Friday, October 31, 2025

16 - Aπό Αξιοπρεπές Διαμέρισμα σε Στάβλο

Συμπληρωνόταν ένας χρόνος ζωής στο Birmingham και, κατά τα φαινόμενα, βάδιζα σε ένα ομαλό και ήσυχο μονοπάτι. Αλλά, η ζωή χρειαζόταν (και πάντα χρειάζεται!) αλλαγές οποιασδήποτε μορφής, κάτι που να τάραζε τα νερά της στασιμότητας. Με βαριά καρδιά, κυρίως για οικονομικούς λόγους και λιγότερο γιατί η συγκατοίκηση με τον Γιώργο και οι καθημερινές του συνήθειες άρχιζαν να ενοχλούν μιαν εν πολλοίς κληροδοτημένη ή εξ ανατροφής ιδιοσυγκρασία, αποφάσισα να τερματίσω το συμβόλαιο ενοικιαστήριου του σχετικά πολυτελούς διαμερίσματος στο Harborne, της πρώτης από πολλές κατοικίες στην Αγγλία. Μαζί με το συμβόλαιο θα τελείωνε και η συγκατοίκηση με τον George, παρά τις χαλαρές εκκλήσεις του να το ανέβαλα μέχρι να τέλειωνε τις σπουδές του. Εκ των υστέρων αυτό δημιούργησε ενοχές. Και η φιλία μας τερματίστηκε άδοξα κάπου εκεί.

Ο George επέστρεψε σε ένα ακόμα καταθλιπτικότερο από το πρώτο του διαμέρισμα στη λαϊκή γειτονιά του Moseley, με τυχαίους συγκάτοικους, ενώ εγώ που επιθυμούσα να διερευνήσω την αξία της ιδιαιτερότητας και ιδιοκατοίκησης, και, βέβαια, για να εξοικονομήσω χρήματα, κατέληξα σε ένα σκοτεινό και υγρό ισόγειο ενός τραγικού μικρού κτίσματος που πριν δεκαετίες λειτουργούσε ως στάβλος αλόγων, αλλά πρόσφερε προσιτό ενοίκιο. Ο μικρός ορθογώνιος μετασχηματισμένος σε διαμέρισμα προς ενοικίαση χώρος, είχε αυτοσχέδια χωριστεί με ξύλινα διαχωριστικά φτηνής πλαστικής επένδυσης: σε ένα υποτυπώδες υπνοδωμάτιο, που μόλις χωρούσε ένα μονό κρεβάτι, μια εξίσου υποτυπώδη κουζίνα από έναν πάγκου για πρωϊνό, δυο σκαμπό και ένα παλιό ψυγείο, και ένα κουβούκλιο με έναν ανεμιστήρα για εξαερισμό, που λειτουργούσε ως τουαλέτα και ντους, και του οποίου η λεπτή πόρτα που έτριζε, άνοιγε κατάφατσα σε κάτι που φωτισμένο από το μικρό παράθυρο της πρόσοψης έμοιαζε με καθιστικό. Η επίπλωση ήταν παλιά, φτηνή και φτωχική – για φοιτητές και παρακατιανούς ενοικιαστές: ένα μονό ντιβάνι πίσω μια ντουλάπα που έγερνε, μια πολυθρόνα και ένας διθέσιος καναπές, με φθαρμένες και αταίριαστες με τη μοκέτα εμπριμέ επενδύσεις. Ένας πίνακας με ένα μαύρο άλογο απέναντι από την είσοδο της κουζινούλας, αντί να προσθέσει χάρη, με τον θλιμμένο τόνο και θλιβερό γούστο του, υπενθύμιζε κάθε πρωινό στο νέο εκλεπτυσμένο νοικάρη την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του, τη λούμπα στην οποία έπεσε. Η μικρή βιβλιοθήκη, που τη γέμισα με τα βιβλία που έφερα από Ελλάδα και άλλα που αγόρασε εκεί, δεν κατάφερε να αναβαθμίσει την αισθητική του χώρου.

 Ένας ψηλός ξύλινος φράκτη και μια μεγάλη πόρτα χώριζε και έκρυβε το μικρό προαύλιο, που μόλις χωρούσε ένα αυτοκίνητο, και κάπως έκρυβε τον «στάβλο» από την πλούσια γειτονιά με τις όμορφες επαύλεις, κυρίως ακαδημαϊκών, και τον δρόμο μπροστά που λίγα λεπτά περπατήματος οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο. Την αίσθηση της φτώχιας και κακομοιριάς του καταλύματος που κάτω από πίεση επέλεξα, την μεγέθυνε δυσανάλογα το αρχοντικό του ενοικιαστή. Αυτό υψωνόταν μεγαλοπρεπές δίπλα, μπροστά σε έναν απέραντο κήπο με περιποιημένο γρασίδι που απλωνόταν κάτω από μια πλατιά βεράντα, όπου κάθισα για πρώτη και τελευταία φορά με τον άρχοντας της έπαυλης να υπογράψω το εξάμηνο συμβόλαιο ενοικίασης.

Στο διαμέρισμά το φως, ακόμα και στις λίγες περιζήτητες σε κείνον τον τόπο ηλιόλουστες μέρες, έμπαινε λιγοστό από το μικρό τσιγγούνικο παράθυρο, ενώ μια αποκρουστική μυρουδιά, κλεισούρας, μούχλας, απολυμαντικών, και μπογιάς, κυριαρχούσε στον μπαγιάτικο αέρα του, που όπως ήταν κρυμμένο πίσω από τον φράχτη ήταν δύσκολο να ανανεωθεί ακόμα και με ανοιχτά παράθυρα και πόρτες. Οι προσπάθειες να βελτιώσω την αισθητική και λειτουργικότητα εκείνης της «τρύπας» απέβησαν άκαρπες. Σε κάθε επιστροφή από τη δουλειά η καρδιά μου βυθιζόταν στη μιζέρια του, που έφερνε λόγια του Dante στο μυαλό: ‘Abandon all hope ye who enter here’. Η παράταση των ωρών δουλειάς μέχρι αργά το βράδυ, πρόσφερε μια λύση και διατηρούσε το ηθικό μου λίγο πάνω από τα κατώφλι της κατάθλιψης. Φυσικά, αν και σε απόσταση αναπνοής από την δουλειά, δεν κάλεσα, ούτε καν έδωσα το στίγμα του καινούργιου μου καταλύματος στον George και τον Δρ. ΚΚ, και κανέναν άλλον. Ντρεπόμουν για εκεί που είχα καταλήξει να περνάω τις ώρες μοναξιάς πριν και μετά τον ύπνο μου, για εκεί που κατέληγε η ζωή μου. Ο Δρ. ΚΚ το είχε διαισθανθεί και κατανοούσε τη μελαγχολία που με κυρίευε τις παρατεταμένες βραδινές ώρες μακριά από το «σπίτι» μου.  

Εκείνο το καλοκαίρι του 1993, η J επιχείρησε να ανοίξει, δειλά και διστακτικά και ένοχα- μέσω μιας φίλης της – ένα κανάλι επικοινωνίας με την προοπτική να αρχίσουμε να ξαναβρισκόμαστε, με ό,τι ήθελε προκύψει. Κάτι μέσα της την τραβούσε πίσω σε μένα. Οι βδομάδες προσπάθειας ανασύνδεσης και αναβίωσης της συζυγικής της σχέσης με τον P–«για το καλό των παιδιών» κάτω από μια κοινή στέγη, κατέληξαν όπως αναμενόταν σε ένα δεύτερο τέλμα και την οριστική κατάρρευση του γάμου και της οικογενειακής συμβίωσης τους. Όχι μόνον η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά και πολλές προσωπικές ιστορίες επαναλαμβάνονται – την δεύτερη φορά ως φάρσα, όπως λένε. Κάτω από τις περιστάσεις η παρουσία της J ξανά στην ζωή ήταν μια αχτίδα φωτός στο σκοτάδι που με περίβαλε, μια παρηγοριά. Συνοδεία της φίλης της, μιας Ινδικής καταγωγής γυναίκας με όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου και το όνομα Stacey, που ο άντρας της την εγκατέλειψε με δύο κοριτσάκια να επιζεί με κυβερνητικά επιδόματα, βρεθήκαμε μια καθημερινή βράδι σε ένα pub στο Northfield, στα μισά του δρόμου από το Rednal. Σε λίγο η Stacey, αφού βοήθησε να σπάσει ο υποτίθεται πάγος, αλλά περισσότερο να καλύψει την αμηχανία από κάποιες ενοχές και συναισθηματισμούς της J, μας άφησε μόνους.

