Ο προβιβασμός από νεοσύλλεκτο σε ΛΥΒίτη μπορεί να μην αύξησε τον αριθμό των
εξόδων μου στο Ναύπλιο (το αντίθετο συνέβη!) αλλά επέφερε στη ζωή δυο
μικρο-βελτιώσεις. Πρώτον, μας δόθηκε το δικαίωμα να βγαίνουμε φορώντας πολιτικά
ρούχα, κρύβοντας έτσι το μίασμα του φαντάρου, παρακάμπτοντας το απαρτχάιντ που
επέβαλε η κοσμική κοινωνίας της πόλης, και εκφράζοντας στοιχειωδώς την
προσωπικότητά μας. Δεύτερον, παλιώνοντας και ωριμάζοντας στον μικρόκοσμο του
στρατοπέδου, εξοικειωμένοι πλέον με πρόσωπα και καταστάσεις και, κυρίως, έχοντας
κάτω από εμάς ένα και δύο στρώματα φαντάρων από τις επόμενες σειρές, μπορούσαμε
να χαρίσουμε στους εαυτούς μας μικρές ελευθερίες: παράταση της εξόδου πέρα από
τις καθορισμένες από τον κανονισμό ώρες (στην πράξη, μέχρι την αναφορά του
επόμενου πρωϊνού) και την επιβαλλόμενη από ξενύχτια σχετικά απερίσπαστη
απογευματινή ξεκούραση στο θάλαμο.
Κάποιες φιλίες δημιουργήθηκαν. Η προσωρινότητα της θητείας, της πεπερασμένης
παραμονής στο ένα ή το άλλο στρατόπεδο, οι μετακινήσεις, οι ακανόνιστες και
ασύγχρονες έξοδοι και άδειες, περισσότερο από όλα η οικογενειακή και
αισθηματική κατάσταση του καθενός, παρά την συμβατότητα προσωπικοτήτων, γούστων
κι ενδιαφερόντων και μια συντροφικότητα φυσικά αναπτύσσεται σε δύσκολα
περιβάλλοντα, στέριωνε φιλίες. Οι ρίζες τους όμως δεν αποκτούσαν βάθος ώστε να
αντέξουν το πέρασμα του χρόνου, την κινητικότητα νέων ανθρώπων και την μετανάστευση
σε άλλους τόπους-κυρίως προς αναζήτηση δουλειάς και συντροφιάς. Γνώρισα,
πάντως, ανθρώπους που υπό διαφορετικές συνθήκες και απουσία των φυγόκεντρων
δυνάμεων που αναπτύσσονται στα νιάτα μας θα μπορούσαν να γίνουν φίλοι στενοί,
ίσως εφ’ όρου ζωής –στο βαθμό πάντα που ένας εσωστρεφής και ακοινώνητος χαρακτήρας
ενδείκνυται για τέτοιες σχέσεις.
Το Γιώργο τον Χ, διανοούμενο αρχιτέκτονα, συντοπίτη Σαλονικιό, τον γνώρισα
ενώ εκπαίδευα τη διμοιρία όπου είχε καταταγεί ως νεοσύλλεκτος. Επαγγελματίας με
σημαντικές προοπτικές εξέλιξης και ανάδειξης, υπό την αιγίδα κάποιου καθηγητή
της σχολής του, και ήδη με αξιόλογες μελέτες και έργα στο όνομα, τα οποία άρεσε
να συζητάει με το ανεπαίσθητο συμπαθητικό ψεύδισμα που διέκρινε τον λόγο του.
Στην προσωπική του ζωή ήταν αυτό που λέμε «κατασταλαγμένος», καθώς συζούσε κι
εργαζόταν κάτω από τις ίδιες στέγες με τη μνηστή, συμβία και συνέταιρο στο αρχιτεκτονικό
γραφείο. Η συμπάθεια μας ήταν αμοιβαία. Ο Γιώργος υπήρξε από τους λίγους στον
στρατό που άνοιξα τον εαυτό μου, επειδή ενδιαφερόταν γνήσια να τον ανακαλύψει.
