Saturday, January 20, 2024

EΦηβικά 23 - Φιλοσοφία για Πάντα

Σήμερα, κοιτώντας πίσω στα εφηβικά χρόνια και τα πρώτα χρόνια της νεότητας, την άνοιξη της ζωής, μπροστά σε ένα βιβλίο, έναν πράσινο πίνακα, σημειωματάρια και όλο το φάσμα χρωμάτων από μολύβια και στυλό, φιγούρες και κουβέντες και πειράγματα συμμαθητών, πρόζες καθηγητών, ατενίζοντας από χρονική απόσταση δεκαετιών εκείνα τα οράματα της εφηβείας, ζυγίζοντας προσωπικές κατακτήσεις και επιτυχίες απέναντι στα όνειρα που ένα ονειροπαρμένο μυαλό τότε έπλεκε, διαπιστώνω πόσο θολές και εξωπραγματικές, λόγω απειρίας και αφέλειας, ήταν οι φιλοδοξίες τότε, πόσο ο νους σχημάτιζε ένα ονειρικό και μάλλον ουτοπικό μέλλον. Η πραγματικότητα, με τα λίγα ορόσημα και προσωπικές κατακτήσεις στον μακρύ και κακοτράχαλο δρόμο προς την ωρίμανση , κάποιες μικρές ή μεγάλες επιτυχίες, με μια λέξη το παρελθόν, δεν έλαμψαν και χρωμάτισαν όπως προσδοκούσα τα μονοπάτια που η ζωηρή, εφηβική φαντασία είχε χαράξει. Δεν βρίσκω στην απόκλιση των οραμάτων από την πραγματικότητα που βίωσα λόγους απογοήτευσης και λύπης, ενοχών και μεταμέλειας. Είναι καλύτερο να ονειρεύεσαι τη ζωή σου παρά να τη ζεις, έγραψε ο Προυστ. Σίγουρα είναι πολύ ευκολότερο να πλάθεις όνειρα από το να τα πραγματοποιείς. Πρώτο δεν ξέρεις τόσο καλά τον εαυτό σου όσο νομίζεις, δεύτερο αγνοείς ή υποτιμάς τις δυνάμεις που το κοινωνικό περιβάλλον εξασκεί και επηρεάζει τις σκέψεις, την βούληση και τις πράξεις σου.   

Με το τέλος του πανεπιστημίου και της φοιτητικής ζωής, η επιστήμη, οι αρχές της φυσικής, τα εφαρμοσμένα μαθηματικά, και αργότερα η τεχνολογική γνώση κατέλαβαν την πρωτοκαθεδρία στις μελέτες και αποτέλεσαν την μερίδα του λέοντος στη μοιρασιά του χρόνου που αφιέρωνα στην πρακτική εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση -κατά κύριο λόγο. Το λίγο-πολύ ανέμελο διάβασμα μυθιστορημάτων και διηγημάτων, ιστοριών ζωής κάθε λογής, των Marx και Engels, αντικαταστάθηκε σχεδόν πλήρως από τη μελέτη επιστημονικών και τεχνικών κειμένων, βιβλίων και άρθρων, η οποία γινόταν ολοένα και περισσότερο συστηματική, όπως το απαιτούσε η εμμονή για πλήρης κατανόηση, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια και την τελευταία εξίσωση και πως αυτή συνεπαγόταν από την προηγούμενη, ή η οπωσδήποτε λύση κάποιου τεχνολογικού προβλήματος που βασάνιζε το μυαλό μέρες και καμιά φορά νύχτες. Επιπλέον ράφια σε καινούργιες βιβλιοθήκες γέμιζαν πλέον με επιστημονικά βιβλία και συγγράμματα, συρτάρια και αρχειοθήκες με εκατοντάδες άρθρα και αναλύσεις, στοίβες από σημειωματάρια και συραμμένες σελίδες σημειώσεων και, καθώς εισερχόμαστε στην ψηφιακή εποχή, χιλιάδες αρχεία με τεχνικό περιεχόμενο.

Ποιος ήταν ο άμεσος, χειροπιαστός σκοπός εκείνης της εντρύφησης στην τεχνολογίας και τους ειδικούς κλάδους που εκάστοτε ακολούθησα παρακινούμενος από τις περιστάσεις και το περιβάλλον, την ανάγκη αναζήτησης και εύρεσης εργασίας; Ήταν, βέβαια, μια ωφελιμιστική συσσώρευση επιστημονικής γνώσης, μια εξειδικευμένη τεχνική κατάρτιση, χρήσιμη στην επιλογή εργασίας και των μονοπατιών που θα ακολουθούσα στην καριέρα, χρήσιμη από ματεριαλιστική και μόνον σκοπιά. Δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά συνδεόταν και πάλι με προσδοκίες και φιλοδοξίες, που όσο μεγάλωνα μεταμορφώνονταν σταδιακά από τα μεγαλεπήβολα σχέδια και όνειρα της εφηβικής ηλικίας, σε κάτι τις περισσότερο πεζό, χειροπιαστό, εφικτό, ίσως και τετριμμένο: μιαν επιστημονική ανάδειξη και αναγνώριση από τον άμεσο στενό επιστημονικό και επαγγελματικό κύκλο, όχι χωρίς αντίτιμο, την επαγγελματική αποκατάσταση και εξέλιξη, την ατομική και οικογενειακή προκοπή, κυρίως οικονομική· ασήμαντες επιτυχίες, ζυγισμένες με τα μέτρα και σταθμά που το σύστημα στο οποίο αναγκαζόμουν να επιβιώσω και συντηρηθώ επέβαλλε.

Το αν και κατά πόσο φιλοδοξίες και στόχοι της νιότης και της ωριμότητας εκπληρώθηκαν δεν επαφίεται πλέον σε μένα να το κρίνω, και όπως γράφηκε, τόσο το ερώτημα, όσο και η απάντηση είναι χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ίσως και άτοπο. Σε ένα άλλο ερώτημα όμως οφείλω απαντήσεις –στον εαυτό μου: στο αν οι ατέλειωτες ώρες κλεισούρας στο δωμάτιο παραδομένος στην πνευματική τυραννία της επίλυσης τεχνικών και μαθηματικών προβλημάτων, αυτός ο κατά κάποιον τρόπο διανοητικός μαζοχισμός που απαιτεί η κατανόηση ενός προβλήματος και η μαθηματική του ανάλυση, μέσα από κυκεώνες εξισώσεων, η μελέτη και έρευνα σε απροσμέτρητα βάθη και πλάτη επί το πλείστον χωρίς υλιστική ανταμοιβή, συχνά εις βάρος ψυχικών και αισθησιακών απολαύσεων και άλλων πιο ξέγνοιαστων και ευχάριστων δραστηριοτήτων, όλη αυτή η πνευματική ανάλωση της εφηβείας και των νιάτων άξιζε τον κόπο; Η απάντηση που δίνω από μια πλέον μεγάλη απόσταση στον χρόνο είναι κατηγορηματικά καταφατική. Όχι απλά για να δικαιολογήσω τις τότε επιλογές και συμβιβασμούς που έκανα και να με παρηγορήσω για χρόνια που θα μπορούσαν να περάσουν πιο όμορφα και ξέγνοιαστα. Όχι μόνον για την υλιστική βάση που τελικά απέκτησα και τη συσσώρευση μιας μικρής περιουσίας που μου αναλογεί από τον πλούτο των κοινωνιών στις οποίες εργάστηκα. Ίσως, θα έλεγα, σε λιγότερο βαθμό για αυτήν, καθώς ο πλούτος που ένας κοινός, μέσος εργαζόμενος άνθρωπος σωρεύει αντιστοιχεί λίγο-πολύ στην αξία που δημιουργεί μέσα από την πνευματική και χειρωνακτική του εργασία. Άλλωστε, η αποκρυσταλλωμένη σε υλική μορφή, σε ένα αντικείμενο-προϊόν πνευματική εργασία αντιστοιχεί σε ένα ελάχιστο μέρος αυτού που κουβαλάει κάποιος στο μυαλό, ένα μικρό υποσύνολο της γνώσης και των εμπειριών του. Η θυσία χρόνου, η προσπάθεια και οι κόποι, οι στερήσεις από πολλά, ίσως, όλα αυτά απέκτησαν αξία για άλλους λόγους. Διότι συντέλεσαν στην ανάπτυξη μεθόδου στη λογική σκέψη. Διότι προπόνησαν και καλλιέργησαν την αναλυτικότητα. Διότι συχνά με βοήθησαν να σταθώ όρθιος απέναντι σε προβλήματα πολύ διαφορετικά από τα εξειδικευμένα της επιστήμης και των επαγγελμάτων που άσκησα. Μια φαινομενικά μικρή σφαίρα γνώσης, ελάχιστη σε σύγκριση με την παγκόσμια κληρονομιά, χάριν στον εθισμό στη μελέτη, χάριν στη μέθοδο προσέγγισης και ανάλυσης προβλημάτων, που η κατάκτηση αυτής της γνώσης προϋποθέτει, χάριν στην ένταση και τους ρυθμούς σκέψης που συντηρεί, διογκωνόταν μέρα με τη μέρα. Τελικά εξαπλώθηκε πέρα από τα όρια μιας εξειδικευμένης γνώσης σε μιαν επιστημονική κατεύθυνση, επεκτάθηκε στον κόσμο γύρω, στους ανθρώπους, στις κοινωνίες και οικονομίες τους, για να επιστρέψει τελικά στο τέλος μιας πολύχρονης καριέρας σε αυτό που λέμε στίβο της ζωής, στον εαυτό μου τον ίδιο. Και «είδα» τον εαυτό μου, και παρακολουθώ την ύπαρξη μου, και τις μέρες να περνάνε, και το τέλος που μια μέρα θα έρθει, όλα με άγρυπνη συνείδηση, και μια μικρή ικανοποίηση και αίσθηση εκπλήρωσης.  

Η γνώση μου έδωσε ισχύ, μου έδωσε ελευθερία. Η γνώση είναι ισχύς, είναι ελευθερία, για τον κάθε άνθρωπο. Το μυαλό είναι η ανώτατη μορφή ύλης, όπως είπε ο Lenin, και η ολοκλήρωση και τελειοποίηση αυτής της μορφής προϋποθέτει τη γνώση, βασίζεται πρωταρχικά σε αυτήν. Χρειάζεται τη γνώση, μέσα από το διάβασμα και τις εμπειρίες που προσφέρει καθημερινά η ζωή για να σκέφτεται, και για να σκέφτεται καλά. Υπάρχω σημαίνει κινούμαι, δρώ και παλεύω στον κόσμο, αλλά κάθε δράση, κάθε πράξη και τελικά η αυτή καθαυτή ύπαρξη προϋποθέτουν την σκέψη σε κάθε βήμα, σε κάθε στιγμή αυτής ύπαρξης. Μια ύπαρξη που θα μπορούσε να συνοψιστεί, και εν μέρει δικαιολογηθεί, από το cogito ergo sum του Descartes.  