Ξαναβρεθήκαμε μετά από λίγες μέρες για μερικά ποτά στο κέντρο της πόλης και από εκεί, αργά το βράδυ, μεθυσμένοι από μπύρες όπως πάντα, στον «στάβλο» που είχε γίνει σπιτικό μου. Στη θέα του νέου μου καταλύματος, η J έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα, από την δυσάρεστη έκπληξη, κι έβγαλε εκείνο το χαρακτηριστικό «Αααα!» με τη λεπτή χαριτωμένη φωνή της, κάτι ανάμεσα σε γέλιο και αναφώνημα έκπληξης. Ως υπερβολικά καθαρή που ήταν, με προσοχή να μην αγγίξει τις ακάθαρτες επιφάνειες γύρω μας, με συνόδευσε στο στενό ντιβάνι. Παρά το περιβάλλον, αποσπασμένοι για λίγα λεπτά από την κακομοιριά και αθλιότητά του, κάναμε τον ίδιο έρωτα, τον ολοκληρωτικό και απόλυτο, όπως ακριβώς εκείνον που είχαμε διακόψει από άλλου είδους ενοχές πριν μερικούς μήνες. Και έτσι θα συνεχίζαμε κουτσά-στραβά μαζί και πάλι, αν και με επιφυλακτικότητα, κάποια απόσταση και λιγότερα συχνές συνευρέσεις.

15 - Ξανά στην Πιάτσα

Με το ολιγόμηνο ‘affair’ με την J να απομακρύνεται στον χρόνο κατέφυγα και πάλι στη σχετική ανωνυμία των ραντεβού μέσω αγγελιών. Μέσω αυτών γνώρισα μια μιγάδα τραγουδίστρια της τζαζ, με ένα ταιριαστό για καλλιτέχνιδα όνομα: Yolanda. Της άρεσε η φωτογραφία που εσώκλεισα στην καλογραμμένη επιστολή και είχα τραβήξει έναν χρόνο πριν -κατά τις τελευταίες μέρες της θητείας, που πόζαρα ακμαίος, ατενίζοντας με αισιοδοξία και σιγουριά το μέλλον από το μπαλκόνι του διαμερίσματος της Τούμπας. (Εκείνο το ‘τσίλικο’ διαμέρισμα ήταν μια πρόσφατη επένδυση των γονιών, προορισμένη για να στεγαστώ με την σύντροφό μου μετά το τέλος της θητείας και την αποκατάστασή μου, συζυγική και επαγγελματική στην γενέτειρα πόλη. Μετά την δεύτερη μετανάστευση, έγινε προσωρινά στέκι και γιάφκα του Αδερφού πριν και την δική του μετανάστευση και μετά νοικιάστηκε σε έναν μικροαπατεώνα που πριν το εγκαταλείψει και έχοντας αφήσει μήνες ενοικίου απλήρωτους, έκλεψε όσα μερικά από τα έπιπλα του. Τελικά, χωρίς αντίκρισμα και αξία χρήσης πουλήθηκε. Τα σχέδια των γονιών για μας τελικά ακυρώθηκαν από την ίδια την ζωή.) Με την Yolanda συναντηθήκαμε στο bar του κεντρικού Repertory Theater, όπου μιλήσαμε και γελάσαμε με χάρη, άνεση και χιούμορ, και τα χέρια και πόδια μας να αγγίζουν, πριν αποφασίσουμε, ενθουσιασμένοι και οι δύο από την παρέα του άλλου, να ξαναβρεθούμε. Θα ήθελα πολύ να την ακούσω να τραγουδάει, της είπα και μια και δυο φορές στην διάρκεια του ραντεβού, συνεπαρμένος από την καλλιτεχνική απασχόλησή της, σε αντιδιαστολή με την «βαρετή» δική μου.  

Είχε γεμάτο καμπυλωτό κορμί, με λεία μελί επιδερμίδα μιγάδας, σκούρα μάτια και κατάμαυρα, πλούσια κυματιστά μαλλιά. Τα χείλη της είχαν το υποδειγματικό σχήμα του τόξου του Έρωτος και τα τόνιζε, όπως άρμοζε στην ομορφιά τους, με μια έντονης απόχρωσης κόκκινο κραγιόν. Και, βέβαια, διέθετε γλυκύτατη φωνή, αν και στην κουβέντα μας η άρθρωσή της ήταν ελαφρώς επιτηδευμένη. Εν ολίγοις, διέθετε μιαν εξωτική ομορφιά· κάθε άντρας θα την αξιολογούσε ως εξαιρετικά ελκυστική, παρά το σχετικά γεμάτο κορμί και την ελαφρώς μεγαλύτερη ηλικία. Από την άλλη, η έντονη έλξη που ασκούσε έθεσε σε κίνηση τα ανασταλτικά αντανακλαστικά που απέδιδα στις αδυναμίες του χαρακτήρα μου: εξαρχής ένιωσα ότι στεκόταν σε ψηλότερο βάθρο από μένα, ως γυναίκα άλλης, ανώτερης κατηγορίας που εύκολα θα μπορούσε να έβρισκε κάποιον κομψότερο, ιδίως κοινωνικότερο από μένα, και οικονομικά και επαγγελματικά κατασταλαγμένο. Σκέφτηκα, όμως, ότι δεν είχα και πολλά να χάσω από μια σχέση μαζί της, όπως και αυτή να εξελισσόταν. Στην ερώτηση μου πως μια όμορφη, ταλαντούχα γυναίκα, κατέφυγε σε μικρές αγγελίες για να βρει το ιδανικό της ταίρι, μου εξήγησε, με λίγη πειστικότητα ομολογουμένως, ότι ακριβώς λόγω του χαρακτήρα της δουλειάς της έψαχνε για κάποιον εκτός των καλλιτεχνικών κύκλων που αναγκάζεται να συναναστρέφεται· ότι το προφίλ και η ένταση της δουλειάς της ζητούσαν οικογενειακή γαλήνη και θαλπωρή, μακριά από ήχους και φώτα και ανθρώπους, πράγματα που μόνον σε έναν χαμηλού προφίλ επιστήμονα ή κάποιου τέλος πάντων «βαρετού» επαγγέλματος, σαν αυτό του λόγου μου, μπορούσε να βρει.

Η εμπειρία μου από την άλλη επίδοξη τραγουδίστρια, την όμορφη γειτόνισσα μου Ν, που στη χάση και τη φέξη κατά τη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων γινόταν αντικείμενο του πόθου μου, αλλά οι περιστάσεις και η laissez-faire προσωπικότητά της, όσο και ο κάπως μονομανής ζήλος που σε μια φάση είχε αναπτύξει (και διαπίστωσα) να αναδειχτεί επαγγελματικά σε έναν βάναυσο ανταγωνιστικό χώρο όπως αυτός του πάλκου, εκείνη η εμπειρία, με έκαναν επιφυλακτικό απέναντι στη Yolanda και τις εκ βαθέων προθέσεις και πραγματικές φιλοδοξίες. Αλλά από την άλλη μεριά, σκέφτηκα, ότι η καριέρα της Yolanda, ως συνομήλικης αν όχι μεγαλύτερης μου, είχε ήδη ωριμάσει και ίσως κορυφωθεί, έχοντας κατά τα φαινόμενα εξαντληθεί σε παραστάσεις σε bars και pubs ή σε κοινωνικές εκδηλώσεις προς τέρψη και ψυχαγωγία μικρών και ευκαιριακών ακροατήρια ακροατηρίων από μη connoisseurs της μουσικής. Σε αυτές  εμφανιζόταν ως η φωνή σε ντουέτο με τον συνάδερφο και μουσικό που την συνόδευε με το πιάνο του και οι παραστάσεις τους αποσκοπούσαν σε βιοπορισμό: δεν ήταν αστέρι του τραγουδιού, πόσο μάλλον ντίβα, και σε εκείνη την φάση φαινόταν απίθανο να εξελιχθεί σε φίρμα. Τα πεζά ζητούμενα, επομένως, από μιαν σχέση, όπως τα περιέγραψε τα θεώρησα λογικά -πάντα με επιφυλάξεις. Στις αρένες των σπορ και της τέχνης παιδικά και νεανικά όνειρα ταλέντων δύσκολα ξεθωριάζουν και εγκαταλείπονται.

