Sunday, March 29, 2026

34 - Αναταράξεις

Για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων οι μέρες της δουλειάς κυλούνε στην μονοτονία της καθημερινότητας· η μια διαδεχόταν την άλλη, σε δέσμες εβδομάδων και μηνών, με λίγες αποχρώσεις και συγκινήσεις, λιγοστές ανάμεσα τους αξιοσημείωτες, και ελάχιστες αντάξιες κάποιας αναδρομής στην περίληψη της ζωής.    

Η περίοδος των πρώτων μηνών ομαλότητας, σχετικής γαλήνης και ισορροπίας, με  τη μικρής ατομική «ικανοποίηση» από την επίγνωση ότι δημιουργούσα κάτι τις αξίας μέσω της εργασίας ακόμη να φωτίζει τις μέρες μου στο εργοστάσιο, εκείνη η περίοδος, ενός μικρού και σύντομου εργασιακού ειδυλλίου θα έλεγε κανείς, διακόπηκε την άνοιξη του 1995 πριν από την δημοσίευση των αποτελεσμάτων του προηγούμενου οικονομικού έτους. Φήμες κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ότι τα πράγματα (από άποψη κερδοφορίας πάντα) δεν πήγαιναν καλά: είμαστε ζημιογόνοι για την αγορά και του ιδιοκτήτες! Το βλέπαμε στα συνοφρυωμένα πρόσωπα του Steve F και του Brian, στα ανεβοκατεβάσματα του Steve από το γραφείο του Γενικού στον πάνω όροφο, στην αχαρακτήριστη ολιγολογία του, στο αραίωμα των επισκέψεων του Γενικού Διευθυντή από τα μέρη μας στο ισόγειο, στο στέρεμα της δουλειάς που μας ανατίθετο, την ησυχία από τις φωνές και τα γέλια των εργατών στο shop-floor, από όπου μόνον η μουσική από το ράδιο αντηχούσε ακατάπαυστη.

Ένα πρωϊνό, ο Γενικός Διευθυντής μάζεψε τον κόσμο της εταιρίας στην καντίνα, όπως έκανε κάθε φορά στο τέλος του οικονομικού έτους, για να εξηγήσει απέναντι στη σκυθρωπή σιωπή του πληρώματος, πάντα με τον γλαφυρό και ψύχραιμο τόνο που τον διέκρινε, ότι η επιχείρηση αιμορραγούσε ρευστότητα, έχανε λεφτά· ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή από περικοπές εξόδων για να ισορροπήσουν τα βιβλία, με μια λέξη, απολύσεις. Δυστυχώς, άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να ανατραπεί η καθοδική πορεία κα επιβιώσει η επιχείρησή μας. Ένιωσα την αμηχανία του πρωτάρη απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις, κρίσεις, αλλά περιέργως δεν ένιωσα την αγωνία μη χάσω τη δουλειά μου, που ίσως κυρίευε άλλους. Θυμήθηκα μιαν προηγούμενη παρόμοια εμπειρία, της απόλυση ενός φουκαρά φωτογράφου και της πρόωρης συνταξιοδότησης μιας χούφτας άλλων στο τμήμα του πανεπιστήμιου που δούλευα, αλλά εκείνο το γεγονός πέρασε ξώφαλτσα και ανεπαίσθητα. Εδώ τα πράγματα δεν φαίνονταν «παίξε-γέλασε»: θα επηρέαζαν σημαντικά τις ζωές πολλών και των οικογενειών τους.    

Το πρωϊνό μετά την ανακοίνωση πέρασε με ελάχιστη όρεξη για δουλειά. Η ησυχία τάφου στο γραφείου έκρυβε ανησυχίες. Νωρίς το απόγευμα, ο Steve F κάλεσε εμπιστευτικά εμένα και την Karen στο γραφείο του. Είχα προετοιμαστεί ψυχικά για το χειρότερο σενάριο, ως συνηθίζω σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά ο ρυθμός των χτύπων της καρδιάς αυξήθηκε με την πρόσκληση του Steve F για μια εμπιστευτική κουβέντα.  Στο meeting των τριών μας στο γραφείο του που ακολούθησε την δραματική ανακοίνωση του Γενικού μας Διευθυντή στην καντίνα και έσπειρε την ανησυχία σε πολλές ψυχές, ο Steve F αφού έκλεισε την πόρτα, στον ψιθυριστό εμπιστευτικό τόνο που επιστράτευε σε τέτοιες περιπτώσεις, με λίγα λόγια μας είπε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για τις δουλειές μας. Θεώρησε φυσικό, η Karen και εγώ, να ανησυχούμε, ίσως και να αγωνιούμε, για το μέλλον των δουλειών μας στο εργοστάσιο, καθώς το διάστημα απασχόλησης μας από την εταιρία. Από αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια τον άκουσα ανέκφραστα  και δεν ομολόγησα καμιά ανησυχία.  Είχε μόνο μια μικρή δόση αλήθειας: ήταν σαν την φευγαλέα, και εν πολλοίς αβάσιμη, ανησυχία, που ένιωσα από έντονες αναταράξεις σε μια πτήση.  H ομάδα, μας εκμυστηρεύτηκε, θα έχανε δύο μέλη. «Δυστυχώς… αλλά δεν υπήρχε τρόπος να τους κρατήσω, όσο κι αν προσπάθησα», είπε με ύφος απογοήτευσης για τις εξελίξεις, και έκδηλης συμπάθειας για τα δύο θύματα της ομάδας από αυτόν τον γύρο απολύσεων. Ο ένας, όπως αναμενόταν, θα ήταν  Peter, ο ράθυμος, περιθωριακός, και χωρίς όρεξη για δουλειά. Για τον Peter η απόλυση ίσως να ήταν και ευλογία. Ο δεύτερος ήταν ο  γεροδεμένος Ασιάτης της ομάδας, ο Ashok, ο αμαρτωλός επιβήτορα της receptionist, από τους παλιότερους στην ομάδα. Ο Peter είχε εξαφανιστεί απαρατήρητος και χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν από την προηγούμενο απόγεμα, ο Ashok, που μόλις προ δυο ημερών είχε επιστρέψει από μια αποστολή «εγκατάστασης» διατάξεων σε έναν πελάτη του εξωτερικό, το ίδιο βράδυ πριν φύγει για τελευταία φορά από το γραφείο μου είπε με δόσεις πίκρας και θυμού: ‘I was expecting them to fire the last-inLast-in, first out… Ι thought that’s how it normally works.’ Εμένα και την Karen εννοούσε.

Την κύρια μάζα των απολυμένων αποτέλεσαν εργάτες: ανώνυμοι δουλευτές του shop-floor, από το οποίο μπορεί μεν να μας χώριζαν δέκα βήματα, αλλά από τους εργαζόμενους σε αυτό μια μικρή αλλά ευδιάκριτη ταξική διαφορά. Τα νέα στους υπό απόλυση εργάτες τα ανακοίνωσε, χωρίς δισταγμούς και συναισθηματισμούς, ο Brendan, o κοντόχοντρος, άξεστος Ιρλανδός επιστάτης – επιτηρητής της δουλειάς και της εντατικής εκμετάλλευσης ανθρώπινων ψυχών του shop-floor. Το είχε ξανακάνει: μια άχαρη δουλειά, μέρος του πακέτου των καθηκόντων του. Όπως είχε ο Stalin για τον αρχι-εκτελεστή Vassily Blokhin, το κόμμα (και βέβαια κάθε οργανισμός) χρειάζεται τέτοιους ανθρώπους για την chernaya rabota, τις βρώμικες δουλειές.

