Έγινα απλό μέλος, στον τίτλο senior, μιας
ομάδας μηχανικών και από την σκοπιά εταιρικών διαβαθμίσεων, ίσως και κοινωνικού
status, βρισκόμουν λίγο παραπάνω από την βάση της
παραγωγικής πυραμίδας. Ωστόσο, η ομάδα, παρά το ότι τα μέλη της συνέδεαν συναφείς
ειδικότητες και πακέτα γνώσεων και δεξιοτήτων, και για έναν εξωτερικό
παρατηρητή φαίνονταν στρατιώτες της ίδιας διμοιρίας, κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη
ήταν· τουλάχιστον έτσι την αντιλήφθηκα εκ των έσω.
Σε μιαν σχετικά ευήλια και ευάερη αίθουσα που
μοιραζόμαστε στο ισόγειο του κτιρίου, μακριά από το θόρυβο και το ανθυγιεινό
περιβάλλον του shop-floor των εργατών, στο γραφείο απέναντι μου και κατάφατσα καθόταν ο Steven. Είχε σημάδια από
κάποια νεανική ακμή στο ανοιχτόχρωμο πρόσωπό του κάτω από ένα πάντα άψογα
κτενισμένο ξανθωπό μαλλί. Ήταν, όπως θα ήθελα από συνάδερφο δίπλα μου, ήπιων
και ευγενικών τρόπων και είχε το χάρισμα λίγων λέξεων πίσω από ένα συγκρατημένο
χαμόγελο. Παλιάς σχολής μηχανικός καθώς ήταν, ερχόταν στο γραφείο πάντα με ένα
καθαρό, άσπρο πουκάμισο σφιγμένο επιμελώς με γραβάτα κάτω από ένα αμάνικο πουλόβερ,
τις μέρες του χειμώνα. Στη γωνιά απέναντι μου, δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο Ian, ο βετεράνος της ομάδα
στην εταιρία από την ίδρυσή της: φαλακρός και μικρόσωμος, προχειρότερα ντυμένος
από τον Steven και, αντίθετα με εκείνον, γενικά πολυλογάς περί τα τρέχοντα τεχνικά
ζητήματα, τις συνεισφορές του σε επιτυχημένα projects του παρελθόντος, και τις διάφορες πατέντες
του. Όλα αυτά του άρεσε να συζητάει σε ώρες νηφαλιότητας στο γραφείο, με την
ελαφρώς τσεβδή προφορά του κι ένα ευχάριστο, αν και κάπως πατερναλιστικό ύφος
στις αφηγήσεις του. Συχνά κατέβαζε τον τόνο της φωνής σε επίπεδα ψιθύρου, ώστε
να μην ακουστεί ενδεχόμενα από αφεντικά, όταν επρόκειτο για τρέχοντα εταιρικά
και τεχνικά ζητήματα και προκλήσεις της δουλειάς, για τις διαφωνίες που είχε με
προϊστάμενους, για φήμες και κουτσομπολιά. Στο διπλανό μου γραφείο καθόταν μια διαμετρικά αντίθετη από τους Ιan και Steven, παράταιρη προσωπικότητα,
ο Peter: μουσάτος,
με ατημέλητα πλούσια σγουρά μαλλιά και φθαρμένα ρούχα, σχεδόν περιθωριακός ή
«χίπης» στην εμφάνιση. Συνήθως καθόταν με γυρισμένη την πλάτη στο γραφείο και
τον υπολογιστή του, και με το ένα πόδι πάνω στο άλλο παρακολουθούσε, χωρίς να
μιλάει, τις αφηγήσεις του Ian
και των άλλων περαστικών από την αίθουσα με νυσταγμένα μάτια,
πίσω από παχιά γυαλιά μυωπίας και ένα σταθερό ειρωνικό χαμόγελο. Με λίγα λόγια,
ήταν ένας εξοργιστικά βαρύς και ασήκωτος τύπος o Peter, αλλά παρόλα αυτά συμπαθής για την παντελή έλλειψη άγχους, την χαλαρότητα
και ηρεμία που απέπνεε. Ένα μεγάλο μέρος της εργάσιμης μέρας το περνούσε να στρίβει τσιγάρα με καπνό (εκτός
δουλειάς πιθανότατα αναμιγμένο με κάνναβη), στα Rizla που ποτέ δεν του έλειπαν, και να το κρατάει
στο στόμα του, μέχρι την πρώτη ευκαιρία που θα έβγαινε έξω απαρατήρητος για να
τα καπνίσει αν δεν βρισκόταν το αφεντικό μας εκεί γύρω να τον τσιγκλήσει για
κάποια δουλειά. Με την αδράνεια και ραθυμία, αλλά και με χαρακτηριστική επιπολαιότητα
έναντι ζήλου και αφοσίωσης, όποτε αναλάμβανε (ή μάλλον του ανατίθετο με το
στανιό) κάποια δουλειά εξόργιζε συχνά το κοινό μας αφεντικό. Δεν του καιγόταν
καρφί, όπως λέμε. Ήταν ένας αντισυστημικός που χλεύαζε το σύστημα. Η ζωή, αν όχι
η επιχείρηση, τους χρειάζεται και αυτούς.