Στην πρώτη ευκαιρία, μετά από πρόσκλησή της, παραβρέθηκα ένα κυριακάτικο απόγευμα στη μουσική της παράσταση, σε ένα bar-restaurant ενός μικρού εμπορικού κέντρου. Χάρηκε που με είδε, ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες στο διάλειμμα του προγράμματος ενός ρεπερτορίου easy-listening, ‘lounge’ μουσικής που με άφησε ακουστικά αδιάφορο και δεν το σχολίασα. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για ένα βράδυ μουσικής στο Ronnie Scotts, το περίφημο Jazz Club του Birmingham. Tην συνόδευσα με χαρά και αυτοπεποίθηση και πολλές προσδοκίες και απόλαυσα διαφορετικού επιπέδου και πρωτόγνωρα μουσικά ακούσματα σε ένα club μουσικής για το οποίο είχα ακούσει πολλά και ήθελα πολύ να επισκεφτώ. Δυστυχώς, η Yolanda, αφού μοιράστηκε γρήγορα ένα ποτό στο τραπεζάκι που είχαμε κλείσει, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας σε δημόσιες σχέσεις με καλλιτέχνες, ατζέντηδες και impresarios, που σύχναζαν στο club, για να προβάλει την καλλιτεχνική περσόνα και δουλειά της. θα μπορούσε εκείνη η βραδιά να αποτελέσει αφετηρία για περαιτέρω εμβάθυνση της φιλίας μας, αλλά τελικά, και μετά από ένα τελευταίο μεταμεσονύχτιο ποτό στο φουαγιέ και την αναχώρηση μας με το ταξί πρόσφερε λίγα κάτω από τις προσδοκίες μας. Έξω από το διαμέρισμά της, παρά κάποιες κρυφές ελπίδες, δεν έτεινε χείρα πρόσκλησης, αλλά με ένα γρήγορο και αδιάφορο φιλί με καληνύχτισε κουρασμένη.

Ξαναβρεθήκαμε, μετά από λίγες μέρες και μια ακόμα θερμή πρόσκληση, νωρίς ένα βράδι στο διαμέρισμά της. Ήταν ελαφριά ντυμένη στη ρόμπα της και καθίσαμε στις δύο άκρες του τριθέσιου καναπέ της. Περίμενα να πρόσφερε αλκοόλ για να ζεσταθούμε και λυθούμε, και αναγκαία συνθήκη σε τέτοιες περιπτώσεις ώστε να ξεπεράσω τις έμφυτες συστολές και πάρω το θάρρος για μια  σαρκική προσέγγιση, αλλά καταστάλαξα στο τσάι που και η ίδια θα έπινε. Η ώρα πέρασα με μια κουβέντα που γρήγορα εξαντλήθηκε σε αθώες και ανιαρές ουδετερότητες, από αυτές που συνήθως ανταλλάσσονται στο πρώτο ραντεβού, με την πλέον αξιομνημόνευτη πληροφορία ο συναρπαστικός δεσμός της νεότερης αδερφής της με επαγγελματία ποδοσφαιριστή της Aston Villa. Σύντομα η βραδιά κατέληξε σε διαλείμματα σιωπής, σε αμηχανία και αδιέξοδο. Μου φάνηκε κουρασμένη -οι απαιτήσεις του πάλκου είναι μεγάλες, όπως μου έλεγε, ίσως και να ήταν αδιάφορη ως προς την παρουσία και τις προθέσεις μου. Την καληνύχτισα νωρίς, χωρίς καμιά πρόοδο στην άγουρη σχέση μας, χωρίς δεσμεύσεις.

Της ξανατηλεφώνησα μετά από λίγες μέρες σε μια ύστατη προσπάθεια να κατακτήσω, παρά τις εμφανείς μου αδυναμίες και μειονεξίες, μια γοητευτική, όσο και απόμακρη και κλεισμένη στον γυάλινο κόσμο της γυναίκα που δυνητικά θα μπορούσε να είχε μεταμορφώσει τη ζωή μου. Μου είπε ευγενικά: “Let’s face it Leo, we don’t seem to go anywhere…Κατάλαβα. Δεν απογοητεύτηκα. Είχα έγκαιρα φανταστεί και προβλέψει με μεγάλη πιθανότητα τέτοια κατάληξη -ανάμεσα σε έναν βαρετό επιστήμονα, μετανάστη χωρίς πολλά στηρίγματα στον καινούργιο του τόπο, και μια καλλιτέχνιδα που κινείτο σε πιο φαντασμαγορικούς κύκλους. Ξαναείδα το καλλιτεχνικό της προφίλ στην προσωπική της ιστοσελίδα στο ίντερνετ μετά από χρόνια. Δεν άλλαξε στην εμφάνιση και την απασχόλησή της. H ζωή της, όπως είχα υποψιαστεί από την αρχή της χλωμής γνωριμίας μας ήταν το τραγούδι και παρέμεινε σε αυτό, συμπληρωμένο από μερικές μικρο-δουλειές modelling· ένας αγώνας για καταξίωση, όπου λίγοι μετά από προσωπικές θυσίες καταφέρνουν να επιπλεύσουν, πριν το νεανικό τους ταλέντο ξεθωριάσει από τον καιρό, σε περιβάλλοντα αδυσώπητα ανταγωνιστικά, πολύ μακριά από τον δικό μου.

14 - Σταθμός "Τριάντα"

Από την άλλη πλευρά της ζωής, εκείνη της επαγγελματικής καριέρας, οι κουρασμένες και κουρεμένες φιλοδοξίες από τη στρατιωτική θητεία άρχισαν, μέσα από την δουλειά, να ξαναζωντανεύουν. Κατευθύνσεις και στόχοι άλλαζαν, βέβαια, και οι ορίζοντες ένιωθα ότι ολοένα χαμήλωναν μετά την επιστροφή από την Αμερική. Χωρίς να διεκδικώ επιστημονικές «αριστείες» ή διακρίσεις έκανα στη δουλειά ό,τι μπορούσα με τα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος και του τρέχοντος περιβάλλοντος, πάντα ευσυνείδητος. Δεν βρισκόμουν στην πρωτοπορία κάποιας τεχνολογίας αιχμής, αλλά οι ώρες ενασχόλησης στο εργαστήριο με τους ανθρώπους και τα όργανά του γέμιζε γενικά ικανοποιητικά το μεγάλο κομμάτι της ζωής που συνιστά η εργασία.  

Πέρα από τη δουλειά υπήρχαν οι ψιλο-κουβέντες με συναδέρφους. Απολάμβανα την ευπροσηγορία και ζεστή μουσικότητα της Welsh προφοράς του Adrian ή την ομορφιά της επίσης Welsh κοπέλας του με τα κέλτικα ροδοκόκκινα μάγουλα και χείλη, που μπαινόβγαινε στον χώρο μας για να τον συνοδεύσει στο πρωϊνό τσάι ή στη λέσχη του προσωπικού για το μεσημεριανό φαγητό. Καμιά φορά κατέβαινα κάτω, στο Staff Room της σχολής, στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο ξεκίνημα της εργάσιμης μέρας και το μεσημέρι ή αργότερα το απόγευμα, παρόλο που τέτοια διαλείμματα μου φαίνονταν καταχρηστικά στη συχνότητα και διάρκεια τους και συνετέλεσαν στο να σχηματίσω διάφορα στερεότυπα περί εργατικότητας και εργασιακής κουλτούρας των Βρετανών. Άλλες φορές περνούσα από το γραφείο του Δρ. Κ για μια καλημέρα, εν γνώσει του κινδύνου της πολυλογίας στην οποία θα υποβαλλόμουν. Και όταν αργά το απόγευμα το εργαστήριο άδειαζε, έσκυβα μπροστά στο τερματικό μου για να συμμετέχω στις ατέρμονες συζητήσεις στο USENET για τα εθνικά ζητήματα: το ‘Μακεδονικό’ που βρισκόταν στο προσκήνιο της ελληνικής επικαιρότητας και τα ελληνοτουρκικά, και λιγότερο για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα. Ως προς το τελευταίο, χωρίς  να έχω εγκαταλείψει (προς θεού!) την μαρξιστική μέθοδο στην ανάλυση οικονομικών ζητημάτων, είχα πλέον αποδεχτεί και συμβιβαστεί με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Ήταν κάτι στο οποίο εφεξής θα υπέτασσα και προσάρμοζα τη ζωή μου. Οι κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις ξεπερνούν κατά πολύ και αναγκαστικά διαμορφώνουν τις επιθυμίες και βούληση του ατόμου.   

Με το Γιώργο η φιλία μας ωρίμασε και στέριωσε. Βρεθήκαμε τα Χριστούγεννα του 1992 στην κοινή μας πατρίδα, τη Θεσσαλονίκη, για μια «μπυρούλα», όπως λέγαμε. Μετά την επιστροφή τον καινούργιο στο Birmingham, από τη μια για να φέρω βόλτα τα οικονομικά μου που αιμορραγούσαν από το νοίκι, καθώς πάνω από το μισό του μισθού πήγαινε στην πληρωμή του, τον προσκάλεσα -με πολύ ευνοϊκούς όρους, είναι αλήθεια- να συγκατοικήσουμε. Βρισκόταν στην τελευταία ευθεία πριν την ολοκλήρωση του διδακτορικού του και μοιραζόταν ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα μια από τις φτωχογειτονιές της κυρίως ασιατικής μειονότητας, το Moseley, και δέχτηκε με χαρά τη μοιρασιά του διαμερίσματος και των εξόδων. Άρχισα να στέκομαι οικονομικά καλύτερα στα πόδια μου και με τη αναπάντεχα γενναιόδωρη «αποζημίωση» της ασφάλειας από το διαλυμένο SEAT στο ατύχημα που ήμουν συνυπεύθυνος, αγόρασα ένα περισσότερο αξιοπρεπές Vauxhall με ένα αξιοπρεπέστερο χρώμα: κόκκινο Βουργουνδίας.