 Ήταν το βάπτισμα και εμπειρία με μια σκοτεινή πλευρά της καπιταλιστικής παραγωγής, της ταραγμένης ζωής της δουλειάς στο εργοστάσιο, συνήθως αποκρυμμένης από τον έξω κόσμο, του υποταγμένου εργάτη πίσω από φράκτες και τέσσερις τοίχους του, σκυμμένου στην δουλειά του κάτω από τον τεχνητό φωτισμό, και την μουσική από το ραδιόφωνο να παίζει και προσπαθεί να σπάει τη μονοτονία του οκτάωρου της βάρδιας.  

Saturday, March 28, 2026

33 - Για το Χρήμα, Κυρίως

H εκτίμηση και η συμπάθεια που είχα κερδίσει από τον Steve, τον Brian, και όπως φαινόταν και από τον Γενικό Διευθυντή, που στα λίγα συναπαντήματα μας σε διαδρόμους ήταν πρόσχαρος και φιλικός και περιστασιακά κολακευτικός, μεταφράστηκαν σε μισθολογική ανέλιξη. Στα λίγα ομόλογα που είχα αγοράσει με τις ελάχιστες αποταμιεύσεις από τη δουλειά μου στο Birmingham, τις τιμές των οποίων παρακολουθούσα σχεδόν καθημερινά, περισσότερο για να εμπεδώσω τα περί bonds, yields, P/E, AΕR, annuities, κτλ. από τα μαθήματα Finance που είχα παρακολουθήσει, προσέθετα σιγά-σιγά και άλλα ‘κεφάλαια’: οι αποταμιεύσεις και δειλές επενδύσεις μου άρχισαν να παίρνουν την ανιούσα, αν και με χλωμές αποδόσεις σε μια περίοδο στασιμότητας στην Αγγλία. Ωστόσο τις παρακολουθούσα στενά και εκτιμούσα τακτικά. Γινόμουν παραδόπιστος ή φιλοχρήματος, εγκαταλείποντας απομακρυνόμενος από τους αγνούς επιστημονικούς στόχους και φιλοδοξίες μιας νεότερης ηλικίας. Για το φετίχ του χρήματος είχε γράψει ο  Marx, η έκσταση του έγινε τραγούδι από τον Ennio Morricone, ενώ οι αρχαίοι μας έλεγαν ότι την «δόξα πολύ εμίσησαν, αλλά το χρήμα ουδείς».  Άραγε, κι εγώ ως κοινός θνητός άρχισα να ψάχνω και βρίσκω αναγνώριση και δικαίωση των γνώσεων και προσπαθειών στον πλουτισμό;  Ή απλά επρόκειτο για προσωρινή αντίδραση στην εγγενή και χρόνια ανασφάλεια που κληρονόμησα; Ερωτήματα για την ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά, το χρήμα, την προσωπική και οικογενειακή ευτυχία, την διεύρυνση της ελευθερίας και των ατομικών οριζόντων, που συν τοις άλλοις έχουν υλιστικά θεμέλια, προς τη διαμόρφωσης της ύπαρξης στον κόσμο και την ανακάλυψη του νοήματος στη ζωή, τέτοιας λογής ερωτήματα δεν έχουν εύκολη απάντηση και οποιαδήποτε απάντηση έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Αλλά εκείνη την περίοδο, τα πρώτα χρόνια της ένταξής μου στο παραγωγικό προτσές, λίγο με απασχολούσαν. Ωστόσο, έβρισκα, όπως και άλλοι συνάδερφοι, μικρή χαρά και ικανοποίηση στην πίστωση του λογαριασμού μου με το μηνιάτικο, τη μονεταριστική μονοτονική αύξηση της περιουσίας, και δεν κόπαζα να θέτω ερωτήματα και να αναζητώ εξηγήσεις σε υπαρξιακές απορίες. Είχα ακόμα δρόμο μέχρι την ακμή της ωριμότητας.

Οι πρώτοι μήνες στη νέα μου δουλειά, ως από τα πλέον καταρτισμένα και μορφωμένα πρωτοπαλίκαρο του Steve F στο μικρό μας γραφείο, πέρασαν όντας αρκούμενος στην ικανοποίηση που πρόσφεραν δύο απλά πράγματα: από τη μια μεριά, η αίσθηση δημιουργίας κάποιας απειροστής αξίας μέσα από την εργασία και η αποκρυστάλλωση της σε ένα προϊόν που θα έβρισκε θέση στον ματεριαλιστικό μας κόσμο, θα γινόταν ένα πετραδάκι στο κοινωνικό κεφάλαιο και βελτίωνε τις ζωές μας-και από την άλλη μεριά βέβαια η χρηματική αμοιβή για την εργασιακή ισχύ, διανοητική και σωματική, που ανάλωνα έναντι. Δημιουργούσαμε, άνθρωποι-συνεργάτες κάτω από μια στέγη, αξία και υπεραξία, και κέρδη για τους ιδιοκτήτες. Έτσι με είχαν διδάξει τα μαρξιστικά διαβάσματα της πρότερης νιότης και έτσι το εμπέδωνα καθημερινά στο εργοστάσιο. Ας ήταν· αυτό απαιτούσε το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα όπου ενταχθήκαμε και βιώναμε. Τι άλλο να κάνουμε, από το να ποντάρουμε με όσο γίνεται χαμηλότερο ρίσκο και να επωφελούμαστε στο μέγιστο δυνατό, ανάλογα με τις ικανότητες και την ιδιοσυγκρασία μας, από το σύστημα, όντας γεννημένοι και εγκλωβισμένοι σε αυτό, όταν οι προοπτικές μετασχηματισμού του στην διάρκεια της ζωής μας είναι μηδενικές; Καιρός για το κυνήγι ουτοπικών οραμάτων δεν υπάρχει.  

32 - Τα αφεντικά

 O Jun, o Κινέζος, ήταν για δυο χρόνια πρωτοπαλίκαρο του Steve F του μάνατζερ της τεχνικής ομάδας. Προοριζόμουν ως αντάξιος αντικαταστάτης του, ενώ ο Steve F, ως το κέντρο αποφάσεων κάθε τεχνικής δραστηριότητας, έγινε σημείο αναφοράς στη διάρκεια της απασχόλησής μου σε κείνο το εργοστάσιο του Rochester· με μια έννοια καθοδηγητής και μέντορας. Με είχε εντυπωσιάσει τη μέρα της συνέντευξής με την ευφυΐα, ευστροφία και τον πλούτο των τεχνικών γνώσεων (που θα ζήλευαν πολλοί καθηγητές στις προηγούμενες και μελλοντικές ζωές μου), και το κύρος και επιβολή -σωματική και πνευματική στους ανθρώπους γύρω του. Βοηθούσε πάντα η και η αμερικάνικη προφορά, που από τα χρόνια μου στην Αμερική είχα ταυτίσει με τον επαγγελματισμό και μιαν πλήρη αφοσίωση στον αντικείμενο της δουλειάς. Πληρούσε ο Steve F όλες τις προδιαγραφές ενός ικανού, αρεστού και κυρίως σεβαστό στους υφιστάμενούς του «αφεντικό»· ήταν τεχνικός διευθυντής με την πλήρη  σημασία του όρου. Το μέτριο ανάστημα του αντισταθμιζόταν (προσθέτοντας μάλιστα επιπλέον κύρος και gravitas στην ήδη επιβλητική προσωπικότητα) από τη μεγάλη περίμετρο της μέσης και μιαν ελαφρώς προεξέχουσα κοιλιά. Με καταγωγή από το Brooklyn, όπως μου είπε σε μια φιλική και θερμή κουβέντα την πρώτη μέρα της δουλειάς, η οικογένεια του ήταν απόγονοι Ιταλών μεταναστών. Επομένως, η προφορά ως αναμενόταν από την ιστορία του, χαρακτηριστική νεοϋορκέζικη, αν και περισσότερο εκλεπτυσμένη από αυτήν που ακούγαμε σε ταινίες. Το πως βρέθηκε από το μητροπολιτικό κέντρο του δυτικού κόσμου σε κείνη την άκρη της Αγγλίας έμεινε αδιευκρίνιστο. Μαζί με το λεπτό και γκρίζο μουστάκι, τα γκρίζα ίσια μαλλιά, τραβηγμένα προς τα πίσω από το πλατύ μέτωπο, πονηρά και αστραφτερά, αμυγδαλωτά μελιά μάτια, που όταν του μιλούσα με κοίταζαν αφ’ υψηλού και λοξά, με επιφύλαξη και σχεδόν  καχυποψία, αν ο ίδιος δεν ήταν μηχανικός εξ επαγγέλματος και προϊστάμενος μιας ομάδας μηχανικών, θα μπορούσε να έπαιζε κάποιο ρόλο σε ταινίες για την Cosa Nostra.