Έτσι, στις ανάπαυλες της εκπαίδευσης του διηγούμουν, τις δικές μου ιστορίες και
πάθη, έρωτες και χωρισμούς, από το πτυχίο μέχρι την κατάταξη διαμέσου της
Αμερικής. Προσκλήσεις του στο μελετητικό του γραφείο και στο σπίτι του για καφέ
σε μια κοινή άδεια και μετά το τέλος της θητείας τις δέχτηκα με χαρά: μου έλεγε
τότε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι «θα μου σύστηνε μια εξαιρετική κοπέλα,
αδέσμευτη, αρχιτεκτόνισσα και αυτή». Εκτός αυτού, ήταν ευκαιρία εκείνες να δω και
με τι ασχολείται, ίσως να έρθω σε επαφή με τις επαγγελματικές του διασυνδέσεις,
χρήσιμες στη μετά τη θητεία εποχή για κάποιον που ένιωθε χαμένος. Αλλά εκείνες
οι επισκέψεις στο μελετητικό του γραφείο στο Ιπποδρόμιο, όπου ομολογουμένως
μπαινόβγαιναν αρκετές εμφανίσιμες αρχιτεκτόνισσες, και μετά στο διαμέρισμα του στην
Βασιλίσσης Όλγας δεν απέδωσαν ανάλογα με τις προσδοκίες και ελπίδες που ένας σχετικά
απελπισμένος νους κρυφά καλλιεργεί στη μοναξιά του. Άλλωστε, ποιας νέας κοπέλας,
παρά τις λιγοστές αρετές και την μη αμελητέα μόρφωση και κουλτούρα που διέθετα,
θα περνούσε από το μυαλό να συνάψει σχέση με έναν άνθρωπο που δεν είχε
προσανατολισμό, και δεν ήξερε τι γύρευε, που αλλού πατούσε και αλλού βρισκόταν,
ενώ η ηλικία που θα σήμαινε το πέρασμα των νιάτων του κόντευε.
Στην προσωπικότητα ενός άλλου Σαλονικιού και Καλαμαριώτη, με τον οποίο
συνδέθηκα κάπως στενότερα εκείνο, του Χαρ_, συγκεραζόταν χαρακτηριστικά ανόμοια από εκείνη
του Χ. Με τον Χαρ_ βρεθήκαμε στον ίδιο λόχο ΛΥΒιτών μετά το τέλος της βασικής
εκπαίδευση. Διανοούμενος σαν τον Χ δεν ήταν: είχε τελειώσει μιαν οικονομική
σχολή και με τη βοήθεια διασυνδέσεων του πατέρα του είχε ξεκινήσει «καριέρα»
τραπεζικού υπαλλήλου. Για λόγους που ποτέ δεν κατάλαβα, την αγαπούσε τη δουλειά
του στην τράπεζα ο Χαρ_. Τον έλκυαν βέβαια η σιγουριά και σχετική μονιμότητα
της, ο μικρός αλλά σταθερός μισθός και, η αργή μεν αλλά γραμμική εξέλιξη που
εξασφάλιζε μέσα από τάξεις συναδέρφων -ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας. Και
μιλούσε για την ανιαρή στα μάτια πολλών δουλειά του εκείνη με μιαν ανεξήγητη
δόση περηφάνιας· αυτήν που διαθέτουν όσοι πιστεύουν ότι έχουν «βολευτεί» εφ’
όρου ζωής και απαλλάχτηκαν από την βιοπάλη -ένα μεγάλο βάσανο της ζωής . Πολλοί
θα τον χαρακτήριζαν ως έναν βαρετό (άχρωμο και άοσμο), μικροαστό δημόσιο
υπάλληλο, με ορίζοντες χαμηλούς, ανάλογους με το ανάστημά του που δεν
ξεπερνούσε το δικό μου. Απέπνεε, με άλλα λόγια, την κακομοίρικη νοοτροπία, χαρακτηριστική
πολλών της προηγούμενης γενιάς -αυτή της «ανοικοδόμησης» όπως η Μάνα, που νέοι
άνθρωποι με εμπειρίες ζωής έξω από τα στενά όρια της φτωχής πατρίδας θα δυσκολευόταν
να κατανοήσουν σε ομήλικούς τους.