Μετά τη στροφή της J προς το σμπαραλιασμένο οικογενειακό της παρελθόν, οι εκδρομές στο Rednal έπαψαν, ενώ οι εντυπώσεις από τις ερωτικές στιγμές που ζήσαμε άρχισαν να περνούν στα περιθώρια της μνήμης. O ελεύθερος χρόνος, πέρα από τις αντιπαραθέσεις στο USENET με Έλληνες εθνικιστές, περνούσε παρακολουθώντας ή παίζοντας με συναδέρφους ποδόσφαιρο, άσκοπα στριφογυρίσματα ανάμεσα στα πλήθη που τα σαββατοκύριακα κατέκλυζαν ασφυκτικά το τότε κλειστοφοβικό κέντρο της μεγαλούπολης, μουντά κυριακάτικα απογέματα στο Ascot για να δούμε κάποια ταινία «τέχνης» με τον George (όπως αρχίσαμε πλέον να τον αποκαλούμε), είτε αργά τα σαββατόβραδα για ποτά, ελληνική μουσική και καμιά φορά φαγητό στο Ulysses, όπου συνέκλινε στο σύνολό της η ελληνική κοινότητας: στην πλειοψηφία τους «Ελληναράδες» φοιτητές με κάμποσα λεφτά γονιών για ξόδεμα σε ψυχαγωγία, σε μικρότερο βαθμό μεταπτυχιακοί, σαν το George και την παρέα μας, και περιστασιακά οι δυο-τρεις συνάδερφοι επιστήμονες. Tο Athens το είχαμε εγκαταλείψει. Δεν προσφερόταν για νέες γνωριμίες, παρά μόνον για ενδοκοινοτική κακόμοιρη διασκέδαση κάτω από τον πατερναλιστικό καταναγκασμό του ιδιοκτήτη. Εν ολίγοις, βυθιζόμουν στον κόσμο γύρω μου και γινόμουν «θύμα» της καθημερινότητας του, όπως θα έλεγε ο Heidegger, χωρίς πλέον καταστάσεις και στιγμές που θα με σήκωναν υπεράνω της. Με άλλα λόγια, εισερχόμουν στη φάση της ζωής όπου o χρόνος μετριέται συμβατικά και σε μεγάλο βαθμό κυλάει απαρατήρητος· όπου κάθε παρόν μπορεί να έφτιαχνε παρόν, αλλά το κάθε παρόν αυτό καθαυτό δεν βιωνόταν σε «στιγμές» μέσα από καταστάσεις αυτοδημιούργητες -με δικές αποφάσεις και πρωτοβουλία. Ο υπαρξισμός, ως φιλοσοφία ζωής, μου ήταν άγνωστη τότε και στην προσωπική μου ζωή ενεργούσα ασυνείδητα και από συνήθεια ή ακολουθώντας νόρμες και ρεύματα.

Έτσι, χωρίς όπως συνήθως συμβαίνει να το έχουμε αντιληφθεί, έφτασε στο τέλος της και η τρίτη δεκαετία της ζωής. Και τα γενέθλια των τριάντα χρόνων, τυπικός σταθμός πολλών στη ζωή (για ανεξήγητους λόγους δεδομένης της συνέχειας του χρόνου και τη μη προβλεψιμότητα δραματικών μετασχηματισμών σε αυτόν), θα γινόταν ενδεικτικό ορόσημο στροφής προς νέα στάδια, λιγότερα ανέμελα, λιγότερο χαρούμενα: τα γιόρτασα στο διαμέρισμα, με τον συγκάτοικό μου Γιώργο και τον Δρ. Κ τον Κύπριο. Ο Γιώργος μου δώρισε μια κούπα καφέ με την κολακευτική επιγραφή: ΄The sexiest 30 year old, in the whole wide world’, ενώ τίμησε την επέτειο με μακαρονάδα σπεσιαλιτέ του, που όμως την βάραινε υπερβολικά με αλάτι, ίσως εξαιτίας της γενικότερης τσαπατσουλιάς που τον διάκρινε σε οικιακά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της μαγειρικής. «Μας λύσσαξες, ρε!» ήταν η κριτική του Δρ. Κ, αλλά την φάγαμε. Το βράδι πέρασε με συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, πολιτικές αντιπαραθέσεις για το Κυπριακό, τεστ των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων του Δρ. Κ. Ήταν ένα από τα ελάχιστα γενέθλια που δεν ξεχάστηκαν παρά την κακομοιριά τους, χωρίς καμιά όμως ενδοσκόπηση για τα χρόνια που πέρασαν, κανένας καινούργιος στόχος για τον προσεχές μέλλον. Είχα ακόμη άφθονο καιρό μπροστά μου για να αποδώσω στον χρόνο την δέουσα αξία. Είχα;  

Tuesday, October 21, 2025

13 - Πρώτο από Πολλά Αντίο

 Λίγο παραπέρα, στο θορυβώδες Crown, το άλλο δημοφιλές pub της περιοχής ιδιαίτερα ανάμεσα στη νεολαία της, ένα Σαββατόβραδο βγήκαμε με μια νέγρα φίλη της, την Jessica, για τη καθιερωμένη ρουτίνα που ξεκινούσε με πολλές μπύρες και θα κατέληγε σε ένα πάθος αισθήσεων στην κρεβατοκάμαρα της J. Ίσως να είχα αφήσει στίγματα στη μνήμη της από κείνο κρύο πλάσμα που φανέρωσα στο πάρτι της βάφτισης, και δεν πέρασε πολύ ώρα, ούτε πολλά τραγούδια στο juke-box του pub -μερικά διαλεγμένα από μένα, προτού, έχοντας με και πάλι ξεχάσει και αγνοήσει την παρουσία μου σε μια γωνιά του pub, άρχισε, με τη φίλη της παρέα, τις γνώριμες πλέον ερωτοτροπούσες κουβεντούλες και γέλια με μια παρέα αντρών που στεκόταν στο μπαρ. Όταν το pub κόντευε να κλείσει, εξακολούθησε, περιτριγυρισμένη από την άγνωστη impromptu αντρική συντροφιά να δείχνει απορροφημένη, από πειρακτικά λόγια ή και γλυκόλογα. Την πλησίασα στην ομήγυρή της και με το θάρρος του μεθυσμένου, της άγγιξα το μανίκι και της είπα: “Im going now. Are you coming?” Mε τα γλαρωμένα από το ποτό μάτια της να με κοιτάζουν υποτιμητικά, απάντησε χαμογελώντας ειρωνικά και νεύοντας με την παλάμη της μπροστά στο πρόσωπό μου: “Bye-bye, L! See you when Ι see you! Bye-bye!” Θα μπορούσα να την χτυπήσω ξανά και μάλιστα μπροστά σε κόσμο, αλλά προτίμησα να βγω από το pub παραπατώντας. Χωρίς την επήρεια του αλκοόλ θα ένιωθα την ταπείνωση μιας βρεγμένης γάτας.

Είχα μόνο μετρημένα λεφτά στην τσέπη για ταξί από εκείνη την άκρη της μεγαλούπολης, και πήρα τον πάρα πολύ μακρύ δρόμο για τo διαμέρισμά στο Edgbaston -τον ίδιο δρόμο που έπαιρνε το λεωφορείο της γραμμής. Περπατώντας κατά μήκος του έρημου πεζοδρομίου στα όρια της περιφραγμένης βιομηχανικής περιοχής, πριν από το roundabout στην κεντρική πύλη του εργοστασίου του Longbridge και ένα αυτοκίνητο με την J, την Jessica, και δεν ξέρω ποιους άλλους της με προσπέρασε με κατεύθυνση για το κέντρο. Είδα το χέρι μιας πρόσχαρης J από το ανοιχτό παράθυρο να με χαιρετάει περιφρονητικά: “Bye-bye, L! So long, L! Good luck, L!” Συνέχισα τον ατέλειωτο δρόμο μου σκυφτός, παραλυμένος από το πιοτό ώστε να αισθανθώ κάποια φούρια από το σαρκαστικό και ταπεινωτικό αντίο. Θα ήταν οριστικό; Μετά από μιάμιση ώρα περπάτημα, εκτιμώντας ότι είχα αρκετά χρήματα για το υπόλοιπο της διαδρομής, σταμάτησα κάποιον ταξιτζή στο τέλος της νυχτερινής του βάρδιας για να με πάει σπίτι. Ξύπνησα την άλλη μέρα με την λογική υπόσχεση στον εαυτό μου να μην την ξαναδώ.