Του Steve F του άρεσε να μιλάει, να «παρλάρει» που λένε, όπως πολλοί Ιταλοί που γνώρισα, και να διηγείται με χαρακτηριστική ιταλοαμερικανική γραφικότητα και προφορά Brooklyn που πάντα έβρισκα γλαφυρή και ευχάριστη στο αυτί, και το μόνιμο ανεπαίσθητο χαμόγελο αυταρέσκειας και ακλόνητης αυτοπεποίθησης κάτω από το μουστάκι του, για τις επαγγελματικές εμπειρίες και τα τεχνικά επιτεύγματά του παρελθόντος. Όταν αναφερόταν σε τρίτους πάνω από τον ίδιο στην ιεραρχία, που δεν έχαιραν υψηλής εκτίμησης και δεν έπρεπε να έχουν λόγο και επιβάλλουν την θέληση τους σε τεχνικά θέματα, χαμήλωνε τους τόνους πριν τους χαρακτηρίσει υποτιμητικά. Με λίγα λόγια,  ήταν αδύνατο κάποιος να του αντιπαρατεθεί σε τεχνικά ζητήματα, τουλάχιστον από την ομάδα του των μηχανικών, αλλά παρόλα αυτά τον ακούγαμε ευχάριστα και ακολουθούσαμε τις εντολές και οδηγίες του χωρίς αντίλογο· κάθε πρωί που με γρήγορο και βαρύ βήμα, αγέρωχος με ψηλά το κεφάλι, έμπαινε στο χώρο με τα γραφεία μας ή στο εργαστήριο πίσω από τα τζάμια, για να εξηγήσει την δουλειά και καθήκοντα της μέρας. Αυτός ήξερε.

Από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε ένας αμοιβαίος σεβασμός. Στην συνέντευξη δεν χρειάστηκε να πω πολλά γιατί ο Steve F κυριάρχησε στο διάλογο μας, επιδεικνύοντας τις τεχνικές του γνώσεις και κατορθώματα και έναν σωρό από τεχνολογικές ιδέες που είχε για το μέλλον, ενώ διέκρινα από εκείνη την πρώτη στη στιγμή και τις πρώτες μέρες στην εταιρία, εκτίμηση και σεβασμό -για τις γνώσεις, την αξιοπιστία και την εργατικότητά και εργασιακό ήθος μου, που πάντα πίστευα ότι διέθετα σε ικανοποιητικούς βαθμούς. Και, από όσο κατάλαβα, με συμπάθησε κι εμπιστεύθηκε γρήγορα με τις ευθύνες της δουλειάς, μολονότι, χωρίς ο ίδιος να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια αλλά περισσότερο χάριν της φυσιογνωμίας, της παρουσίας και του λόγου του, κατάφερνε και διατηρούσε την απόσταση σεβασμού που κάθε αφεντικό οφείλει να κρατάει από τους υφισταμένους -για την πειθαρχία στην εκπλήρωση στόχων και το καλό της επιχείρησης.

Εκεί που δούλευα δίπλα έναν από τους πάγκους του μικρού εργαστηρίου ή στο θάλαμο των μετρήσεων, εμφανιζόταν, συχνά αίφνης και απροειδοποίητα, για να δει τι κάνω και τι σκέφτομαι και αν είχα ανησυχίες ή προτάσεις ή ανεκπλήρωτες επιθυμίας περί τα τεχνικά θέματα, και καμιά φορά ψιθύριζε την κριτική προς τα μεγαλύτερα αφεντικά, πάνω από αυτόν στην ιεραρχία, κυρίως τον Γενικό Διευθυντή της εταιρίας. Πάνω από το κεφάλι του είχε τον Brian, έναν ήπιο και συγκαταβατικό Εγγλέζο, κατά τα φαινόμενα πανεθνικά καταξιωμένο στην μικρή κοινότητα της ειδικότητας μας, αν και κάποιας παλιάς σχολής, με τον οποίο είχε συχνά διαφωνίες, και κατάλαβα ότι αντιμετώπιζε ανταγωνιστικά. O Steve F, γνωρίζοντας ότι έχαιρα εξίσου σημαντικής εκτίμησης και στα μάτια του Brian, τον καλούσε συχνά εκεί που δούλευα σε κάποιο project, ώστε να τον ενημερώσω από πρώτο χέρι και του εξηγήσω, εγώ, τι και πως προσπαθούμε να φτιάξουμε. Αυτό, γενικά και προσωρινά, αφόπλιζε τον Brian από σημαντικές αντιρρήσεις και διέλυε αμφιβολίες· καθώς, ο μεν Steve F διέθετε την επιχειρηματική και επιστημονική τόλμη και με το ανοικτό αμερικάνικο μυαλό του έπαιρνε ρίσκα, οι προσεγγίσεις του επιφυλακτικού πάντα Brian ήταν συντηρητικές και μετρημένες.

Τη μεγαλύτερη κριτική και, κατά περίσταση, μένος ο Steve F την κρατούσε για τον Γενικό Διευθυντή, έναν ψηλό και γεροδεμένο εξηντάρη, φαλακρό με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο και χοντρά γυαλιά, που σε πολλούς, η επιβλητική παρουσία του και μόνον στον χώρο τους ασκούσε δέος ίσως και φόβο. Η δουλειά και επομένως το βιός πολλών, όπως σε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, εξαρτιόταν από τους υπολογισμούς, την κρίση και αποφάσεις του, εξαιτίας του επιτακτικού και ρυθμιστικού ρόλου που έπαιζε στο σύστημα: να δείχνει κερδοφορία και αύξηση εισοδημάτων στα πραγματικά ανώνυμα αφεντικά όλων μας, ιδιοκτήτες και μεγαλομετόχους, στους οποίους η εργασία μας ήταν υποταγμένη, όπως συνήθως μας υπενθυμιζόταν. O Steve F τον θεωρούσε κυκλοθυμικό, όσο και χαρισματικό (χαρίσματα που διαφαινόταν, πράγματι, στις κουβέντες και ομιλίες του).

