχρι να στρίψει αριστερά στη Δελφών προς την εκκλησία της «Μεταμορφώσεως
του Σωτήρος», την εκκλησία της ενορίας μας. Καμιά φορά, σε θρησκευτικές γιορτές
ή για τη μετάληψή μου έσερνε την Μάνα και εμένα μαζί της.
Στην ίδια ενορία ήταν
διασπαρμένοι πολλοί συγγενής από το σόι της γιαγιάς, το σόι των Κ: ο αδερφός
της ο Στέλιος, το ανίψι της η Ελένη, και άλλοι, και συχνά σταματούσε στα
σπιτικά τους για καφέ μετά το τέλος της λειτουργίας. Πιο σπάνια έπαιρνε το
αστικό για την μακρινή διαδρομή στις εργατικές πολυκατοικίες του Φοίνικα. Για
να δει την αδερφή της τη Χρύσα και την εργάτρια, γεροντοκόρη της Δέσποινα. Ή,
για την Τούμπα σε κάποια από τις φίλες των νιάτων της, όπως η θρυλική Χαρίκλεια
κι η όμορφη κόρη της Μαίρη. Η Μαίρη... Το αμόρε των νιάτων του Πατέρα που
παραλίγο να γινόταν σύζυγος, αν η σκληρή Χαρίκλεια δεν είχε αναγνωρίσει το
δύσκολο χαρακτήρα του και δεν είχε θέσει βέτο σε κάθε απόπειρα να σμίξουν. Ή, τα
απογέματα της κυριακάτικης ραστώνης θα υποδεχόταν στο καθιστικό της την καλή
γυναίκα και εξίσου θρήσκα, την Φούλα, με το χρυσό δόντι στο χαμόγελό της που
μου είχε κάνει εντύπωση, και που στις επισκέψεις της στη γιαγιά πάντα μου
έφερνε μια σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου. Το μικρό δωράκι, που ποτέ δεν ξεχνούσε, έγινε
κατοστάρικο όταν έγινα έφηβος. Απλή η ζωή τη γιαγιάς, και μικρές χαρές που οι
συναναστροφές της πρόσφεραν, αρκετές όμως για να γεμίζουν εκείνη τη ζωή, που
δεν θα μπορούσε, στον κόσμο που γεννήθηκε, μεγάλωσε και γέρασε, να την
φανταστεί καλύτερη.
Ήταν όμως μια από κείνες τις χειμωνιάτικες
Κυριακές, που ξεκινούσαν με την λειτουργία το διάφανο πρωϊνό τους και κατέληγαν
σε ένα πρώιμο μουντό σούρουπο, όταν στο δρόμο για το σπίτι από κάποια επίσκεψη,
στο κράσπεδο του γεφυριού της Δεληγιώργη, η γιαγιά γλίστρησε κι έσπασε το δεξί της
πόδι -στο ύψος του μηρού. Χρειάστηκε μεταλλική λάμα προσθετική για ξανασταθεί
στα πόδια της και περπατήσει, κι αυτό το δύσκολο πλέον περπάτημα θα γινόταν κουτσά-στραβά
με μπαστούνι. Κανείς δεν ξέρει από που και πότε κακή (ή καλή) τύχη θα τον πάρει
και σηκώσει. Έκτοτε και για το υπόλοιπο της ζωής της κούτσαινε, με τα χρόνια
ολοένα και πιο σκυφτή και γερμένη προς το κοντύτερο δεξιό ποδάρι. Η θέληση κι η
επιμονή, η έμφυτη αισιοδοξία και στωικότητά που πάντα την διέκριναν, σμιλεμένες
από την καταστροφή των παιδικών της χρόνο, η εξωστρέφεια και η λαχτάρα για
ανθρώπινη επικοινωνία και κοινωνικότητα που η μικρασιατική καταγωγή της
κληροδότησε κράτησαν το ζαρωμένο κορμί πάνω στο ενάμιση ποδάρι μέχρι τους
τελευταίους μήνες της ζωής της. Δυστυχώς, πέρα από την επιμονή και λιγοστή
θέληση ενώπιον των δυσκολιών μπροστά μου, κάποια κιμπαροσύνη, όλα τα υπόλοιπα όμορφα
στοιχεία του χαρακτήρα της γιαγιάς δεν πέρασαν στον δικό μου.