Και όμως την ξαναείδα! Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν ήταν κάποιος κοινός έρωτας όπως τον είχα νιώσει στο παρελθόν που ασκούσε εκείνη την ισχυρή έλξη. Το στοιχείο της αγάπης, όπως την καταλάβαινα σε κείνη την φάση της ζωής, τα συναισθήματα που αναπτύσσονται και διαχέονται στη διάρκεια μιας σχέσης και συμβίωσης ανάμεσα σε δυο ερωτευμένους παρά τη σεξουαλική πράξη, και που η τελευταία είτε απλώς κορυφώνει, είτε για λίγα λεπτά παραμερίζονται προς όφελος της ικανοποίησης των αισθήσεων, τέτοιου είδους αγάπη δεν υπήρχε. Φαίνεται ότι με την J, ο έρωτας υπήρχε για την πράξη και αποκλειστικά για αυτή τα λεπτά που διαρκούσε. Ήταν ένας θεόρατος και βραχύς παλμός στο χρόνο, μια έκσταση αισθήσεων και συναισθημάτων ταυτόχρονα, μια ενότητα και ολοκλήρωση, που παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε μεγάλες περιόδους αδιαφορίας, απώθησης, αντιπάθειας, ακόμα και μίσους. Αυτή η παρόρμηση ενός σχεδόν αποκλειστικά σεξουαλικού έρωτα (ή ερωτικού σεξ) ήταν που με τραβούσε πίσω στο κορμί της -και μόνον αυτή, προτού, με τον ίδιο ρυθμό, να επέλθουν οι συγκρούσεις και η απώθηση στο σημείο εκκίνησης.

Και έτσι συνεχίστηκαν για μήνες, και εν τέλει για πολλά χρόνια από το πρώτο μας ραντεβού, εκείνες οι τροχιές που ξεκινούσαν από εκστατικό έρωτα, όπου πραγματικά και ουσιαστικά γινόμαστε ένα σώμα, για να περάσουν μετά από βίαιες συγκρούσεις μίσους σε φάσεις αδιαφορίας, μέχρις ότου μια λανθάνουσα ακατανίκητη έλξη για αυτό που έλειπε και στους δύο, το ερωτικό πάθος, στο ίδιο  σημείο εκκίνησης. Το «ατύχημα» δεν άργησε να συμβεί, λίγους μήνες από την πρώτη δεκεμβριάτικη νύχτα-ορόσημο στο Bridge, όταν η J ανακοίνωσε κοφτά ότι ήταν έγκυος, και πόσο συναισθηματικά απαίσια θεωρούσε την έκτρωση, που για αυτήν σήμαινε «δολοφονία μιας μικρής ζωής» με την συγκατάθεσή της. Αλλά πείσθηκε από την μάνα της, μετά από κλάματα και οδυρμούς, να την κάνει. Έδωσα το παρόν εκείνο το πρωί στο σπιτικό της, για να προσφέρω από ευσυνειδησία την όποια ψυχική συμπαράσταση μπορούσα, για να δείξω ότι τουλάχιστον το γεγονός βάραινε κατά κάποιο τρόπο και τη δική μου συνείδηση. Τη βρήκα δακρυσμένη στην αγκαλιά της μάνας, που τελικά την συνόδεψε στο γιατρό. Η αλήθεια είναι ότι έδειξα έλλειψη ενσυναίσθησης με μοναδικά  ελαφρυντικά το ότι δεν ήξερα πως να αντιδράσω στο πρωτόγνωρο για μένα και αναπάντεχο περιστατικό της εγκυμοσύνης και, ίσως, το ότι ως άντρας το πατρικό ένστικτο, αν υπάρχει, μάλλον διαφέρει ουσιαστικό από το μητρικό. Με την απόφαση της να πάει στην κλινική ένιωσα ανακούφιση, που όσο και αν προσπάθησα να την αποκρύψω πίσω από μια μάσκα ανησυχίας και στενοχώριας, την ανακάλυψε και την αποκάλυψε χάριν στο αξιοθαύμαστο ένστικτο που τη διέκρινε, το γενικά αλάθητο γυναικείο ένστικτο που τελικά διαπίστωσα και με ξεγύμνωνα εφεξής από κάθε προσποιητό συναίσθημα και ψέμα – ένα ένστικτο που η Jane διέθετε σε υπερθετικό βαθμό. Και θα υπενθύμιζε εκείνο το περιστατικό και τη στάση μου για πολύ καιρό ακόμα.

Για την ώρα, μάλλον κουρασμένη από τις περιπέτειες της με μένα και, ίσως, με τους κάθε τυχάρπαστους με τους οποίους θα ερωτοτροπούσε σε κάθε ευκαιρία σε pubs και night-clubs, ίσως και από τον καταναγκασμό που ακόμα ασκούσε ο σύζυγος P, ίσως και υπό την πίεση της οικογένειας της, ίσως -και εξίσου πιθανόν- από έγνοια και αγάπη για τα παιδιά της, έφερε πίσω στο σπιτικό τον P.  Για ένα διάστημα είχα αποκλειστεί από τη ζωή και τον έρωτά της. Οι περιοδικοί κύκλοι βίαιης έλξης και σύγκρουσης και απώθησης διακόπηκαν και στην προσωπική μου ζωή επικράτησε μια άχρωμη νηνεμία. Θα ήταν το πρώτο κι ένα από τα πολλά «τέρματα» ενός μακροχρόνιου φουρτουνιασμένου δεσμού, μιας πορείας με πολλά απότομα σκαμπανεβάσματα

12 - Άστατοι Καιροί στο Birmingham

Με την ερωτική χημεία και τις αισθησιακές απολαύσεις ως μοναδικά κίνητρα, η σχέση με την J συνεχίστηκε παρά τις αντιξοότητες. Από τα pubs της γειτονιάς στο κρεβάτι της, από το κρεβάτι της στο επόμενο πρωινό, στο πανεπιστήμιο για δουλειά και για λίγο πρωτόγονο internet ακόμα και τα απογέματα σαββατοκύριακων. Το διαμέρισμά μου αν και περιποιημένο δεν με χωρούσε. Οι βιολογικές ορμές περίμεναν την βραδινή ερχόμενη βραδινή έξοδο και διανυκτέρευση στο σπίτι της Shepley Road. Μέσα από τις εξόδους με την J σε δημόσιους χώρους, που αδιάλειπτα συνοδευόταν από κατανάλωση αλκοόλ εκατέρωθεν, άρχισα να ανακαλύπτω πλευρές του χαρακτήρα και πτυχές της συμπεριφοράς της J που θα εξόργιζαν κάθε «νορμάλ» άντρα-συνοδό της, ανεξάρτητα κουλτούρας και ανατροφής. Είχε την συνήθεια, ίσως από κάποια έμφυτη ανασφάλεια που θα επιδεχόταν ενδελεχούς ψυχανάλυσης, μια συνήθεια που κατά κανόνα τίθετο σε ενέργεια μετά από ένα σημείο μιας άκρατης κατανάλωσης αλκοόλ, να επιλέγει κάποιον άντρα από το πλήθος, που θα της χαμογελούσε ή θα της ψιθύριζε κάποια κολακευτική εξυπνάδα στο μπαρ, και επακόλουθα να αφιερώνει καμιά φορά και το υπόλοιπο της βραδιάς να χαριεντίζεται και συχνά να ερωτοτροπεί με τον τυχαίο τύπο, με ένα ποτό στο ένα χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο, αγνοώντας τον νόμιμο συνοδό ή και τον εκάστοτε -υποτίθεται- εκλεκτό της καρδιάς της. Τέτοια συμπεριφορά, άγνοιας και περιφρόνησης προς τον καθορισμένο συνοδό της βραδιάς, τακτικά επαναλαμβανόμενη μετά από ένα σύντομο, αρχικό και μεταβατικό στάδιο γνωριμίας και εξοικείωσης στη σχέση, προκαλούσε φυσικά οργή· όχι απαραίτητα από ζήλεια (πολλές φορές, αν έκρινε κάποιος από τις φυσιογνωμίες με τις οποίες χαριεντιζόταν χωρίς τέλος, δεν υπήρχε καν αντικείμενο και δεν τίθετο θέμα ζήλειας), όσο από την πλήρη αποστασιοποίηση της και άγνοια της παρουσίας μου λίγο παραπέρα, στον ίδιο χώρο και εντός του πεδίου οπτικής επαφής της. Η αρχική δικαιολογία, που αρχικά πρόβαλλε, αλλά ξεθώριαζε με τον καιρό και την επανάληψη, ήταν ο εγκλωβισμός της από πολύ νέα σε έναν γάμο που από αφέλεια ή νεανική αθωότητα αποδέχτηκε, στη φροντίδα από πολύ νέα παιδιών, την ανάγκη να ανοιχτεί στον έξω κόσμο και να χαρεί τα νιάτα της. Κι εγώ, φαίνεται, της είχα δώσει μιαν μοναδική και ανέξοδη ευκαιρία για μια ανάσα ελευθερίας και τέρψης με ωφέλεια.