Στις καλές μέρες, όταν το κλείσιμο ενός συμβολαίου ή κάποια σημαντική εισροή χρημάτων του έφκιανε τη διάθεση, σκορπούσε χαμόγελα και κομπλιμέντα και με χάρη και μερικά ‘taps on some shoulders’ παρακινούσε εργάτες και προσωπικό για ένα νέο ‘άλμα προς τα μπρος’. Τις γκρίζες μέρες, όταν κάποια πώληση δεν έκλεισε, όταν κάποια παραγγελία ακυρώθηκε, όταν τα έξοδα λειτουργίας  από εδώ ή από εκεί ξέφευγαν από τα προϋπολογισμένα, όταν κάποια προθεσμία χανόταν, γινόταν ο οργισμένος Ζευς, που έριχνε στα συμβούλια των μάνατζερ αστραπές και κεραυνούς. Μετά από τέτοιες θυελλώδες συνεδριάσεις, ο Steve κατέβαινε, αναψοκοκκινισμένος και αυτός, συννεφιασμένος χωρίς το κατατεθέν χαμόγελο, μέχρις κι εμφανώς συγχυσμένος, ώστε να ανακοινώσει πεπραγμένα, μαζί με την προσωπική του άποψη και να υπογραμμίσει το πιστεύω και διαφωνίες του όσον αφορά την λειτουργία της επιχείρησης. Τέτοιες εντάσεις έκλειναν συνήθως με το παρακάτω: ‘You can’t have an army captain managing an engineering company! They dont understand our work.’ Ο Γενικός Διευθυντής μας ήταν απόστρατος αξιωματικός και, πράγματι, πολλοί ένιωθαν ότι διοικούσε την εταιρία ως στρατιωτικό σύνταγμα, ενώ από την μεριά του ο Steve F πίστευε ότι ο ίδιος θα έκανε καλύτερη δουλειά στη θέση του στην κορυφή· δεν είχε όμως άλλη επιλογή από το να υπακούει στα προστάγματα του Γενικού Διευθυντή και να τα εκτελεί. Και μείς με τη σειρά μας, αδιαμαρτύρητα, να ακολουθούμε τις οδηγίες του Steve F -πρόθυμα ή απρόθυμα δεν είχε σημασία. Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν δημοκρατικά. Δεν λειτουργούν καν στην βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού όπως τον είχα εμπεδώσει κατά την θητεία μου στο κόμμα.

Friday, March 13, 2026

31 - Οι Καλοί μου Συνάδερφοι

Έγινα απλό μέλος, στον τίτλο senior, μιας ομάδας μηχανικών και από την σκοπιά εταιρικών διαβαθμίσεων, ίσως και κοινωνικού status,  βρισκόμουν λίγο παραπάνω από την βάση της παραγωγικής πυραμίδας. Ωστόσο, η ομάδα, παρά το ότι τα μέλη της συνέδεαν συναφείς ειδικότητες και πακέτα γνώσεων και δεξιοτήτων, και για έναν εξωτερικό παρατηρητή φαίνονταν στρατιώτες της ίδιας διμοιρίας, κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη ήταν· τουλάχιστον έτσι την αντιλήφθηκα εκ των έσω.

Σε μιαν σχετικά ευήλια και ευάερη αίθουσα που μοιραζόμαστε στο ισόγειο του κτιρίου, μακριά από το θόρυβο και το ανθυγιεινό περιβάλλον του shop-floor των εργατών, στο γραφείο απέναντι μου και κατάφατσα καθόταν ο Steven. Είχε σημάδια από κάποια νεανική ακμή στο ανοιχτόχρωμο πρόσωπό του κάτω από ένα πάντα άψογα κτενισμένο ξανθωπό μαλλί. Ήταν, όπως θα ήθελα από συνάδερφο δίπλα μου, ήπιων και ευγενικών τρόπων και είχε το χάρισμα λίγων λέξεων πίσω από ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Παλιάς σχολής μηχανικός καθώς ήταν, ερχόταν στο γραφείο πάντα με ένα καθαρό, άσπρο πουκάμισο σφιγμένο επιμελώς με γραβάτα κάτω από ένα αμάνικο πουλόβερ, τις μέρες του χειμώνα. Στη γωνιά απέναντι μου, δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο Ian, ο βετεράνος της ομάδα στην εταιρία από την ίδρυσή της: φαλακρός και μικρόσωμος, προχειρότερα ντυμένος από τον Steven και, αντίθετα με εκείνον, γενικά πολυλογάς περί τα τρέχοντα τεχνικά ζητήματα, τις συνεισφορές του σε επιτυχημένα projects του παρελθόντος, και τις διάφορες πατέντες του. Όλα αυτά του άρεσε να συζητάει σε ώρες νηφαλιότητας στο γραφείο, με την ελαφρώς τσεβδή προφορά του κι ένα ευχάριστο, αν και κάπως πατερναλιστικό ύφος στις αφηγήσεις του. Συχνά κατέβαζε τον τόνο της φωνής σε επίπεδα ψιθύρου, ώστε να μην ακουστεί ενδεχόμενα από αφεντικά, όταν επρόκειτο για τρέχοντα εταιρικά και τεχνικά ζητήματα και προκλήσεις της δουλειάς, για τις διαφωνίες που είχε με προϊστάμενους, για φήμες και κουτσομπολιά. Στο διπλανό μου γραφείο καθόταν μια  διαμετρικά αντίθετη από τους Ιan και Steven, παράταιρη προσωπικότητα, ο Peter: μουσάτος, με ατημέλητα πλούσια σγουρά μαλλιά και φθαρμένα ρούχα, σχεδόν περιθωριακός ή «χίπης» στην εμφάνιση. Συνήθως καθόταν με γυρισμένη την πλάτη στο γραφείο και τον υπολογιστή του, και με το ένα πόδι πάνω στο άλλο παρακολουθούσε, χωρίς να μιλάει, τις αφηγήσεις του Ian και των άλλων περαστικών από την αίθουσα με νυσταγμένα μάτια, πίσω από παχιά γυαλιά μυωπίας και ένα σταθερό ειρωνικό χαμόγελο. Με λίγα λόγια, ήταν ένας εξοργιστικά βαρύς και ασήκωτος τύπος o Peter, αλλά παρόλα αυτά συμπαθής για την παντελή έλλειψη άγχους, την χαλαρότητα και ηρεμία που απέπνεε. Ένα μεγάλο μέρος της εργάσιμης μέρας το  περνούσε να στρίβει τσιγάρα με καπνό (εκτός δουλειάς πιθανότατα αναμιγμένο με κάνναβη), στα Rizla που ποτέ δεν του έλειπαν, και να το κρατάει στο στόμα του, μέχρι την πρώτη ευκαιρία που θα έβγαινε έξω απαρατήρητος για να τα καπνίσει αν δεν βρισκόταν το αφεντικό μας εκεί γύρω να τον τσιγκλήσει για κάποια δουλειά. Με την αδράνεια και ραθυμία, αλλά και με χαρακτηριστική επιπολαιότητα έναντι ζήλου και αφοσίωσης, όποτε αναλάμβανε (ή μάλλον του ανατίθετο με το στανιό) κάποια δουλειά εξόργιζε συχνά το κοινό μας αφεντικό. Δεν του καιγόταν καρφί, όπως λέμε. Ήταν ένας αντισυστημικός που χλεύαζε το σύστημα. Η ζωή, αν όχι η επιχείρηση, τους χρειάζεται και αυτούς.

