Αντίκρυ από την πολυκατοικία κάτω από το μπαλκόνι της γιαγιάς, βρισκόταν το παλιό και κουρασμένο από το χρόνια το μονώροφο των Καζ_ηδων· του γέρου Καζ_έρη, της γυναίκας του, της κυρά-Μαρίκας, της κόρης τους Κατίνας, μιας γεροντοκόρης νοσοκόμας, και του γιου τους, του φοβερού και τρομερού Γιάννη. Στο μπροστινό του μέρος, στο γάμμα που σχηματιζόταν από το κύριο κτίσμα και την προέκταση του σε μια ανοικτή στον ουρανό και τα στοιχεία βεράντα, ανοιγόταν μια περιτειχισμένη αυλή, σαν χαγιάτι χωρίς σκεπή, σαν εκείνες τις αυλές που είδα σε τουρκικά σπίτια ξεχασμένων εποχών. Το ψηλό τοιχίο με κεραμίδια της πρόσοψης έκρυβε την αυλή από τους λίγους περαστικούς που έστριβαν αποπροσανατολισμένοι στο δρομάκι μας, όπως έκρυβε και τα αθώα, αυτοσχέδια παιχνίδια των πρώτων παιδικών μας χρόνων που διαδραματιζόταν σε αυτήν: το «δίτερμα» ή «τρίτερμα» με την μπάλα, τα «μαγειρεία» και «εστιατόρια» που «δουλεύαμε» με κούτσουρα για τραπέζια, τις πέτρες και τα ζιζάνια της αυλής για φαγητό, και ό,τι άλλο σκαρφιζόταν το ανήσυχο παιδικό μυαλό στο βωμό λιγοστών στιγμών χαράς. Η αυλή ήταν μια στρώση τσιμέντου, πάντα με επιμέλεια σκουπισμένου από τις δύο γυναίκες του σπιτικού. Πίσω και από τη μια μεριά της ξύλινης και γερασμένης, σχεδόν ετοιμόρροπης αυλόπορτας, που την θυμάμαι πάντα κλειδαμπαρωμένη από μέσα, παρόλο που μια αδύνατη σπρωξιά θα την έριχνε χάμω, βρισκόταν το τετράγωνο στόμιο ενός πηγαδιού ασφαλισμένου με λαμαρίνα. Ποτέ δεν μας επιτράπηκε να τη σηκώσουμε για να δούμε τι κρυβόταν κάτω από την λαμαρίνα, αλλά υπακούγαμε παρόλο που μας έτρωγε η περιέργεια. Ήταν μιαν επικίνδυνα βαθιά τρύπα ενός άχρηστου και βρωμερού πλέον πηγαδιού, μας είπαν. Από μια μεριά της αυλής, ξεκινούσε ένα μικρό παρτέρι με γλάστρες, περιφραγμένο από ένα αδύναμο, ξεχαρβαλωμένο συρματόπλεγμα, κατά μήκος ενός χαμηλού τοίχου. Αυτός χώριζε την αυλή από τον στενό διάδρομο που οδηγούσε στο γειτονικό σπίτι από την πίσω μεριού του σπιτικού των Καζ…ηδων, στην όχθη του ρέματος. Το σκεπαστό πηγάδι, το παρτέρι, κάτι καδρόνια και λαμαρίνες ακουμπισμένα στο τοιχίο της πρόσοψης, κούτσουρα για το μαγκάλι του πλυσταριού, οι μπουγάδες της κυρά-Μαρίκας και της Κατίνας, περιόριζαν το χώρο για μεγαλεπήβολα σχέδια παιχνιδιών. Αλλά ήταν αρκετός για τα λίγα που σκαρφιζόμασταν και υλοποιούσαμε στην πράξη και, συνάμα, ασφαλές καταφύγιο για τις ευάλωτες ψυχές κορμιά της τότε ακόμα άγουρης παιδικής ηλικίας.
Από το μπροστινό μπαλκόνι του
διαμερίσματος μας είχα πανοραμική θεά της αυλής και της βεράντας απέναντι. Την
παλιά πόρτα της αυλής των Καζ_ηδων, όμως, τη διάβηκα αρκετές φορές, πάντα με την
εκ των προτέρων συγκατάνευση της κυρά-Μαρίκας, για να παίξω στα ενδότερα του
σπιτικού με τον Κωστάκη τον Γρ_άδη, το εγγόνι της, τον κάλλιστο στο πάνθεο
φίλων και συμμαθητών των παιδικών μου χρόνων. Έμαθα πολλά από τον Κωστάκη και περάσαμε
χαρούμενες στιγμές παίζοντας και μεγαλώνοντας μαζί, και οι αναμνήσεις από
εκείνο τον καιρό στην παρέα του θα με συνοδεύουν στο υπόλοιπο της ζωής μου, με
νοσταλγία ανάλογη με το χρονικό χάσμα από εκείνη την μακρινή φάση της ζωής. Η
φιγούρα του Κωστάκη ήταν αυτή του απλού, κοινού, λαϊκού γειτονόπουλου.