Καθώς η ζωή μου βαδίζει προς το τέλος της ωρίμανσης, της πνευματικής και σωματικής ακμής, την απαρχή του γήρατος και της παρακμής, καθώς η καθημερινή δραστηριότητα μέσα από την εργασία καταλήγει σε ένα τέλος, καθώς ο άνθρωπος αποσύρεται σιγά-σιγά από την καθημερινότητα των «παραγωγικών σχέσεων», της δουλειάς που έκανε για να ζήσει ο ίδιος και να μεγαλώσει την οικογένειά του, συμβαίνει μια επιστροφή στον εαυτό του και την ατομική ύπαρξη. Ο άνθρωπος αναδύεται, πολλές φορές βιάζεται να ξεφύγει από αυτήν την καθημερινότητα των χρόνων της δουλειάς, καθώς ο χρόνος λιγοστεύει. Οι κλήσεις στη συνείδηση και οι συνομιλίες με τον εαυτό πληθαίνουν. Ο θάνατος είναι πλέον ορατός στον ορίζοντα, μας πλησιάζει, και η μέχρι τώρα ύπαρξη πρέπει να ιδωθεί, αναλυθεί, αξιολογηθεί, δικαιολογηθεί. Να τεκμηριωθεί, έστω και κατά προσέγγιση, το αν και κατά πόσο άξιζε τον κόπο. Ο Marx μπορεί να έθεσε τα θεμέλια του ιστορικού ματεριαλισμού και της κριτικής της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού που παραμένουν ακλόνητη στα μάτια μου τουλάχιστον, αλλά ο μαρξισμός είναι κατά κάποιο τρόπο ένα εξωστρεφές ιδεολογικό σύστημα: αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων στη διάρκεια του χρήσιμου και παραγωγικού μέρους της ζωής τους. Η ατομική ύπαρξη, οι αντανακλάσεις της συνείδησης, ο θάνατος δεν διαπραγματεύονται. Ο άνθρωπος, το πνεύμα του, εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα στον εαυτό του και να αναζητά απαντήσεις, ώστε να αξιοποιήσει και την τελευταία ικμάδα αυτού του πνεύματος ενόσω ζει. Στροφή, λοιπόν, αυτού του πνεύματος, της δραστηριότητας και των ανησυχιών του, προς τις θεωρίες του όντος και της ύπαρξης, μια τελευταία βουτιά στον κόσμο των αισθήσεων και συναισθημάτων, μέσα από την τέχνη κάθε μορφής, επιστροφή στην αισθητική της φύσης. Κατά κάποιο τρόπο ο ασυμβίβαστος επαναστάτης, κομμουνιστής της νεότητας, ο αναλυτικός μαρξιστής της ωριμότητας μεταμορφώνεται σε ένα είδος υπαρξιστή, χωρίς να χρειαστεί να πουλήσει τον εαυτό του στον διάολο της εξουσίας, 

Thursday, January 18, 2024

Εφηβικά 22 - Φιλοσοφικά (Η Συνέχεια: Marx)

Κάτι που μου έκανε εξίσου σημαντική εντύπωση από το διάβασμα των δύο «φιλοσοφικών» βιβλίων του Camus και που, μετά από κείνη την παρθενική επαφή με τη φιλοσοφία, με ώθησε σε άλλες, ανεξερεύνητες κατευθύνσεις, ήταν ο αριθμός των αναφορών σε προγενέστερους συγγραφείς ή ιστορικές προσωπικότητες και το πλήθος των παραπομπών και αποσπασμάτων από τα λόγια, τα έργα και τις ημέρες τους, που βρήκα διάσπαρτα σε κείνα τα βιβλία. Oι ιδέες και η φιλοσοφία του Camus, όπως και κάθε αξιόλογη φιλοσοφική αναζήτηση και επιστημονική έρευνα, δεν δημιουργούνται ex nihilo δια κάποιας επιφοιτήσεως του πνεύματος, αλλά στηρίζονται σε σκέψεις, ιδέες και πράξη ζωής δεκάδων προγενέστερων ποιητών, πεζογράφων, φιλοσόφων, ιστορικών μορφών, δημιουργών τέχνης και ιστορίας, επιστημόνων. Και όλη αυτή η γνώση ζυμώνεται με προσωπικές εμπειρίες και σύγχρονα γεγονότα, για να επεξεργαστεί και αναπτυχθεί, με επιμονή και πνευματικό πόνο, από ένα προικισμένο μυαλό. Ο Camus ήταν πολυδιαβασμένος, καλοδιαβασμένος, ενήμερος, μορφωμένος. Το διάβασμα και η αποκόμιση γνώσης, η αποκρυστάλλωση τους σε παιδεία και μόρφωση αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για οποιαδήποτε πνευματική δημιουργία. Αν ήθελα να σεργιανήσω στα ίδια μονοπάτια και να δημιουργήσω, έπρεπε να μελετήσω με την ίδια ένταση και συγκρίσιμο πλάτος και βάθος. Η δημιουργία οποιασδήποτε μορφής ακόμη και ως αυτοσκοπός, σε μια πεπερασμένη ζωή χωρίς αντίκρισμα στην αιωνιότητα, όπως έμαθα από τον Camus, είναι ικανός λόγος ύπαρξης.

Από τις αναφορές του Camus κατάρτισα μια λίστα -με αλφαβητική ταξινόμηση- μεγάλων μορφών της παγκόσμιας φιλοσοφίας, καθώς και της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, και με συχνές επισκέψεις και σεργιάνια στα βιβλιοπωλεία της πόλης άρχισα να γεμίζω τα ράφια της βιβλιοθήκης του Πατέρα, όπου έβλεπα κραυγαλέα κενά στην εκάστοτε βιβλιογραφία: Althusser, Βάρναλης, Dante, Καβάφης, Kafka, Lenin, Λειβαδίτης, Mandell, Marx, Nietzsche, Ρίτσος, Sartre, Σεφέρης, κ.o.κ. Kαι επειδή, αφενός, μια οικογενειακή βιβλιοθήκη, με δεδομένο το εύρος της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς, μοιραία παρουσιάζει τεράστια τέτοια κενά, και, αφετέρου, το μικρό χαρτζιλίκι που εισέπραττα περιόριζε την δυνατότητα αγοράς βιβλίων από αυτό, έριχνα κλήρο ή επέλεγα, συχνά προκατειλημμένος από εποχιακές τάσεις ή φήμες ή από διαβάσματα εφημερίδων και περιοδικών, και συμπλήρωνα από εκείνη την λίστα τη βιβλιοθήκη μας με τα κύρια έργα του ενός μετά τον άλλον συγγραφέα, φιλόσοφο, ποιητή ή λογοτέχνη. Παρόλο που μετά το τέλος του βραχνά των εξετάσεων και του σχολείου και πριν το μουδιασμένο και παρατεταμένο ξεκίνημα της φοιτητικής ζωής ο ελεύθερος χρόνος έρρεε άφθονος, ο ρυθμός ανάγνωσης των βιβλίων υστερούσε σημαντικά του ρυθμού προμήθειας και στοιβάγματός τους στα ράφια -όσο διακαής αναγνώστης και να είχα γίνει. Επιβράδυνα τις αγορές και άρχισα να θέτω προτεραιότητες στη μελέτη, με άξονες το κύρος και την επιρροή κάθε συγγραφέα, όπως αυτοί οι άξονες γινόταν υποκειμενικά αντιληπτοί. Ως ανέκαθεν επιμελής, ως φοιτητής όπως και μέχρι τότε ως μαθητής, αφιέρωνα περισσότερο από τον ελάχιστα αναγκαίο χρόνο στην μελέτη του επιστημονικού αντικειμένου, ενώ η προσωπική και κοινωνική ζωή (το εξαντλητικό κυνήγι του έρωτα, αλλά και οι καταστολές από την αρρώστια της φοιτητικής ζωής που στην καθομιλουμένη αποκαλούμε «κωλοβάρεμα»), η εντατική πολιτική ενασχόληση μέσα από την Οργάνωση και το Κόμμα, με δυο λέξεις η «επαναστατική πρακτική» (ή γυμναστική, για πολλούς), όλες αυτές οι πτυχές της νεανικής ζωής θα ανάλωναν σημαντικό χρόνο και ενέργεια, εις βάρος, δυστυχώς, φιλοσοφικών και λογοτεχνικών διαβασμάτων.  

Δεν χρειαζόμουν, όμως. πολλά εξωτερικά ερεθίσματα (και τότε, στην πολιτική ζωή της Ελλάδας τέτοια υπήρχαν εν αφθονία) για να βρεθώ αντιμέτωπος με το έργο ενός ακόμα γίγαντα της φιλοσοφικής σκέψης, του Karl Marx. Αυτός έμελλε να επηρεάσει περισσότερο από κάθε άλλον και την δική μου σκέψη, τον πολιτικό διάλογο, την αντίληψη και ανάλυση της κίνησης της ανθρώπινης κοινωνίας γύρω μου, εν τέλει αυτά που λέμε ιδεολογία ή κοσμοθεωρία· κατά την διάρκεια των νιάτων και αργότερα της ωριμότητας και των χρόνων της εργασίας, όταν οι κάθε λογής σχέσεις με την κοινωνία εντείνονται και κορυφώνονται. Το όνομά του Marx αναφερόταν συχνά στα έργα του Camus, αλλά και του Sartre που επιφανειακά είχα τότε αγγίξει, από τον πρώτο με εμφατική κριτική, αν όχι και απορριπτική διάθεση, παρά τις ταπεινές του καταβολές σε σχέση με τον δεύτερο. Αλλά ο Camus χαρακτηριζόταν από πολλούς ως «αντί-φιλόσοφος».

Βέβαια, πληθώρα αναφορών στο μαρξισμό και τον Marx και τον «κομμουνισμό» του, συναντούσα καθημερινά, όπου και να γύριζα και διάβαζα και έβλεπα και άκουγα. Σε εφημερίδες, περιοδικά, πολιτικά έντυπα, ομιλίες, σινεμά και τηλεόραση. Η επιρροή του ήταν εμφανής και διάχυτη επί σχεδόν παντός επιστητού: πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, φιλοσοφικού. Ο κόσμος γύρω μου, διαπίστωνα, ήταν στο θεμέλιό του ματεριαλιστικός, το χρήμα και η ανταλλαγή αγαθών με το χρήμα στο επίκεντρο του. Πριν από κάθε τι χρειάζεται να τρώμε, να ντυνόμαστε, να έχουμε μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας, ζεστό νερό να πλενόμαστε, να κινούμαστε ως κοινωνικά και πολιτικά όντα στο χώρο και τον χρόνο, να διασκεδάζουμε και ψυχαγωγούμαστε -στον τόπο και την εποχή που έστω προσωρινά μας εγκατάστησε η μοίρα, η ιστορική συγκυρία. Και για να αποκτούμε και καταναλώνουμε, αυτά και την πληθώρα των αγαθών που η τεχνολογική ανάπτυξη κάνει διαρκώς προσιτά στις μάζες και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής τους, αναγκαζόμαστε να εργαστούμε και να βγάλουμε χρήματα, από την αμοιβή για την εργασία μας. Η κατανάλωση για επιβίωση και την απόλαυση της μοναδικής ζωής, η μεγέθυνση της ελευθερίας μας, προϋπόθετε παραγωγή και κατανάλωση, σε αντιστοιχία με το επίπεδο οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Η παραγωγή προϋπόθετε την εργασία των εργαζομένων. Και ανάμεσα μας υπάρχουν οι σχετικά φτωχοί, που ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους εργάζονται αμειβόμενοι δυσανάλογα λίγο με τους κόπους τους, όπως και πλούσιοι σε γενική αργία, που επί το πλείστον καταναλώνουν.