Ο παππούς άφησε το διαμερισματάκι
και την Ευδοξία του κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Υπέφερε από κάποια
ακατανόητη για τον παιδικό μου νου, τότε ακόμα και για γιατρούς-επιστήμονες,
νευρασθένεια, ίσως και ψυχασθένεια. Η ξαδέρφη το απέδωσε στην κατάθλιψη από τα
χημικά στις καραμέλες που πουλούσε (και πολλές κατανάλωνε) ως πλανόδιος στη
διάρκεια της κατοχής, αλλά τέτοιες θεωρίες ίσως θα μπορούσαν να αποκλειστούν ως
επιστημονικά αβάσιμες κι επιπόλαιες. Είχε, όπως και πολλοί της γενιάς του,
δύσκολη ζωή σε δύσκολες καμπές της ιστορίες. Στις κρίσεις της αρρώστιας του ταραζόταν
ολάκερη η ψυχή και κατ’ επέκταση το κορμί του. Έκρυβαν προσεκτικά οι γονείς τέτοιες
κρίσεις από την παιδική μας ματιά και περιέργεια. Από τα λίγα που είδα και περισσότερα
που άκουγα, ένα τρέμουλο κυρίευε χέρια, πόδια και κεφάλι και πολλές φορές εκδηλωνόταν
με άσκηση αδικαιολόγητης βίας με αντικείμενο κυρίως την καημένη την Ευδοξία. Της
φώναζε, την έσπρωχνε, μερικές φορές την χαστούκισε. Μετά από μια από κείνες τις
κρίσεις οι γιοι τον μετέφεραν σ’ ένα ψυχιατρείο της πόλης στο δρόμο προς τους Νέους
Επιβάτες. Ο Πατέρας με έπαιρνε μαζί του σε μερικά από τα κυριακάτικα επισκεπτήρια
για να παραδώσει ένα σακουλάκι με σπιτικό φαγητό, λίγα φρούτα και μερικά άλλα
εδέσματα που ετοίμαζε η Ευδοξία, καμιά αλλαξιά. Στην αρχή, είχαν και τσιγάρα εκείνα
τα σακουλάκια. Θυμάμαι τον γέροντα με τ’ άσπρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω σε
ένα μεγάλο κούτελο που θα πρόδιδε διανοούμενο και το ασπροκόκκινο ανέκφραστο πρόσωπο,
να στέκεται στο προαύλιο στην κόκκινη μεταξωτή πιτζάμα του. Τον Πατέρα από
πίσω, με το χέρι στον ώμο μου να με ωθεί να τον χαιρετίσω. Από την ντροπή τις
πιο πολλές φορές δεν έλεγα τίποτε. Απλά χαμογελούσα, όταν ο παππούς με
τσιμπούσε τρυφερά το μάγουλο με το δείκτη και τον αντίχειρά του, κι έλεγε:
«Βρε, το Λ...δάκι! Πως μεγάλωσε;»
Τον έβγαλαν από την κλινική
παραμονές του Μουντιάλ του 1974. Η θεραπεία με τα ψυχοφάρμακα είχε, υποτίθεται,
φέρει κάποια απτά αποτελέσματα, κατευνασμό των νευρικών κρίσεων. Στην τελευταία
εικόνα του παππού τον είδα να κάθεται ήσυχος, με το μπλε κιμονό πάνω από τις
κόκκινες πιτζάμες, ανέκφραστος, αμίλητος, αποσβολωμένος στη μοναχική πολυθρόνα,
δίπλα στον καναπέ του «πρόχειρου» μας, απέναντι στη μαυρόασπρη τηλεόραση που
έδειχνε ένα ματς εκείνου του Μουντιάλ της Δυτικής Γερμανίας. Ήταν
ποδοσφαιρόφιλος ο παππούς, από νωρίς παράγοντας αθλητικών σωματείων, όπως η