Στην άλλη άκρη της αίθουσας καθόταν ο Paul, ο νεαρός, με τα ξανθά
σγουρά μαλλιά και αστραφτερά, γαλανά μάτια, που αν δεν τον διέκρινε ένας μικρός
προγναθισμός, η φυσιογνωμία και τρόποι του θα πρόσφεραν δυνατότητες καριέρας σταρ.
Ως εμπειρικός μηχανικός, κάτι μεταξύ τεχνίτη και μηχανικού, προκειμένου να
συμπληρώσει το πενιχρό σχετικά μισθό, και να στηρίξει μια οικογένεια με γυναίκα
και δύο παιδιά, πόζαρε ως γυμνό μοντέλο σε σχολές καλών τεχνών, συμμετείχε σε μικρούς
ρόλους σε διαφημιστικά σποτ της τηλεόρασης, και οργάνωνε disco σε πάρτη και δεξιώσεις.
Για την πρώτη εκτός του κυρίου επαγγέλματος δραστηριότητα, που απαιτούσε να τσιτσιδωθεί
μπροστά σε επίδοξους καλλιτέχνες, γινόταν
δέκτης περιπαιχτικών και μειωτικών σχολίων από το γείτονα του στη άκρη εκείνη
της αίθουσας: έναν Ινδικής καταγωγής άντρα, σαράντα και παραπάνω χρονών,
μελαμψό, με ψηλό και γεροδεμένο κορμί. Ο Ashok εμφανιζόταν στο γραφείο μας στη χάση και τη
φέξη, καθώς η διεύθυνση τον έστελνε για μακρόχρονα διαστήματα σε διάφορες γωνιές
της χώρας και της βρετανικής κοινοπολιτείας για επί τόπου τεχνική υποστήριξη
των πελατών, ταξίδια και επισκέψεις τα αντάμειβε ανάλογα με μερικές μέρες άδειες
ξεκούρασης, ενώ είχε επιπληχθεί, όπως ακούγαμε, για καταχρήσεις σε νόμιμες και
παράνομες απολαύσεις με έξοδα της εταιρίας σε αυτές τις αποστολές. Για τον Ashok, που μάλλον ήταν
διαζευγμένος, κυκλοφορούσε η φήμη (που μου εκμυστηρεύθηκε ο Paul) ότι σε μιαν από τις
μικρές, σκοτεινές αποθήκες γύρω από το shop-floor
ευκαιριακά «πηδούσε» την επίσης κάποιας ώριμης ηλικίας ρεσεψιονίστ
του εργοστασίου. Και το έλεγε ο Paul με ύφος αποστροφής, όχι τόσο γι’ αυτήν καθαυτή την πράξη, όσο για το
ότι το έκανε με μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα και μάλιστα σε χώρο εργασίας, ξεδιάντροπα,
και εν γνώσει λίγο-πολύ των περισσοτέρων. Η φήμη ήταν ήδη ευρέως διαδομένη πριν
την παρουσία μου εκεί και δεν υπήρχαν λόγοι να αμφισβητηθεί. Από την μεριά του
ο Ashok περιπαιχτικά μου έλεγε πόσο αποκρουστικές
θεωρούσε τα ξεγυμνώματα του Paul μπροστά σε καλλιτέχνες· ήταν κάτι που δεν αρμόζει σε πραγματικούς
άντρες.