Συνομήλικος, με το ίδιο μέτριο, έως κοντό ανάστημα με μένα, μάλλον περισσότερο αθλητικός,
με ανοιχτά καστανά μάτια και ξανθωπό μαλλί, συνήθως κουρεμένο με την ψιλή, δεν
είχε τίποτε το ιδιαίτερο στη φυσιογνωμία του, που θα μου επέτρεπε να τον αναγνωρίσω
μετά από πενήντα και περισσότερα χρόνια. Έτσι, στην αυλή και το δρομάκι και
στην γειτονιά γύρω αναπτύχθηκε μια κλασική, αγνή και αθώα παιδική φιλία, οργανικά
και σε ανυποψίαστο χρόνο, ανάμεσα σε δύο συμβατά γειτονόπουλα, που δεν βιάζονταν
να μεγαλώσουν μέσα από τη δίψα για παιχνίδι και χαρά.
Ενίοτε την παρέα μας τη
συμπλήρωνε ο μικρότερός κατά ένα-δυο χρόνια, ο Χρηστάκης ο Τσ_ας, το άλλο
γειτονόπουλο της παρόδου. Προσεταιρίστηκε ως τρίτο μέλος της παρέας, παρά την
υποτιμητική και περιφρονητική συμπεριφορά του Κωστάκη, που συχνά ξεπερνούσε τα
όρια της φιγούρας, της επίδειξης και παλικαροσύνης και ενός μεγαλοαδερφισμού,
κι άγγιζε αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν bullying. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τέτοιες άγαρμπες επιδείξεις
ανωτερότητας οδηγούσαν τον Χρηστάκη να εγκαταλείπει τα παιχνίδια μας και να
επιστρέφει πικραμένος και πολλές φορές κλαμένος στο σπίτι του. Σε τέτοιες
αντιπαραθέσεις τον λυπόμουν, αλλά κρατούσα τον θυμό από την αδικία μέσα μου και
παρέμενα σιωπηλός, Συνήθως, όμως, ο Χρηστάκης μας ακολουθούσε πιστά και πρόθυμα
στα παιχνίδια και αποδράσεις μας από τον κόσμο των μεγάλων, υπακούοντας στις
επιταγές της θέλησης και διαταγές του Κωστάκη.
Η αυλή των Κ…ηδων, όσο μικρή και να φαινόταν, γινόταν ένας παιδικός παράδεισος ειδικά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Μπορούσαμε, μακριά από διαμαρτυρίες και κατσάδες γειτόνων, κάτω από τη διακριτική επιτήρηση της κυρά-Μαρίκας και καμιά φορά της Κατίνας και της Φούλας -της μάνας του Κωστάκη, να οργανώσουμε απερίσπαστοι το καινοτόμο μας «τρίτερμα»: με μια από τις εστίες, την πλέον ευάλωτη σε σουτ και επιθέσεις, στην δίφυλλη εξώπορτα που οδηγούσε έξω στην πάροδο, τη δεύτερη στην πόρτα της αποθήκης κάτω από τη τετράγωνη βεράντα της κουζίνας του πρώτου πατώματος, εκεί που ο γέρο-Κ…ης έπινε αμίλητος τον καφέ του τα καλοκαιρινά πρωϊνά και τα ζεστά φωτεινά απογεύματα πριν πέσει ο ήλιος αμίλητος τον καφέ του, και την τρίτη, την πλέον απόκρυφη και προστατευμένη, κάτω από το υπόστεγο της κύριας εισόδου στο σπιτικό, στη πόρτα του ισόγειου πλυσταριού. Παιχνίδι για αφηνιασμένα παιδιά, που παιζόταν σε έναν ξέφρενο ρυθμό, πολλές φορές με ανίερες συμπράξεις των δύο παικτών εναντίον του τρίτου, και που αδιαλείπτως έχανε ο καημένος ο Χρηστάκης. Ήττες που τις δεχόταν αδιαμαρτύρητα και αγόγγυστα, ως κάτι το φυσιολογικό απέναντι σε μεγαλύτερους σε ηλικία φίλους. Αδιαμφισβήτητος νικητής στο πλείστο των περιπτώσεων ήταν ο Κωστάκης: ο δυναμικότερος κι ανταγωνιστικότερος της παρέας, o πεισματάρης και ο ανέκαθεν sore loser.