To χρωστούσα, λοιπόν, στον εαυτό μου πολύ περισσότερο από τις ανάγκες της πολιτικής δράσης μου ως φοιτητής και της καριέρας μου στην τεχνολογία, και ποιος ξέρει σε τι άλλο αργότερα, να γνωριστώ και εξοικειωθώ με τα έργα του Marx και του Engels, να τα μελετήσω, και να εμβαθύνω στις σκέψεις και ιδέες που κληροδότησαν. Το όφειλα ως είδος χρέους στον εαυτό μου, στο δρόμο για την αυτογνωσία και πνευματική ολοκλήρωση. Έτσι, με το χαρτζιλίκι από γονιούς και συγγενείς, πήγα και αγόρασα από το τότε βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής, μια από τις ακμάζουσες τότε επιχειρήσεις του ΚΚΕ, όλους τους τόμους του Κεφαλαίου, μαζί με το σύνολο των συγγραμμάτων του Marx και Engels. Αργότερα, στην συλλογή αυτή προσάρτησα τα Άπαντα του Lenin, που οι σκληρόδετοι τόμοι του κατέλαβαν παραπάνω από ένα ολόκληρο ράφι. Αυτό προκάλεσε την θυμωμένη αντίδραση και των δύο γονιών, το άγχος στην Μάνα μην τυχόν τα πάρει το μάτι κάποιου επισκέπτη στην Μάνα κάθε φορά που άνοιγε το σπίτι της σε φίλους ή γείτονες. Με εξόργισε, αν και δεν με εξέπληξε, χρόνια μετά, αφού είχα πήρα πλέον τον δρόμο της ξενιτιάς, το ότι ο Πατέρας ένα βράδυ φόρτωσε τα Άπαντα του Lenin και τα πέταξε σε έναν κάδο του Δήμου για πολτοποίηση.   

Αν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ενέτεινε τον επαναστατικό  παλμό των πρώτων φοιτητικών χρόνων, με τις πρώτες κιόλας αράδες του Α΄ τόμου του Κεφαλαίου άρχισαν να ανοίγουν τα μάτια μου· να κατανοώ μέσα από δεκάδες στριφνές και δυσνόητες σελίδες πως πραγματικά γυρίζει ο τροχός της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας στην οποία είχα γεννηθεί, θα μεγάλωνα και ωρίμαζα. Έμαθα ότι η ανθρώπινη εργασία, και μόνον αυτή, δημιουργεί αξία και κατ’ επέκταση υπεραξία, και κατ’ αναλογία το καπιταλιστικό κέρδος που καρπώνονται οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής. Έμαθα ότι τα μεροκάματα και οι μισθοί των εργαζομένων συνιστούν ένα μόνο μικρό κομμάτι της αξίας που η εργασία τους παράγει. Έμαθα ότι η συγκεντροποίηση και συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων, εν τέλει η ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, οι οικονομικές ανισότητες και τα αποτελέσματά τους στην κοινωνική νοοτροπία και κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, είναι αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης αυτής της εργασίας, των παραγωγικών σχέσεων στην καρδιά του συστήματος. Άρχισα να βλέπω με διαυγέστερο μυαλό διαμάχες και συγκρούσεις στα μήκη και πλάτη της ανθρωπότητας, τα βαθύτερα αίτιά τους, πως σχηματίσθηκαν οι σχέσεις εξάρτησης μεταξύ εθνών, τι σήμαινε και πως εκδηλωνόταν η αποικιοκρατία και αργότερα η νεοαποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός. Αντιλήφθηκα ως ιστορικές νομοτέλειες, την εξάπλωση και εμβάθυνση της εξειδίκευσης και του καταμερισμού στην εργασία, την μονοτονική ή με άλματα αύξηση της παραγωγικότητας μέσα από τεχνολογικές ανακαλύψεις ή επαναστάσεις, τη συνεργασία και την οργάνωση της εργασίας, ως όρους επιβίωσης και ίσως διαιώνισης ενός οικονομικού συστήματος που το raison d' être ήταν η δημιουργία και μεγιστοποίηση του κέρδους, τούτην διαμέσου της παραγωγικότητας και εντατικοποίησης της εργασίας, των τεχνολογικών καινοτομιών, του ανταγωνισμού. Οι ραγδαίες αυξομειώσεις οικονομικών μεγεθών, οι κρίσεις και υφέσεις, οι πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, η επίδραση που ασκούσαν όλα αυτά στην ανθρώπινη φύση και τις διαπροσωπικές σχέσεις αποκάλυπταν τις εγγενείς και αθεράπευτές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Βίωνα, και θα βιώνω μέχρι το τέλος, μια ραγδαία και νομοτελειακή παγκοσμιοποίηση, που μοιραία θα εξαπλώνει και εντείνει αυτές τις αντιθέσεις. Το σημαντικότερο που αποκόμισα;  Ό,τι έχει αξία σήμερα, είτε αξία χρήσης, είτε ανταλλακτική αξία, είτε αισθητική και πνευματική αξία, κάθε αγαθό πνευματικό ή υλικό, είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας, πνευματικής ή χειρωνακτικής, συλλογικής ή ατομικής, και μόνον αυτής.  

Την βιβλιογραφία των Marx και Engels την εξάντλησα. Μερικά συγγράμματα και βιβλία τους τα διάβασα δις και τρις. Από τους ίδιους, δυο-τρεις έγκυρους προγενέστερούς τους, όπως οι Smith και Ricardo, και μερικούς οικονομολόγους της αντιπέρα του μαρξισμού όχθης, παραπόταμοι στον αστείρευτο ποταμό της ανάλυσης των καπιταλιστικών οικονομιών και κοινωνιών, έμαθα ό,τι χρειαζόταν να μάθω για το σύστημα στο οποίο εντάχθηκα ως εργαζόμενος και υπηρέτησα, προσφέροντας κάθε φορά κυρίως την πνευματική, λιγότερο την χειρωνακτική εργασιακή μου δύναμη. Και ό,τι έμαθα, το εμπέδωσα και επαλήθευσα μέσα από δεκαετίες εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις που με απασχόλησαν. Είχε τελικά δίκιο σε πολλά ο Marx! Οι καπιταλιστικές κοινωνίες, και οι οικονομίες τους στον πυρήνα, εξακολουθούν να κινούνται και συμπεριφέρονται όπως λίγο-πολύ τις ανέλυσε.

Για το αν σε κάποια φάση της ανθρώπινης ιστορίας ο καπιταλισμός εξαντληθεί, ξεπεραστεί, μετασχηματιστεί σε κάτι τις άλλο, ή επιβιώσει στον αιώνα τον άπαντα, ή παρακμάσει μέχρι να προλάβει την πτώση του το τέλος ενός εξαντλημένου από την κατάχρηση πλανήτη και του ανθρώπινου πολιτισμού, τέτοιου είδους ερωτήματα θεώρησα άτοπο να με απασχολούν μετά από ένα σημεία στη μικρή και πεπερασμένη διάρκεια μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ύπαρξης. Συμβιβάστηκα με την ιδέα και παραδέχτηκα ότι ενόσω εμβάθυνα στην μαρξιστική κριτική του καπιταλισμού, στην ανάλυση των μηχανισμών του, και των οικονομικών δυνάμεων που ενισχύει, αναπτύσσει και απελευθερώνει, τόσο απομακρυνόμουν από το αρχικό όραμα, στην ουσία του ανθρωπιστικό: ενός δικαιότερου και ειρηνικότερου κόσμου και την ρομαντική προσδοκία μιας σοσιαλιστικής επανάστασης που θα τον έφερνε. Το όραμα (ή όνειρο) της κοινωνικής επανάστασης μπορεί να χάθηκε. Ίσως να ήταν μια από τις πολλές νεανικές αφέλειες, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος. Αλλά η κριτική στο σύστημα οφείλει να ανανεώνεται διαρκώς, η αμφισβήτησή του να παραμένει ζωντανή. Διαφορετικά γινόμαστε υποσυνείδητα αδιαμαρτύρητα θύματα του συστήματος και αυτού καθαυτού του κόσμου ή, στην καλύτερη περίπτωση, άβουλοι, φθαρτοί και αναλώσιμοι κομπάρσοι του.

Στο άλμπουμ της κόρης του Marx, της Jenny, σε ένα χαρτί από ένα οικογενειακό παιχνίδι ερωταπαντήσεων, βρέθηκε το αγαπημένο γνωμικό του: Nihil humani a me alienum puto. Ως ανθρώπινα όντα, μας αγγίζει κάθε τι ανθρώπινο. Ακριβώς από κάτω βρισκόταν το motto του Marx: De omnibus dubitandum. Έγινε και το δικό μου motto στη ζωή. Oπως κατάλαβα είχε υιοθετηθεί και από τον Πατέρα πολύ πριν από μένα.  

Tuesday, January 16, 2024

Εφηβικά 21 - Φιλοσοφικά (Η Αρχή: Camus)

Θα εισαγόμουν πανηγυρικά στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Με εύσημα. Οι ρομαντικές φιλοδοξίες για επιτεύγματα και μεγαλουργίες στη Φυσική πρώτα, στα Μαθηματικά ύστερα, πέρασαν στο περιθώριο. Είχα πλέον αρχίσει να ζυγίζω καλύτερα τις διανοητικές ικανότητές μου και να εκτιμώ την ασημαντότητα του σχετικού μέγεθος των γνώσεων μου. Άρχισα, με λίγες λέξεις, να προσγειώνομαι στην πραγματικότητα του κόσμου, κατά κάποιο τρόπο να του υποτάσσομαι. Είχα αντιληφθεί έγκαιρα ότι είχα πολλά, πάρα πολλά να μάθω στη ζωή, όχι μόνον γύρω από την επιστήμη που θα ακολουθούσα, αλλά και για το όν και την ύπαρξη, την ζωή και θάνατο, την ανθρώπινη φύση, τις ανθρώπινες σχέσεις, και την κοινωνία στην οποία θα εντασσόμουν αναγκαστικά ως εργαζόμενος για το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μπροστά μου. Ο δρόμος της γνώσης και μόρφωσης θα εξαντληθεί λίγο πριν το κατώφλι του θανάτου, όπως έχω συνειδητοποιήσει μέσα από τις δεκαετίες που πέρασαν από εκείνο το ορόσημο -της εισόδου στο πανεπιστήμιο, την ενηλικίωση, την μεταμόρφωση του εφήβου και άγουρου νέου στον «ακαδημαϊκό πολίτη» της Μάνας, την τελική ωρίμανση.  

Από τα ράφια της βιβλιοθήκης μας, η οποία έβριθε από μισοδιαβασμένα ή αδιάβαστα βιβλία του Πατέρα, ανακάλυψα και έσυρα τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Albert Camus. Ήταν εκείνο το βιβλίο το πρώτο φιλοσοφικό έργο που θα περνούσε από τα χέρια μου και το διάβασα μέχρι την τελευταία του γραμμή, παρόλο που η κατανόηση του κειμένου, το τι ήθελε μέσα από κάθε φράση να μεταφέρει ο συγγραφέας ξεπερνούσαν το άγουρο της ηλικίας και την λιγοστή εμπειρία με διάβασμα φιλοσοφίας. Στην προσπάθεια μου να μάθω, να κατανοήσω, να αντιληφθώ, γέμιζα σελίδες με αποσπάσματα του κειμένου, κύριες ιδέες και σκόρπιες σημειώσεις από κάτω τους. Η εντύπωση που μου άφησε εκείνο το έργο ήταν μεγάλη, ιδιαίτερα χάριν στην οξύνοια, το βάθος της σκέψης και το εύρος της παρακείμενης γνώσης, ιστορικής και λογοτεχνικής, του συγγραφέα. Άσκησε μιαν αξιοσημείωτη επίδραση που ακόμα και σήμερα, έχοντας πλέον διαβάσει και ξαναδιαβάσει, υπογραμμίσει, αναλύσει (πρόχειρα στα περιθώρια με τον ερασιτεχνισμό ενός κατ’ επάγγελμα μηχανικού), The Rebel και The Myth of Sisyphus, όπως και τα τρία μυθιστορήματα του Camus, νιώθω όταν ανακαλώ ιδέες του στις σκέψεις μου, στην αντίληψη της ύπαρξης και την συνείδηση μου, μερικές φορές ενώπιον επιλογών ζωής.