Αλλά ο Χαρ_ ήταν μοναχικός σαν και μένα. Φαινόταν απεγνωσμένος για
γυναικεία συντροφιά, αν και κατάφερνε εκείνη την απόγνωση να την κρύβει πίσω
από ένα γρήγορο, πονηρό και πλατύ χαμόγελο, ομολογουμένως συμπαθητικό, με το
κάτω χείλι να προεξέχει και σχηματίζει μια καμπύλη προς τα κάτω, όταν οι
συζητήσεις στριφογύριζαν γύρω από θέματα σχέσεων με το άλλο φύλο. Και σε κείνη
την φάση αυτό ήταν που μας έφερε κοντά -πέρα από την κοινή καταγωγή: το ότι
έψαχνε με τον ίδιο ίσως και παραπάνω ζήλο σύντροφο στη ζωή του. Με τη
δικαιολογία της άρρωστης από καρκίνο μάνας του (φανταστική ή πραγματική, κανείς
δεν ήξερε…), μιας διαζευγμένης χήρας που προσέβλεπε στην φροντίδα του γιου της,
και έναν παραπονιάρικο τόνο φωνής στις αναφορές του λόχου, που παρά την επιτηδευμένη
χροιά προκαλούσε αμηχανία, μέχρι και οίκτο, ακόμα και σε σκληρούς αξιωματικούς
και τους έφερνε ενώπιον ηθικών διλημμάτων, κατάφερνε και έπαιρνε συχνά
πολυήμερες άδειες για τη Θεσσαλονίκη. Μια φορά ανεβήκαμε στην πόλη μας μαζί,
αφού πρώτα σταματήσαμε από το σπίτι του πατέρα του στην Αθήνα, με σκοπό να γνωρίσουμε
κάτι κοπέλες, μια από τις οποίες ο πατέρας του προετοίμαζε για ταίρι του γιου
του -όπως ο ίδιος ο Χαρ_ μου είχε εκμυστηρευθεί.
Δεν έμαθα τελικά αν προέκυψε τίποτε κάποτε στη ζωή του Χαρ_ στον ερωτικό
τομέα. Όταν οι δρόμοι μας μετά το Ναύπλιο χώρισαν, και μέχρι να αποδημήσω για
δεύτερη φορά -αλλά ακόμα και μετά από αυτήν, εξακολουθούσε να επιδιώκει με μιαν
αφύσικη επιμονή την επικοινωνία και παρέα μαζί μου. Οι λίγες συναντήσεις μας για
πρωινό κυριακάτικο καφέ ή βραδινό ποτό στην Καλαμαριά, ελλείψει εκ μέρους του πολιτιστικών
ή πολιτικών ή οιωνδήποτε άλλων ενδιαφερόντων, αλλά και ενός κοινού κοινωνικού
κύκλου, εκφυλίστηκαν σε ρηχές συζητήσεις πάνω στα ίδια και τα ίδια πράματα, σε παρατεταμένες
περιόδους σιωπής. Φυσικά, δυνητικές γνωριμίες με το άλλο φύλο σε τέτοιες
καφετέριες και μπας που σύχναζαν αρκετά μικρότερες ηλικίες αποδείχτηκαν άκαρπες.
Κατάλαβα γρήγορα ότι δεν υπήρχαν πολλά πράγματα να με συνδέουν με έναν τραπεζοϋπάλληλο
και αποσκίρτησα.