ΜΕΝΤ, περισσότερο για την κοινωνική διέξοδο που τέτοια ενασχόληση πρόσφερε. Ένα
μέρος της αγάπης του για το ποδόσφαιρο τη μετέδωσε στον Πατέρα και κατ’
επέκταση σε μένα, όπως συμβαίνει συχνά με τρόπους ζωής και νοοτροπίες εντός οικογενειών
και από την μια γενιά στην άλλη. Ένα ενδιαφέρον και μια αγάπη για την μπάλα που
μεγάλωσε, και σε διάφορες φάσεις της ζωής έγινε πάθος. Το ίδιο βράδυ, μετά το
τέλος του ματς, ο παππούς κατέβηκε στο διαμερισματάκι κι επιτέθηκε στη γιαγιά,
για ασήμαντη ή καθόλου αφορμή. Ακούστηκαν φωνές και κλάματα από τη σκάλα. Ο
Πατέρας, ο θείος, οι νύφες που πρόστρεξαν τη βρήκαν καθισμένη στο σκαμπό δίπλα
στο τηλέφωνο του χολ, με το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσα στα δύο της χέρια, να
κλαίει. Την είχε χαστουκίσει, ανεξήγητα, σε μιαν απρόβλεπτη επιδείνωση και
κρίση της ψυχικής του αρρώστιας. Η γιαγιά έμεινε σε μας να κοιμηθεί, ο θείος
κάτω με τον παππού. Την άλλη μέρα τον μετέφεραν πίσω στην κλινική των Νέων
Επιβατών. Χώρισαν οριστικά για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Μετά από μήνες, ένα Κυριακάτικο φωτεινό
χειμωνιάτικο μεσημέρι, το τηλέφωνο, δίπλα στην τηλεόραση, στο ίδιο καθιστικό
που βλέπαμε ποδόσφαιρο, κτύπησε. Ήμουν μόνος στο διαμέρισμα· οι γονείς κι ο Αδερφός
βρίσκονταν δίπλα, στου θείου, σ’ ένα από τα τραπεζώματα που οργάνωνε η νουνά
Κυριακές, για να φιλέψει κόσμο με την αξιοσημείωτη και αξιέπαινη δεξιοτεχνία
της στη μαγειρική. Το σήκωσα ανέμελος:
«Λ...»
«Είναι ο πατέρας σου εκεί;»
«Όχι, είναι δίπλα στου θείου μου.»
«Είμαι μια νοσοκόμα και σε παίρνω από την κλινική. Να πεις στο μπαμπά ότι ο παππούς πέθανε. Έτσι, αγόρι μου;»
«Ναι.»
«Άντε, γεια σου τώρα.»
«Χαίρετε.»
Η λέξη «πέθανε» πρώτη φορά
αρθρωνόταν στο αυτί μου για μέλος της οικογένειας από γνωστό ή άγνωστο. Το
άκουσμά της με τάραξε, οι χτύποι της καρδιάς μου γίναν γρήγοροι και δυνατοί,
σχεδόν λαχάνιασα. Έτρεξα τον μικρό διάδρομο στο διαμέρισμα απέναντι. Με άνοιξε
η μικρή ξαδέρφη, με τον αδερφό μου πίσω της. Το φαγοπότι είχε τελειώσει και
όλοι κάθονταν γύρω-γύρω στο μεγάλο σαλόνι, που σχημάτιζε ένα γάμα με την
τραπεζαρία, οι γυναίκες έπιναν καφέ, λέγαν τα δικά τους, ο Πατέρας κάπνιζε και
συζητούσε με τον αδερφό του λίγο πριν την απογεματινή σιέστα. Στάθηκα στο
κατώφλι της ανοιχτής τζαμόπορτας του σαλονιού και με σπασμένη από τη συγκίνηση
φωνή είπα: «Πήρε μια κυρία τηλέφωνο από την κλινική. Ο παππούς πέθανε...»