Το τέλος του Επαναστατημένου Άνθρωπου ακολούθησε το διάβασμα του Μύθου του Σίσυφου. Στο νεανικό μου μυαλό ανοιγόταν ένας απέραντος, ανεξερεύνητος μέχρι τότε, κόσμος ιδεών, αντίληψης της ατομικής ύπαρξης και του σύμπαντος γύρω της, χωρίς θεό, χωρίς «μετά», με μόνον την βεβαιότητα του θανάτου να συμβιβαστεί και ανάλογα προσαρμόσει την ζωή του. Απλώνονταν πεδία φιλοσοφιών της ζωής και της ψυχής, των σχέσεων, συναισθηματικών και κοινωνικών, της πάλης και των πολλές φορές βίαιων συγκρούσεων ανάμεσα σε ανθρώπους, τάξεις, κοινωνίες  και έθνη, χωρίς διαιτητή ή επόπτη, πεδία ζύμωσης ιδεών και συναισθημάτων. Ξέφωτα λίγων κοινών αληθειών και κοινοτυπιών, με μόνον την ομορφιά της φύσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας να τα φωτίζουν, διαδέχονταν πυκνά και σκοτεινά δάση αντιφάσεων και αντιθέσεων, αδιεξόδων στο πείσμα της λογικής. Με την φιλοσοφική σκέψη του Camus πριν από άλλους οδηγό, άρχισα να σεργιανώ τις δύσβατες περιοχές της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης, της ψυχής και των συναισθημάτων, να βυθίζομαι στον κόσμο των ανθρώπινων κοινωνιών και την ιστορία τους. Σε έναν κόσμο με τον άνθρωπο καταμεσής του, μόνον του να αδυνατεί να αδράξει και κατανοήσει αυτόν τον κόσμο -την ιστορία και το παρόν του, όπως διακαώς το επιθυμεί, σφαιρικά και ολοκληρωτικά, να δει προς τα που κινείται και που ενδεχόμενα θα καταλήξει. Να καλείται να ρυθμίσει την σύντομη παρουσία στον πλανήτη εν γνώσει της μαθηματικής βεβαιότητας του θανάτου. Αυτόν τον θάνατο, αν και τότε μου φαινόταν ακόμη μακρινός, σε κάποια φάση της ωρίμανσής μου τουλάχιστον θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσω. Και την προσέγγιση του να την αντιδιαστείλω με την μέχρι τότε ύπαρξή μου, ενώ, ταυτόχρονα, να δικαιολογώ και αιτιολογώ αυτήν την ύπαρξη μέσα από περιοδικές κλήσεις και κουβέντες με τη συνείδηση. Ήμουν, όμως, ακόμα πολύ νέος ώστε να απορρίψω καθολικά το μέλλον προς όφελος της στιγμής του παρόντος.    

Η φιλοσοφική σκέψη στο σύνολό της δεν μπορεί να εκφραστεί και κωδικοποιηθεί από μαθηματικές εξισώσεις και θεωρήματα, παρά την σημασία της Λογικής ως γέφυρας ανάμεσα στα Μαθηματικά και την Φιλοσοφία. Ούτε μπορεί να μπει σε καλούπια και να βασιστεί και εξηγηθεί αποκλειστικά από τους φυσικούς νόμους, όπως προκύπτουν μέσα από την παρατήρηση του κόσμου γύρω μας. Ως επί το πλείστον, περιγράφεται και εκφράζεται προσεγγιστικά, με λέξεις και φράσεις από το εύρος και πλούτο που προσφέρουν οι ανθρώπινες γλώσσες, η γραμματική και σύνταξή τους. Ωστόσο, όλες αυτές τις περιηγήσεις του νου στους λαβύρινθους της φιλοσοφικής σκέψης τις έβρισκα συναρπαστικές και γοητευτικές. Ένιωσα ότι την γνωριμία με την φιλοσοφία και τα ρεύματά της τα όφειλα ως ένα μεγάλο χρέος προς την ζωή στην οποία γεννήθηκα να ζήσω. Διψούσα να μάθω περισσότερα. Παρέα με τον εαυτό και την συνείδηση μου, να μελετήσω και κατανοήσω αυτό που «είμαι», το «είναι» γενικότερα, τον άνθρωπο και την ιστορία του, τον ιστορικό και σύγχρονο άνθρωπο, τον εκάστοτε κοινωνικό περίγυρο, τη θέση την δική μου ή της τάξης μου σε αυτόν· να την ανακαλύψω, ίσως και να την αλλάξω, με ή χωρίς τον υπόλοιπο κόσμο γύρω του. Έτσι, το ανθρώπινο ον και η ύπαρξη ήρθε κατ’ αρχήν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου. Και ο Camus, με τη φιλοσοφία του Παραλόγου, πρώτος από τους φιλοσόφους των μοντέρνων καιρών που διάβασα, ίσως από καθαρή σύμπτωση και τύχη, με το κοφτερό, καμιά φορά σατυρικό και σαρκαστικό απέναντι σε «δεδομένες» και τετριμμένες απόψεις για την ύπαρξη και τους «πεπατημένους» δρόμους στη ζωή, άλλες φορές με κατηγορηματικό, αφοριστικό και τελειωτικό ύφος, άλλοτε με λυρισμό και λογοτεχνικό παλμό, μου έδωσε εκείνο το απροσδόκητο έναυσμα, μου άνοιξε καινούργιες λεωφόρους για την εξερεύνηση της ανεξάντλητης και ανεκτίμητης κληρονομιάς της ανθρώπινης σκέψης. Τα δυο φιλοσοφικά πονήματα του Camus ήταν το πρώτο μικρό βήμα σε μιαν πνευματική πρόοδο χωρίς ορατό τέλος.

Μη οικείος με σύνθετους φιλοσοφικούς συλλογισμούς και ένα περιεχόμενο που κινείτο σε διαφορετικό επίπεδο από εκείνο των διηγημάτων με ανθρώπινους χαρακτήρες, της ψυχολογίας και της δράσης τους σε ένα φυσικό περιβάλλον –το επίπεδο της λογοτεχνικής αισθητικής και της ψυχαγωγίας και συναισθηματικής ζύμωσης, πάλεψα με δυσνόητες προτάσεις, ώστε η νόηση να καταφέρει μέσα από την μαγεία της λογικής επεξεργασίας του μυαλού να συνδέσει το αφηρημένο με το συγκεκριμένο και πραγματικό, να δημιουργήσει μιαν «εικόνα», ένα καταστάλαγμα αυτού που ήθελε να πει ο συγγραφέας που να ικανοποιούσε και συμβιβαζόταν με την κοινή, ανθρώπινη λογική. Αντεπεξήλθα στις απαιτήσεις της πρώτης μου φιλοσοφικής μελέτης, κάτι που μου δημιούργησε τόση ικανοποίηση όσο και η επίλυση ενός δύσκολου μαθηματικού προβλήματος. Άρχισα να διαμορφώνω, ως μαθητευόμενος φιλόσοφος, σύνθετες προτάσεις με φιλοσοφικούς όρους, που σε μεγάλο βαθμό δεν ήταν τίποτε περισσότερο από κενά περιεχομένου «διανοουμενίστικα» λογοπαίγνια. Καμιά φορά πρόβαρα αυτόν τον φιλοσοφικό λόγο μπροστά στον τοίχο του δωματίου μου ή έναν καθρέφτη, χωρίς σημειώσεις μπροστά μου, ώστε να δοκιμάσω την ευφράδεια, τον πλούτο του λεξιλογίου και ρητορικές μου ικανότητες, πάντα στην αποκλειστική παρέα του εαυτού μου. Αλλά και άνοιγα τότε, στο τέλος του Λυκείου, σποραδικές συζητήσεις γύρω από τα φιλοσοφικά διαβάσματα της όψιμης εφηβείας με τον μόνον από τους συμμαθητές μου, τον κλειστό και λιγομίλητο Φώτη Ζ., που είχε παρόμοιες ανησυχίες. Σε μια από αυτές με άφησε ευχάριστα αμήχανο, μέχρις και εντυπωσίασε με τις γνώσεις του, όταν σε μια από τις συζητήσεις μας, γύρω από πάλη, αγώνες και επαναστάσεις, αυτοπροσδιορισμένος ο ίδιος ως «αναρχικός» στην ιδεολογία  (σε αντιδιαστολή με την κομμουνιστική που γεννιόταν και στέριωνε δογματική μέσα μου), όταν κατά την ανταλλαγή τσιτάτων αλιευμένων από πρόσφατα διαβάσματά μας, έκλεισε την κουβέντα μας με ένα insurgo ergo sum, τη λατινική μετάφραση μιας coda του Camus. Δεν ήμουν λοιπόν μοναδικός, σε εκείνο το στεγνό από ιδέες και ιδεολογική ζύμωση σχολείο, που διάβαζε μοντέρνα φιλοσοφία και επηρεαζόμουν και κυρίως προβληματιζόμουν από τέτοια διαβάσματα!

Wednesday, January 10, 2024

Εφηβικά 20 - Η Τελευταία Συνάντηση

 Ένα πρωϊνό, λίγες μέρες πριν την έναρξη της πρώτης χρονιάς στο Πολυτεχνείο και με το τραύμα της αποτυχίας στην Ολυμπιάδα να έχει επουλωθεί, με κάλεσε στο διαμέρισμα του, σε μιαν πολυκατοικία της Παλαιών Πατρών Γερμανού για έναν σωκρατικό διάλογο περί μαθηματικών. Από τη δυστροπία του χαρακτήρα, τον κατά τη γνώμη πολλών δικαιολογημένο από μιαν αδιαμφισβήτητα υψηλή νοημοσύνη εγωϊσμό και εγωκεντρισμό, την σχεδόν πλήρη απορρόφησή της ύπαρξής του από τα μαθηματικά, και λιγότερο από το ανάστημα του, θεωρούσα δύσκολο ο Καζαντζής να σχηματίζει και διατηρεί σχέσεις με το αντίθετο φύλο (Ποιος; Εγώ, με τα αναξιόπιστα και ύποπτα κριτήρια ενός ανώριμου και άπειρου εφήβου!) Στο σαλόνι που με υποδέχτηκε σύντομα ξεπρόβαλλε η σύζυγός του που δεν ήξερα ότι είχε, μια ελκυστική μελαχρινή γυναίκα, με γυαλιά και  σοφιστικέ φυσιογνωμία, καθηγήτρια πιθανότατα υπέθεσα, που, όπως αναμενόταν, τον ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι. Με οδήγησε σε ένα υπνοδωμάτιο όπου στο βρεφικό κρεβάτι, κειτόταν, μερικών μηνών ηλικίας, να μας κοιτάζει με ορθάνοιχτα τα τεράστια γαλανοπράσινα του μάτια, ο γιος του Νέστωρας. «Ήδη ξέρει να προσθέσει μονοψήφιους αριθμούς... Μπορεί να μην μιλάει ακόμα, αλλά μου δείχνει το αποτέλεσμα με τα δάχτυλά του!» αστειεύτηκε ο κ. Καζαντζής. Καταλήξαμε στο study του, ένα μεγάλο δωμάτιο που οι τρεις από τους τέσσερις τοίχους του, γύρω-γύρω και μέχρι το ταβάνι, ήταν καλυμμένοι με ράφια βιβλιοθήκης γεμάτοι βιβλία κυρίως μαθηματικών -στις εκατοντάδες και χιλιάδες. Το βαρύ, ξύλινο γραφείο, επιβλητικότερο από αυτό του φροντιστηρίου, ήταν τοποθετημένο στη μέση του χώρου και πλαισιωνόταν από  δύο bergère πολυθρόνες. Τη μια την άδειασε βιαστικά και άγαρμπα από μια στοίβα περιοδικών και συγγραμμάτων για να καθίσω. Δεν θυμάμαι επακριβώς τη συνομιλία μας εκείνο το πρωί. Θυμάμαι ότι περιστράφηκε γύρω από επώνυμους καθηγητές πανεπιστημίου που είχαν αναλάβει, παρά την επιστημονική μετριότητα μέχρι και «ασχετοσύνη» τους, την διδασκαλία, υπεράνω ελέγχου και κριτικής, του πολύ-αγαπημένου αντικειμένου του, καθώς και τις τρέχουσες μαθηματικές του ενασχολήσεις: το βιβλίο μαθηματικών που έγραφε, κάτι αποδείξεις θεωρημάτων που σκαρφιζόταν και τον απασχολούσαν, το πως έπρεπε να διδάσκονται τα Μαθηματικά.

