Συμπληρωνόταν ένας χρόνος ζωής στο Birmingham και, κατά τα φαινόμενα, βάδιζα σε ένα ομαλό και ήσυχο μονοπάτι. Αλλά, η ζωή χρειαζόταν (και πάντα χρειάζεται!) αλλαγές οποιασδήποτε μορφής, κάτι που να τάραζε τα νερά της στασιμότητας. Με βαριά καρδιά, κυρίως για οικονομικούς λόγους και λιγότερο γιατί η συγκατοίκηση με τον Γιώργο και οι καθημερινές του συνήθειες άρχιζαν να ενοχλούν μιαν εν πολλοίς κληροδοτημένη ή εξ ανατροφής ιδιοσυγκρασία, αποφάσισα να τερματίσω το συμβόλαιο ενοικιαστήριου του σχετικά πολυτελούς διαμερίσματος στο Harborne, της πρώτης από πολλές κατοικίες στην Αγγλία. Μαζί με το συμβόλαιο θα τελείωνε και η συγκατοίκηση με τον George, παρά τις χαλαρές εκκλήσεις του να το ανέβαλα μέχρι να τέλειωνε τις σπουδές του. Εκ των υστέρων αυτό δημιούργησε ενοχές. Και η φιλία μας τερματίστηκε άδοξα κάπου εκεί.
Ο George
επέστρεψε σε ένα ακόμα καταθλιπτικότερο από το πρώτο του
διαμέρισμα στη λαϊκή γειτονιά του Moseley, με τυχαίους συγκάτοικους, ενώ εγώ που επιθυμούσα να διερευνήσω την αξία
της ιδιαιτερότητας και ιδιοκατοίκησης, και, βέβαια, για να εξοικονομήσω
χρήματα, κατέληξα σε ένα σκοτεινό και υγρό ισόγειο ενός τραγικού μικρού κτίσματος
που πριν δεκαετίες λειτουργούσε ως στάβλος αλόγων, αλλά πρόσφερε προσιτό
ενοίκιο. Ο μικρός ορθογώνιος μετασχηματισμένος σε διαμέρισμα προς ενοικίαση χώρος,
είχε αυτοσχέδια χωριστεί με ξύλινα διαχωριστικά φτηνής πλαστικής επένδυσης: σε
ένα υποτυπώδες υπνοδωμάτιο, που μόλις χωρούσε ένα μονό κρεβάτι, μια εξίσου υποτυπώδη
κουζίνα από έναν πάγκου για πρωϊνό, δυο σκαμπό και ένα παλιό ψυγείο, και ένα
κουβούκλιο με έναν ανεμιστήρα για εξαερισμό, που λειτουργούσε ως τουαλέτα και
ντους, και του οποίου η λεπτή πόρτα που έτριζε, άνοιγε κατάφατσα σε κάτι που φωτισμένο
από το μικρό παράθυρο της πρόσοψης έμοιαζε με καθιστικό. Η επίπλωση ήταν παλιά,
φτηνή και φτωχική – για φοιτητές και παρακατιανούς ενοικιαστές: ένα μονό
ντιβάνι πίσω μια ντουλάπα που έγερνε, μια πολυθρόνα και ένας διθέσιος καναπές,
με φθαρμένες και αταίριαστες με τη μοκέτα εμπριμέ επενδύσεις. Ένας πίνακας με
ένα μαύρο άλογο απέναντι από την είσοδο της κουζινούλας, αντί να προσθέσει χάρη,
με τον θλιμμένο τόνο και θλιβερό γούστο του, υπενθύμιζε κάθε πρωινό στο νέο εκλεπτυσμένο
νοικάρη την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του, τη λούμπα στην οποία έπεσε. Η
μικρή βιβλιοθήκη, που τη γέμισα με τα βιβλία που έφερα από Ελλάδα και άλλα που
αγόρασε εκεί, δεν κατάφερε να αναβαθμίσει την αισθητική του χώρου.
Ένας ψηλός
ξύλινος φράκτη και μια μεγάλη πόρτα χώριζε και έκρυβε το μικρό προαύλιο, που μόλις
χωρούσε ένα αυτοκίνητο, και κάπως έκρυβε τον «στάβλο» από την πλούσια γειτονιά με
τις όμορφες επαύλεις, κυρίως ακαδημαϊκών, και τον δρόμο μπροστά που λίγα λεπτά
περπατήματος οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο. Την αίσθηση της φτώχιας και κακομοιριάς
του καταλύματος που κάτω από πίεση επέλεξα, την μεγέθυνε δυσανάλογα το
αρχοντικό του ενοικιαστή. Αυτό υψωνόταν μεγαλοπρεπές δίπλα, μπροστά σε έναν
απέραντο κήπο με περιποιημένο γρασίδι που απλωνόταν κάτω από μια πλατιά βεράντα,
όπου κάθισα για πρώτη και τελευταία φορά με τον άρχοντας της έπαυλης να υπογράψω
το εξάμηνο συμβόλαιο ενοικίασης.
