Saturday, May 24, 2025

85γ - Ένας Φαντάρος: Μικρές Κατακτήσεις (Το Χριστινάκι)

Η τρίτη και τελευταία ευκαιρία με τον γυναικείο πληθυσμό του Ναυπλίου υποσχέθηκε περισσότερα. Με αυτό ως δεδομένο, μια ανεπιτυχής κατάληξή θα προκαλούσε απογοήτευση, αν όχι και κάποιον συναισθηματικό πόνο.

Σε ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα μπαρ του Ναυπλίου ως προς τη μουσική και τους θαμώνες του, (συγκριτικά με το ευρύτερο περιβάλλον της επαρχιακής πόλης και της δημογραφίας της), ίσως περιθωριακό και μποέμικο μπαρ του Ναυπλίου, παρόμοιο με εκείνο όπου είχα γνωρίσει την Ελβετίδα, απόμερα κρυμμένο σε ένα από τα γραφικά δρομάκια πίσω από την κεντρική πλατεία, συνάντησα τη Χριστίνα, το Χριστινάκι· μιαν απόφοιτο δασκαλίτσα, που τα καλοκαίρια ερχόταν από την Αθήνα στο πατρικό της, να επισκεφτεί την οικογένειά και να προσπαθήσει να αναβιώσει, απ’ ό,τι τελικά κατάλαβα, έστω και νοητά κάποιο χαμένο αισθηματικό παρελθόν. Η Χριστίνα ήταν μελαχρινή, με το ιδανικό ανάστημα για μένα και ένα λεπτό, όπως θα λέγαμε, φιδίσιο κορμί μέσα σε εφαρμοστό μπλουτζίν και ένα απλό άσπρο κοντομάνικο. Το πρόσωπο της ήταν χαριτωμένο και μόνιμα γελαστό –ακόμα και όταν η κουβέντα μας κατέφευγε σε έγνοιες, επαγγελματικές, οικογενειακές και αισθηματικές. Η επιδερμίδα του προσώπου της είχε διάσπαρτα ρηχά σημάδια από εφηβική ακμή, που όμως δεν έκανε προσπάθεια να τα καλύψει με μέικ-απ. Το εύκολο γέλιο, η διαχυτικότητα και ζωτικότητα της, οι λάμψεις της έκφρασής της, η γλυκιά και ελκυστική ματιά της, εύκολα αποσπούσαν την προσοχή από τις ατέλειες της επιδερμίδας.

Με λίγα λόγια, η Χριστίνα ήταν αυτό που έβλεπες: χωρίς φκιασίδια, μια ζωντανή ψυχή πίσω από διάφανα, παιχνιδιάρικα και γελαστά ματιά και μια μελωδική φωνή. Μου άρεσε, μου άρεσε πολύ, και ήταν ό,τι καλύτερο μου είχε συμβεί στους μήνες της θητείας στο Ναύπλιο. Ατυχώς και δυστυχώς, όμως, μια πολλά υποσχόμενη και θελκτική γνωριμία ξεκινούσε λίγες μόλις μέρες πριν την οριστική αναχώρηση μου από το Ναύπλιο. Πίστευα τότε ότι η έλξη ήταν αμοιβαία, όσο μπορούσα να συμπεράνω μέσα από τους εύθυμους και ζωηρούς της τρόπους. Το ίδιο βράδυ αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε. Μου έδωσε το τηλέφωνό της. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να μεθύσω ώστε να χαμηλώσω τα φώτα της ψυχής μου και να βάλλω νερό στα κριτήρια μου.

Μετά από λίγες μέρες πήγαμε για μπάνιο. Ανασηκωμένος στην αμμουδιά πάνω στους αγκώνες καμάρωνα τη χάρη του κορμιού της να βυθίζεται χωρίς δισταγμό στα κρύα νερά του Ιούνη. Ξεπέρασα μια ακόμα από τις φοβίες μου, αυτήν της επαφής με το κρύο νερό, επέδειξα τον δέοντα ανδρισμό, βούτηξα με σφιγμένα τα δόντια από πίσω της, και την αγκάλιασα κάτω από τα διάφανα νερά. Ήταν η τελευταία μέρα μου έξω από τον στρατώνα του Ναυπλίου, αλλά στο παραλιακό ταβερνάκι που φάγαμε μετά το μπάνιο, της εξήγησα την σπουδαιότητα που η παρουσία της στη ζωή μου είχε ήδη αποκτήσει μετά από δυο μέρες γνωριμίες, και κατάστρωσα μερικά πρόχειρα σχέδια για το εγγύς μέλλον. Το πόσο ρεαλιστικά ακούγονταν υπό τις συνθήκες ήταν αδύνατο να εκτιμηθεί. Δεν τα σεκοντάρισε με λόγια και προσθήκες ή αλλαγές, ούτε υποσχέσεις, αλλά το χαμόγελό της, ένα ή δυο καταφατικά νεύματα, μου έδωσαν ελπίδες. Θα τηλεφωνούσα από το Λουτράκι. Δεν ήταν μακριά από εκεί πέρα. Θα ξαναβλεπόμαστε σύντομα, να συνεχίσουμε αυτό που αρχίσαμε –και όπου μας έβγαζε. 

Friday, May 23, 2025

85β - Ένας Φαντάρος: Μικρές Κατακτήσεις (Μια Ξανθιά Τζένη)

Το κυνήγι για γυναικεία παρέα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που έχουν περιγραφεί, συνεχίστηκε. Το καλοκαίρι πλησίαζε, η πλατεία γέμιζε από νιάτα του Ναυπλίου και των Αθηνών και τις ορδές των φαντάρων του Κέντρου ανάμεσά τους να ψάχνονται και να ψάχνουν.  Ένα βράδυ, μετά από ποτά στα στέκια της πόλης, καταλήξαμε με ένα ταξί και λίγους πρόθυμους (πάντα βρίσκονταν τέτοιοι σε νυχτερινές περιπλανήσεις) σε ένα beach-bar στην αμμουδιά μιας παραλίας έξω από το Ναύπλιο. Στη γνώριμη κατάσταση μέθης που μας απαλλάσσει από αναστολές και χαλαρώνει κριτήρια επιλογών παρέας, γνώρισα μια ξανθιά, με καστανόμαυρα μάτια κι ένα θλιμμένο χαμόγελο, που και αυτό σπάνια το χρησιμοποιούσε στη συνομιλία της μαζί μου. Είχε καλοφτιαγμένο κορμί, που πάντα έχει σημασία στην προδιάθεση, και το πρόσωπο της στα χαμηλά φώτα του κλαμπ και κάτω από την παραμορφωτική επίδραση του αλκοόλ στις αισθήσεις, ιδιαίτερα των ειδώλων της όρασης, προσέδιδαν την εικόνα μιας τουλάχιστον εμφανίσιμης κοπέλας, ίσως και όμορφης. Οι αναμνήσεις από τις στιγμές που αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε, καθισμένοι στην αμμουδιά μπροστά στα κύματα, σβήστηκαν από τα πολλά κοκτέιλ που είχα καταναλώσει. Ερχόταν διστακτικά το ελληνικό καλοκαίρι και με προσκάλεσε για κυριακάτικη ηλιοθεραπεία και μπάνιο στην παραλία του Τολού τη μεθεπόμενη. Αυτό δεν το ξέχασα παρά την μέθη μου.