Στην πόρτα εκείνου του διαμερίσματος αποχαιρέτησα τον Καζαντζή. Μαζί με αυτόν και τα Μαθηματικά ως σκοπό ύπαρξης ή αυτοσκοπό, έχοντας πρώτα πάρει μαζί μου ένα μεγάλο κομμάτι τους ως χρήσιμο εργαλείο στη δουλειά και την επιστήμη που αποφάσισα να ακολουθήσω. Χρόνια μετά από εκείνα τα «διεστραμμένα» μαθηματικά προβλήματα του Καζαντζή, των διαγωνισμών της Μαθηματικής Εταιρείας και Ολυμπιάδας, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την εκφώνησή και τα ζητούμενά τους, πόσο μάλλον να παιδευτώ και σκαρφιστώ κάποια προσέγγιση και λύση όπως έκανα ως ενθουσιώδης μαθητής. Την προσπάθεια να αποδείξω το θεώρημα του Fermat την είχα ήδη εγκαταλείψει. Απόκτησα σταδιακά καλύτερη επίγνωση των δυνατοτήτων μου. Θεώρησα το επεισόδιο των παιδαριωδών φιλοδοξιών στα μαθηματικά λήξαν.  

Ήταν η τελευταία φορά που είδα και άκουσα από τον Καζαντζή. Η ξεχωριστή κι αλησμόνητη από όσους τον γνώρισαν προσωπικότητα του δασκάλου μου έδειξε τα όρια που θα μπορούσε να κατακτήσει με κόπο και επιμονή ο ανθρώπινος νους και σκέψη. Ένα μεγάλο μέρος της μαθηματικής γνώσης στα βάθη και πλάτη της οποίας περιπλανήθηκα, εξαιτίας και μόνον από την επιβλητική παρουσία του στα μαθητικά μου χρόνια, με βοήθησαν σε πολλές περιστάσεις: στις σπουδές, στην δουλειά και, τελικά, στην ζωή. Για τις ατέλειωτες ώρες που αφιέρωσα να παιδεύω το μυαλό μου σε μαθηματικές αποδείξεις φαινομενικά στείρων προβλημάτων δεν μετάνιωσα. Όφειλα να ήμουν, και ήμουν ευγνώμων. Το βάζο Murano που έστειλα μετά από την τελευταία συνάντησή μας, κόστους αμελητέου σχετικά με τα δίδακτρα από τα οποία μας είχε απαλλάξει, και η σεμνή, αξιοπρεπής αφιέρωση με το οποίο το συνόδευσα ήταν μια απειροελάχιστη ανταπόκριση σε αυτά που έμαθα και κατάλαβα και ένιωσα τις λίγες ώρες διδαχής μαθηματικών κοντά του.

Ο κατ’ εξοχήν εμπνευστής δάσκαλος της εφηβείας και των νιάτων μου, πέθανε σχετικά νέος όταν είχα πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην ξενιτιά. «Δεν είχε καλή υγεία από νέος, έπαιρνε φάρμακα», αποφάνθηκε ο Πατέρας. Και κάπνιζε σαν φουγάρο. Από ό,τι φαίνεται ο Νέστωρ δεν συνέχισε τον μαθηματικό θρύλο του πατέρα του. Αντίθετα, η δικιά μας, η οικογενειακή παράδοση, που με περηφάνια ξεκίνησε ο Πατέρας στον ίδιο και παρεμφερή επιστημονικό χώρο, από την οποία έγκαιρα απέκλινα, την συνέχισε σε πολύ ψηλότερα επίπεδα ο Αδερφός, με πιο ουσιαστικές διακρίσεις, περισσότερους επαίνους και βραβεία. Οι ομάδες του σε Βαλκανιάδες και Ολυμπιάδες μας έβγαζαν πάντα ασπροπρόσωπους, σε αντίθεση με τη δικιά μας το 1981.



Εφηβικά 19 - Ολυμπιάδα Μαθηματικών

Μετά τη βράβευση από τη Μαθηματική Εταιρία και την ανακοίνωση της συμμετοχής στην Διεθνή Ολυμπιάδα Μαθηματικών, ο Καζαντζής έδειξε το χλιαρό και αποσπασματικό ενδιαφέρον, με το οποίο είχε συνηθίσει τους μαθητές του, να με προετοιμάσει κάπως για κείνη την Ολυμπιάδα. Δεν περίμενα σημαντικό χρόνο και ζήλο εκ μέρους του. Καταλάβαινα ότι ήταν μονίμως απασχολημένος με τις δικές του δραστηριότητες: να ανακαλύπτει και εκθέτει μαθηματικές παρατυπίες και λάθη, να ανταγωνίζεται και κατακεραυνώνει συναδέρφους, ανταγωνιστές φροντιστές, καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης και ακαδημαϊκούς, να ετοιμάζει ομιλίες και διαλέξεις για την μαθηματική παιδεία στην Ελλάδα. Ένα πρωϊνό μετά το τέλος τη σχολικής χρονιάς, πριν την Ολυμπιάδα, με κάλεσε στο γραφείο του φροντιστηρίου της οδού Πλουτάρχου. Τον μικρό χώρο του γραφείου τον καταλάμβανε ένα επιβλητικό mahogany γραφείο, με λίγες λευκές κόλες και ένα στυλό Parker τα μόνα αντικείμενα πάνω του. Μπορεί και κρατάει τα πάντα στο τεράστιο μυαλό του, σκέφτηκα. Σαν μαθηματικός μου προκαλούσε δέος και η ιδέα να επιλύαμε μαζί δύσκολα προβλήματα μαθηματικών νευρικότητα. Σε ένα χαρτί μου έθεσε το πρόβλημα, σχεδιάζοντας σε μια λευκή σελίδα σημειωματάριου μια γραμμή και αποτυπώνοντας με το στυλό διάφορα σημεία εκατέρωθέν της, με το ίδιο χέρι που κρατούσε το τσιγάρο: «Δίδεται ένα σύνολο σημείων στο χώρο… Κάθε ευθεία γραμμή που ενώνει δύο σημεία περνάει τουλάχιστον και από ένα τρίτο. Να αποδειχτεί ότι τα σημεία είναι συγγραμμικά.» Σε τέτοια ερωτήματα, αφενός λόγω της γενικής έλλειψης αυτοπεποίθησης που με διέκρινε (έμφυτης ή επίκτητης δεν έχει σημασία), αφετέρου λόγω μιας αργόστροφης σκέψης την οποία ο Πατέρας δεν έχανε ευκαιρία να μου την υπενθυμίζει με σημείο αναφοράς την δική του ευδιάκριτη ευστροφία (κάτι που ενώ είχα μερική επίγνωση εξακολουθούσε να το βρίσκω μειωτικό) , το μυαλό μου θόλωνε, η σκέψη μου ασφυκτιούσε, με κυρίευε ένα είδος πανικού, μπλοκαριζόμουν. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να απαντήσω εκείνη τη στιγμή, καθισμένος δίπλα στο θαυμάσιο μυαλό του δασκάλου μου! Χρειαζόμουν χρόνο -το δικό μου χρόνο, χωρίς όρια, για σκέψη σε βάθος. Και την ηρεμία και απομόνωσή μου. Για σκέψη σε βάθος και διάρκεια ήμουν ικανός υπό την προϋπόθεση συνθηκών χώρου (μόνος στο δωμάτιο περιτριγυρισμένος από τα βιβλία και σημειωματάρια μου) και χρόνου -του απεριόριστου χρόνου όπου θα εξαντλούσα κάθε ικμάδα νόησης και θα βασάνιζα το μυαλό μέχρι να φτάσω στην επιθυμητή λύση. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής κάτω από το γνώριμο από τις ώρες διδασκαλίας διαπεραστικό βλέμμα, πίσω από τον καπνό του τσιγάρου, ήρθε η ανακούφιση. Ευτυχώς, του Καζαντζή πάντοτε του άρεσε να απαντά στα σύνθετα ερωτήματα που έθετε ο ίδιος στους άλλους, και να εντυπωσιάζει μαθητές και συναδέλφους. Ίσως από αυταρέσκεια και ναρκισσισμό και εγωϊσμό, αλλά δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να ψεγαδιάσει στην περίπτωσή του τέτοια ελαττώματα. Μου περιέγραψε την απόδειξη με ένα απλό σκίτσο στο χαρτί. Η προπόνηση για την Ολυμπιάδα είχε τελειώσει. Κάποιος μπήκε στο γραφείο, ανταλλάξανε δύο καλαμπούρια, μερικά υποτιμητικά σχόλια για τρίτους, και χρειάστηκε να φύγει. Εκεί ξεκίνησε, και σε ένα μισάωρο, με ένα πρόβλημα υποτίθεται ολυμπιακών προδιαγραφών, ολοκληρώθηκε η προετοιμασία μου για εκείνη την Ολυμπιάδα.

Βρεθήκαμε με άλλους επτά βραβευμένους ή απλά «παινεμένους» στα γραφεία της Μαθηματικής Εταιρίας στην Αθήνα την παραμονή της αναχώρησης για την Αμερική. Όλοι άρρενες, αριστούχοι μαθητές, που είχαν ήδη εξασφαλίσει την είσοδό τους στο Πανεπιστήμιο στις κορυφαίες σχολές της προτίμησής τους, όλα παιδιά μικροαστικών οικογενειών από γονιούς δημόσιους υπάλληλους ή μικροεπιχειρηματίες, και συνεπώς με ομοιογενή ενδιαφέροντα και φιλοδοξίες, παρά διακριτές  παρεκκλίσεις στο χαρακτήρα. Οι περισσότεροι, με εξαίρεση ίσως έναν «αντάρτη» από την Άρτα, θα παίρναμε τη διαδικασία στα σοβαρά και θα παλεύαμε για κάποια διάκριση Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα από τον εαυτό μου και από τις συζητήσεις με δυο-τρεις άλλους της ομάδας. Μια εισαγωγική ομιλία από έναν κ. Εξ., ο οποίος δεν διέθετε ούτε στο ελάχιστο το μαθηματικό κύρος και χάρισμα του Καζαντζή, θα μου φάνηκε κενή περιεχομένου και ουσίας, για να την θυμάμαι. Περιμέναμε κάποιο ουσιαστική και εντατική και εστιασμένη προετοιμασία στο βαθμό που οι μια-δυο μέρες πριν την αναχώρηση επέτρεπαν. Δεν συνέβη.

