Saturday, September 17, 2022

Ένα Παιδί - 9 Κρύα Βρύση: Το Πρώτο Σχολιό

Δεν υπήρχαν πολλά πράματα να κάμω τα χειμωνιάτικα βράδια κάτω από το μελαγχολικό φως της λάμπας, στη γυμνή από ο,τιδήποτε δίνει στα παιδιά γέλιο και χαρά κάμαρα, πριν με κυριεύσει μια γλυκιά υπνηλία από τη θαλπωρή της σόμπας. Αλληλοεπιδρούσα μονοσήμαντα με το περιχαρακωμένο και περιορισμένο διανοητικό και γνωστικό σύστημα μιας επιμελούς και μεθοδικής δημοδιδασκάλισσας, κόρης δημοδιδασκάλου, ενσωματωμένης σε ένα οπισθοδρομικό σύστημα διδασκαλίας. Η αδιάκοπη και μονότονη και στείρα homework που έφερνα στο θρανιάκι κάθε βράδυ και την ολοκλήρωνα με στωικότητα και επιμέλεια ήταν η μοναδική μου ενασχόληση. «Σκότωνα» χρόνο ζωής από νωρίς στην ζωή μου. Από το νηπιαγωγείο, όπου εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας έπρεπε δια νόμου να ενταχθώ (και, πράγματι, κατά το γράμμα του νόμου το παρακολούθησα για ένα ελάχιστο, ξεχασμένο διάστημα, καθισμένος αδιάφορος δίπλα σε μια δεσποινίδα νηπιαγωγό που μας διάβαζε παραμύθια και μας μάθαινε την αλφάβητο δείχνοντας μας τεράστια γράμματα σε ένα πίνακα), μετά από κάποιες διαδιδασκαλικές συνεννοήσεις στα παρασκήνια βρέθηκα να παρακολουθώ άτυπα τα μαθήματα της πρώτης τάξης: ένα ολόκληρο έτος πριν την κανονική  μου ώρα! Όχι, βέβαια, στην τάξη που δίδασκε η Μάνα. Αυτό θα έδινε έναυσμα για ψιθύρους για μεροληψία και ειδική μεταχείριση και κουτσομπολιά (και τίποτε λιγότερο αθώο από αυτά) μεταξύ παιδιών και των γονιών τους, ακόμα και μερικών στριφνών δασκάλων. Κυρίως θα έφερνε- υποσυνείδητα σε αμήχανη και περιφρονητική ή στενάχωρη (σε αντιστοιχία με την κακή ή καλή θέλησή τους) θέση συμμαθητές στις συναναστροφές μαζί μου… όχι ότι αυτές ήταν συχνές. Δεν θα με απάλλασσε από την ετικέτα ή, όπως θα έλεγα αργότερα στον εαυτό μου, το στίγμα του «δασκαλόπαιδου» που κουβαλούσα ασυνείδητα, ως μικρός και άβγαλτος, στον καιρό μας στην Κρύα Βρύση, καθώς, ως τέτοιο παιδί, δασκαλοπαίδι, απολάμβανα μερικά ψιλοπρονόμια: σαν τον χρόνο, πριν και μετά από τις ώρες διδασκαλίες, και καμιά φορά στα διαλείμματα, που περνούσα στη ζεστασιά και καθαριότητα του γραφείου των δασκάλων ή τα κεράσματα που συχνά διακινούνταν σε αυτό και πάραυτα μου προσφέρονταν.

Τελικά, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω του τι συνέβαινε γύρω και πίσω από την πλάτη μου, μεταφέρθηκα στην Α΄ Τάξη του μικρού πέτρινου σχολείου, στην τάξη της κυρίας Λόλας, μιας κοντοστούπας και παχουλής, «στρογγυλής» με μια λέξη, άλλα εξαιρετικά καλοσυνάτης συναδέρφου της Μάνας, κατοπινής κουμπάρας και στενής οικογενειακής φίλης. Είχε μηχανιστικούς και αδέξιους τρόπους στη διδασκαλία της η κυρία Λόλα και ήταν ντροπαλή στις φιλικές της συναναστροφές. Αλλά είχε μια  απαλή και ευχάριστη στο άκουσμα φωνή, εξαιρετικά χαμηλών τόνων, με την οποία δεν θυμάμαι να μάλωσε κανέναν. Ίσως, εξαιτίας ενός ήπιου και συνεσταλμένου και, συνεπώς, αδύνατου χαρακτήρα να της είχε ανατεθεί η διδασκαλία στην ανώδυνη Α΄ τάξη του Δημοτικού. Ήταν η δύσκολη ζωή στην Κρύα Βρύση που στέριωσε τη φιλία της Μάνας με την κυρία Λόλα, όπως συμβαίνει πάντα με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κοινές αντιξοότητες σ’ έναν ξένο γι’ αυτούς τόπο. Και αυτή η φιλία επέζησε για τα πολλά ύστερα χρόνια, μέχρι τη σύνταξη και τα γεράματά τους, μέχρι που η αρρώστια της Μάνας έσβησε, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, και μιαν από τις καλύτερές της φίλες. Όσον αφορά εμένα, ισχύει το ότι «η πρώτη δασκάλα δεν ξεχνιέται», όσο και αν η επίδραση που είχε στη ζωή μια δασκάλα της πρώτης τάξης του σχολείου δεν μπορεί να είναι σημαντική.

No comments:

Post a Comment