Δεν υπήρξε έκπληξη, μόνο σιωπή
που κράτησα κάτι δευτερόλεπτα. Μετά θυμάμαι μια κινητικότητα, μερικά
μουρμουρητά, χωρίς πανικό και υστερίες, τον θείο στο τηλέφωνο, τον Πατέρα και τις
γυναίκες στο χολ γύρω του αμίλητοι να αφουγκράζονται, τον Αδερφό και την
ξαδέρφη να τους έχουν κλείσει διακριτικά στο παιδικό δωμάτιο με μερικά
παιχνίδια, όσο πιο μακριά γινόταν από το γεγονός. Επέστρεψα στο διαμέρισμα μας και
το δωμάτιο μου, κάθισα στο δρύινο γραφειάκι, και βυθίστηκα σε αναμνήσεις και
συλλογισμούς. Οι μνήμες του παππού στη μέχρι τότε νεαρή ζωή μου ήταν μετρημένες
στα δάχτυλα: τα λουκούμια και κουβερτούρες και τις σοκολάτες υγείας που έφερνε
τα πρώτα χρόνια, πιο πολύ για μένα -το μονάκριβο εγγόνι της γιαγιάς, το ένα και
μοναδικό ματς που παρακολουθήσαμε με τον παππού και τον Πατέρα, καθισμένος
ανάμεσα τους στις κερκίδες του Καυταντζόγλειου κάτω από το φως των προβολέων, τις
επισκέψεις με το πρώτο FIAT του Πατέρα στο ψυχιατρείο, επισκέψεις που προσπαθούσα να
αποφύγω. Και την τελευταία φορά, τον παππού γερασμένο και αμίλητο, μπροστά από
την τηλεόραση, το βράδυ του επεισοδίου με τη γιαγιά που ακολούθησε και ήταν η
αρχή της τελικής ευθείας μέχρι την κατάληξη μιας άσημης, όσο και δύσκολης ζωής:
από τη φυγή από το Μελένικο στη μονοκατοικία της γειτονιάς, άκληρος με την
οικογένεια του στην Τούμπα, την αποκατάσταση και επιστροφή στο σπιτικό, την
αντιπαροχή και εγκατάσταση στο διαμερισματάκι της Παρόδου, στην ψυχιατρική κλινική,
το μουντό και τετριμμένο τέλος. Κατάφερε λίγα για τα παιδιά και τα εγγόνια του,
δυο διαμερίσματα από την αντιπαροχή, μια μικρή σύνταξη για τη γιαγιά, και μια
χούφτα λίρες χρυσές της Ελισάβετ που έμειναν να μου τον θυμίζουν. Έκανε, όμως,
ό,τι μπορούσε ο παππούς με περιορισμένες δυνατότητες, λιγοστές δυνάμεις και τις
ακόμα λιγότερες ευκαιρίες που του έδωσε η ζωή απέναντι στις αντιξοότητες που
του πέταξε στο δρόμο. Ίσως, να μην μπορούσε να γίνει καλύτερα. Το «ο παππούς
πέθανε» της νοσοκόμας αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, ανακατωμένο με εκείνες τις
λίγες, ξεθωριασμένες αναμνήσεις που στριφογύριζαν στο νου, και η ψυχή βάραινε
από την απώλεια αυτού που τις δημιούργησε. Έκλαψα γοερά, για πρώτη και
τελευταία φορά, μόνος στο δωμάτιο, για τον παππού που έφυγε. Ήταν ο πρώτος από
τα κοντινά, οικογενειακά μου πρόσωπα που πέθανε.