Συνοδός μας, «αρχηγός της αποστολής», ορίστηκε κάποιος κ. Μερμίγκης, ένας λιγομίλητος, συνταξιούχος μαθηματικός, μικρού αναστήματος, με μια σχετικά μεγάλη στρογγυλή κοιλιά, φαλακρός κατά το μεγαλύτερο μέρος και τα εναπομείναντα ασπρισμένα μαλλιά χτενισμένα πίσω από τους κροτάφους. Στο ανοιχτό γκρίζο του κουστούμι, θύμιζε χαρακτήρα πάτερ-φαμίλια μαυρόασπρων ελληνικών ταινιών εποχής. Ο ρόλος του αποδείχτηκε διακοσμητικός και γρήγορα αντιληφθήκαμε ότι ανέλαβε να μας συνοδεύσει όχι τόσο για να μας προπονήσει και κοουτσάρει στα μαθηματικά ή, έστω, υποστηρίξει ηθικά και ψυχολογικά, αλλά για την τέρψη που η εμπειρία ενός τέτοιου μεγάλου ταξιδιού θα προσέφερα στον ίδιο, στα αξιοθέατα που θα επισκεπτόταν μαζί μας, στα ψώνια που θα έκανε. Κάποιος, τέλος πάντων, από την Μαθηματική Εταιρία έπρεπε να μας συνοδεύσει και η ευκαιρία δόθηκε στον κ. Μερμίγκη, μάλλον λόγω αρχαιότητας παρά καταλληλότητας, και την άδραξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και από την αρχή της αποστολής μέχρι το τέλους της, οι κουβέντες που αντάλλαξε με την ομάδα των μαθηματικών ταλέντων γύρω του ήταν ελάχιστες: περισσότερο αποσκοπούσαν στην διεκπεραίωση ενός ή δυο καθ’ οδόν γραφειοκρατικών ζητημάτων και συμμετοχή σε επιτροπές. Παρέμεινε στο παρασκήνιο της ομάδας και των εκδηλώσεων και σε απόσταση από εμάς.

Το ταξίδι στη Νέα Υόρκη από το αεροδρόμιο του Ελληνικού με το κόσμημα Boeing-747 των Olympic Airways  θα έπρεπε, ως πρωτόγνωρη ταξιδιωτική εμπειρία, να είχε αφήσει έντονα απομεινάρια στη μνήμη μου. Ήταν στο αττικό ηλιόλουστο πρωϊνό του Σαββάτου της 11 του Ιούλη, που ένα ταξί και συνοδεία την Αθηναία θεία μου, μας έφερε στη φρακαρισμένη από αυτοκίνητα, χαοτική είσοδο του αεροδρομίου του Ελληνικού. Για πρώτη φορά θα κυκλοφορούσα σε διεθνή αεροδρόμια, το όνομα και μέγεθος ενός εκ των οποίων, του JFK, μας γέμιζε με δέος. Ακόμα και το Ελληνικό, με την σχετική ασημαντότητα του, υπέρβαινε στα άπειρα μάτια μας τις πραγματικές του διαστάσεις. Για πρώτη φορά θα πετούσαμε με ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ανθρώπινης τεχνολογίας του περασμένου αιώνα σε ένα υπερατλαντικό ταξίδι πολλών ωρών, που θα προκαλούσε σε κάθε άβγαλτη, νεανική ψυχή δέος και φόβο. Αλλά όλες αυτές οι εμπειρίες, το δράμα της απογείωσης και προσγείωσης του ιπτάμενου τέρατος, η θέα των σύννεφων και του ωκεανού από τα ψηλά, οι ήχοι των τεσσάρων κινητήρων, ξεχάστηκαν. Μου έμεινε η καθησυχαστική εικόνα του καπετάνιου να κοιμάται στην τελευταία σειρά καθισμάτων του αεροπλάνου με κουρτίνες τραβηγμένες γύρω του. Υπέθεσα ότι θα τον σήκωναν πιο κοντά στους ουρανούς της Νέας Υόρκης ή σε κάποια έκτακτη ανάγκη. Ούτε στην παρέα των συνομήλικων, που θα τους διακατείχαν παρόμοια συναισθήματα, ένιωσα κάποιον εξαιρετικό φόβο κατά τη διάρκεια της πτήσης, ένας φόβος που σχεδόν αδιάλειπτα και ανεξήγητα μεγεθυμένος με το χρόνο και την ηλικία και τον αριθμό των πτήσεων με κυριεύει κάθε φορά που πετάω. Μαζί με σενάρια των απίθανων ατυχημάτων που θα μπορούσαν να συμβούν εν πτήσει, τις αμελητέες πιθανότητες επιβίωσης τους, τις απελπισμένες αντιδράσεις νου και ψυχής λίγα λεπτά πριν από έναν σχεδόν βέβαιο θάνατο να στριφογυρίζουν στο μυαλό. Ίσως, η προσδοκία αυτού καθαυτού του γεγονότος της Ολυμπιάδας, ίσως η αγωνία για κάποια αξιοπρεπή συμμετοχή, μια καλή ατομική επίδοση να μας είχε όλους απορροφήσει καθ΄ οδόν.

Αναμνήσεις από εκείνο το ταξίδι άρχισαν να καταγράφονται κατά τις ώρες αναμονής, μαζί με άλλες εθνικές ομάδες γύρω μας, που στην κατεύθυνση τους στραβοκοιτάζαμε, στο καυτό Ιουλιανό απόγευμα της Νέας Υόρκης, για το λεωφορείο που θα μας έπαιρνε από το αεροδρόμιο για το Rutgers University όπου θα διανυκτερεύαμε το πρώτο βράδι. Ζαλισμένοι από το ταξίδι, περιφερθήκαμε άσκοπα στους χώρους του Πανεπιστημίου, στις εντυπωσιακές καντίνες και αίθουσες άθλησης ανάμεσα σε απέραντες εκτάσεις πράσινου, που η τάξη, η μυρωδιά, η επίπεδη, απέραντη απλοχωριά, εντυπωσίαζε παιδιά σαν και μένα από την μικρή χώρα των βουνών, των ξερόχορτων και των τσιμεντουπόλεων.

Το πρωί της Κυριακής ξεκινήσαμε για το Georgetown University στην Washington DC, όπου θα λάμβανε χώρα η 22η Διεθνής Ολυμπιάδα των Μαθηματικών. Στο λεωφορείο καθίσαμε στα τελευταία καθίσματα, δεν ξέρω γιατί, κι εγώ στη πίσω γωνιά δίπλα στο παράθυρο με τα μάτια ανοιχτά και την περιέργεια σε πλήρη εγρήγορση για τον καινούργιο κόσμο, τον σχεδόν μυθικό της Αμερικής, που θα αντικρύζαμε. Οι περισσότεροι παραμέναμε σφιγμένοι από την αμηχανία του αγνώστου και το βάρος της περίστασης. O ζεστός ήλιος στη δύση του με χτυπούσε στο πρόσωπο, μια ανυπόφορη υγρή ζέστη εκεί που καθόμουν με περικύκλωσε, άρχισε να γίνεται αφόρητη. Στην αφέλεια μου προσπάθησα να ανοίξω το τζάμι δίπλα μου σπρώχνοντας το με δύναμη προς τα έξω, ενώ ήταν κολλημένο και ασφαλισμένο. Η μια άκρη του ξεκόλλησε από το πλαίσιο που το συγκρατούσε ερμητικά κλειστό. Η σκέψη ότι όλο το τζάμι θα μπορούσε να ξεκολλήσει και αποσπαστεί από το λεωφορείο καθώς πορευόταν στον αυτοκινητόδρομο μου έφερε πανικό και ιδρώτα, κρύου αυτήν την φορά, σε ποσότητες μεγαλύτερες από αυτές που συνήθως εκκρίνονται στη ζέστη ενός καλοκαιρινού απογέματος. Το συγκράτησα από τη μικρή μεταλλική ταινία του πλαισίου, ανάμεσα στο δείχτη και τον αντίχειρα, εναλλάσσοντας το δεξί με το αριστερό μου χέρι. Ούτε ο συνάδερφος και συμπατριώτης στο διπλανό κάθισμα, ο Ηλίας, ο γελαστός χωρατατζής από την Άρτα, ούτε κανείς από την ομάδα των Ελλήνων στο πίσω μέρος του λεωφορείου, δεν διαπίστωσε το δράμα μου για να συμμεριστεί το βάσανό μου, αλλά απολάμβαναν τη διαδρομή με αστειάκια και χαριεντισμούς, που προσποιούμουν ότι άκουγα και καταλάβαινα και στα οποία ανταποκρινόμουν με ένα πικρό χαμόγελο. Εγώ επέμενα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή, μάλλον, το ίδιο το παράθυρο προσπαθώντας να εκτιμήσω το ρίσκο να αποσπαστεί ολοκληρωτικά από τη θέση του. Αυτό το ενδεχόμενο ήμουν βέβαιος ότι θα προκαλούσε κάποια αντίδραση από τον οδηγό, ίσως, και αναστάτωση ανάμεσα στις διεθνείς αποστολές που μετέφερε. Η διαδρομή μου φάνηκε ατέλειωτη. Και, όντως, διήρκεσε τέσσερις-πέντε ώρες! Είχα υποτιμήσει απελπιστικά τις αποστάσεις στην Αμερική. Τελικά φτάσαμε. Χέρια και πρόσωπο καθιδρωμένα, δάκτυλα μουδιασμένα, σχεδόν νεκρά, από την υπεράνθρωπη προσπάθεια να συγκρατήσω το μισάνοιχτο τζάμι. Το μέγεθος της ανακούφισης ήταν εφάμιλλο εκείνων των πρωϊνών, που από τον κοιλόπονο και το αφόρητο κόψιμο στη διάρκεια του μαθήματος ξεπερνούσα κάθε φραγμό ντροπής, ζητούσα την άδεια από το δάσκαλο εν μέσω διδασκαλίας και, τρέχοντας, έβρισκα την ανακούφιση και τη λύτρωση στην τουαλέτα της γιαγιάς, πολλές φορές με καθοδόν λερωμένα εσώρουχα.

Στις παρυφές του campus, o οδηγός, προσπάθησε να φέρει και παρκάρει το γεμάτο από μαθητές και μπαγάζια λεωφορείο μπροστά στην είσοδο των residence halls όπου θα μέναμε, στην κορυφή μιας ανηφόρας, επιμένοντας ανεξήγητα με την όπισθεν. Δυο-τρεις-τέσσερις προσπάθειες κατέληξαν στη μηχανή να σβήνει καταμεσής της ανηφόρας, κάτι που προκάλεσε τη θυμηδία και τα σχετικά σχόλια για την αφέλεια του οδηγού, μέχρι και την επανάληψη των γνωστών στερεοτύπων περί ανοησίας του μέσου Αμερικάνου. Τελικά, μετά από τις αποτυχημένες προσπάθειες να ανέβει με την όπισθεν, μας κατέβασε στην αρχή της ανηφόρας, για να την ανεβούμε με τις βαλίτσες μας. Τουλάχιστον άρχισε να δροσίζει. Η αυλαία του έντονο δράματος της πρώτης μέρας είχε πέσει.