Λογικά, μια περιφρόνηση που κινείτο στο ευρύ φάσμα από την αμέλεια και της απλή πρόκληση μέχρι και την χλεύη και την ταπείνωσε, πλήγωνε τον ευμεγέθη εγωϊσμό μου, και οδηγούσε σε καυγάδες στην ίδια συχνότητα με τα καμώματα της J. Καυγάδες που, όπως πρωτόμαθα στην Αγγλία, σε κατάσταση μέθης, και μάλιστα μέθης από μπύρα, μπορούσαν να οδηγήσουν μέχρις και την χρήση σωματικής βίας και άλλες ακραίες καταστάσεις. Μερικές φορές, στην βίαια κορύφωση τους, κατέληγαν σε κλήση της αστυνομίας και σε μια περίπτωση μου στοίχισαν λίγες νυχτερινές ώρες σε κελί. Θα περνούσε, όμως, καιρός πριν συνειδητοποιήσω, στην πλήρη τους διάσταση, τέτοιου είδους αδυναμίες (ή και ανωμαλίες) στον ψυχισμό της -σε συνδυασμό με τον προβληματικό δικό μου, και τις επιπτώσεις που θα είχαν στον καθ’ οδόν βίον.

To πρώτο επικίνδυνο χαντάκι στο κακοτράχαλο μονοπάτι της ζωής με την J τον συνάντησα ένα βράδυ που με κάλεσε να την συνοδεύσω στο πάρτι γνωστών της όχι μακριά από το σπίτι στο Rednal. Αγνοημένος και παραμελημένος για το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς, παρείσακτος και με κανέναν που να κουβεντιάσω, να πίνω διάφορα ποτά μέχρι τα όρια της μέθης, και κάθε κάλεσμα μου να φεύγαμε για το σπίτι να έχει είτε αγνοηθεί, είτε περιφρονηθεί προκλητικά από την J (που έριχνε σποραδικές, αδιάφορες ματιές προς το μέρος μου και ήξερα ότι έβλεπε και ίσως καταλάβαινε τα νοήματά μου), αποφάσισα αργά μετά τα μεσάνυχτα να πάρω τον πολύ μακρύ δρόμο για το διαμέρισμά μου στο Edgbaston· τρεκλίζοντας, χωρίς να ξέρω ακριβώς πότε θα έφτανα εκεί και με τι μέσο, τέτοια ώρα της νύχτας. Στη γέφυρα πάνω από τον κύριο δρόμο που διέσχιζε τη συνοικία, στην ερημιά της νύχτας άκουσα τα βήματα και τις φωνές της J, πίσω μου. Φοβήθηκε, άραγε, να μην την εγκατέλειπα τόσο νωρίς στην περιπέτειά μας;  Μετά από έναν έντονο μονόλογο μου, όπου υπερασπίστηκα μιαν άγνωστη για την J αλλά ήδη κουρελιασμένη αξιοπρέπεια, και το μυαλό θολωμένο από το πιοτό, την χαστούκισα με δύναμη στο αριστερό μάγουλο. Ήταν η πρώτη φορά που ως ενήλικας σήκωνα χέρι σε συνάνθρωπο, πόσο μάλλον σε γυναίκα. Περιέργως, αλλά για πρώτη και τελευταία φορά στην τρικυμιώδη ιστορία μας με τη J, το δέχτηκε χωρίς να πει τίποτε και χωρίς βίαια αντίδραση. Είχε αντίληψη της συμπεριφοράς της; Είχε καταφέρει η ίδια να ξεμεθύσει; Το ίδιο βράδυ, όπως ήταν συχνά η κατάληξη μετά από τέτοια ξεσπάσματα οργής και βίας, τυλιχτήκαμε από το ίδιο πάθος, την ίδια ερωτική φωτιά. 

Δεν πέρασα πολύς καιρός που, η Joanna D, μια Ιρλανδέζα πρώην συμμαθήτρια και φίλη της στη γειτονιά, μια πρόσχαρη και φιλική και ευγενική κοπέλα, που τα ωραία χρώματα του προσώπου της, του φρέσκων ρόδινων μάγουλων και των μεγάλων μπλε ματιών, κάπως σπίλωνε ένα εξαιρετικά μακρύ πηγούνι, μας κάλεσε στο πάρτι που θα ακολουθούσε το βάπτισμα του μωρού της. Εκείνη τη φορά, πίνοντας σε μια γωνιά, μόνο και μόνο για να ξεπεράσω τις έμφυτες αναστολές μου σε περιβάλλον με κόσμο, ενώ η J κοινωνικοποιείτο άνετα με γνωστούς και αγνώστους γύρω μας, στράφηκα προς τον εαυτό μου. Μου συνέβαινε και εξακολουθεί να συμβαίνει συχνά, όταν οι προσπάθειες να ξεπεράσω κοινωνικούς φραγμούς και να εκδηλωθώ ανάμεσα σε ανθρώπους, παρά την χρήση ως μέσου του αλκοόλ, αποδεικνύονται μάταιες, το αίσθημα αποξένωσης από το περιβάλλον στο οποίο προσπαθούσα να ανοιχτώ, να γίνεται εντονότερο, να κλείνομαι περισσότερο στον εαυτό και το καβούκι μου, έως και να αναπτύσσω μιαν ψυχρότητα, μιαν ανεξήγητη αγένεια και αβάσιμη εχθρότητα προς το ανθρώπινο περιβάλλον που δεν με αφομοίωσε όπως περίμενα, παρά την σιωπή μου στο περιθώριό του. Ήθελα ξανά τότε να δραπετεύσω, να επιστρέψω στο διαμέρισμά μου, να ξεμεθύσω συλλογιζόμενος, να αναθεωρήσω εκείνη την σχέση. Καβαλήσαμε μετά από πολλά ποτά, πάνω από τον νόμιμο όριο, το SEAT μου και αφού άφησα την J και το κορίτσια της έξω από το σπίτι τους, στην εσωτερική λωρίδα του πλατιού δρόμου έξω από το πανεπιστήμιο ζαλισμένος από το πιοτό, χωρίς οξείς τις αισθήσεις και χαμηλά τα αντανακλαστικά, καρφώθηκα σε ένα σταματημένο αυτοκίνητο, που οδηγός του ήταν λατινοαμερικάνος. Προς καλή μου τύχη και το αυτοκίνητο που με ακολουθούσε καρφώθηκε στο SEAT μου, ενώ προς ακόμα καλύτερη μου τύχη η ευτραφής αστυνομικός που κλήθηκε να διερευνήσει το ατύχημα και να αποδώσει ευθύνες, αν και με πήρε συνέντευξη από απόσταση αναπνοής, περιέργως δεν ανίχνευσε οσμή αλκοόλ στα χνώτα μου, ενώ έλαβε σοβαρά υπόψιν την κατάθεση ενός καλοπροαίρετου μάρτυρα που δήλωσε ότι δεν είχα άλλη επιλογή, παρά να καρφωθώ στο σταματημένο αυτοκίνητο, καθώς τη στιγμή πριν τη σύγκρουση στην εξωτερική λωρίδα κινούταν αυτοκίνητα με μεγάλη ταχύτητα. Το SEAT είχε αποτελειωθεί και κατέληξε σε μάντρα. Η επόμενη μου επίσκεψη στην ερωτική φωλιά του Rednal και στην J, η οποία παρά το ολιγόμηνο αλλά ήδη αρκετά ταραγμένο παρελθόν δεν έπαψε να με μαγνητίζει με τη ζωντάνια και το πάθος της, θα γινόταν με λεωφορείο όπως και στο πρώτο ραντεβού.

11 - Ο Ελέφαντας στο Δωμάτιο

O ερωτικός παροξυσμός εκείνης της νύχτας του Δεκέμβρη, σε ένα σπίτι νοικιασμένο από έναν εργάτη και την μητέρα δυο παιδιών, από τον δήμο της εργατικής συνοικία της μεγαλούπολης, δεν με εκτροχίασε από την καθημερινότητα της σχολής. Αλλά οι ανεξίτηλες, ζωηρά χρωματισμένες  εντυπώσεις από εκείνη τη νύχτα ασκούσαν (αναπόφευκτα για έναν στερημένο) μια ισχυρή έλξη, με απροσδιόριστους στόχους, πέρα από την καθαρά αισθησιακή ικανοποίηση, ώστε να επιδιώξω να την ξαναδώ. Στο πρώτο σύντομο χριστουγεννιάτικο ταξίδι στην Ελλάδα μετά την δεύτερη μετανάστευση, συναντήθηκα για τελευταία φορά με την E. Η ξενέρωτη μας συνάντηση για ένα ποτό στον Μύλο δεν εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό και μοιραία κατάληξε στο κενό του «όλα περασμένα-ξεχασμένα», μαζί με ένα δάκρυ συγκίνησης εκατέρωθεν όταν την άφησα έξω από την πολυκατοικία της, αυτή τη φορά στην Παπάφη. Και κείνο το δάκρυ γρήγορα στέγνωσε. Ο επίλογος είχε ήδη γραφεί κάπου στα μισά της στρατιωτικής θητείας.  