Στο ισόγειο, εκτός από το πλυσταριό κι ένα σκοτεινό χολ με την εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο, υπήρχε και μια μυστήρια κάμαρα. Το ένα παράθυρο της έβλεπε στην περιτειχισμένη αυλή πίσω από κάτι αδιάφανες κουρτίνες, και το άλλο, με τα μόνιμα μανταλωμένα παραθυρόφυλλα στο δρομάκι. Την νοίκιαζαν κατά καιρούς σε μεροκαματιάρηδες. Τον θυμάμαι τον τελευταίο νοικάρη εκείνης της κάμαρας, έναν φουκαρά ελαιοχρωματιστή, με μιαν άσπρη φόρμα λεκιασμένη από λαδομπογιές, να παίρνει το δρόμο για κάποιο μεροκάματα με τα σύνεργα της δουλειάς: τη σκάλα που φορτωνόταν σαν το σταυρό του Χριστού, τον κουβά γεμάτο με βούρτσες, ταβανόβουρτσες, σπάτουλες και τα άλλα εξαρτήματα του ελαιοχρωματιστή. Ένα βραδινό, η γειτονιά, πρώτοι και καλύτεροι εμείς από τα πάνω μπαλκόνια της πολυκατοικίας μας, αναστατωθήκαμε από τις κραυγές της Κατίνας. «Πρόστυχε, παλιάνθρωπε! Να φύγεις από δω! Ανώμαλε, άνθρωπε! Έξω, τώρα! Έξω, αμέσως!» Μόνο ένα χλωμό φως από το πλυσταριό έφεγγε. Κανείς απ’ όσους κρεμάστηκαν στα μπαλκόνια δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά την επόμενη στα κουτσομπολιά που έπιασε το αυτί μου ξεσκεπάστηκε η αιτία της αναστάτωσης. Ειπώθηκε ότι ο ελαιοχρωματιστής «έκανε μάτι» από κάποιο άνοιγμα της πόρτας του πλυσταριού την Κατίνα, που γυμνή ή μισόγυμνη έκανε το λουτρό της. Ίσως, και να επιχείρησε να περάσει στο άβατο του λουτρού από κάποια σεξουαλική παρόρμηση και να την πλησιάσει. Η Κατίνα δεν ήταν καμιά καλλονή, τα νιάτα της περασμένα. Μια σχετικά άσχημη γεροντοκόρη ήταν. Αλλά και πάλι, για έναν μοναχικό μεροκαματιάρη, που το τέλος μιας μέρας σκληρή δουλειάς, και κάθε μέρας απαράλλαχτης με την προηγούμενη, τον έβρισκε κλεισμένο στους τέσσερις τοίχους μια καταθλιπτικής κάμαρας, μόνον με τις σκέψεις και φαντασιώσεις του, ο πειρασμός θα ήταν σε κάθε περίπτωση υπαρκτός, και ψίχουλα ψυχαγωγίας όπως η εικόνα μιας γυμνής Κατίνας, οποιασδήποτε Κατίνας, αντικείμενα αυτό-ικανοποίησης. Ή, ακόμα και η παρουσία ενός θηλυκού δίπλα να αναζωπύρωνα κάποιαν απίθανη ελπίδα πραγματικής σεξουαλικής συνεύρεσης. ‘Η, θα μπορούσε να ήταν κάποιο ατύχημα, κάποια ασήμαντη και απρόσεκτη αδιακρισία, που η λανθάνουσα παράνοια μιας γεροντοκόρης να το μεγέθυνε πέρα από κάθε λελογισμένη διάσταση. Οι Καζ…ηδες, με κύριο μοχλό το φόβητρό όλων, τον Γιάννη, την κεντρική αντρική φιγούρα του σπιτικού, τον επίσης ανύπαντρο αδερφό της Κατίνας, έναν ογκώδη πρώην πολίστα τους Ηρακλέους με μια τεράστια κοιλιά προταγμένη κάτω από φαρδιούς ώμους, νυν τελωνειακό υπάλληλο του λιμανιού, κόουτς μερικής απασχόλησης στο κολυμβητήριο πάνω από το Πανεπιστήμια, μια, εν ολίγοις, διαβρωμένη και διεφθαρμένη προσωπικότητα, πέταξαν τον φουκαρά τον μπογιατζή έξω από το σπιτικό τους το επόμενο πρωί. Από τότε η κάμαρα έμεινε ανοίκιαστη και κλειδωμένη, για να διαφυλαχτεί έτσι η αξιοπρέπεια και, εσαεί, η παρθενιά της Κατίνας.
No comments:
Post a Comment