Θα μοιραζόμουν το δωμάτια στην εστία του Georgetown University, τα δυο βράδια πριν από το διήμερο διαγωνισμό, με τον Σαράντο τον Καπ., από την Αθήνα, τον πρώτο στην ομάδα και τιμής ένεκεν αρχηγό, ένα καλό παιδί που τύγχανε σεβασμού και συμπάθειας από όλους τους υπόλοιπος. Είχε βραβευθεί με το Α’ Πανελλήνιο Βραβείο της Εταιρίας και αυτό ήταν το μοναδικό μέτρο των ικανοτήτων κάποιου στα Μαθηματικά ενόψει του διεθνούς διαγωνισμού. Ήσυχο, συγκεντρωμένο παιδί, δίχως εκδηλώσεις υπεροψίας και έπαρσης, σοβαρό, με υψηλό αίσθημα ευθύνης και διακριτό ζήλο, Μετέπειτα θα διακρινόταν στις σπουδές τους και στην επιστημονική του σταδιοδρομία, όπως θα περίμενε ο καθένας που τον είχε γνωρίσει. Είχε ψιλόλιγνο κορμί, μακρόστενο οστεώδες πρόσωπο, μικρό και συνήθως αγέλαστο στόμα, κάτω από δυο σκεπτικά και πάντα κάπου συγκεντρωμένα μάτια και παχιά φρύδια, μακριά το ένα από το άλλο. Αυτό, λέγανε, αποτελεί ένδειξη ευφυούς ανθρώπου, κάτι που μάλλον έχει επιστημονική βάση καθώς, κατά κανόνα, συνεπάγεται φαρδύ μέτωπο και μεγαλύτερο μετωπιαίο λοβό, που μια από τις λειτουργίες του είναι η επίλυση προβλημάτων λογικής. Ο Σαράντος θα ήταν και ο μοναδικός από τους οκτώ της ομάδας με τον οποίο διατηρήσαμε κάποια επαφή μετά το ταξίδι και βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη για κάποιο μικρό διάστημα μετά τους αγώνες, προτού ο καθένας μας πάρει το δρόμο του και οι περισσότεροι διαγράψουν οριστικά τις μνήμες εκείνων των ημερών.

Εν αναμονή του διαγωνισμού παραμείναμε σχετικά ήρεμοι ή, μάλλον, καταφέραμε και κρύβαμε την αμηχανία και νευρικότητά μας. Οι προσδοκίες ανάμεσά μας, από τον κ. Μερμίγκη όπως αυτό φαινόταν από τη γενική του παρουσία και λόγια και κινήσεις, όπως και από τα ελάχιστα  ενδιαφερόμενα μέρη πίσω στην πατρίδα, ήταν χαμηλές. Καλούμαστε να ανταγωνιστούμε υπερδυνάμεις στα Μαθηματικά, όπως την ΕΣΣΔ, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, το σύνολο σχεδόν των χωρών του ανατολικού μπλοκ, και βέβαια τις ΗΠΑ, την τότε Δυτική Γερμανία, την Γαλλία και την Βρετανία από τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης στον χώρο της παιδείας. Οι διάφορες εθνικότητες, η εμφάνιση, οι τρόποι τους, η κουλτούρα και, κυρίως, οι μυστήριες διανοητικές ικανότητες που έκρυβαν, αποτέλεσμα προσεκτικής επιλογής και συστηματικής πνευματικής άσκησης, κέντρισαν το ενδιαφέρον μας. Ιδιαίτερα οι Σοβιετικοί, εξαιτίας των πολιτικών και ιδεολογικών συμπαθειών που είχαν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να γεννιούνται μέσα μου και τις οποίες οι θαυμαστές διακρίσεις των ανθρώπων ΕΣΣΔ σε τέτοιες αρένες, πνευματικές και αθλητικές ανατροφοδοτούσαν στους «αριστερούς» της εποχής.

Σε ένα κοινό χώρο οι διοργανωτές, πριν του διήμερου του διαγωνισμού, είχαν στήσει πίνακες, ώστε διαγωνιζόμενοι από διάφορες χώρες να ανταλλάσσουν ιδέες, να θέτουν και συζητούν μαθηματικά προβλήματα. Τα παιδιά από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, μπροστά σε έναν πίνακα, με αυτοπεποίθηση και bravado, τη σιγουριά των εκπαιδευτικών και των άλλων συστημάτων που ανέδειξαν τις χώρες τους σε δυνάμεις και υπερδυνάμεις, όπως και τα αδιάψευστα ταλέντα των ίδιων, αντάλλασσαν μαθηματικούς γρίφους και, με την ευχέρεια μαθηματικών ιδιοφυϊών, τις λύσεις τους. Κάποιοι άλλοι συναγωνίζονταν στην ταχύτητα της επίλυσης του κύβου του Rubrik. Aν η ταλαιπωρία με τον κύβο διαρκούσε πάνω από ένα ή δυο λεπτά στο πρόσωπο του λύτη σχηματιζόταν ο μορφασμός της απογοήτευσης από μιαν αποτυχία. Σε κάποια φάση εκείνου του απογεύματος της παραμονής, οι πλέον πρόθυμοι από την αποστολή μας αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε, σε εκείνο το φιλικό αγωνιστικό forum, τις μαθηματικές μας ικανότητες. Βρεθήκαμε μαζί με μερικά από τα παιδιά της Σοβιετικής ομάδας μπροστά σε έναν από τους πίνακες του χολ. Ανοίξαμε κουβέντα με έναν γεροδεμένο, αθλητικό, κοντού αναστήματος Ρώσο με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, πράσινα, παιχνιδιάρικα μάτια, κι ένα ευρύ πρόσωπο με ελαφρώς προεξέχοντα ζυγωματικά, χαρακτηριστικά που αποδίδονται συνήθως στο σλαβικό γένος. Τα αγγλικά του ήταν φτωχά και λίγα και μετά από κάθε φράση απευθυνόταν στους συντρόφους γύρω του λέγοντας κάτι στα Ρωσικά, συχνά με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Εκείνοι δεν μιλούσαν πολύ, περισσότερα τον άκουγαν με σοβαρό και συγκατανευτικό ύφος. Σχημάτισα την εντύπωση ότι θα ήταν ο κορυφαίος και αρχηγός της ομάδας ή, ίσως, αυτός που τα αγγλικά του ήταν καλύτερα σε σχέση με των άλλων. Τόλμησα να του θέσω το ένα και μοναδικό μικρό μαθηματικό πρόβλημα «ολυμπιακών διαστάσεων» που θυμόμουν και μου είχε παρουσιάσει και λύσει ο Καζαντζής λίγες μέρες πριν από την Ολυμπιάδα στο γραφείο του εν είδει προετοιμασίας. Αφού στράφηκε προς τους συντρόφους, με ανοιχτά μάτια γεμάτα νόημα, και μετά προς εμένα, με ένα ειρωνικό, σχεδόν περιφρονητικό χαμόγελο επέλυσε το πρόβλημα σε δευτερόλεπτα σα να ήταν κάτι παιδαριώδες. Κατόπιν με την σειρά του μας έθεσε ένα πρόβλημα από το δικό του μενού μαθηματικών γρίφων. Δυσκολευτήκαμε από τα σπασμένα αγγλικά να το κατανοήσουμε, δεν μπορέσαμε ανάμεσα μας να το επιλύσουμε, με τον Σαράντο και τον Στέφανο να προσπαθούν με επιμονή, και τον Ηλία αμέτοχο να μας κοιτάζει με ένα χαμόγελο -σαν να το διασκέδαζε- από την άκρη του πίνακα. Εκείνοι οι μαθηματικοί διάλογοι με τους Σοβιετικούς έφεραν την άγνοια μας, την κουτσή προετοιμασία ή την παντελή έλλειψη της, ίσως και τις διανοητικές αδυναμίες μας στο προσκήνιο. Κάπως έτσι δημιουργούνται, έστω και πρόσκαιρα, συμπλέγματα κατωτερότητας, κάπως έτσι το ηθικό, τουλάχιστον εκείνων ανάμεσά μας που έπαιρναν με κάποια στοιχειώδη σοβαρότητα και υπευθυνότητα τον διαγωνισμό, καταρρέει. Αποχωρήσαμε από εκείνη την αίθουσα ανταλλαγής γρίφων και προβλημάτων απογοητευμένοι, ίσως έχοντας ρεαλιστικότερη αντίληψη των δυνατοτήτων μας και τη θέση των παιδιών της Ελλάδας στο παγκόσμιο μαθηματικό στερέωμα. Ίσως, να υπήρχε θέμα γενετικής αδυναμίας, ίσως, όλα αυτά που μας λέγανε περί περιούσιου και ευφυούς λαού, που παρά τις αντιξοότητες διακρίνεται χάρη σε μια έμφυτη, κληροδοτημένη από τους «αρχαίους ημών προγόνους» πνευματική λαμπρότητα να ήταν μύθοι. Σίγουρα ήταν εθνικοί μύθοι, και δεν πέρασε καιρός πριν πολλοί από εμάς το κατανοήσουμε. Θα μπορούσε τελικά, και το πιο πιθανόν εν προκειμένω, να ήταν η έλλειψη προετοιμασίας και εντατικής άσκησης που μας έλειπε και υπολειπόμαστε. Δεν μπόρεσα να μπω στο νου, τις σκέψεις και τη ψυχολογία του καθενός της ομάδας, αλλά αποχώρησα αποθαρρημένος.

Στο δρόμο για το υπνοδωμάτιο σταμάτησα σε μια μικρή αίθουσα με ένα μπιλιάρδο, ένα τραπέζι του ping-pong και ένα μηχάνημα αυτόματης πληρωμής με διάφορα αναψυκτικά. Αγόρασα, τι άλλο, ένα κουτάκι Coca-Cola, το μόνο αναγνωρίσιμο αναψυκτικό ανάμεσα σε root beers και άλλα αμερικάνικα brands που δεν είχαν κατακτήσει ακόμα στις ακτές και τις γεύσεις μας. Στο μπιλιάρδο έπαιζε μόνος ένας νέος νέγρος, πιθανώς φοιτητής του Πανεπιστήμιου, μπορεί και εργαζόμενος. Άνοιξα το κουτάκι της Coca-Cola και κοντοστάθηκα, ασυναίσθητα, πριν την έξοδο να χαζέψω το παιχνίδι του. Μετά από την τελευταία μπαλιά, ανασήκωσε το στήθος του που ήταν απλωμένο στην τσόχα, με μια κίνηση που πρόδιδε ενόχληση από την παρουσία μου, έφερε με αργή κίνηση τη στέκα παρά πόδα και με ρώτησε χωρίς δείγμα χιούμορ στον λόγο του: “What are you staring at? Havent you seen a black man before?” Ήταν από τις ερωτήσεις που δεν ήξερα αν έπρεπε, ούτε και πως να απαντήσω. Μπορεί και να μην επιδεχόταν απάντησης. Σίγουρα δεν διέθετα την ευστροφία και ετοιμότητα να απαντήσω, πόσο μάλλον σε μια γλώσσα που δεν ήταν η μητρική μου. Ένιωσα αμηχανία, μέχρι και προσβεβλημένος, το αίμα να κοκκινίζει το πρόσωπό μου. Κι έκανα αυτό που συνηθίζω σε καταστάσεις μεγάλης αμηχανίας και αισθήματος προσβολής: την οριζόντια κίνηση του κεφαλιού πέρα-δώθε, που στον αγγλοσαξονικό κόσμο σημαίνει «όχι», άρνηση, αποδοκιμασία. Και έφυγα χωρίς να αρθρώσω λέξη. Η ψυχή μου βάρυνε ακόμα περισσότερο, αλλά η αποκαρδιωτική, απογοητευτική μέρα παραμονή του διαγωνισμού, δεν θα τελείωνε εύκολα.