Την επόμενη μέρα του, ας το πούμε, beach party, υπέστην το μαρτύριο του φαντάρου που επέστρεψε στο στρατόπεδο του ξημερώματα, λίγες ώρες πριν την αναφορά, έχοντας καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ: το hangover εκείνο ήταν από τα χειρότερα που είχα να αντιμετωπίσεις. Το πρωινό, χλωμός και το κεφάλι καζάνι, σερνόμουν απεγνωσμένα πίσω από ασκήσεις και διαταγές, αλλά ήταν αδύνατο, στις μυρμηγκοφωλιές των φαντάρων και παρουσία αξιωματικών που, όπως διαπίστωσα, έχουν αετίσια μάτια, να βρω τόπο και χρόνο να ξαποστάσω, να κλείσω έστω και για λίγο τα μάτια. Το απόγευμα, ευγνώμων στον θαλαμοφύλακα, κατάφερα να κρυφτώ σε μια γωνιά της διμοιρίας των νεοσυλλέκτων και, κάτω από το διακριτικό και αξιόπιστο καραούλι του Γιώργου, να πλαγιάσω στο κρεβάτι του και να αναπληρώσω μερικές από τις ώρες του χαμένου ύπνου, πριν  ξαναφέρω μπροστά μου σκόρπιες εικόνες και λόγια από το προηγούμενο βράδι. Την «ξανθιά» Τζένη θα την ξανάβλεπα. Δεν θα έβλαπτε αυτό κανέναν, σε τίποτε.

Η Κυριακή προαναγγέλθηκε ζεστή και ηλιόλουστη. Η έξοδος από το πρωί είχε κανονιστεί και εξασφαλιστεί από μέρες. Ξεπέρασα ενδοιασμούς και συστολές, και ελαφριά ντυμένος πήρα το δρόμο μου για το Τολό προς αναζήτηση της «ξανθιάς» Τζένης. Την βρήκα παρέα με ένα ζευγάρι ξαπλωμένους στην αμμουδιά, πασαλειμμένοι με αντιηλιακά, να απολαμβάνουν την ηλιοθεραπεία τους. Μετά από συστάσεις και τα λίγα τυπικά, ξάπλωσα δίπλα της με τον άγριο ήλιο κατάφατσα. Τα χέρια μας αγγίξανε. Μου έβαλε και της έβαλα αντιηλιακό. Δεν είπαμε πολλά πράγματα, αλλά και τι να λέγαμε; O σκοπός της εξόρμησής στην παραλία του Τολού είχε κυνικά κίνητρα: να επαληθεύσω την καταλληλότητα και συμβατότητα της κοπέλας με αντρικά μου γούστα, τούτη τη φορά κάτω από το άπλετο φως της ανοιξιάτικης μέρας. Και καθώς είναι πιθανό σε τέτοιες περιπτώσεις, χωρίς το αλκοόλ να επιδρά στην κρίση και να αμβλύνει τις αισθήσεις, κάπως απογοητεύθηκα. Ήταν οι ξανθές τρίχες στη μαυρισμένη από ηλιοθεραπεία επιδερμίδα, ήταν το αγέλαστο, θλιμμένο στόμα, ήταν η απόμακρη παρέα της, ήταν μια αποξένωση από τον τόπο και τους ανθρώπους γύρω μου.

Μετά από λίγη ώρα χαριεντισμών και χειρονομιών και κάτι πλάνα λόγια που ξεστόμισα για την επιθυμία να την ξαναδώ και να συνεχίσουμε την ετερόφυλη φιλία που ξεκίνησε στο beach party και όπου αυτή μας τραβούσε (που δεν θα ήταν μακριά στον χρόνο, είναι αλήθεια), χαιρέτισα και έφυγα, χωρίς να ακολουθήσω τους άλλους στη θάλασσα για κολύμπι. «Θα τα πούμε στην γνωστή κεντρική καφετέρια του Ναυπλίου, κοντά στην πλατεία…» στην επόμενη έξοδο, που όμως δεν ήξερα πότε θα μου την έδιναν. (Πήγαινε εκεί καθημερινά.)  Στο μυαλό μου είχε ήδη σχηματιστεί μιαν αντίθετη προδιάθεση, που ο εν γένει κρυψίνους και ανειλικρινής χαρακτήρας δεν μου επέτρεψε να εκφράσω.

Δεν υπήρξε συνέχεια, ούτε καν ένας κάποιος σταράτος και έντιμος επίλογος, όπως πολλοί έχουν το χάρισμα να κάνουν. Την επόμενη φορά που στον μικρόκοσμο της πλατείας του Ναυπλίου διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, η αδιάφορη ματιά μου απομακρύνθηκε φευγαλέα, ήταν ματιά ενός αγνώστου αποξενωμένη, ενώ η δικιά της περισσότερη επίμονη, ίσως με ίχνη προσδοκίας. Χωρίς χαμόγελο, με τα ίδια θλιμμένα και απογοητευμένο χείλια, που είχα φιλήσει στο μεθύσι μου. 

85α - Ένας Φαντάρος: Μικρές Κατακτήσεις (Η Ελβετίδα)

Σε ένα μπαράκι που θα το χαρακτηρίζαμε ως κουλτουριάρικο (υπήρχαν τέτοια στο Ναύπλιο, με ανάλογα ντεκόρ και μουσική), στην άκρη ενός από τα στενά του δρομάκια πάνω από την Πλατεία Συντάγματος που δεν έβγαζαν πουθενά, γνώρισα μια νεαρή Ελβετίδα. Καθόμασταν δίπλα μπροστά στο μπαρ και μετά από λίγα αθώα χαμόγελα εύκολα ξεκίνησε μια ψιλή κουβέντα. Εντυπωσιάστηκε από τα Αγγλικά μου όπως και το πρόσφατο παρελθόν μου στην Αμερική που της διηγήθηκα. Το ντύσιμο και οι τρόποι της δεν έδιναν την εντύπωση μποέμ χαρακτήρα, και το ενδιαφέρον μου το κέντρισε η χωρίς πρόγραμμα, παρορμητική κάθοδος που επιχείρησε από την πλούσια πατρίδα της σε κείνην την μικρή πόλη, που έβριθε από φαντάρους, Αθηναίους τουρίστες, και μέτοικους που επισκέπτονταν την πατρίδα που θυσίασαν για την πρωτεύουσα. Ήταν εμφανίσιμη, με λεπτά, καλοφτιαγμένα χαρακτηριστικά προσώπου, καστανόξανθα μαλλιά τακτοποιημένα «α λα γκαρσόν» και σκούρα μάτια. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα, σημαντικό για μένα και όρος συμβατότητας σχέσεις με το άλλο φύλο -γενικά απαράβατος: το ύψος της. Είχε το ίδιο, αν όχι ελαφρώς ψηλότερο ανάστημα από το δικό μου.  

Παρόλα αυτά, μετά από εκείνη τη γνωριμία συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε στην επόμενη μου έξοδο. Συναντηθήκαμε σε ένα music bar κοντά στην προκυμαία, όπου μετά από την ποσότητα αλκοόλ που χρειάζομαι για να υπερβώ χρόνιες συστολές, χορέψαμε, κράτησε το χέρι της, αγκαλιαστήκαμε,  φιληθήκαμε. Θα υπήρχε και τρίτη συνάντηση, καθώς είχα για την ώρα παρακάμψει τους ενδοιασμούς τους σχετικούς με το ανάστημα, και παρά τα εμπόδια των ακανόνιστων υπηρεσιών και την κατάσταση στο στρατόπεδο όπου οι έξοδοι στους καταδικασμένους χωρίς «βύσματα» της θητείας, καθώς πλησίαζε το καλοκαιράκι, παρέχονταν με το σταγονόμετρο. Αυτή την φορά η Ελβετίδα με προσκάλεσε σε ένα εξοχικό σπίτι στο θέρετρο του Τολού, ένα βράδι που οι οικοδεσπότες της απουσίαζαν. Είχε αναλάβει για μερικούς μήνες, όπως μου έλεγε, τη φροντίδα των παιδιών μιας οικογένειας Αθηναίων -προφανώς εύπορης. Μου φαινόταν παράδοξο που μια κοπέλα από μια πλούσια χώρα σαν την Ελβετία να την εγκαταλείπει μετά το σχολείο, ώστε να υπηρετήσει για λίγους καλοκαιρινούς μήνες μιαν οικογένεια σε έναν φτωχότερο τόπο, και σε ένα μάλιστα όχι και τόσο ειδυλλιακό μέρος όπως το Τολό. Τέτοιες σκέψεις τις συζητήσαμε μεταξύ άλλων, αλλά πείσθηκα από την έλξη που της είχε ασκήσει η αίσθηση της περιπέτειας και το άγνωστο, η έμφυτη τάση και θέληση νέων ανθρώπων να ξεφύγουν από την πραγματικότητα στην οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και να αναζητήσουν «εξωτικούς» προορισμούς, με διαφορετικά φυσικά και άλλου είδους θέλγητρα. Ειδικά, όταν η απόλυτη τάξη και αρμονία και γαλήνη του περιβάλλοντας μιας χώρας δημιουργεί μονοτονία και άνια, όπως μου είπε. Σε τελική ανάλυση, το ελληνικό καλοκαιράκι με τον ήλιο και την θάλασσα έχουν καθιερωθεί ως θέλγητρο παγκόσμιας εμβέλειας. Το παράδοξο για το οποίο αρχικά αναρωτιόμουν εκλογικευόταν.