Η γιαγιά επιβίωσε πολλά χρόνια μετά
το θάνατο του παππού χάρη στη στωικότητα και δύναμη, έμφυτη ή και εκείνη που η
μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά και έπειτα η σκληρή ζωή της κατοχής είχαν
ενσταλάξει σε πολλούς ανθρώπους της σειράς και της καταγωγής της. Θα παρέμενα, εφ’
όρου ζωής, ο εκλεκτός, ο αγαπημένος της εγγονός, ο «πρωτότοκος» της τελευταίας
γενιάς της οικογένειας. Συχνός επισκέπτης τα μεσημέρια για φαγητό στη κουζινούλα,
ως μαθητής, καθόμασταν στο τραπέζι κάτω από την μπλε εταζέρα με τα πιατικά και
κουβεντιάζαμε -ό,τι καθημερινό θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν δυο άνθρωποι που
τους χώριζαν 60 χρόνια ζωής και τους ένωνε το ίδιο αίμα. Στο αποχαιρετιστήριο
γλέντι με τους συμμαθητές του Λυκείου το 1981 σε μια ταβέρνα της Δελφών, δυο-τρεις
κακοήθεις bullies της τάξης με μέθυσαν ύπουλα ρίχνοντας στάχτη στη ρετσίνα μου.
Πριν το τέλος της συνεστίασης είχα καταστεί σχεδόν παράλυτος. Παρά τη βαριά και
πρωτόγνωρη μέθη, την σχεδόν πλήρη τύφλα, κατάφερα και οδήγησα ενστικτωδώς τον Ζώη
και τον Δημητρόπουλο, τα δυο μοναδικά παιδιά από την τάξη που είχα τότε κάποια χαλαρή
φιλική σχέση, στην παλιά μας πολυκατοικία. Με κουβάλησαν σερνάμενο από τους
ώμους τα λίγα βήματα μέχρι την παλιά μου γειτονιά. Η ώρα ήταν μεταμεσονύκτια και
ξυπνήσαμε την γιαγιά αναπάντεχα. Κι εκεί, αφού με ξάπλωσαν στο μονό πλέον ντιβάνι
της κρεβατοκάμαρας με το εικόνισμα της Παναγίας να σβουρίζει από πάνω μου, με
παρέδωσαν στην φροντίδα της. Δεν πανικοβλήθηκε, ούτε καν πτοήθηκε. Σα να είχε
αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις τέτοιας ακραίας, σχεδόν θανάσιμης μέθης στο
παρελθόν. «Αχ, Μάνα, Μάνα! Γιατί δεν σε άκουσα…» ψέλλιζα στην παραζάλη ενός μεθυσμένου
έφηβου. Αφού κάλεσε τη Μάνα από τη Χαριλάου, μου έδωσε να καταπιώ μια κουταλιά
τούρκικου καφέ με μπόλικο νερό, αντίδοτο στην επίδραση του αλκοόλ, κάτι που η
Μάνα, όταν έφτασε, επιδοκίμασε ως σωστή και ενδεδειγμένη ενέργεια. Πως το ήξερε
μια γυναικούλα που ούτε η ίδια, ούτε ο άντρας της, δεν είχαν πιει ποτέ παραπάνω
από μια γουλιά λικέρ;
Όταν αργότερα η φοιτητική ζωή η
καλοπέραση με φίλους και συναναστροφές απορροφούσαν τον πιο πολύ καιρό μου, ένα
μικρό κομμάτι του χρόνου και της ελευθερίας μου το θυσίαζα πάντα για τη γιαγιά.