Στην άλλη άκρη της αίθουσας καθόταν ο Paul, ο νεαρός, με τα ξανθά σγουρά μαλλιά και αστραφτερά, γαλανά μάτια, που αν δεν τον διέκρινε ένας μικρός προγναθισμός, η φυσιογνωμία και τρόποι του θα πρόσφεραν δυνατότητες καριέρας σταρ. Ως εμπειρικός μηχανικός, κάτι μεταξύ τεχνίτη και μηχανικού, προκειμένου να συμπληρώσει το πενιχρό σχετικά μισθό, και να στηρίξει μια οικογένεια με γυναίκα και δύο παιδιά, πόζαρε ως γυμνό μοντέλο σε σχολές καλών τεχνών, συμμετείχε σε μικρούς ρόλους σε διαφημιστικά σποτ της τηλεόρασης, και οργάνωνε disco σε πάρτη και δεξιώσεις. Για την πρώτη εκτός του κυρίου επαγγέλματος δραστηριότητα, που απαιτούσε να τσιτσιδωθεί  μπροστά σε επίδοξους καλλιτέχνες, γινόταν δέκτης περιπαιχτικών και μειωτικών σχολίων από το γείτονα του στη άκρη εκείνη της αίθουσας: έναν Ινδικής καταγωγής άντρα, σαράντα και παραπάνω χρονών, μελαμψό, με ψηλό και γεροδεμένο κορμί. Ο Ashok εμφανιζόταν στο γραφείο μας στη χάση και τη φέξη, καθώς η διεύθυνση τον έστελνε για μακρόχρονα διαστήματα σε διάφορες γωνιές της χώρας και της βρετανικής κοινοπολιτείας για επί τόπου τεχνική υποστήριξη των πελατών, ταξίδια και επισκέψεις τα αντάμειβε ανάλογα με μερικές μέρες άδειες ξεκούρασης, ενώ είχε επιπληχθεί, όπως ακούγαμε, για καταχρήσεις σε νόμιμες και παράνομες απολαύσεις με έξοδα της εταιρίας σε αυτές τις αποστολές. Για τον Ashok, που μάλλον ήταν διαζευγμένος, κυκλοφορούσε η φήμη (που μου εκμυστηρεύθηκε ο Paul) ότι σε μιαν από τις μικρές, σκοτεινές αποθήκες γύρω από το shop-floor ευκαιριακά «πηδούσε» την επίσης κάποιας ώριμης ηλικίας ρεσεψιονίστ του εργοστασίου. Και το έλεγε ο Paul με ύφος αποστροφής, όχι τόσο γι’ αυτήν καθαυτή την πράξη, όσο για το ότι το έκανε με μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα και μάλιστα σε χώρο εργασίας, ξεδιάντροπα, και εν γνώσει λίγο-πολύ των περισσοτέρων. Η φήμη ήταν ήδη ευρέως διαδομένη πριν την παρουσία μου εκεί και δεν υπήρχαν λόγοι να αμφισβητηθεί. Από την μεριά του ο Ashok περιπαιχτικά μου έλεγε πόσο αποκρουστικές θεωρούσε τα ξεγυμνώματα του Paul μπροστά σε καλλιτέχνες· ήταν κάτι που δεν αρμόζει σε πραγματικούς άντρες.   

Λίγο καιρό μετά την πρόσληψη μου εμφανίστηκε και πρόσφερε χάρη και ομορφιά στη γενικά πληκτική ομάδα και το εργοστάσιο, όπου το αρσενικό φύλο κυριαρχούσε, η Karen.  Ήταν μια πρόσφατη πτυχιούχος, ουσιαστικά μαθητευόμενη, με ένα γλυκό παιδικό πρόσωπο με φακίδες, παιχνιδιάρικα καστανά μάτια, και ξανθοκόκκινα ίσια μαλλιά που έφταναν στους ώμους.  Κατ’ εξοχήν συνεσταλμένη, σε κουβέντες στο γραφείο επί προσωπικών ή γενικότερων θεμάτων αντιδρούσε πάντα, αντί για κάποιο σχόλια, με ένα πλατύ χαριτωμένο χαμόγελο, όπου η άκρη της γλώσσας της διακρινόταν ανάμεσα στα όμορφα ρόδινα χείλη της. Είχαμε προσληφθεί ταυτόχρονα, ως συνδυασμός, ως μίγμα του νεανικού ενθουσιασμού μια πρόσφατης πτυχιούχου που είχε, υποτίθεται, δίψα για γνώση και εξέλιξη (της Karen) -επιπλέον της χάρης και της ομορφιάς, και της εμπειρίας και εύρους γνώσεων του υποφαινόμενου. Το λεπτό και μικροκαμωμένο κορμί της Karen διέθετε πλούσια στήθη, που ξεχώριζαν σαν μεγάλα στρογγυλά λεμόνια πίσω από τα εφαρμοστά ντεκολτέ μπλουζάκια, που φορούσε στην αθωότητά της και απειρία της από ένα περιβάλλον τεστοστερόνης, ώστε καθιστούσαν αδύνατη την διατήρηση του βλέμματος στο ύψος των ματιών, χωρίς εκδρομές προς τη μεριά του στήθους της.

Η Karen, τα στήθη και το πρόσωπό της, δικαιολογημένα τραβούσαν την προσοχή, όχι μόνο την δική μου ως τον μοναδικό «εργένη» της ομάδας των μηχανικών, αλλά και του Bob, του εξαιρετικά επιδέξιου αρχιτεχνίτη του μηχανουργείου, αρκετά μεγαλύτερου σε ηλικία από μένα, και πολύ μεγαλύτερου της Karen. O Bob, με το ποιοτικό εγγλέζικο χιούμορ που διέθετα, μοίραζε απλόχερα πειράγματα στον κάθε ένα που μπαινόβγαινε στο μηχανουργείο του, και ιδιαίτερα κολακευτικά πειράγματα στην Karen, που πάντα απαντούσε βέβαια απαντούσε με χαμόγελο. Εξαιτίας της διαφοράς ηλικίας μεταξύ τους, της οικογενειακής κατάστασης του Bob, που από όσο είχα καταλάβει ότι είχε σπίτι, γυναίκα και παιδιά, εξαιτίας του συνεσταλμένου χαρακτήρα της Karen, εξεπλάγην όταν δυο τρεις φορές μετά τη δουλειά τους είδα να φεύγουν μαζί με το αυτοκίνητο του Bob, πιθανόν για ένα παιχνίδι squash ή badminton.Oi προθέσεις και o σκοπός των προσεγγίσεων του Bob δεν χωρούσαν πολλές αμφιβολίες, όπως και η διαθεσιμότητα της Karen που όπως φαινόταν (ή όπως μου είχε εκμυστηρευτεί ο Bob) δεν είχε boyfriend.

Η αλήθεια είναι ότι για ένα μεγάλο διάστημα της διαδρομής μου στο Rochester, με τη J μακριά και τη σχέση μας να τσαλαβουτάει λιμνάζοντα ύδατα και χωρίς σημαντικές προοπτικές, είδα μερικά φεγγάρια στην Karen μιαν «υποψήφια» φιλενάδα και συντροφιά στις μοναξιές μου μετά τη δουλειά. Σπάνια μιλούσαμε στο γραφείο, αλλά τα χαμόγελά της κάθε φορά που έστρεφε το πρόσωπο προς την μεριά της, για τον Α η Β επαγγελματικό λόγο, ήταν αχτίδες φωτός και ελπίδας. Να την πλησιάσω και να της πω κάτι που θα την γοήτευε ή θα την έκανε να γελάσει, αποδείχτηκε δύσκολο εγχείρημα. Είχα τις ανυπέρβλητες συστολές μου, όπως πάντα, και αυτοσυνείδηση του στίγματος ως ο μοναδικός «ξένος» στο εργοστάσιο, μετά την αποχώρηση του Jun, και αυτό στην περίπτωση της Karen πίστευα ότι λειτουργούσε εις βάρος μου. Ρατσιστικές προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλους μας, και φυσικά σε μια κατά τα φαινόμενα καθαρόαιμη Αγγλίδα μιας μικρής πόλης, μιας επαρχιακής κομητείας της middle England, όπως το Kent, που δεν διαθέτει τον κοσμοπολιτισμό των μεγαλουπόλεων.