Κέρασα φαγητό και πιοτό σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα και κατόπιν κοκτέιλ σε ένα άδειο από κόσμο μπαρ του κεντρικού δρόμου. Ήταν καθημερινή. Υπήρχαν πιθανότητες και η δυνατότητα η βραδιά στο Τολό να κατέληγε σε μια φάση «ολοκλήρωσης», αλλά μια σειρά από ασύνδετα φράγματα σηκώθηκαν μέσα μου και ολιγώρησα. Ήταν αρκετά ψηλή για μένα, αναλογιζόμουν ξανά, κι αυτό έφερνε στην επιφάνεια διάφορα συμπλέγματα που κουβαλούσα από έφηβος και αυτό συγκρατούσε τις ορμές. Ίσως η ανατροφή της στις κοιλάδες των Άλπεων, ίσως εξαιτίας μιας ξένης σε μένα, να είχαν αφαιρέσει, από μια κατά τα άλλα γλυκιά φυσιογνωμία, τη ζεστασιά και τη διαχυτικότητα και το πάθος που εκδηλώνουν πολλές γυναίκες όταν ερωτεύονται, όταν ανταποδίδουν με αμοιβαιότητα και το ιδιαίτερο γυναικείο πάθος λόγια και χειρονομίες του υποψήφιου εραστή. Και, βέβαια, στο πίσω του μυαλό βρισκόταν πάντα ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η θητεία, που αφού είχε αποδομήσει τη μέχρι τότε ζωή μου, στεκόταν εμπόδιο, ψυχολογικό και πραγματικό, στο να χτιστεί κάτι καινούργιο. Στο Ναύπλιο ήμουν προσωρινός, το μέλλον  πέρα από λίγες μέρες και βδομάδες, πνιγμένο στο σκοτάδι. Μετά τα μεσάνυχτα, μισομεθυσμένος,  αποχαιρέτησα την αξιαγάπητη και καλοσυνάτη Ελβετίδα και, χωρίς υποσχέσεις για επανιδείν, πήρα το ταξί για το στρατόπεδο.

Ανταλλάξαμε ένα χλωμό, πικρό και αμήχανο χαμόγελο, όταν μετά από μερικές μέρες προσπεράσαμε ο ένας τον άλλον κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Ένα μέλλον είχε σβήσει, πριν καλά ξεκινήσει.

Wednesday, May 14, 2025

84 - Ένας Φαντάρος: Φιλίες και Κάποιες Ανάσες Ελευθερίας

Ο προβιβασμός από νεοσύλλεκτο σε ΛΥΒίτη μπορεί να μην αύξησε τον αριθμό των εξόδων μου στο Ναύπλιο (το αντίθετο συνέβη!) αλλά επέφερε στη ζωή δυο μικρο-βελτιώσεις. Πρώτον, μας δόθηκε το δικαίωμα να βγαίνουμε φορώντας πολιτικά ρούχα, κρύβοντας έτσι το μίασμα του φαντάρου, παρακάμπτοντας το απαρτχάιντ που επέβαλε η κοσμική κοινωνίας της πόλης, και εκφράζοντας στοιχειωδώς την προσωπικότητά μας. Δεύτερον, παλιώνοντας και ωριμάζοντας στον μικρόκοσμο του στρατοπέδου, εξοικειωμένοι πλέον με πρόσωπα και καταστάσεις και, κυρίως, έχοντας κάτω από εμάς ένα και δύο στρώματα φαντάρων από τις επόμενες σειρές, μπορούσαμε να χαρίσουμε στους εαυτούς μας μικρές ελευθερίες: παράταση της εξόδου πέρα από τις καθορισμένες από τον κανονισμό ώρες (στην πράξη, μέχρι την αναφορά του επόμενου πρωϊνού) και την επιβαλλόμενη από ξενύχτια σχετικά απερίσπαστη απογευματινή ξεκούραση στο θάλαμο.

Κάποιες φιλίες δημιουργήθηκαν. Η προσωρινότητα της θητείας, της πεπερασμένης παραμονής στο ένα ή το άλλο στρατόπεδο, οι μετακινήσεις, οι ακανόνιστες και ασύγχρονες έξοδοι και άδειες, περισσότερο από όλα η οικογενειακή και αισθηματική κατάσταση του καθενός, παρά την συμβατότητα προσωπικοτήτων, γούστων κι ενδιαφερόντων και μια συντροφικότητα φυσικά αναπτύσσεται σε δύσκολα περιβάλλοντα, στέριωνε φιλίες. Οι ρίζες τους όμως δεν αποκτούσαν βάθος ώστε να αντέξουν το πέρασμα του χρόνου, την κινητικότητα νέων ανθρώπων και την μετανάστευση σε άλλους τόπους-κυρίως προς αναζήτηση δουλειάς και συντροφιάς. Γνώρισα, πάντως, ανθρώπους που υπό διαφορετικές συνθήκες και απουσία των φυγόκεντρων δυνάμεων που αναπτύσσονται στα νιάτα μας θα μπορούσαν να γίνουν φίλοι στενοί, ίσως εφ’ όρου ζωής –στο βαθμό πάντα που ένας εσωστρεφής και ακοινώνητος χαρακτήρας ενδείκνυται για τέτοιες σχέσεις.