Μου τηλεφωνούσε μια-δυο φορές το μήνα για να με καλέσει για μεσημεριανό, όσο κι
αν αυτο με τα χρόνια που περνούσαν γινόταν πιο πρόχειρο και απλό. Οι δυνάμεις του
σώματος και του μυαλού της στέρευαν. Κι όταν o Πατέρας μου αγόρασε το Yugo, την οδηγούσα μετά το μεσημεριανό
γεύμα, για ν’ αγοράσει τα φάρμακά της από ένα φαρμακείο πίσω από τον Ευκλείδη.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πηγαίναμε ως εκεί για μερικά φάρμακα, αλλά περισσότερο
ανεξήγητο ήταν το γεγονός ότι η γιαγιά αρνιόταν συστηματικά να την περίμενα να
την φέρω πίσω και επέμενε, κούτσα-κούτσα και το μπαστούνι να περπατήσει την
απόσταση μόνη της. Μια επιμονή, μια μεγάλη θέληση, θέληση για ζωή, έγιναν
παράδειγμα.
Την αποχαιρέτησα συγκινημένος,
μετά από ένα τέτοιο μεσημεριανό τραπέζι, το τελευταίο, το 1986 για να πάρω το
δρόμο για την Αμερική. «Ποιος θα πηγαίνει
τώρα να παίρνω τα φάρμακα, Λ…:» μου είπε αστειευόμενη πιο πολύ. Τα πρώτα
συμπτώματα της άνοιας είχαν αρχίσει να γίνονται εμφανή στο νονό και τη νουνά
που ακόμα έμεναν από πάνω, αλλά και σε μένα κι άλλους παρευρισκόμενους στο πασχαλιάτικο
γεύμα στη Μαγνησία τον ίδιο χρόνο. Η απώλεια μνήμης, ξεχασμένα ή μπερδεμένα πρόσωπα
και πράγματα, θα ήταν γι’ αρκετό καιρό ακόμα αντικείμενο οικογενειακών καλαμπουριών.
Θα την ξαναδώ για τελευταία φορά λίγο πριν απολυθώ το 1992, καλεσμένη με την
οικογένεια του θείου στο σπίτι μας στη Χαριλάου. Η άνοια της είχε εξελιχθεί, το
μυαλό είχε πάψει να σκέφτεται, περιορίστηκε στις λίγες διαταγές στην καρδιά και
το σώμα. Με είχε ξεχάσει: «Ποιο είναι αυτό το παλικάρι;» Το βλέμμα της από τα
μισοκλεισμένα μάτια από στον λαμπερό απογευματινό ήλιο, στην οικογενειακή
φωτογραφία στο μπαλκόνι του σπιτιού έβλεπε την κάμερα σχεδόν ανέκφραστο, παρόλο
που είχε διατηρήσει την καρτερικότητα και αποφασιστικότητα των καιρών που
πέρασαν, και μολονότι μέσα από ένα κενό έκφρασης, την διαπεραστικότητα των
νιάτων της. Ανάμεσα στα εγγόνια της δεν ήξερα ποιον από μας θυμόταν και με τι
όνομα. Δεν έλεγε πολλά και το χαμόγελο και χωρατά του θείου δεν τη διασκέδαζαν.
Ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα,
είτε ζωντανή, είτε πεθαμένη, κι όμως δεν συγκινήθηκα όσο στον αποχωρισμό μας το
1986 πριν πάρω το δρόμο για την Αμερική. Είτε γιατί τα χρόνια στην ξενιτιά και
ο στρατός με είχαν σκληρύνει, είτε γιατί ήξερα ότι ένα μεγάλο κομμάτι του
εαυτού της είχε πλέον χαθεί, μαζί με τον καιρό που περάσαμε μαζί. Τα νέα του
θανάτου της τα έμαθε σ’ ένα διαμερισματάκι του Rochester. «Η γιαγιά έσβησε σαν κεράκι»,
μου είπε ο Πατέρας από το τηλέφωνο. O θείος και νονός μου, ο δεύτερος της γιος
είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν. Όταν την είχαν φέρει στο δωμάτιο που κειτόταν
νεκρός, η γιαγιά ρώτησε: «Ποιος είναι αυτός ο κύριος που κοιμάται εκεί;» Το
παρελθόν της είχε σβήσει, ο εαυτός και το είναι της, είχαν πεθάνει από καιρό.
No comments:
Post a Comment