Στις δυο φορές που βρεθήκαμε οι δυο μας, μόνοι μας, σε μια καμπάνια μετρήσεων μακριά από το εργοστάσιο. Εγώ ως οδηγός του παλιού Land Rover, γενικός υπεύθυνος επί της διαδικασίας και επιβαρυμένος με τα πλέον επίπονα και πολύπλοκα καθήκοντα. Η Karen θα ήταν ο σιωπηλός και πάντα χαμογελαστός συμπαραστάτης μου που θα βοηθούσε με μικροδουλειές ή θα καλούσε σε βοήθεια σε περίπτωση ατυχήματος. Σε μια από αυτές τις εξόδους, θα μπορούσα να αδράξω την ευκαιρία και να την ζητούσα να βγαίναμε για ένα ποτό! Αλλά όπως πολλές φορές στο παρελθόν κόλλησα. Δεν διέθετα, χωρίς αλκοόλ ή, τέλος πάντων, κάποια άλλη χαλαρωτική χημική ουσία, το χάρισμα του λόγου, πόσο μάλλον καθώς προερχόμουν από διαφορετική κουλτούρα και με αλλότριο χιούμορ. Δεν ήμουν Bob, ο οποίος αν και δεν διέθετε φυσική γοητεία, ωστόσο μπορούσε να προσελκύσει μια γυναίκα, με την ετοιμολογία και τα ευφυολογήματά του, να την κάνει να γελάσει και νιώσει άνετα και ζεστά στην παρουσία του. Οι εγγενείς αδυναμίες μου αυτές οξύνονταν, όπως ήταν φυσικό, όταν είχα απέναντι μου ένα εξίσου συνεσταλμένο άνθρωπο, και ιδιαίτερα μια χαριτωμένη και από ό,τι φαινόταν διαθέσιμη κοπέλα (εφόσον παραγνώριζα τη μυστήρια σχέση της με τον Bob). Οι δύο έξοδοι μου με την Karen εκτός εργοστασίου για μετρήσεις αποδείχτηκαν οι στενότερες αλλά και άκαρπες επαφές με την Karen. Έμεινα εκεί να την κοιτάζω λοξά με ένα αίσθημα ματαίωσης, που κουβάλησε μέχρι τις τελευταίες μέρες μου στο εργοστάσιο.

Τις πρώτες μέρες, σε εκείνη την δουλειά όπου είχα τόσα πολλά να μάθω και να βρω το βηματισμό μου, με βοήθησε ένας συμπαθητικό παιδί-μηχανικός από την Κίνα, και κάποιο μεταπτυχιακό στην Βρετανία, ο Jun· με γνώσεις και  εμπειρία μερικών χρόνων στην δουλειά, εργασιακό ήθος, επιμονή και υπομονή,  μετριοπάθεια και μετριοφροσύνη, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους λίγους Κινέζους που συναναστράφηκα. Δυστυχώς, ο Jun, από τους πλέον καταρτισμένους, συγκροτημένους και μορφωμένους της τεχνικής ομάδας, σύντομα θα εγκατέλειπε την εταιρία, προς απογοήτευση της ιεραρχίας της, αν όχι και των συναδέρφων μηχανικών που αντιμετωπίζουν «ξένους» ομόλογους τους ανταγωνιστικά και με καχυποψία. Αντιλήφθηκα από την πρώτη μέρα μου εκεί ότι είχα προσληφθεί ως αντικαταστάτης του. Το γεγονός ότι σύντομα θα έχανα ένα έμπειρο στήριγμα σε μια δουλειά που με δειλά βήματα προσπαθούσα να αποκτήσω την εμπειρία της, και μάλιστα από τον μοναδικό σύντροφο «αλλοδαπό» της εταιρίας, πέρα από την δικαιολογημένη απογοήτευση έσπειρε και τις πρώτες αμφιβολίες για την ποιότητα της δουλειάς μας στο εργοστάσιο, το σχετικό επίπεδο των αμοιβών στον κλάδο, την ικανοποίηση που θα πρόσφερε σε κάποιον με γνώσεις και πτυχία, τις προοπτικές εξέλιξης, όπως και για το μέλλον της επιχείρησης στο δυναμικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον της καπιταλιστικής αγοράς. Σκεφτόμουν ότι κάποιος, ειδικά αλλοδαπός, χωρίς πολλά ερείσματα στην βρετανική κοινωνία και λίγα χρόνια εξοικείωσης με την κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των Βρετανών, δύσκολα αφήνει την δουλειά του σε μια επιχείρηση μετά από κανα δυο χρόνια, αν δεν συντρέχουν μερικοί από τους παραπάνω λόγους. Και ο Jun φαινόταν συνετός και αναλυτικός άνθρωπος.

Το απόγευμα πριν την αναχώρηση του Jun, που δύσκολα έκρυβε την χαρά του, η ομάδα των μηχανικών, πολλοί εργάτες και το προσωπικό των γραφείων της διεύθυνσης στον πάνω όροφο, μαζευτήκαμε στην καντίνα του εργοστασίου στο ισόγειο, εκεί που συνήθως μαζεύονταν οι εργάτες για το lunch break, για να τον αποχαιρετήσουμε. Ένα δώρο από το αφεντικό μας, μια κάρτα με ευχές για το μέλλον υπογραμμένη από όσους συνεργάστηκαν μαζί του, χειραψίες. Πριν διαβεί την πόρτα του εργοστασίου για τελευταία φορά, όφειλε να σταθεί όρθιος και να πει κάτι μπροστά στο μικρό πλήθος της καντίνας και ει δυνατόν κάποιο αστείο ή παραλειπόμενο από τον καιρό του εκεί ως συνηθίζεται, σε εμφανώς κινέζικη προφορά του, την οποία είμαι βέβαιος ότι είχε αυτο-συναίσθηση, όντας ξένος ανάμεσα σε ένα σύνολο ανθρώπων που (με εξαίρεση εμένα) είχε τα αγγλικά ως μητρική γλώσσα. Πίστευα, ίσως λαθεμένα, ότι αυτοί που τον άκουγαν θα διύλιζαν και σχολίαζαν με κρυμμένα ή φανερά χαμόγελα κάθε λεκτικό στραβοπάτημα, κάθε συντακτικό λάθος, κάθε στερεότυπο ομιλίας αγγλικών από Κινέζους, συχνά αντικείμενο σάτιρας, ενώ οι λίγοι καλοπροαίρετοι θα κατέβαλαν προσπάθεια να βγάλουν νόημα μέσα από μιαν δυσνόητη προφορά. Ήταν μια κατάσταση, που αν βρισκόμουν ενώπιον της θα μου τέντωνε τα νεύρα, ίσως και να με πανικόβαλε. Αλλά η συμπεριφορά μπροστά σε πλήθος κόσμου τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται καθαρά προσωπικό πρόβλημα. Ο Jun αντιμετώπισε τον ρόλο που κλήθηκε να παίξει με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Γερμένος μπροστά με τις παλάμες να ακουμπούν ένα από τα τραπέζια της μπροστινής σειράς, άνοιξε τη σύντομη ομιλία του (για το πόσο αξιόλογη και συμπαθητική ομάδα συναδέρφων ήταν τυχερός να έχει γύρω του να τον συμπαραστέκεται, και τα λοιπά) απολογητικά και κάπως έτσι: ‘As you know, guys, English is not my mother language, so dont expect a good and long speech…’ Πολλοί χαμογέλασαν. Εξαιρετικός τρόπος, σκέφτηκα, για να προϊδεάσει το κοινό στο μικρό εργοστάσιο μιας επαρχιακής πόλης της Αγγλίας, απαρτιζόμενο από  καλοπροαίρετους και κακοπροαίρετους με διάφορες προκαταλήψεις απέναντι σε μετανάστες -ανταγωνιστές στην αγορά εργασίας και στην μοιρασιά του πλούτου της χώρας του. Μια τέτοια εισαγωγή θα ήταν χρήσιμη και σε μένα όταν βρεθώ σε  παρόμοια κατάσταση και δεν την ξέχασα!