Το Γιώργο τον Χ, διανοούμενο αρχιτέκτονα, συντοπίτη Σαλονικιό, τον γνώρισα ενώ εκπαίδευα τη διμοιρία όπου είχε καταταγεί ως νεοσύλλεκτος. Επαγγελματίας με σημαντικές προοπτικές εξέλιξης και ανάδειξης, υπό την αιγίδα κάποιου καθηγητή της σχολής του, και ήδη με αξιόλογες μελέτες και έργα στο όνομα, τα οποία άρεσε να συζητάει με το ανεπαίσθητο συμπαθητικό ψεύδισμα που διέκρινε τον λόγο του. Στην προσωπική του ζωή ήταν αυτό που λέμε «κατασταλαγμένος», καθώς συζούσε κι εργαζόταν κάτω από τις ίδιες στέγες με τη μνηστή, συμβία και συνέταιρο στο αρχιτεκτονικό γραφείο. Η συμπάθεια μας ήταν αμοιβαία. Ο Γιώργος υπήρξε από τους λίγους στον στρατό που άνοιξα τον εαυτό μου, επειδή ενδιαφερόταν γνήσια να τον ανακαλύψει. Έτσι, στις ανάπαυλες της εκπαίδευσης του διηγούμουν, τις δικές μου ιστορίες και πάθη, έρωτες και χωρισμούς, από το πτυχίο μέχρι την κατάταξη διαμέσου της Αμερικής. Προσκλήσεις του στο μελετητικό του γραφείο και στο σπίτι του για καφέ σε μια κοινή άδεια και μετά το τέλος της θητείας τις δέχτηκα με χαρά: μου έλεγε τότε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι «θα μου σύστηνε μια εξαιρετική κοπέλα, αδέσμευτη, αρχιτεκτόνισσα και αυτή». Εκτός αυτού, ήταν ευκαιρία εκείνες να δω και με τι ασχολείται, ίσως να έρθω σε επαφή με τις επαγγελματικές του διασυνδέσεις, χρήσιμες στη μετά τη θητεία εποχή για κάποιον που ένιωθε χαμένος. Αλλά εκείνες οι επισκέψεις στο μελετητικό του γραφείο στο Ιπποδρόμιο, όπου ομολογουμένως μπαινόβγαιναν αρκετές εμφανίσιμες αρχιτεκτόνισσες, και μετά στο διαμέρισμα του στην Βασιλίσσης Όλγας δεν απέδωσαν ανάλογα με τις προσδοκίες και ελπίδες που ένας σχετικά απελπισμένος νους κρυφά καλλιεργεί στη μοναξιά του. Άλλωστε, ποιας νέας κοπέλας, παρά τις λιγοστές αρετές και την μη αμελητέα μόρφωση και κουλτούρα που διέθετα, θα περνούσε από το μυαλό να συνάψει σχέση με έναν άνθρωπο που δεν είχε προσανατολισμό, και δεν ήξερε τι γύρευε, που αλλού πατούσε και αλλού βρισκόταν, ενώ η ηλικία που θα σήμαινε το πέρασμα των νιάτων του κόντευε.

Στην προσωπικότητα ενός άλλου Σαλονικιού και Καλαμαριώτη, με τον οποίο συνδέθηκα κάπως στενότερα εκείνο, του Χαρ_,  συγκεραζόταν χαρακτηριστικά ανόμοια από εκείνη του Χ. Με τον Χαρ_ βρεθήκαμε στον ίδιο λόχο ΛΥΒιτών μετά το τέλος της βασικής εκπαίδευση. Διανοούμενος σαν τον Χ δεν ήταν: είχε τελειώσει μιαν οικονομική σχολή και με τη βοήθεια διασυνδέσεων του πατέρα του είχε ξεκινήσει «καριέρα» τραπεζικού υπαλλήλου. Για λόγους που ποτέ δεν κατάλαβα, την αγαπούσε τη δουλειά του στην τράπεζα ο Χαρ_. Τον έλκυαν βέβαια η σιγουριά και σχετική μονιμότητα της, ο μικρός αλλά σταθερός μισθός και, η αργή μεν αλλά γραμμική εξέλιξη που εξασφάλιζε μέσα από τάξεις συναδέρφων -ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας. Και μιλούσε για την ανιαρή στα μάτια πολλών δουλειά του εκείνη με μιαν ανεξήγητη δόση περηφάνιας· αυτήν που διαθέτουν όσοι πιστεύουν ότι έχουν «βολευτεί» εφ’ όρου ζωής και απαλλάχτηκαν από την βιοπάλη -ένα μεγάλο βάσανο της ζωής . Πολλοί θα τον χαρακτήριζαν ως έναν βαρετό (άχρωμο και άοσμο), μικροαστό δημόσιο υπάλληλο, με ορίζοντες χαμηλούς, ανάλογους με το ανάστημά του που δεν ξεπερνούσε το δικό μου. Απέπνεε, με άλλα λόγια, την κακομοίρικη νοοτροπία, χαρακτηριστική πολλών της προηγούμενης γενιάς -αυτή της «ανοικοδόμησης» όπως η Μάνα, που νέοι άνθρωποι με εμπειρίες ζωής έξω από τα στενά όρια της φτωχής πατρίδας θα δυσκολευόταν να κατανοήσουν σε ομήλικούς τους.  

Αλλά ο Χαρ_ ήταν μοναχικός σαν και μένα. Φαινόταν απεγνωσμένος για γυναικεία συντροφιά, αν και κατάφερνε εκείνη την απόγνωση να την κρύβει πίσω από ένα γρήγορο, πονηρό και πλατύ χαμόγελο, ομολογουμένως συμπαθητικό, με το κάτω χείλι να προεξέχει και σχηματίζει μια καμπύλη προς τα κάτω, όταν οι συζητήσεις στριφογύριζαν γύρω από θέματα σχέσεων με το άλλο φύλο. Και σε κείνη την φάση αυτό ήταν που μας έφερε κοντά -πέρα από την κοινή καταγωγή: το ότι έψαχνε με τον ίδιο ίσως και παραπάνω ζήλο σύντροφο στη ζωή του. Με τη δικαιολογία της άρρωστης από καρκίνο μάνας του (φανταστική ή πραγματική, κανείς δεν ήξερε…), μιας διαζευγμένης χήρας που προσέβλεπε στην φροντίδα του γιου της, και έναν παραπονιάρικο τόνο φωνής στις αναφορές του λόχου, που παρά την επιτηδευμένη χροιά προκαλούσε αμηχανία, μέχρι και οίκτο, ακόμα και σε σκληρούς αξιωματικούς και τους έφερνε ενώπιον ηθικών διλημμάτων, κατάφερνε και έπαιρνε συχνά πολυήμερες άδειες για τη Θεσσαλονίκη. Μια φορά ανεβήκαμε στην πόλη μας μαζί, αφού πρώτα σταματήσαμε από το σπίτι του πατέρα του στην Αθήνα, με σκοπό να γνωρίσουμε κάτι κοπέλες, μια από τις οποίες ο πατέρας του προετοίμαζε για ταίρι του γιου του -όπως ο ίδιος ο Χαρ_ μου είχε εκμυστηρευθεί.

Δεν έμαθα τελικά αν προέκυψε τίποτε κάποτε στη ζωή του Χαρ_ στον ερωτικό τομέα. Όταν οι δρόμοι μας μετά το Ναύπλιο χώρισαν, και μέχρι να αποδημήσω για δεύτερη φορά -αλλά ακόμα και μετά από αυτήν, εξακολουθούσε να επιδιώκει με μιαν αφύσικη επιμονή την επικοινωνία και παρέα μαζί μου. Οι λίγες συναντήσεις μας για πρωινό κυριακάτικο καφέ ή βραδινό ποτό στην Καλαμαριά, ελλείψει εκ μέρους του πολιτιστικών ή πολιτικών ή οιωνδήποτε άλλων ενδιαφερόντων, αλλά και ενός κοινού κοινωνικού κύκλου, εκφυλίστηκαν σε ρηχές συζητήσεις πάνω στα ίδια και τα ίδια πράματα, σε παρατεταμένες περιόδους σιωπής. Φυσικά, δυνητικές γνωριμίες με το άλλο φύλο σε τέτοιες καφετέριες και μπας που σύχναζαν αρκετά μικρότερες ηλικίες αποδείχτηκαν άκαρπες. Κατάλαβα γρήγορα ότι δεν υπήρχαν πολλά πράγματα να με συνδέουν με έναν τραπεζοϋπάλληλο και αποσκίρτησα.    