Στο διαμέρισμά το φως, ακόμα και στις λίγες
περιζήτητες σε κείνον τον τόπο ηλιόλουστες μέρες, έμπαινε λιγοστό από το μικρό τσιγγούνικο
παράθυρο, ενώ μια αποκρουστική μυρουδιά, κλεισούρας, μούχλας, απολυμαντικών,
και μπογιάς, κυριαρχούσε στον μπαγιάτικο αέρα του, που όπως ήταν κρυμμένο πίσω
από τον φράχτη ήταν δύσκολο να ανανεωθεί ακόμα και με ανοιχτά παράθυρα και
πόρτες. Οι προσπάθειες να βελτιώσω την αισθητική και λειτουργικότητα εκείνης
της «τρύπας» απέβησαν άκαρπες. Σε κάθε επιστροφή από τη δουλειά η καρδιά μου
βυθιζόταν στη μιζέρια του, που έφερνε λόγια του Dante στο μυαλό: ‘Abandon all hope ye who enter here’. Η παράταση των ωρών δουλειάς μέχρι αργά το
βράδυ, πρόσφερε μια λύση και διατηρούσε το ηθικό μου λίγο πάνω από τα κατώφλι
της κατάθλιψης. Φυσικά, αν και σε απόσταση αναπνοής από την δουλειά, δεν
κάλεσα, ούτε καν έδωσα το στίγμα του καινούργιου μου καταλύματος στον George και τον Δρ. ΚΚ, και
κανέναν άλλον. Ντρεπόμουν για εκεί που είχα καταλήξει να περνάω τις ώρες
μοναξιάς πριν και μετά τον ύπνο μου, για εκεί που κατέληγε η ζωή μου. Ο Δρ. ΚΚ
το είχε διαισθανθεί και κατανοούσε τη μελαγχολία που με κυρίευε τις παρατεταμένες
βραδινές ώρες μακριά από το «σπίτι» μου.
Εκείνο το καλοκαίρι του 1993, η J επιχείρησε να ανοίξει, δειλά
και διστακτικά και ένοχα- μέσω μιας φίλης της – ένα κανάλι επικοινωνίας με την
προοπτική να αρχίσουμε να ξαναβρισκόμαστε, με ό,τι ήθελε προκύψει. Κάτι μέσα
της την τραβούσε πίσω σε μένα. Οι βδομάδες προσπάθειας ανασύνδεσης και
αναβίωσης της συζυγικής της σχέσης με τον P–«για το καλό των παιδιών» κάτω από μια κοινή
στέγη, κατέληξαν όπως αναμενόταν σε ένα δεύτερο τέλμα και την οριστική κατάρρευση
του γάμου και της οικογενειακής συμβίωσης τους. Όχι μόνον η ιστορία των
ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά και πολλές προσωπικές ιστορίες επαναλαμβάνονται –
την δεύτερη φορά ως φάρσα, όπως λένε. Κάτω από τις περιστάσεις η παρουσία της J ξανά στην ζωή ήταν μια αχτίδα
φωτός στο σκοτάδι που με περίβαλε, μια παρηγοριά. Συνοδεία της φίλης της, μιας
Ινδικής καταγωγής γυναίκας με όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου και το όνομα Stacey, που ο άντρας της
την εγκατέλειψε με δύο κοριτσάκια να επιζεί με κυβερνητικά επιδόματα, βρεθήκαμε
μια καθημερινή βράδι σε ένα pub στο Northfield, στα μισά του δρόμου από το Rednal. Σε λίγο η Stacey, αφού βοήθησε να σπάσει ο υποτίθεται πάγος,
αλλά περισσότερο να καλύψει την αμηχανία από κάποιες ενοχές και
συναισθηματισμούς της J, μας άφησε μόνους.
Ξαναβρεθήκαμε μετά από λίγες μέρες για μερικά
ποτά στο κέντρο της πόλης και από εκεί, αργά το βράδυ, μεθυσμένοι από μπύρες όπως
πάντα, στον «στάβλο» που είχε γίνει σπιτικό μου. Στη θέα του νέου μου
καταλύματος, η J έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα, από την δυσάρεστη έκπληξη, κι
έβγαλε εκείνο το χαρακτηριστικό «Αααα!» με τη λεπτή χαριτωμένη φωνή της, κάτι
ανάμεσα σε γέλιο και αναφώνημα έκπληξης. Ως υπερβολικά καθαρή που ήταν, με προσοχή
να μην αγγίξει τις ακάθαρτες επιφάνειες γύρω μας, με συνόδευσε στο στενό ντιβάνι.
Παρά το περιβάλλον, αποσπασμένοι για λίγα λεπτά από την κακομοιριά και
αθλιότητά του, κάναμε τον ίδιο έρωτα, τον ολοκληρωτικό και απόλυτο, όπως ακριβώς
εκείνον που είχαμε διακόψει από άλλου είδους ενοχές πριν μερικούς μήνες. Και
έτσι θα συνεχίζαμε κουτσά-στραβά μαζί και πάλι, αν και με επιφυλακτικότητα,
κάποια απόσταση και λιγότερα συχνές συνευρέσεις.