Thursday, March 5, 2026

30 - To Εργοστάσιο

Η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν μια καινούργια πραγματικότητα, αλλά (τι άλλο μπορούσα να κάνω κάτω από τις περιστάσεις;) προσαρμόστηκα, μάλλον αξιοσημείωτα με το δεδομένο παρελθόν.  στους διαφορετικούς ρυθμούς και περιβάλλον και τη νοοτροπία των ανθρώπων του εργοστασίου: των απλών ανθρώπων της δουλειάς, προσγειωμένων, με τα πόδια στέρεα στο έδαφος, χωρίς τον στόμφο και αυταρέσκεια των ακαδημαϊκών· ανθρώπων που όμοιους δεν είχα συναντήσει στις προηγούμενες στροφές της ζωής. Φκιάναμε πράγματα. Σχεδιάζαμε και κατασκευάζαμε χειροπιαστά προϊόντα, με αξία και χρηματικό αντίκρισμα στην αγορά, μιαν αγορά τότε και όπως πάντα ανήλεα ανταγωνιστική. Απώτερος σκοπός ήταν η εξασφάλιση της κερδοφορίας και μεγέθυνση της αξίας της επιχείρησης (για του ιδιοκτήτες της) -όροι επιβίωσης στον καπιταλισμό. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ούτε αμφισβήτηση. Μας λέγανε ότι και η δική μας ευημερία, προσωπική και οικογενειακή, είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το κέρδος της, η μοίρα μας στον κόσμο της εργασίας με την μοίρα της επιχείρησης.

Τα σχεδιάζαμε, εκείνα τα προϊόντα, στο τεχνικό τμήμα όπου εντάχθηκα εξαρχής, φκιάναμε πρωτότυπα, τα μετρούσαμε και τεστάραμε, διορθώναμε και βελτιώναμε, τελειοποιούσαμε· οι εργάτες δίπλα τα αναπαρήγαγαν σε ποσότητες, σκυμμένοι πάνω από τους πάγκους τους στο λεγόμενο ‘shop-floor’, έναν ψηλοτάβανο απλωμένο χώρο με εργαλεία και μηχανήματα. Για τους βιομηχανικούς πελάτες της επιχείρησης που κατάφεραν να δελεάσουν οι πωλητές.

Ο χρόνος μας μέσα στο εργοστάσιο, μετρημένος σε ώρες και λεπτά, και κάθε ώρα και λεπτό μεταφραζόταν σε χρήμα, μετριόταν από χρήμα, ενώ ο καθένας ένιωθε ότι πρόσθετε ένα μικρό κομμάτι στο τελικό προϊόν και αξία του, με νου και χέρια. Ένα μέρος εκείνης της «ανταλλακτικής αξίας» των προϊόντων γυρνούσε σε μας, και η τελευταία Παρασκευή του μήνα, που ο μάνατζερ μοίραζε με το χαμόγελο δικαίωσης ενός μήνα κόπων τα σημειώματα αποδοχών, ήταν ημέρα χαράς. «Τη δόξα πολύ εμίσησαν, το χρήμα ουδείς», έλεγε ο Δημήτρης. Δεν υπήρχε κάποια ατομική δόξα πέρα και έξω από τα όρια της εταιρίας, είμαστε σταγόνες στον ωκεανό του κοινωνικού προτσές πέρα και υπεράνω του οποίου είχαμε μόνο μια νεφελώδη αντίληψη, αλλά τουλάχιστον προσπάθεια και δεξιότητες αποτυπώνονταν μονεταριστικά στην άκρη του ‘payslip’. Ήταν κάποια αναγνώριση. Είχα πλήρη επίγνωση ότι η παραγωγική εργασία ήταν υποταγμένη σε ένα απρόσωπο κεφάλαιο που επένδυσε σε μηχανήματα και υποδομές και την ζωντανή εργασία από μια ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές δεξιότητες που τους έφερε κάτω από μια κοινή στέγη να συνεργαστούν προς έναν κοινό σκοπό. Ήταν το εργοστάσιο μια μικρογραφία του καπιταλισμού, που είχα ανακαλύψει όταν διάβαζα και άνοιγα τα μάτια μου την κριτική θεώρηση του Μαρξ στο Das Kapital ως κομμουνιστής φοιτητής. Ξεδιπλωνόταν στην καθημερινή πράξη, ως κάποιο τελετουργικό που ακολουθούσε ένα άγραφο, αλλά αυστηρό πρωτόκολλο, μέσα στους άχαρους, απρόσωπους χώρους του εργοστασίου.

Θέμα αγώνων και επανάστασης δεν υπήρχε: είμαστε όλοι παραγωγικοί εργάτες, ενταγμένοι στην παραγωγική διαδικασία, υποταγμένοι στο κεφάλαιο που αντάμειβε, καλώς ή κακώς, τη δουλειά μας. Αλλά έγινα μέλος της μικρής ζωντανής κοινωνία της δουλειάς με μια διακριτή συντροφικότητα που πήγαζε από τη συνεργασία προς τον κοινό παραγωγικό σκοπό και τις ώρες που μοιραζόμαστε καθημερινά κάτω από την ίδια στέγη, μια επαγγελματική συντροφικότητα που δεν διέκρινα σε κανένα από τα πανεπιστήμια του παρελθόντος· μια συντροφικότητα κτισμένη στα θεμέλια του καταμερισμού και της συνεργασίας, στα όρια του χρόνου και του χώρου της δουλειάς, τουλάχιστον στις περιόδους όπου τα πράγματα πήγαιναν καλά και η επιχείρηση ευημερούσε. Υπήρχε παρά την άκαμπτη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία και διοικητική αλυσίδα που επέβαλε προτεραιότητες, έπαιρνε τις σημαντικές εταιρικές αποφάσεις, μετέφερε και μοίραζε μη αμφισβητήσιμες εντολές προς τα κάτω. Ήμουν κι εγώ αναγκαστικά ενταγμένος σε αυτήν την ιεραρχία, ένα κρίκος στην αλυσίδα παραγωγής και ένιωθα όταν πρόσθετα τον μικρό οβολό μου στην αξία που θα αποκτούσε το τελικό προϊόν στην αγορά -μια μικρή παρηγοριά ή δικαιολογία ύπαρξης, κάθε πρωί και βράδι που διέσχιζα τον Medway.

29 - Άφιξη στο Rochester

 Στη μικρή πόλη του Rochester, στην κομητεία του Kent, του «κήπου της Αγγλίας», έφτασα ένα κρύο, αλλά ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα, με το ASTRA φορτωμένο με δυο βαλίτσες  ρούχα, και ένα αίσθημα ενθουσιασμού, προσδοκίας και ενδιαφέροντος για το καινούργιο και το άγνωστο. Η μέρα της συνέντευξης μερικές βδομάδες πριν ήταν τόσο φορτισμένη, ώστε οι εντυπώσεις από ανθρώπους, τον χώρο και παραστάσεις από το περιβάλλον, παρά την στιγμιαία ένταση τους, δεν είχαν δεόντως αποτυπωθεί.