Οι έξοδοι στο Ναύπλιο ήταν πολύ συχνότερες από ολιγοήμερες άδειες στη Θεσσαλονίκη, και πρόσφεραν, υπό τις συνθήκες, γονιμότερο έδαφος για γνωριμίες με μέλη του άλλου φύλου από τον ντόπιο πληθυσμό, καθώς ένα μεγάλο μέρος των κοριτσιών της μικρής πόλης αναζητούσε απόδραση από τη φυλακή της οικογένειας και της επαρχιώτικης ζωής, με έναν αστό, εμφανίσιμο, με κάποιο μορφωτικό επίπεδο, κατά προτίμηση κονομημένο. Η μπογιά μου, ζυγίζοντας ένα ή δυο από αυτά τα προαπαιτούμενα, λίγο-πολύ περνούσε. Το τι ακριβώς ζητούσα μέσα από τη ρευστή και μίζερη κατάσταση της θητείας μου δεν το είχα διευκρινίσει· μάλλον περιπέτεια, ολιγόωρη δραπέτευση από τη ζωή στον στρατώνα και, ανάλογα με την περίπτωση, «ό,τι ήθελε προκύψει». Σύχναζα πλέον με πολιτικά ρούχα, αξιοπρεπέστερη εμφάνιση και, κατά δύναμη, σενιαρισμένος σε κοσμικότερες καφετέριες και disco-bar του Ναυπλίου, σε μιαν οπορτουνιστική, χωρίς ψηλά κριτήρια, αναζήτηση γνωριμιών – περισσότερο για την αναστήλωση του αντρικού εγώ μου.

Καμιά φορά βγαίναμε με τον Καραγιώργο, ένα γελαστό και ευπροσήγορο παιδί, που, όμως, έχοντας δεσμό (σοβαρό κατά τα λεγόμενα του) και κάποια πατρική επιχείρηση να ασχολείται, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του και την αρωγή από βύσματα του μεγαλέμπορου πατέρα του, να δραπετεύει τα Σαββατοκύριακα στην Αθήνα. Θα ήταν μια ή δύο φορές που μας συνόδευσε ο Κοντολιός, ένας βαρύς τύπος, τεμπέλης, «λουφαδόρος» par excellence, που όντας παντρεμένος με μικρό παιδί, κλαιγόταν, ελλείψει βύσματος, σε κάθε αναφορά του Λόχου για την κατανοητή στην περίπτωσή του ανάγκη να παίρνει άδειες -για το «καλό της οικογένειας». Ο Κοντολιός ήταν εκείνος που εν έτει 1991 είχε τελειοποιήσει, με τη χαλαρή σάρκα λαιμού που κρεμόταν κάτω από το πηγούνι και σκυθρωπή φυσιογνωμία, τη διασκεδαστική κίνηση του κεφαλιού μπρος-πίσω, κατά την κίνηση του ράμφους μιας γαλοπούλας που βαδίζει, στους ρυθμούς της rap μουσικής.

Στις περισσότερες εξόδους, ο συνδυασμός φαντάρων της παρέας ήταν impromptu και η απαρτία της τυχαία. Εξαιτίας αυτής της ετερόκλητης σύστασης και της έλλειψης ισχυρών κινήτρων από «βολεμένα» μέλη της παρέας, ενός υπερβολικού επιδεικνυόμενου ζήλου για θηλυκή συντροφιά που το «φανταριλίκι» δύσκολα κρύβει, και του νεαρού και άβγαλτου χαρακτήρα πολλών κοριτσιών μιας γενικά καθώς-πρέπει επαρχιακής κοινωνίας, τέτοιες έξοδοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία αποδεικνύονταν άκαρπες. Η νυχτερινή επιστροφή στο στρατόπεδο ενός ζαλισμένου από ποτά, μοναχικού φαντάρου, που καμιά φορά κουβαλούσε μέσα το σεκλέτι κάποιας απόρριψης, ήταν ασήκωτη από την ψυχή· η προοπτική του πρωϊνού εγερτήριου την καταπλάκωνε. Η καταπίεση από μέρες και βδομάδες υπηρεσιών και αγγαρειών, μέχρι την επόμενη έξοδο, γινόταν αφόρητη.   

Thursday, May 8, 2025

83 - Ένας Φαντάρος: Προσγείωση στην Μιζέρια

Έμεινα πλέον μόνος· επίσημα χωρίς σύντροφο, χωρίς φίλους κοντινούς, χωρίς προοπτική, ενώ η οικογένεια, όσο με αφορούσε, έβρεχε πέρα σε μια μακάρια επανάπαυση, καθώς θεωρούσε ότι εκπλήρωνα απερίσπαστα ένα καθήκον –απέναντι στον εαυτό μου και για τον εαυτό μου. Οι επόμενοι μήνες στο Ναύπλιο πέρασαν αχαρακτήριστοι, στη μιζέρια τους. Τις νύχτες ξύπναγα μικρές ώρες για το βάσανο της σκοπιάς ή από το κρύο και την υγρασία του θαλάμου, που διαπερνούσε τα κόκκαλά μέσα από τρεις στρώσεις από κουβέρτες, τη στολή, και το αμπέχονο.

Αρνήθηκα ευθαρσώς την υποψηφιότητα για έφεδρος αξιωματικός –πρόσθετε μερικούς μήνες στη θητεία, και αφαιρούσε νεκρές μέρες από την ζωή. Βέβαια, και να το ήθελα, η πληθώρα από μιλιταριστικά ψώνια ή και «βύσματα» που την επεδίωκαν, έκαμε την πιθανότητα να αναβαθμιστώ σε «υποψήφιο έφεδρο αξιωματικό» (ΥΕΑ) αμελητέα. Όταν ήρθε η σειρά μου μπροστά στην τριμελή επιτροπή αξιωματικών για «συνέντευξη» και επιλογή, όπου με γρήγορες διατυπώσεις τριάδες φαντάρων η μια μετά την άλλη «βαρούσαν» προσοχή και παρουσιάζονταν, αναφώνησα χωρίς κομπιάσματα:  «Στρατιώτης Μηχανικού… [Επώνυμο πρώτα, κατά τη στρατιωτική σύμβαση, και όνομα]… Δηλώνω ότι επιθυμώ να παραιτηθώ από ΥΕΑ!» Ο ταγματάρχης της επιτροπής όφειλε να ρωτήσει τον καθένα μας κάτι τις, ώστε να προσδοθεί κάποια ουσία σε μιαν ανόητη διαδικασία. Εμένα με ρώτησε για το μπόι μου!  Ήμουν αισθητά πιο κοντός από τους άλλους δύο στη σειρά μου. Ενώ μια ερώτηση σαν και αυτή υπό άλλες προϋποθέσεις και μπροστά σε άλλους ίσως να με ενοχλούσε και πρόσβαλλε, αυτή τη φορά με ικανοποίησε, γιατί η απάντηση, πίστευα, θα μηδένιζε τις λίγες πιθανότητες επιλογής μου: το ύψος και όγκος του σώματος έγιναν στην περίσταση αντίβαρο σε άλλες προϋποθέσεις, όπως τα πτυχία, και θα λειτουργούσαν εις βάρος της επιλογής μου σε ΥΕΑ. Υποβιβάστηκα, λοιπόν, σε «υποψήφιο βαθμοφόρο» –και μάλιστα δεκανέα, και μετακόμισα με άλλους στο σχετικό λόχο, τον ΛΥΒ.  

Θα παρέμενα στο Ναύπλιο για άλλους έξι μήνες. Εκεί θα ξεχειμώνιαζα. Η ζωή μου ως ΛΥΒίτης μόνον ανεπαίσθητα θα βελτιωνόταν. Την τυραννικά μονότονη και κουραστική εκπαίδευση νεοσυλλέκτων τα απογέματα -εκπαίδευση σε χαιρετισμούς, προσοχές και ημιαναπαύσεις, βηματισμούς και τροχάδην, κλίσεις επ’ αριστερά και δεξιά, κτλ., μονιμάδες υπαξιωματικοί, μάλλον  από τεμπελιά, την ανέθεταν σε μας -τους ΛΥΒίτες. Ξεχωρίζαμε από την πλέμπα των στρατιωτών χάριν σε μιαν μικρή κίτρινη υφασμάτινη ταινία στο μπράτσο της στολής, όπου αργότερα θα ράβονταν ένα ή δυο γαλόνια. Απέκτησα στα μάτια των νεοσυλλέκτων, των νεότερων σε ηλικία από αυτούς, κάποιο ελάχιστο κύρος και παρουσία. Δεν αναπτύχθηκε ποτέ στο χαρακτήρα μου το να «ηγούμαι» ανθρώπων και να τους διατάζω, αλλά την αρχική νευρικότητα στο νέο ρόλο την ξεπέρασα περισσότερο χάριν στην υπακοή και πειθαρχία από τον φόβο που κυριεύει νεοσύλλεκτους τις πρώτες μέρες της θητείας. Η φωνή μου ήταν δυνατή και καθαρή, οι οδηγίες και σύντομες ομιλίες που έβγαζα ενώπιον της διμοιρίας ευκρινείς, και υποδήλωναν κάποιο μορφωτικό επίπεδο και αστική καταγωγή.  