Λίγο καιρό μετά την πρόσληψη μου εμφανίστηκε
και πρόσφερε χάρη και ομορφιά στη γενικά πληκτική ομάδα και το εργοστάσιο, όπου
το αρσενικό φύλο κυριαρχούσε, η Karen. Ήταν μια πρόσφατη πτυχιούχος,
ουσιαστικά μαθητευόμενη, με ένα γλυκό παιδικό πρόσωπο με φακίδες, παιχνιδιάρικα
καστανά μάτια, και ξανθοκόκκινα ίσια μαλλιά που έφταναν στους ώμους. Κατ’ εξοχήν συνεσταλμένη, σε κουβέντες στο
γραφείο επί προσωπικών ή γενικότερων θεμάτων αντιδρούσε πάντα, αντί για κάποιο σχόλια,
με ένα πλατύ χαριτωμένο χαμόγελο, όπου η άκρη της γλώσσας της διακρινόταν
ανάμεσα στα όμορφα ρόδινα χείλη της. Είχαμε προσληφθεί ταυτόχρονα, ως
συνδυασμός, ως μίγμα του νεανικού ενθουσιασμού μια πρόσφατης πτυχιούχου που
είχε, υποτίθεται, δίψα για γνώση και εξέλιξη (της Karen) -επιπλέον της χάρης
και της ομορφιάς, και της εμπειρίας και εύρους γνώσεων του υποφαινόμενου. Το
λεπτό και μικροκαμωμένο κορμί της Karen διέθετε πλούσια
στήθη, που ξεχώριζαν σαν μεγάλα στρογγυλά λεμόνια πίσω από τα εφαρμοστά ντεκολτέ
μπλουζάκια, που φορούσε στην αθωότητά της και απειρία της από ένα περιβάλλον τεστοστερόνης,
ώστε καθιστούσαν αδύνατη την διατήρηση του βλέμματος στο ύψος των ματιών, χωρίς
εκδρομές προς τη μεριά του στήθους της.
Η Karen, τα στήθη και το πρόσωπό της, δικαιολογημένα τραβούσαν την προσοχή,
όχι μόνο την δική μου ως τον μοναδικό «εργένη» της ομάδας των μηχανικών, αλλά
και του Bob, του
εξαιρετικά επιδέξιου αρχιτεχνίτη του μηχανουργείου, αρκετά μεγαλύτερου σε
ηλικία από μένα, και πολύ μεγαλύτερου της Karen. O
Bob, με το ποιοτικό
εγγλέζικο χιούμορ που διέθετα, μοίραζε απλόχερα πειράγματα στον κάθε ένα που
μπαινόβγαινε στο μηχανουργείο του, και ιδιαίτερα κολακευτικά πειράγματα στην Karen, που πάντα απαντούσε
βέβαια απαντούσε με χαμόγελο. Εξαιτίας της διαφοράς ηλικίας μεταξύ τους, της
οικογενειακής κατάστασης του Bob, που από όσο είχα καταλάβει ότι είχε σπίτι, γυναίκα και παιδιά,
εξαιτίας του συνεσταλμένου χαρακτήρα της Karen, εξεπλάγην όταν δυο τρεις φορές μετά τη
δουλειά τους είδα να φεύγουν μαζί με το αυτοκίνητο του Bob, πιθανόν για ένα
παιχνίδι squash ή badminton.Oi
προθέσεις και o σκοπός των προσεγγίσεων του Bob
δεν χωρούσαν πολλές αμφιβολίες, όπως και η διαθεσιμότητα της Karen που όπως φαινόταν (ή
όπως μου είχε εκμυστηρευτεί ο Bob) δεν είχε boyfriend.
Η αλήθεια είναι ότι για ένα μεγάλο διάστημα
της διαδρομής μου στο Rochester, με τη J μακριά και τη σχέση μας να τσαλαβουτάει λιμνάζοντα ύδατα και χωρίς σημαντικές
προοπτικές, είδα μερικά φεγγάρια στην Karen μιαν «υποψήφια» φιλενάδα και συντροφιά στις μοναξιές
μου μετά τη δουλειά. Σπάνια μιλούσαμε στο γραφείο, αλλά τα χαμόγελά της κάθε
φορά που έστρεφε το πρόσωπο προς την μεριά της, για τον Α η Β επαγγελματικό λόγο,
ήταν αχτίδες φωτός και ελπίδας. Να την πλησιάσω και να της πω κάτι που θα την
γοήτευε ή θα την έκανε να γελάσει, αποδείχτηκε δύσκολο εγχείρημα. Είχα τις ανυπέρβλητες
συστολές μου, όπως πάντα, και αυτοσυνείδηση του στίγματος ως ο μοναδικός
«ξένος» στο εργοστάσιο, μετά την αποχώρηση του Jun, και αυτό στην περίπτωση της Karen πίστευα ότι
λειτουργούσε εις βάρος μου. Ρατσιστικές προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλους μας,
και φυσικά σε μια κατά τα φαινόμενα καθαρόαιμη Αγγλίδα μιας μικρής πόλης, μιας
επαρχιακής κομητείας της middle
England, όπως το Kent, που δεν διαθέτει τον
κοσμοπολιτισμό των μεγαλουπόλεων.