Τα πρώτα βράδια εγκαταστάθηκα σε ένα B&B κοντά στη βιομηχανική ζώνη όπου βρισκόταν το εργοστάσιο όπου θα δούλευα ως μηχανικός-σχεδιαστής. Πρώτη μου δουλειά ήταν να νοίκιαζα ένα διαμέρισμα. Το βρήκα σχετικά εύκολα μέσω ενός μεσίτη σε μια φτωχογειτονιά του εργατικού και εμφανώς παρακατιανού Chatham, της δίδυμης πόλης από την άλλη μεριά της γέφυρας του ποταμού Medway. Ήταν μια γκαρσονιέρα με έναν κύριο χώρο, καθιστικό και για ύπνο, το διαμέρισμα, γυμνό από έπιπλα, στον πρώτο όροφο ενός μικρού κτιρίου, σχετικά μοντέρνου, στη γωνιά ενός δρόμου από μια σειρά από ενωμένα, προπολεμικά κτίρια και γενικά παραμελημένες προσόψεις. Στη γωνιά απέναντι ένα ‘Turkish Delight Kebab Shop’ πλημμύριζε από νωρίς το βράδι  τη γειτονιά γύρω του με τις μυρωδιές του ψητού κρέατος και των μπαχαρικών, και αργότερα, μετά το σχόλασμα των pubs ο παράδρομος αντηχούσε από φωνές πιωμένων νεαρών που συνωστίζονταν για το kebab που γιάτρευε μέθη και hungover. Η φασαρία και η μυρωδιά διαπερνούσαν την μπαλκονόπορτά, λίγα βήματα παραπέρα, πάνω από το τη θέση parking του αυτοκίνητού μου. Δεν απογοητεύτηκα· η ζωή αργά ή γρήγορα θα άλλαζε, προς το καλύτερο. «Είμαι  νέος, τριάντα και κάτι. Έχω χρόνο μπροστά, »  έλεγα στον εαυτό μου.

Ελλείψει κρεβατιού, τα πρώτα βράδια κοιμήθηκα στη μοκέτα του γυμνού δωματίου, σε ένα sleeping bag. Σε λίγες μέρες, το πρώτο σαββατοκύριακο στο Rochester, κατάφερα να εξασφαλίσω μια στοιχειώδη επίπλωση και τα απαραίτητα εκ του μηδενός: ένα μονό ντιβάνι, ένα φτηνό σετ από μπαμπού με καναπέ, πολυθρόνα και τραπεζάκι του καφέ, μια μικρή βιβλιοθήκη για τα βιβλία που συναρμολόγησα, τηλέφωνο, CD player, μια μικρή τηλεόραση, και βέβαια έναν βραστήρα για τον πρωϊνό καφέ. Υλιστικές μικρο-επενδύσεις στην καθημερινότητα μου δεν θα με απασχολούσαν ξανά για αρκετό καιρό στο μέλλον.

Η καθημερινή ρουτίνα ενός εργαζόμενου υπάλληλου ξεκινούσε κάθε πρωί και για εκατοντάδες πρωϊνά, αμίλητου στις σκέψεις του, να ακούει μουσική, ειδήσεις και τον καιρό της μέρας από το ράδιο, μέσα στις μακριές και αργόσυρτες  ουρές των αυτοκινήτων, που διέσχιζαν την στενή γέφυρα για τις δουλειές τους. Χρόνος ανάξιος θύμησης, ένα ακόμα σημάδι ασημαντότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Wednesday, March 4, 2026

28 - Αχνό Φως στην Άκρη του Τούνελ

Προς τέλος εκείνου του καλοκαιριού του 1994 μια θαμπή αχτίδα φωτός φάνηκε στο τέλος του μοναχικού μονοπατιού που παραπατούσα. Μετά από τέσσερις απορρίψεις από ισάριθμα «ακαδημαϊκά» κέντρα, τελικά  μου προσφέρθηκε μια δουλειά! Από μια μικρή εταιρία με εργοστάσιο παραγωγής της στο Rochester του Kent. Η προσφορά με χαροποίησε, παρά το χαμηλό της προφίλ. Τη δέχτηκα πάραυτα, χωρίς δεύτερη σκέψη σαν μια σανίδα σωτηρίας, παρά το ότι σήμαινε την ακύρωση ή έστω αναβολή και περιθωριοποίηση φιλοδοξιών, επιστημονικών και επαγγελματικών, μέσα από διακρίσεις στον ακαδημαϊκό στίβο. H ανάγκη να επιπλεύσω σε ένα μη φιλικό και ξένο περιβάλλον έβαλε στην άκρη, για την ώρα, τέτοιες φιλοδοξίες. Ήθελα να μείνω Αγγλία, ήθελα την οικονομική μου ανεξαρτησία, έπρεπε να επιβίωνα χωρίς οικογενειακά στηρίγματα. Στην Ελλάδα το μέλλον θα ήταν εξίσου αβέβαιο και η ζωή καθόλου ρόδινη.

Οι αντιδράσεις από συναδέρφους στο πανεπιστήμιο, όταν ανακοίνωσα την απόφασή να παραιτηθώ και να φύγω, διέφεραν. Ο Δρ. Κ εκφράστηκε αδιάφορα: «Μας φεύγεις, βρε;», χωρίς να ρωτήσει για τη νέα μου δουλειά. Ο Mike με συνεχάρη χαμογελαστός και φάνηκε ανακουφισμένος· από τη μια, απαλειφόταν οι έγνοιες του να με συντηρήσει οικονομικά στο εργαστήριο από ένα πρόγραμμα εξαντλημένων πόρων, χωρίς πολλές προοπτικές παράτασης για πάνω από λίγους μήνες, από την άλλη, γιατί στάθηκα στα πόδια μετά την απόφαση του πανεπιστημίου, που πιθανόν συνυπόγραψε, να με απορρίψει. O καθηγητής PH, ο κύριος συντελεστής από εκείνες τις αποφάσεις, στο νέα της επικείμενης παραίτησης ήρθε λαχανιασμένος ένα πρωϊνό στο εργαστήρι να μου αναλύσει μια καινοτόμο «επιστημονική ιδέα» του με πιθανότητες χρηματοδότησης από εθνικές επιτροπές έρευνας, όπου είχε διασυνδέσεις. Του απάντησα ότι θα την σκεφτώ, αλλά ήξερα (όπως, ίσως, και ο ίδιος) ότι ήταν αργά για αλλαγή απόφασης. Ο Γιώργος ο Μπ., ευθύς και κατηγορηματικός, με έκανε να νιώσω καλύτερα από άλλους: «Να πας! Να φύγεις! Και εγώ στη θέση σου θα έφευγα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Εδώ αυτό που θέλουν είναι να σε ξεζουμίσουν για δυο-τρία χρόνια χωρίς να τους νοιάζει πολύ για το τι θα κάνεις μετά και τι θα απογίνεις.» Ο ίδιος είχε πάρει ήδη τον δρόμο του γυρισμού, αλλά με τη ζωή πίσω στην πατρίδα να τον περιμένει στρωμένη.  

H J στενοχωρήθηκε. Το είδα στον τρόπο που κάπνισε τα τσιγάρα της, στο άπλανο, θλιμμένο βλέμμα που κοιτούσε έξω από το παράθυρο, όταν ανακοίνωσα την απόφαση να φύγω από το Birmingham. Δεν είπε πολλά· ίσως, και να έκλαψε στα κρυφά. Της εξήγησα ότι οι επιλογές μου είχαν εξαντληθεί (αλλά που να ήξερε από αυτές!) και η μόνη εναλλακτική διέξοδος, εκτός της μετακίνησης από την πόλη που μας έφερε κοντά, θα ήταν μια άπαξ δια παντός επιστροφή στην πατρίδα. Την παρηγόρησα με την υπόσχεση ότι θα παραμέναμε μαζί στη ζωή· ότι θα ανέβαινα Σαββατοκύριακα στο Birmingham· ότι θα μπορούσε να ερχόταν και κείνη συχνά. Μακροπρόθεσμα ίσως να μετακομίζαμε κάτω από την ίδια στέγη με τα παιδιά. Διακαής της πάντα επιθυμία ήταν να έφευγε από το Rednal, να δραπέτευε από εκείνην την άχαρη συνοικία, έναν τόπο που είχε παρακμάσει, και τις δυσάρεστες αναμνήσεις από την προηγούμενή της ζωή.