Στο μεταξύ άρχισα να ξεθαρρεύω απέναντι σε ανθυπολοχαγούς και να μπαινοβγαίνω χωρίς δισταγμούς στο μέχρι τότε άβατο γραφείο του λόχου, όπου μετά την πρωινή εκπαίδευση συνωστίζονταν ανθυπολοχαγοί, μονιμάδες υπαξιωματικοί, και φαντάροι-γραφιάδες, ώστε να βοηθάω τον προγραμματισμό με τις υπηρεσίες των νεοσυλλέκτων ή άλλες μικροδουλειές που απαιτούσαν ελάχιστη οξύνοια. Οι περισσότεροι ανθυπολοχαγοί που γνώρισα στο στρατό γενικώς συμπεριφέρονταν κόσμια και με έναν σχετικό σεβασμό (ήταν άλλωστε και οι ίδιοι «πτυχιούχοι» πανεπιστημίου) διατηρώντας όμως πάντα μιαν απόσταση, ώστε να μην συμβιβάζονται τύποι και κανονισμοί που απαιτούσε η ιεραρχία. Ως γνωστόν, ειδικά σε χώρους όπως στρατόπεδα και υπηρεσίες, η οικειότητα γεννάει περιφρόνηση. Καμιά φορά, σε επισκέψεις μου στο γραφείο του λόχου, μακριά από μάτια φαντάρων, με δική τους πρωτοβουλία, και για να σπάσει η μονοτονία της απραξίας ώρες πριν και μετά την εκπαίδευση, ανοίγαμε συζητήσεις για διάφορα γύρω από τις ζωές και εμπειρίες μας εκτός πολιτικής.

Την θέση μου, όμως, παρά τον προβιβασμό σε ΛΥΒίτη, μου την υπενθύμισε με τον πλέον βάναυσο τρόπο ένας ψηλός, κρεμανταλάς ανθυπολοχαγός (ας τον πούμε Χ), νεόφερτος στο στρατώνα από την Ευέλπιδων, που ο σαδισμός προς τους κληρωτούς ξεπερνούσε την ασχήμια του προσώπου και την αγριάδα και τραχύτητας της φωνής του. Η χροιά της οποίας παρομοιαζόταν με αυτή χαρακτήρων που σπέρνουν πανικό σε ταινίες τρόμου ή, έστω, κάποιου φωνακλά λοχία σε αμερικάνικο στρατόπεδο. Όταν αποσπάστηκα ως εκπαιδευτής του λόχου από τον οποίο είχα μετακινηθεί, ο Χ είχε γίνει ήδη γίνει φόβος και τρόμος νεοσυλλέκτων όχι μόνο της διμοιρίας του, αλλά και πέρα από τα όρια του λόχου. Στις ξαφνικές φάσεις νευρικού παροξυσμού που τον κυρίευαν για κάθε μικρό ή μεγάλο παράπτωμα φαντάρου υπό τη διαταγή του, έσκυβε το άσχημο και τρομακτικό κεφάλι του σε απόσταση αναπνοής από τον παραπτωματία και με απειλές όπως: «Θα σε λιώσω σαν σκουλήκι, ρε!», «Θα σε γδάρω ζωντανό, ρε!», «Θα σε τσακίσω, ρε!»… ανακοίνωνε κάποια τυχαία τιμωρία. Tο επεισόδιο έκλεινε συνήθως με ένα: «Τσακίσου» ή «εξαφανίσου από μπροστά μου!» και κάποιο μουρμούρισμα προς το κενό με βρισιές από το πλούσιο λεξιλόγιο ανάλογων επιθέτων που διέθετε. Κυκλοφορούσε μέσα στον λόχο και την περιφέρεια του με ένα ραβδί στο χέρι, που δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει για να τσιγκλάει φαντάρους και, συνοδεία βωμολοχιών, να κάνει αισθητή τη φρίκη της παρουσίας του. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά του απέναντι τους είχε αδιάψευστα στοιχεία μισανθρωπίας και σαδισμού.

Καθόταν στο γωνιακό γραφειάκι με το σώμα τεντωμένο προς τα πίσω, αγέλαστος και φοβερός όπως πάντα, και το ραβδί να αιωρείται άσκοπα στο χέρι του, όταν ένα μεσημέρι μπήκα στο γραφείο του Λόχου να συζητήσω με τον γραφιά τις υπηρεσίες. Μου έριξε μια άγρια ματιά, αλλά χαιρέτισα στρατιωτικά, ίσως όχι με το τελευταίο γράμμα του πρωτοκόλλου και χωρίς να αναφερθώ όπως επιβαλλόταν παρουσία ανωτέρων. Ήταν ο γραφιάς που ήθελα να δω για τις υπηρεσίες, και ο ανθυπολοχαγός της διμοιρίας που εκπαιδεύαμε μαζί, ένα καλό και ευγενικό παιδί -ξεχασμένο από εκείνο τον καιρό, επειδή ακριβώς ήταν καλό και ευγενικό παιδί. Μαζί του είχα αποκτήσει μια σχετική οικειότητα ώστε να μη χρειάζονται οι προσοχές και τυπικές χαιρετούρες σε κάθε συναπάντημα. Στο γραφείο βρισκόταν και ο Ναυπλιώτης καραβανάς αρχιλοχίας, που ήξερα από νεοσύλλεκτος -ένας γενικά βαρύς και αδιάφορος τύπος, εξίσου χαλαρός απέναντι σε ανώτερους και κατώτερους,

Άρχισα να μιλάω με τον ανθυπολοχαγό και το γραφιά, έχοντας γυρισμένη την πλάτη μου στο τέρας. Δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες όταν άκουσα την άγρια φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ μέσα, ρε! Τσακίσου!», και πριν γυρίσω να τον αντικρύσω ένιωσα τον πόνο από το ξαφνικό χτύπημα του ραβδιού του στην πλάτη μου. Στον πόνο γενικά καταφέρνω και σφίγγω τα δόντια και συγκρατώ αντανακλαστικά επιφωνήματα, αλλά η ραβδιά ήταν αναπάντεχη και αρκετά επίπονη ώστε να φωνάξω ένα παρατεταμένο «Αααχ!…». Η ψυχή πλημμύρισε ακαριαία από οργή και μίσος για τον αγροίκο που με χτύπησε, όπως θα συνέβαινε με κάθε κοινό θνητό. Βρέθηκα κοντά στο σημείο κάποιας λεκτικής αντίδρασης ή χειρονομίας, αλλά το αόρατο χέρι μιας διεστραμμένης στρατιωτικής λογικής και έμφυτες συστολές με συγκράτησαν. Έφυγα οργισμένος και ταπεινωμένος από το γραφείο, με την αξιοπρέπεια καταρρακωμένη, τον εγωϊσμό πληγωμένο, ενώ ο γραφιάς, ο αρχιλοχίας και ο ανθυπολοχαγός παρέμειναν στις καρέκλες τους σαστισμένοι και σιωπηλοί.  