Στις δυο φορές που βρεθήκαμε οι δυο μας, μόνοι
μας, σε μια καμπάνια μετρήσεων μακριά από το εργοστάσιο. Εγώ ως οδηγός του
παλιού Land Rover, γενικός υπεύθυνος
επί της διαδικασίας και επιβαρυμένος με τα πλέον επίπονα και πολύπλοκα
καθήκοντα. Η Karen θα ήταν ο σιωπηλός και πάντα χαμογελαστός συμπαραστάτης μου που θα
βοηθούσε με μικροδουλειές ή θα καλούσε σε βοήθεια σε περίπτωση ατυχήματος. Σε
μια από αυτές τις εξόδους, θα μπορούσα να αδράξω την ευκαιρία και να την
ζητούσα να βγαίναμε για ένα ποτό! Αλλά όπως πολλές φορές στο παρελθόν κόλλησα.
Δεν διέθετα, χωρίς αλκοόλ ή, τέλος πάντων, κάποια άλλη χαλαρωτική χημική ουσία,
το χάρισμα του λόγου, πόσο μάλλον καθώς προερχόμουν από διαφορετική κουλτούρα
και με αλλότριο χιούμορ. Δεν ήμουν Bob, ο οποίος αν και δεν διέθετε φυσική γοητεία, ωστόσο μπορούσε να προσελκύσει
μια γυναίκα, με την ετοιμολογία και τα ευφυολογήματά του, να την κάνει να
γελάσει και νιώσει άνετα και ζεστά στην παρουσία του. Οι εγγενείς αδυναμίες μου
αυτές οξύνονταν, όπως ήταν φυσικό, όταν είχα απέναντι μου ένα εξίσου
συνεσταλμένο άνθρωπο, και ιδιαίτερα μια χαριτωμένη και από ό,τι φαινόταν
διαθέσιμη κοπέλα (εφόσον παραγνώριζα τη μυστήρια σχέση της με τον Bob). Οι δύο έξοδοι μου με
την Karen εκτός εργοστασίου για μετρήσεις αποδείχτηκαν
οι στενότερες αλλά και άκαρπες επαφές με την Karen. Έμεινα εκεί να την κοιτάζω λοξά με ένα
αίσθημα ματαίωσης, που κουβάλησε μέχρι τις τελευταίες μέρες μου στο εργοστάσιο.
Τις πρώτες μέρες, σε εκείνη την δουλειά όπου
είχα τόσα πολλά να μάθω και να βρω το βηματισμό μου, με βοήθησε ένας συμπαθητικό
παιδί-μηχανικός από την Κίνα, και κάποιο μεταπτυχιακό στην Βρετανία, ο Jun· με γνώσεις και εμπειρία μερικών χρόνων στην δουλειά,
εργασιακό ήθος, επιμονή και υπομονή, μετριοπάθεια
και μετριοφροσύνη, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους λίγους Κινέζους που
συναναστράφηκα. Δυστυχώς, ο Jun, από τους πλέον καταρτισμένους, συγκροτημένους και μορφωμένους της
τεχνικής ομάδας, σύντομα θα εγκατέλειπε την εταιρία, προς απογοήτευση της
ιεραρχίας της, αν όχι και των συναδέρφων μηχανικών που αντιμετωπίζουν «ξένους»
ομόλογους τους ανταγωνιστικά και με καχυποψία. Αντιλήφθηκα από την πρώτη μέρα
μου εκεί ότι είχα προσληφθεί ως αντικαταστάτης του. Το γεγονός ότι σύντομα θα
έχανα ένα έμπειρο στήριγμα σε μια δουλειά που με δειλά βήματα προσπαθούσα να αποκτήσω
την εμπειρία της, και μάλιστα από τον μοναδικό σύντροφο «αλλοδαπό» της εταιρίας,
πέρα από την δικαιολογημένη απογοήτευση έσπειρε και τις πρώτες αμφιβολίες για την
ποιότητα της δουλειάς μας στο εργοστάσιο, το σχετικό επίπεδο των αμοιβών στον
κλάδο, την ικανοποίηση που θα πρόσφερε σε κάποιον με γνώσεις και πτυχία, τις
προοπτικές εξέλιξης, όπως και για το μέλλον της επιχείρησης στο δυναμικό και
ανταγωνιστικό περιβάλλον της καπιταλιστικής αγοράς. Σκεφτόμουν ότι κάποιος,
ειδικά αλλοδαπός, χωρίς πολλά ερείσματα στην βρετανική κοινωνία και λίγα χρόνια
εξοικείωσης με την κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των Βρετανών, δύσκολα αφήνει
την δουλειά του σε μια επιχείρηση μετά από κανα δυο χρόνια, αν δεν συντρέχουν
μερικοί από τους παραπάνω λόγους. Και ο Jun φαινόταν συνετός και αναλυτικός άνθρωπος.