Οι έξοδοι στο Ναύπλιο ήταν πολύ συχνότερες από ολιγοήμερες άδειες στη
Θεσσαλονίκη, και πρόσφεραν, υπό τις συνθήκες, γονιμότερο έδαφος για γνωριμίες
με μέλη του άλλου φύλου από τον ντόπιο πληθυσμό, καθώς ένα μεγάλο μέρος των
κοριτσιών της μικρής πόλης αναζητούσε απόδραση από τη φυλακή της οικογένειας
και της επαρχιώτικης ζωής, με έναν αστό, εμφανίσιμο, με κάποιο μορφωτικό
επίπεδο, κατά προτίμηση κονομημένο. Η μπογιά μου, ζυγίζοντας ένα ή δυο από αυτά
τα προαπαιτούμενα, λίγο-πολύ περνούσε. Το τι ακριβώς ζητούσα μέσα από τη ρευστή
και μίζερη κατάσταση της θητείας μου δεν το είχα διευκρινίσει· μάλλον
περιπέτεια, ολιγόωρη δραπέτευση από τη ζωή στον στρατώνα και, ανάλογα με την
περίπτωση, «ό,τι ήθελε προκύψει». Σύχναζα πλέον με πολιτικά ρούχα, αξιοπρεπέστερη
εμφάνιση και, κατά δύναμη, σενιαρισμένος σε κοσμικότερες καφετέριες και disco-bar του Ναυπλίου, σε μιαν οπορτουνιστική, χωρίς ψηλά κριτήρια, αναζήτηση γνωριμιών
– περισσότερο για την αναστήλωση του αντρικού εγώ μου.
Καμιά φορά βγαίναμε με τον Καραγιώργο, ένα γελαστό και ευπροσήγορο παιδί,
που, όμως, έχοντας δεσμό (σοβαρό κατά τα λεγόμενα του) και κάποια πατρική
επιχείρηση να ασχολείται, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του και την αρωγή από
βύσματα του μεγαλέμπορου πατέρα του, να δραπετεύει τα Σαββατοκύριακα στην Αθήνα.
Θα ήταν μια ή δύο φορές που μας συνόδευσε ο Κοντολιός, ένας βαρύς τύπος, τεμπέλης,
«λουφαδόρος» par excellence, που όντας παντρεμένος με μικρό παιδί,
κλαιγόταν, ελλείψει βύσματος, σε κάθε αναφορά του Λόχου για την κατανοητή στην
περίπτωσή του ανάγκη να παίρνει άδειες -για το «καλό της οικογένειας». Ο
Κοντολιός ήταν εκείνος που εν έτει 1991 είχε τελειοποιήσει, με τη χαλαρή σάρκα
λαιμού που κρεμόταν κάτω από το πηγούνι και σκυθρωπή φυσιογνωμία, τη
διασκεδαστική κίνηση του κεφαλιού μπρος-πίσω, κατά την κίνηση του ράμφους μιας
γαλοπούλας που βαδίζει, στους ρυθμούς της rap μουσικής.
Στις περισσότερες εξόδους, ο συνδυασμός φαντάρων της παρέας ήταν impromptu και η απαρτία της τυχαία. Εξαιτίας αυτής της
ετερόκλητης σύστασης και της έλλειψης ισχυρών κινήτρων από «βολεμένα» μέλη της
παρέας, ενός υπερβολικού επιδεικνυόμενου ζήλου για θηλυκή συντροφιά που το
«φανταριλίκι» δύσκολα κρύβει, και του νεαρού και άβγαλτου χαρακτήρα πολλών
κοριτσιών μιας γενικά καθώς-πρέπει επαρχιακής κοινωνίας, τέτοιες έξοδοι στην
συντριπτική τους πλειοψηφία αποδεικνύονταν άκαρπες. Η νυχτερινή επιστροφή στο
στρατόπεδο ενός ζαλισμένου από ποτά, μοναχικού φαντάρου, που καμιά φορά
κουβαλούσε μέσα το σεκλέτι κάποιας απόρριψης, ήταν ασήκωτη από την ψυχή· η
προοπτική του πρωϊνού εγερτήριου την καταπλάκωνε. Η καταπίεση από μέρες και
βδομάδες υπηρεσιών και αγγαρειών, μέχρι την επόμενη έξοδο, γινόταν αφόρητη.