Συντήρησα για λίγες μέρες, όσο η ψυχή έβραζε ακόμα από οργή και το πρόσωπο αναψοκοκκίνιζε στην ανάκληση του περιστατικού, την σκέψη να διαμαρτυρηθώ επίσημα για την πράξη του Χ στην πρωινή αναφορά. Ποιος, όμως, από το συνάφι των αξιωματικών της ιεραρχίας του Κέντρου θα έπαιρνε το μέρος μου, όταν αυτό συνήθως συσπειρώνεται γύρω από κάποιο μέλος τους που απειλείται; Οι αυτόπτες μάρτυρες θα με στήριζαν; Τι επιπτώσεις θα είχε η πειθαρχική διαδικασία στην συνέχεια της θητείας μου στο ίδιο Κέντρο; Ο ανθυπολοχαγός της διμοιρίας μου, αυτόπτης και ο ίδιος μάρτυς του περιστατικού, μου μίλησε μετά από μερικές μέρες για αυτό. Είχε σαστίσει από την αψυχολόγητη ενέργεια, αλλά ο Χ, για πολλούς ένας ανώμαλος χαρακτήρας, μου είπε «είναι κατά βάθος καλό παιδί, έχει ανθρώπινα αισθήματα» και «να μην παίρνω τα λόγια και τις πράξεις τοις μετρητοίς· πολλές φορές δεν έχει σκοπό να βλάψει, αλλά ο χωρίς τρόπους και άγαρμπος χαρακτήρας του δημιουργούν κακές εντυπώσεις». Σε μια από τις εξόδους μου διαπίστωσα προς έκπληξή μου ότι ο Χ είχε μνηστή, εμφανίσιμη μάλιστα, η οποία για να συμβιώνει με τον Χ, σκέφτηκα, και τον ανέχεται, θα υπάρχει μια στοιχειωδώς ανθρώπινη, αλλά αθέατη πλευρά στην προσωπικότητα του

Το άφησα να το πάρει το ποτάμι. Αυτό το επεισόδιο, όπως και άλλα πολλά, ίσως λιγότερο τραυματικά, στην διάρκεια της θητείας μου. Θα κουβαλούσα μίσος και στενοχώρια για πολλές αδικίες μέσα μου μέχρι το τέλος της και πέρα από αυτό, προς τον Χ, τον Λοχαγό, τον Διοικητή του Κέντρου, και ένα μεγάλο κομμάτι της στρατιωτικής ιεραρχίας, που είτε έτυχε να γνωρίσω προσωπικά, είτε όχι. Ίσως μετά, ως ελεύθερος πολίτης πλέον, σε κάποιο τυχαίο συναπάντημα με έναν από τους γαλονάδες που άφησαν εντυπώσεις μισανθρωπίας να ανταπέδιδα προσβολές και ταπεινώσεις -χωρίς «πειθαρχικές» επιπτώσεις. Ίσως μετά, η απόδραση μου σε έναν κόσμο πιο φωτεινό και καλοπροαίρετο, πιο νορμάλ από τον μίζερο των στρατώνων, όπου εκείνοι οι άνθρωποι έκτισαν ζωές κακόμοιρες και άξιες περιφρόνησης, να ήταν μια μορφή, αν όχι εκδίκησης, τουλάχιστον μιας εσωτερικής δικαίωσης.

82 - Ένας Φαντάρος: "Υπάρχει Άλλος..."

Η επιστροφή στο Ναύπλιο το επόμενο βράδι ήταν εξίσου οδυνηρή με την κάθοδο μου για την κατάταξη. Κράτησε ολονυχτίς και το καλύτερο κομμάτι της επόμενης μέρας, μέσα την ταλαιπωρία δυο λεωφορείων, το πρωϊνό χάος της Αθήνας, και την ατονία ωρών απραξία στο Ναύπλιο πριν περάσω την πύλη: αποφάσισα να εξαντλήσω και το τελευταίο λεπτό που δικαιούμουν έξω από εκείνο το μέρος. Τις επόμενες βδομάδες θα ανάλωνα ώρες από τον ελεύθερο χρόνο των απογεμάτων που τσιγγούνικα μας διέθεταν, για να ξεροσταλιάζω στις ουρές μπροστά στα δύο από τα τρία τηλέφωνα που δούλευαν, για να επικοινωνήσω με την E. Ο ψυχρός και αδιάφορος τόνος της φωνής της στα πρώτα διαβήματα επαναπροσέγγισης μετατράπηκε από σιωπή, σε μιαν σχεδόν εχθρική ψυχρότητα και, τελικά, σε μια σειρά από αναπάντητες κλήσεις. Στην τελευταία φορά που μιλήσαμε, πριν κατεβάσει το ακουστικό και το ξερό «Άντε, γειά σου…», είπε: «Μη μ’ ενοχλείς. Υπάρχει άλλος!». Έπρεπε να το είχα καταλάβει: ήταν το οριστικό τέλος, ένας από τους μικρούς θανάτους που βιώνουμε στη ζωή.

Το χωρισμό με την E, κάτι που τελικά συνέβη υπό αντίξοες συνθήκες για μένα τον αποδέχτηκα και άρχισα να συμβιβάζομαι με την κατάσταση ενός ανθρώπου που ήταν μόνος, ανάμεσα σε άλλους που τα Σαββατοκύριακα, σε επισκεπτήρια ή εξόδους, βρίσκονταν με τις φιλενάδες τους, τις άλλες μέρες περίμεναν στη σειρά για ένα τηλέφωνο στην αγαπημένη τους και, στις πιο ρομαντικές  περιπτώσεις λάμβαναν γράμματα, συχνά αρωματισμένα, με φωτογραφίες και καμιά φορά μαραμένα λουλούδια εσωκλεισμένα.

Από τη μεριά μου έπρεπε να κάνω ενέργειες, σε ασφυκτικά στενά γεωγραφικά και χρονικά περιθώρια, ώστε να βρω ένα έστω πρόσκαιρο ερωτικό αποκούμπι και, το κυριότερο, κάποιο συναισθηματικό στήριγμα. Το ψυχικό βάρος που ασκεί η θητεία πολλαπλασιάζεται χωρίς αυτό. Η δεύτερη σύζυγός μου αργότερα έλεγε ότι ήμουν από τους ανθρώπους που δεν αντέχω να ξεμένω για παρατεταμένα διαστήματα χωρίς κάποια γυναίκα δίπλα μου. Αυτή η διαπίστωση είχε μια δόση αλήθειας. Η αντικοινωνική φύση μου, η δυσκολία να συνάψω, αβίαστα και με φυσικούς τρόπους, φιλικές και αισθηματικές σχέσεις, η εσωστρέφεια και το κλείσιμο στον εαυτό μου, ακόμα και όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε φίλους ή με κάποια γυναίκα δίπλα μου, φαινομενικά ερχόταν σε αντίθεση με αυτήν την διαπίστωση. Η τάση αυτή, ίσως, πήγαζε από κάποια ανασφάλεια ή απωθημένα της εφηβικής ηλικίας σε συνδυασμό με ένα καταπιεσμένο συναισθηματικό κόσμο και τεμπεραμέντο που επεδίωκε διεξόδους για να εκφραστεί. Αλλά θεωρώ ότι είναι μια τάση, αυτό το αδιάκοπο ψάξιμο και κυνήγι της γυναίκας, που δύσκολα εξασθενίζει στην ψυχή οποιουδήποτε έχει γευτεί τον έρωτα στην ζωή, με τις ευχάριστες αισθήσεις και απολαύσεις που τον συνοδεύουν· και ο πειρασμός, δυνητικά, γίνεται εμμονή, μέχρι και μανία.