Κι έτσι, ξαναβρεθήκαμε με την J με την πρώτη ευκαιρία, τον Γενάρη του 1993. Μια και μοναδική φορά στο διαμέρισμά μου στη Harborne Road, αλλά σε πιο τακτά διαστήματα στο σπίτι της στο Rednal, μετά από τις καθιερωμένες πλέον μπύρες στο Bridge. Και κάθε φορά κάναμε έρωτα με το ίδιο πάθος κι ένταση, χωρίς φιλοσοφικού περιεχομένου συζητήσεις. “Plain J, no nonsense!” Την πανδαισία και, κατόπιν, ηρεμία στο τέλος μιας απόλυτης ικανοποίησης των αισθήσεων, ερχόταν να την σπιλώσει η απρόβλεπτη συμπεριφορά του συζύγου, του αντίζηλου, του απατημένου και ίσως ταπεινωμένου P. Ήταν φορές που τα βράδια χτυπούσε απρόσμενα την εξώπορτα με δύναμη που υποδήλωνε οργή, ενώ στο σαλονάκι δίπλα πίναμε τη μπύρα μας. Το άνοιγμα της πόρτας από τη J ακολουθούσε πάντα ένας διαπληκτισμός και μια λογομαχία στην οποίο επικρατούσε η βαριά, βαθιά, και βραχνιασμένη από το τσιγάρο φωνή του P. Τις λεπτομέρειες του μικρο-καυγά, που συνήθως γινόταν επί τοιούτου, απέφευγα να ακούσω, ενώ ταυτόχρονα προετοιμαζόμουν ψυχολογικά για το ενδεχόμενο μιας βίαιης συμπλοκής. Ένα σαββατιάτικο πρωινό, που επισκέφτηκε το πρώην σπιτικό του ως συνήθως απροειδοποίητα, αλλά με την βάσιμη δικαιολογία, αν όχι πρόφαση, να δει τα κορίτσια του, αφού παραμέρισε βίαια την J στην εξώπορτα, ανέβηκε με γοργά και βαριά βήματα στον πάνω όροφο, ενώ ήμουν μισόγυμνος και ξαπλωμένος στο συζυγικό κρεβάτι. Αναστατώθηκα, χωρίς να πανικοβληθώ, και με ένα θάρρος, που περιέργως καταφέρνω και μαζεύω σε αξιοσημείωτο βαθμό κάτω από παρόμοιες περιστάσεις, προετοίμασα τον εαυτό μου για αψιμαχία. Αφού κατούρησε επιδεικτικά και με ανοιχτή πόρτα στο μπάνιο δίπλα στην κρεβατοκάμαρα, σαν στο σπίτι του (που με μια έννοια ήταν), κατέβηκε με τα ίδια γρήγορα βήματα, εκτόξευσε μερικές βρισιές και πικρόχολα αστεία στην brummie διάλεκτο της περιοχής, και έφυγε.

O P σε μερικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά μου έμοιαζε, αν και θα περνούσαν πολλά χρόνια πριν τον αντικρύσω, από κοντά, για λίγα δευτερόλεπτα πρόσωπο-με-πρόσωπο. Είχε την ίδια σωματική διάπλαση, πυκνό, σκούρο μαλλί που από νωρίς είχε αρχίσει να γκριζάρει -κάτι για το οποίο σε κάθε ευκαιρία, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατηγορούσε την J, και μια βαθιά και επιβλητική φωνή. Είχε σπινθηροβόλα γαλανά μάτια, αλλά η οδοντοστοιχία του, όπως μου την περιέγραψε η J, είχε σκουραίνει, σχεδόν καταστραφεί από καταχρήσεις του τσιγάρου και του «χόρτου», του χαλαρωτικού γιατρικού όπως η μπύρα, πολλών Βρετανών εργατών στο τέλος της βδομάδας.   

Στην αρχή ανάπτυξα ένα αίσθημα συμπάθειας για τον P, τον εργάτη-εφαρμοστή σε ένα τοπικό εργοστάσιο ανταλλακτικών -δορυφόρο της μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας, που η γυναίκα του τον πέταξε από το σπιτικό του, τον απομάκρυνε από τα παιδιά του που εμφανώς αγαπούσε, για να φέρει έναν μορφωμένο «τζιτζιφιόγκο» σαν του λόγου μου και να διαλύσει ό,τι ελάχιστο στεκόταν ακόμα όρθιο στη σχέση τους. Η ζήλια και οργή από την επίγνωση ότι κάποιος άλλος απολάμβανε την αγκαλιά της για τρία-και-βάλε χρόνια νεαρής και παθιασμένης γυναίκας του πίσω από τις κατεβασμένες κουρτίνες του πρώην σπιτικού του, ήταν κατανοητή και κανένα εγγλέζικο φλέγμα, καμιά ιδιοσυγκρασία δεν θα αρκούσαν να συγκρατήσουν τις εκδηλώσεις τους. Είχα νιώσει παρόμοια συναισθήματα ζήλιας και θυμού, μέχρι και μίσους, σε παρόμοιες περιστάσεις, αν και ομολογουμένως σχετικά παιδαριώδεις και τάξεις μεγέθους μικρότερης σημασίας για τον καθ’ οδόν βίον. Ήταν κατανοητές οι αντιδράσεις του P, και ως άνθρωπος ευσυνείδητος και με κάποιο ήθος, ένιωθα ενοχές, που διαστέλλονταν σε κάθε επίσκεψη του, σε κάθε αναφορά της μεγαλύτερης κόρης στον πατέρα που της έλειπε, στη μουσική και τις φωτογραφίες που άφησε πίσω, ακόμα και το σκεφτικό βλέμμα της J τις στιγμές που κάπνιζε. Από τη μεριά της, όταν έθιγα το θέμα με αφορμή τις ενοχές μου, έδειχνε γενικά αποφασισμένη και κατηγορηματικά αφοριστική για το παρελθόν της· ότι το είχε εγκαταλείψει πίσω της άπαξ δια παντός, ανακαλώντας βίαιους καυγάδες και καταχρήσεις, καταλήγοντας: ‘P was taking me for granted for a long time and the penny has finally droppedYou know what I do mean?’

Στις αρχές εκείνου του χρόνου, με τη βοήθεια του Δρ. ΚΚ, είχα αγοράσει ένα μεταχειρισμένο SEAT για χίλιες πεντακόσιες λίρες, και οδηγούσα με αυτό στο Rednal, στη γειτονιά της J. Όταν ένα πρωινό βρήκα ένα από τα λάστιχα του ξεφούσκωτο, αδιαμφισβήτητα έργο του P -όπως επιβεβαίωσε με ένα ακατανόητο γέλιο το ίδιο πρωινό και η J «που τον ήξερε καλά», περιέργως δεν με κυρίευσε κάποιος θυμός και το αντιμετώπισα με ψυχραιμία και καρτερικότητα. Δικαιολογούσα τις αντιδράσεις του, από κάποιον απρόθυμο ή μάλλον οδηγούμενο από το αόρατο χέρι του πάθους στο ρόλο του θύτη και σφετεριστή, του επιδρομέα στα ερείπια του κάστρου μιας αδύναμης οικογένειας, του ξενόφερτου εγωιστή και επίβουλου νέων ανθρώπινων ζωών, που εκ των υστέρων διακατέχεται από τύψεις συνείδησης για τις ενέργειες του. Η απανταχού νοητή και φυσική παρουσία του P στην περιφέρεια της σχέσης με την J, οι ενοχές που λόγω χαρακτήρα δεν κατάφερα ποτέ να καταπνίξω, το χάσμα κουλτούρας και μορφωτικού επιπέδου, οι εμφανείς ταξικές διαφορές όσο και αν ήθελα να τις παραβλέψω, όλα αυτά και άλλα πολλά, μοιραία διατήρησαν τον δεσμό μας χαλαρό: να περιστρέφεται γύρω από τα pubs, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, και τον μεθυσμένο, παθιασμένο έρωτα που ακολουθούσε στις βδομαδιάτικες εκδρομές στο Rednal.