Το απόγευμα πριν την αναχώρηση του Jun, που
δύσκολα έκρυβε την χαρά του, η ομάδα των μηχανικών, πολλοί εργάτες και το
προσωπικό των γραφείων της διεύθυνσης στον πάνω όροφο, μαζευτήκαμε στην καντίνα
του εργοστασίου στο ισόγειο, εκεί που συνήθως μαζεύονταν οι εργάτες για το lunch break, για να
τον αποχαιρετήσουμε. Ένα δώρο από το αφεντικό μας, μια κάρτα με ευχές για το
μέλλον υπογραμμένη από όσους συνεργάστηκαν μαζί του, χειραψίες. Πριν διαβεί την
πόρτα του εργοστασίου για τελευταία φορά, όφειλε να σταθεί όρθιος και να πει
κάτι μπροστά στο μικρό πλήθος της καντίνας και ει δυνατόν κάποιο αστείο ή παραλειπόμενο
από τον καιρό του εκεί ως συνηθίζεται, σε εμφανώς κινέζικη προφορά του, την
οποία είμαι βέβαιος ότι είχε αυτο-συναίσθηση, όντας ξένος ανάμεσα σε ένα σύνολο
ανθρώπων που (με εξαίρεση εμένα) είχε τα αγγλικά ως μητρική γλώσσα. Πίστευα,
ίσως λαθεμένα, ότι αυτοί που τον άκουγαν θα διύλιζαν και σχολίαζαν με κρυμμένα
ή φανερά χαμόγελα κάθε λεκτικό στραβοπάτημα, κάθε συντακτικό λάθος, κάθε
στερεότυπο ομιλίας αγγλικών από Κινέζους, συχνά αντικείμενο σάτιρας, ενώ οι λίγοι
καλοπροαίρετοι θα κατέβαλαν προσπάθεια να βγάλουν νόημα μέσα από μιαν δυσνόητη
προφορά. Ήταν μια κατάσταση, που αν βρισκόμουν ενώπιον της θα μου τέντωνε τα
νεύρα, ίσως και να με πανικόβαλε. Αλλά η συμπεριφορά μπροστά σε πλήθος κόσμου
τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται καθαρά προσωπικό πρόβλημα. Ο Jun αντιμετώπισε τον ρόλο που κλήθηκε να παίξει με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Γερμένος
μπροστά με τις παλάμες να ακουμπούν ένα από τα τραπέζια της μπροστινής σειράς, άνοιξε
τη σύντομη ομιλία του (για το πόσο αξιόλογη και συμπαθητική ομάδα συναδέρφων
ήταν τυχερός να έχει γύρω του να τον συμπαραστέκεται, και τα λοιπά) απολογητικά
και κάπως έτσι: ‘As you know, guys, English is not my mother language, so don’t expect a good and long speech…’ Πολλοί
χαμογέλασαν. Εξαιρετικός τρόπος, σκέφτηκα, για να προϊδεάσει το κοινό στο μικρό
εργοστάσιο μιας επαρχιακής πόλης της Αγγλίας, απαρτιζόμενο από καλοπροαίρετους και κακοπροαίρετους με
διάφορες προκαταλήψεις απέναντι σε μετανάστες -ανταγωνιστές στην αγορά εργασίας
και στην μοιρασιά του πλούτου της χώρας του. Μια τέτοια εισαγωγή θα ήταν χρήσιμη
και σε μένα όταν βρεθώ σε παρόμοια κατάσταση
και δεν την ξέχασα!