Sunday, May 4, 2025

81 - Ένας Φαντάρος: Ξενέρωμα

Ήταν αργά το βράδι όταν φτάσαμε Θεσσαλονίκη: Εγνατία, Πλατεία Αριστοτέλους. Η E είχε στο μεταξύ μετακομίσει, από το παλιόσπιτο στην Παλιά Λαχανογαρά σε ένα διαμέρισμα στην κοσμική Μητροπόλεως. Με περίμενε, αλλά η διάθεση και επιθυμία της να με ξαναδεί αποτελούσαν μεγάλο ερωτηματικό μέσα μου. Ο τόνος της φωνής της στο τηλέφωνο, λίγες μέρες πριν την άνοδό μου στην πόλη ξανάνοιξε το κουτί με τις αμφιβολίες: περισσότερο για το πόσο ζωντανά ήταν τα αισθήματά της, λιγότερο για την αφοσίωση της, που τη θεωρούσα περιέργως και άγνωστο γιατί ακόμα δεδομένη. Στο στρατό, η ανάγκη να συντηρήσουμε τη λιγοστή ανθρώπινη αξιοπρέπεια που είχε απομείνει καλλιεργούσε πλάνες και αυταπάτες, ακόμα και σε σχετικά αναλυτικά μυαλά.

Δεν έπεσε στην αγκαλιά μου όταν άνοιξε η πόρτα, ούτε φιληθήκαμε! Ήμουν ακόμα ντυμένος στα χακί, κουρασμένος, βρώμικος, χωρίς όρεξη ούτε για λόγια, ούτε για φαγητό και ποτό, μόνο για την πράξη που μου έλειψε. Αναρωτήθηκα στιγμιαία: Σε τι διέφεραν οι προθέσεις μου από εκείνες των φαντάρων που, ελλείψει οικείας συντροφιάς, στριφογυρίζουν σε μπαρ και κακόφημες γειτονιές στις άδεις τους;  Άραγε η E αντιμετώπιζε την επίσκεψη μου κατευθείαν από το στρατώνα αργά το βράδι, και την παρουσία μου στο διαμέρισμα της στην κακή κατάσταση που βρισκόμουν, ως αντίστοιχες, και μια μεταχείριση που σαν κάτι που λίγο-πολύ την ανήγαγε σε αντικείμενο πρόσκαιρης σεξουαλικής εκτόνωσης; Οι κουβέντες που ανταλλάξαμε ήταν λίγες και τετριμμένες, βγαλμένες με κούραση και με το στανιό: για τη δουλειά της που μισούσε, για τη θητεία που με είχε ρίξει στα σκοτάδια και την απελπισία. Λίγες κουβέντες για το παρελθόν, καμιά για το μέλλον μας.

Το διαμέρισμα της ήταν κρύο. Έβγαλα τα άθλια ρούχα και ξάπλωσα δίπλα της, σε ένα ακόμα στρώμα, αυτήν την φορά απλωμένο στην μέση ενός δωματίου που έμοιαζε περισσότερο με καθιστικό παρά υπνοδωμάτιο. Την έγδυσα κάτω από το πάπλωμα. Το κορμί της ήταν και αυτό κρύο, οι τρόποι της το ίδιο –πρόδιδαν αδιαφορία και απροθυμία. Χωρίς τα προκαταρκτικά που τον παλιό καλό καιρό συνηθίζαμε, χωρίς φιλιά, χωρίς χάδια, χωρίς αναστεναγμούς, χωρίς ίχνος πάθους και έρωτα και αισθημάτων, μετά από λίγα δευτερόλεπτα, μετά από μερικές μηχανικές κινήσεις ανάμεσα σε μισάνοιχτα πόδια, τελείωσα -μέσα σε ένα άψυχο κορμί που δεν ανταποκρινόταν. Την ικανοποίηση της βιολογικής ανάγκης, μιας ενστικτώδους και κτηνώδους ανάγκης, όπως θα μπορούσε κάποιος να πει, διαδέχτηκε ένα συναισθηματικό κενό και ανείπωτη κούραση. Παραδόθηκα σε αυτήν σε έναν βαθύ ύπνο δίπλα της.

Ήταν η τελευταία φορά που πλαγιάζαμε δίπλα, που κοιμόμαστε μαζί. Το άλλο πρωί, χορτασμένος από τα ερωτικά ψίχουλα της προηγούμενης βραδιάς (δεν χρειάζονται πολλά για να χορτάσει ένας καταπιεσμένος φαντάρος που οι ανάγκες του έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο), με ένα: «Γεια σου, τα λέμε. Θα τηλεφωνηθούμε…», πήρα το δρόμο για το πατρικό: για να πλυθώ σαν άνθρωπος, για λεφτά να έχω να ξοδεύω στις εξόδους και «την τυρόπιττα με το γάλα» του κολατσιού, ενώ η E για το Γιαννιτσά να περάσει τα Χριστούγεννα με τη μάνα και την αδελφή της. Μετά από δυο μέρες, με μόνο αξιοσημείωτο γεγονός το «κατσικάκι στο φούρνο» της Μάνας, πήρα με ασήκωτη την ψυχή την μακρινή διαδρομή πίσω για το Ναύπλιο –αυτή τη φορά με το νυχτερινό ΚΤΕΛ.  

Η πρώτη άδεια αποδείχτηκε πολύ κατώτερη ελπίδων και προσδοκιών. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι εκείνο το πρωινό της παραμονής των Χριστουγέννων του 1990, καταβεβλημένος από την κούραση σώματος και ψυχής από σαράντα μέρες θητείας, ένα ζωικό ένστικτο προσωρινά καταπραϋμένο από μιαν άψυχη πράξη δευτερολέπτων, θα ήταν και το τελευταίο που θα έβλεπα την E για δεκαετίες. Υπάρχει ένα μεταβατικό στάδιο, ένα στάδιο άρνησης, όπου η ελπίδα, καθώς χάνεται μέσα σε υπόγειες και σκοτεινές διαδρομές, αλλοιώνεται σε αυταπάτη. Χρειάζεται χρόνος και πόνος για να ξεπεραστεί και αυτό. Από κάποιες κλωστές πρέπει να κρέμεται η ψυχή του πριν καταρρεύσει σε κάποια συναισθηματική άβυσσο και την κατάθλιψη. Και αν οι ψευδαισθήσεις δεν προσφέρονται από τον έξω και γύρω κόσμο, τις φτιάχνει ο ίδιος.

Ίσως, εκείνο το τελευταίο βράδι μαζί η Ε είχε αντιληφθεί ότι η σχέση μας πέρασε από ένα σημείο χωρίς επιστροφή· να είχε προαποφασίσει την κατάληξη της σχέσης πριν με δεχτεί. Ίσως, να ήξερε κατά βάθος ότι θα ήταν η τελευταία φορά και κοιμήθηκε δίπλα μου γιατί λυπήθηκε τον φαντάρο, πρώην ερωμένο και αγαπητικό της, την παλιά «λατρεία» της των γραμμάτων που μου έστελνε στην Αμερική. Φαίνεται ενστερνίστηκε τη ρήση του Καζαντζίδη από εκείνο το βράδι στο Μπαλκονάκι, που ακούγαμε πολλές φορές μαζί έκτοτε -χωρίς λόγο: «Μην σκαλίζεις τη στάχτη να ξανάβρεις φωτιά, // η δική μας αγάπη τώρα έσβησε πια. // Κι αν υπάρχουνε σπίθες που ακόμα κρατούν // μ’ ένα φύσημα αγέρα και αυτές θα χαθούν.» Ίσως, εκείνη την παραμονή δεν τόλμησε να εκφράσει αυτό που ένιωθε ευθέως -είτε από συμπάθεια, είτε από αμφιβολίες δικές της. Μετά από σύντομες απρόθυμες τηλεφωνικές συνομιλίες με ψυχρή φωνή, και άλλες τόσες αναπάντητες κλήσεις, που ξεροστάλιαζα στις ουρές των φαντάρων για να κάνω, τελικά το ξεκαθάρισε με δυο λέξεις: «Υπάρχει άλλος…» Σήμαινε το τέλος και αυτού του σταδίου των ψευδαισθήσεων και της άρνησης. Η αισθηματική ζωή θα τυλιγόταν στους επόμενους μήνες από το σκοτάδι και το κρύο.