10 - Το Σπίτι της Shepley Road

 Έντεκα η ώρα και το καμπανάκι για την τελευταία παραγγελία σήμανε. Το εργατικό pub σε λίγο θα έδιωχνε τον λίγο κόσμο του και θα έκλεινε. Παρά την κατάχρηση του αλκοόλ και την ρηχή κουβέντα, ένιωσα μια αναζωογόνηση σε σώμα και πνεύμα, εξαιτίας της αδρεναλίνης από την προσδοκία αυτού που θα ακολουθούσε, και λιγότερο από τις εντυπώσεις και εμπειρίες που μου άφησε η επίσκεψη στην εργατική συνοικία της J και το pub της. Βγήκαμε από τους τελευταίους και ενώ ο publican είχε αρχίσει να τακτοποιεί τα καθίσματα και τραπεζάκια του μαγαζιού του, και πήραμε την ανηφόρα του παράδρομου πίσω από το pub προς το σπίτι της. Δεν θυμάμαι να με προσκάλεσε, αλλά ούτως ή άλλως τέτοια ώρα είχα υποχρέωση να συνοδεύσω την κοπέλα μέχρι το σπίτι της. Η θερμοκρασία είχε πέσει κάτω από το μηδέν και το ψιλό χιόνι από τις τελευταίες μέρες είχε παγώσει στα πεζοδρόμια. Έβαλα το χέρια γύρω από τη μέση της J και με προσεκτικά βήματα περπατήσαμε την ανηφοριά μέσα στην παγωμένη ομίχλη, κάτω από το θαμπό φωτισμό του δρόμου. Στρίψαμε δεξιά προς έναν καμπυλωτό δρόμο, όπου μπροστά σε ένα προαύλιο με παρκαρισμένα αμάξια, ένα από μια σειρά όμοιων, ενωμένων και παραταγμένων στην σειρά σπιτιών από τούβλα με μικρές αυλές κάτω από το παράθυρα της πρόσοψης, βρεθήκαμε στο κατώφλι της.

Άνοιξε την πόρτα και την ακολούθησα μέσα. Σαν να θεωρούσαμε σιωπηρά και οι δύο αυτονόητες – και την πρόσκληση και την κατάληξη της βραδιάς. Στιγμιαία ένιωσα ότι παραβίασα το άσυλο του σπιτιού απροσκάλεστος, ετερόκλητος, παρείσακτος σε ένα οικογενειακό καταφύγιο που για καιρό η J μοιραζόταν με τον άντρα της· όπου δυο μικρά παιδιά κοιμόνταν στα υπνοδωμάτιο του πάνω ορόφου. Αλλά οι ερωτικές επιθυμίες, που είχαν σταδιακά φουντώσει, υπερκέρασαν κάθε ενδοιασμό και δεύτερη σκέψη. Η J αφού πλήρωσε τη νεαρή babysitter, έβαλε ένα CD του Aaron Neville, από τη συλλογή που είχε αφήσει πίσω ο σύζυγός της, αλλά άρεσε και στους δύο, και ήρθε με ένα ποτήρι χυμό από την κουζίνα. Η σαλοτραπεζαρία ήταν ζεστή, αλλά έκλεισε την πόρτα πίσω της και, παρά τη ζεστασιά, ανέβασε στο φουλ το γκάζι.

Έκατσε δίπλα μου, στον κόκκινο, φθαρμένο καναπέ απέναντι από το τζάκι γκαζιού και χωρίς κουβέντες, με υπόκρουση τα τραγούδια του Neville, χωρίς καθυστέρηση κάναμε αυτό που από τη στιγμή που κάθισε δίπλα μου στο pub, θρόνιασε και βασίλευε στο μυαλό μας και υπαγόρευε η ηλεκτροχημεία των οργανισμών μας, παρόλο που δεν το ομολογούσαμε. Ήταν πρωτόγνωρο και εκστατικό· η J ένα ηφαίστειο, που την έκρηξη του, με τις λίγες ώρες αισθηματικής ιστορίας που προηγήθηκαν κανείς δεν θα το προέβλεπε.  Στον καναπέ, πάνω στο χαλί μπροστά στο τζάκι, ξανά στον καναπέ, με τρόπους που μόνο δύο άνθρωποι εξοικειωμένοι με την σάρκα και τις επιθυμίες του συντρόφου τους, θα τολμούσαν. Το πάθος της J στην ηχηρή παθητικότητά της το έπλαθα και μεταχειριζόμουν κατά βούληση. Ακίνητη από κάτω μου, παραδομένη στο έλεος των κινήσεών μου, αναστέναζε με ένταση και γλυκύτητα που είχα καιρό να αφουγκραστώ. Ήταν ένα κρεσέντο που από τα αυτιά, στο μυαλό και από εκεί στο αντρικό μέλος ασκούσε μια θετική ανάδραση. Η κάθε κίνηση μέσα έφερνε ρυθμικούς αναστεναγμούς απόλαυσης, αυξανόμενος σε ένταση. Είχε αφεθεί. Είχα συντονιστεί από την πρώτη φορά. Υπήρχε ενότητα και πληρότητα. Και αντιλήφθηκα τότε εκείνην την ανεπαρκώς εξηγημένη και εν πολλοίς ανορθολογική έννοια της ερωτικής χημείας και των αντιδράσεων της ανάμεσα σε δύο εραστές. Η ερωτική πανδαισία, αξιοσημείωτης στα χρονικά μου διάρκειας, εξάντλησε και τους δύο. Σαν ζόμπι ανεβήκαμε στην κρεβατοκάμαρα πάνω και αποκοιμηθήκαμε  ο ένας δίπλα στον άλλο. 

Το άλλο πρωί σηκώθηκα σχετικά φρέσκος και νηφάλιος. Οι επιπτώσεις του αλκοόλ είχαν μετριαστεί  από τις δράσεις της προηγούμενης βραδιάς. Ούτε υπήρχε εκατέρωθεν κάποια αίσθηση αμηχανίας ή ενοχών. Μου πρόσφερε έναν άθλιο στιγμιαίο καφέ στο καθιστικό, στο καναπέ με ίχνη από τις περιπτύξεις της πλήρως ικανοποιητικής νύχτας που προηγήθηκε. Η σκέψη και αναμνήσεις με διέγειραν εκ νέου, ώστε να αρχίσω να επιζητώ και σχεδιάζω την επανάληψή της. Η ίδια έκανε για τον εαυτό της τσάι, το εγγλέζικο νεροζούμι με γάλα. Σε λίγο κατέβηκε η S, ένα πανέμορφο κοριτσάκι τριών χρονών, με μακριά χρυσόξανθα μαλλιά, που μόλις με είδε κατευθύνθηκε προς το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο από πίσω, στράφηκε προς τη γωνία του τοίχου μακριά από μένα και έσκυψε το κεφάλι της, γυρνώντας το που και που, με κλεφτές ματιές, προς το μέρος μου. Πίστεψα ότι έκλαιγε, έχοντας συνηθίσει την παρουσία του πατέρα της, αντί ενός ξένου και άγνωστου άντρα στο σπίτι και αυτό δημιούργησε ενοχές. Αργότερα, η J μου εξήγησε ότι όλα αυτά ήταν φυσιολογικό, ήταν από την φυσική συστολή ενός μικρού παιδιού απέναντι σε έναν άγνωστο. Μετά η J έφερε στην αγκαλιά της την A, ενός χρόνου, και την έβαλε να καθίσει στο υπερυψωμένο κάθισμα για μωρά για το πρωινό της. Και η A είχε ξανθά, σταχένια μαλλιά. Κάτω από τη φράντζα ξεχώριζαν κάτι τεράστια μπλε μάτια, που με κοιτούσαν επίμονα και περιεργαζόταν μετά από κάθε κουταλιά χυλού που έβαζε στο στόμα της -με εξαιρετική τεχνική για την ηλικία της. Όταν τέλειωσε το πρωϊνό, έβαλε τον αντίχειρα στο στόμα της και τον βύζαινε, καθώς μισόκλεινε, χαλαρή και ευχαριστημένη, τα μεγάλα μάτια της.

Με το που τέλειωσα τον καφέ μου, χωρίς να έχω ανταλλάξει κάποια κουβέντα με τα κοριτσάκια, παρά μόνο ματιές και χαμόγελα (δεν ήξερα πως αντιδρούσε κάποιος σε τέτοιες καταστάσεις), άγγιξα το χέρι της J, ανταλλάξαμε ένα ‘See you!’ και πήρα το μακρύ δρόμο για το πανεπιστήμιο. Θα την ξανάβλεπα. Θα τους ξανάβλεπα όλους τους. Ξεκινούσε μια μεγάλη περιπέτεια, υπαρξιακών διαστάσεων, που μεταξύ άλλων θα με βύθιζε βαθιά στην κουλτούρα και την κοινωνία της δεύτερης πλέον πατρίδας μου. Θα διαμόρφωνε τα πιο παραγωγικά χρόνια, όπως λένε, της ζωής μου και της ακμή της, και θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το υπόλοιπό της.