Τη νύχτα στο δωμάτιο με τον Σαράντο δεν με έπαιρνε ο ύπνος, που το μυαλό ενώπιον μιας πνευματικής δοκιμασίας τέτοιου μεγέθους απελπιστικά χρειαζόταν. Ήταν η Coca-Cola, που τη διεγερτική της επίδραση είχα υποτιμήσει; Ήταν to jet-lag εμπειρία του οποίου δεν είχα μέχρι εκείνο το ταξίδι; Ήταν η ανησυχία  και νευρικότητα, το άγχος, ενόψει του διαγωνισμού ως προς τον οποίο οι οιωνοί ήταν κακοί; Επί λεπτά και ώρες κατέβαλε προσπάθεια να καταπνίξω σκέψεις και ανησυχίες, να κλείσω τα μάτια και να αποκοιμηθώ, αλλά αποδεικνυόταν αδύνατο. Ο Σαράντος κοιμόταν καλού καιρού στο πιο προνομιούχο κρεβάτι στο βάθος του δωματίου κάτω από το παράθυρο. Άκουγα τη βαριά ανάσα ενός ανθρώπου που κοιμόταν τον ύπνο αγαλλίασης και ήπιων ονείρων και αυτό ενέτεινε την ανησυχία μου, την μεταμόρφωνε σταδιακά σε απελπισία, και ενέτεινε τις τάσεις αϋπνίας, αντί να με καταπραΰνει. Άκουγα τον κάθε ανεπαίσθητο θόρυβο από τα residence halls πίσω από την πόρτα του δωματίου δίπλα στο δικό μου το κρεβάτι. Από την αξιόλογη προσωπική εμπειρία στο ζήτημα, ένας αυνανισμός θα έφερνε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό, δηλαδή θα παράτεινε την αγρύπνια. Τον απέφυγα ως ελιξίριο χαλάρωσης. Με τι κουρασμένο μυαλό θα διαγωνιζόμουν το επόμενο πρωϊνό; Ποιος θα μου αναγνώριζε ελαφρυντικά στην πιθανότατα επερχόμενη αποτυχία μου –απόλυτη και σχετική; Δυο-τρεις-τέσσερις η ώρα το πρωί και ήμουν ακόμα άγρυπνος, με μυριάδες σκέψεις, χωρίς αρχή και τέλος, να κλωθογυρίζουν στο μυαλό μου. Τελικά ο ύπνος ήρθε και με πήρε, δυο περίπου ώρες πριν από το εγερτήριο, όταν το φως της αυγής είχε ήδη αρχίσει να φωτίζει πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου κάτω από το οποίο κοιμόταν ο Σαράντος. Ξύπνησα βαριά, απαισιόδοξος, κουρασμένος, ήδη σχεδόν ηττημένος πριν ακόμα ξεκινήσει ο διαγωνισμός. Το νεροζούμι του καφέ και το πρωϊνό, κάπως με ανέσυραν από τη σχεδόν ολοκληρωτική από έλλειψη διαύγειας και τη θολούρα που κυριαρχούσε στο μυαλό μου. Οδηγήθηκα ρομποτικά, με τη νευρικότητά και το άγχος στο αποκορύφωμα τους, σε μια από τις οκτώ αίθουσες, στην Νούμερο 2, καθώς ήμουν ο δεύτερος τη τάξει της ελληνικής ομάδας, και στο ατομικό θρανιάκι χώρων εξετάσεων που συνηθίζεται σε αίθουσες αμερικάνικων σχολείων, όπως βλέπαμε στο σινεμά ή την τηλεόραση. Ένα ελληνικό σημαιάκι ήταν στηριγμένο στη γωνιά του. Τέτοια σύμβολα ούτε εμπνέουν, ούτε βοηθούν ψυχολογικά προς ένα επιτυχές τελικό αποτέλεσμα. Και τι να σου κάνει η αδρεναλίνη από μόνη της;

Όπως αναμενόταν, η πρώτη μέρα της δοκιμασίας κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία – προσωπική και ομαδική. To ήξερα, το ξέραμε. Βρεθήκαμε στο φουαγιέ σαστισμένοι, κουρασμένοι, με τις λίγες ελπίδες που η ελληνική ομάδα έτρεφε μέχρι εκείνες τις ώρες ψαλιδισμένες με βάναυσο τρόπο. Μουδιασμένος, κατάκοπος, χωρίς πολλά λόγια και κινήσεις, η μόνη κρυφή μου επιθυμία ήταν να ολοκληρωθεί, όσο πιο γρήγορα και όσο πιο ανώδυνα ψυχολογικά, το υπόλοιπο μιας μάταιης εκστρατείας. Το βράδυ της πρώτης μέρας της Ολυμπιάδας λησμονήθηκε. Λίγες σκόρπιες, χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο συζητήσεις ανάμεσα στα μέλη της ομάδας δεν βοήθησαν σε κάποια  αλλαγή του βαριού ψυχολογικού κλίματος που επικρατούσε, ούτε κατάφεραν επαρκώς να αναλύσουν και φιλοσοφήσουν την κατάσταση στην οποία λίγο-πολύ όλοι βρισκόμαστε. Γινόταν φανερό πλέον από τημ ροή των γεγονότων ότι η παρουσία μας ως εκπροσώπων της Ελλάδας σε έναν διεθνή διαγωνισμό, που το τουλάχιστον που θα ζύγιζε θα ήταν η μαθηματική παιδεία μας συγκριτικά με άλλες χώρες, δεν θα βελτιωνόταν σημαντικά. Ο κ. Μερμίγκης ρώτησε απλώς πως τα πήγαμε, έλαβε λίγες υποτονικές, ανόρεκτες και χλιαρές απαντήσεις, και αδιάφορα αποσύρθηκε. Ο ρόλος του κόουτς δεν του ταίριαζε και δεν τον εφάρμοζε. Ο ύπνος εκείνο το βράδυ ήρθε νωρίς και ήταν κάπως λυτρωτικός και αναζωογονητικός. Την δεύτερη μέρα του διαγωνισμού τα πήγα, τα πήγαμε, σχετικά καλύτερα, αν και πάλι πολύ χαμηλότερα από τις αρχικές προσδοκίες.

Η γενική αποτυχία της αποστολής αποτυπώθηκε με κρυστάλλινο τρόπο στην τελική βαθμολογία. Εικοστοί-τρίτοι ανάμεσα σε είκοσι-επτά ομάδες, μια θέση στα μαθηματικά στον κόσμο που από όποια σκοπιά και να την αντίκρυζε και ανέλυε κανείς θα απογοήτευε, όσο αναμενόμενη κι αν ήταν από τους πλέον απαισιόδοξους θα αποκαρδίωνε. Κανένα ατομικό βραβείο, κανένας έπαινος, καμιά μνεία. Πολλούς, και ειδικά εμένα ανάμεσά τους, απασχολούσαν οι  αντιδράσεις πίσω στην Ελλάδα ανάμεσα στους ελάχιστους που γνώριζαν και κάπως νοιάζονταν για την πορεία μας: ο Καζαντζής, γονιοί, και μερικοί από τους παράγοντες της Μαθηματικής Εταιρίας που λόγους να παίρνουν τέτοιους διαγωνισμούς με σοβαρότητα και επένδυαν προσωπικό χρόνο και μεράκι. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, την απονομή των διακρίσεων, και πριν από την αναχώρηση για την πατρίδα θα επιστρέφαμε στην Νέα Υόρκη για μια τελευταία διανυκτέρευση. Μια φωτογραφία της τελευταίας στιγμής των οκτώ διαγωνιζομένων με τα μπλουζάκια της ΙΜΟ μπροστά από το κεντρικό στο campus, ιστορικό Healy Hall του Πανεπιστημίου που μας φιλοξένησε έδειξε οκτώ βλοσυρά, κουρασμένα παιδιά, που υπέστησαν δοκιμασίες, έδωσαν μάχες, ίσως άνισες, από τις οποίες, παρά τις ελπίδες μέχρις και αυταπάτες πολλών, από τις οποίες οι πιθανότητες να έβγαιναν κερδισμένοι ήταν από μικρές μέχρι μηδαμινές.  

Η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη, όντας ξαλαφρωμένοι πλέον από το βάρος της Ολυμπιάδας, προσφέρθηκε για ξέγνοιαστες επίσκεψη σε μερικά από τα αξιοθέατα της: στο Metropolitan Museum, όπου ανακάλυψα και μου έκανε εντύπωση η γλυπτική του Rodin στον Thinker, στο μεγαλοπρεπές κτίριο του OHE, στις ευθείες λεωφόρους του Manhattan που χάνονταν στον ορίζοντα με τους θεόρατους ουρανοξύστες εκατέρωθεν. Και φυσικά για ψώνια, όπου το λίγο τουριστικό συνάλλαγμα, τα $500 που είχα φέρει μαζί μου, εξαντλήθηκε στην αγορά ενός και μόνο αντικειμένου: μιας ηλεκτρονικής σκακιέρας. Η περιφρόνηση «άσκοπων αγορών» και δώρων από τουριστικούς προορισμούς ήταν μια οικογενειακή παράδοση που διατηρώ μέχρι σήμερα. Μερικοί την θεωρούν τσιγγουνιά.

Με την επιστροφή στην Ελλάδα η ομάδα διαλύθηκε και ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Πριν δώσουμε τα χέρια, συμφωνήσαμε ανάμεσά μας τουλάχιστον ότι με μια στοιχειώδη προετοιμασία οι τύχες μας θα διαγράφονταν κάπως καλύτερες και θα είχαμε κάτι θετικό και ευχάριστο για να μιλήσουμε στο μέλλον. Αν μη τι άλλο, σκεφτόμαστε, η εμπειρία εκείνης της Ολυμπιάδας θα βοηθούσε μελλοντικές αποστολές. Θα γεφύρωνε το χάσμα έστω με τους Βαλκάνιους γείτονες ως πρώτο μέτρο σύγκρισης. Και αντλήσαμε ψήγματα παρηγοριάς από εκείνη την ιδέα. Δεν υπήρχε λόγος για πλήρη απαξίωση των εαυτών μας και κακομοιριάς, ούτε για αισθήματα ντροπής από την αποτυχία. Ο Στέφανος, ο τρίτος τη τάξει, που όμως τα πήγε σχετικά καλύτερα από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, σε ένα γράμμα του στον «Ευκλείδη», στο περιοδικό Μαθηματικής Εταιρείας που προσαρτήθηκε στον δημοσιευμένο, ρηχό απολογισμό και αυτοκριτική του κ. Εξ., εκφράζοντας την «εκ των έσω» άποψη του για την αποτυχία, ξεσπάθωσε με χολερικά σχόλια απέναντι κάθε σχετιζόμενου επιστητού. Φυσικά και έφταιγε η ελλιπής έως ανύπαρκτη προετοιμασία, αλλά και πολλά από τα μέλη  της ομάδας, έγραφε ο Στέφανος, διακατέχονταν από συναισθήματα κατωτερότητας και μειονεκτικότητας τα οποία απλά εντάθηκαν από τις συναναστροφές με τις άλλες, καλύτερα «επιλεγμένες» και προετοιμασμένες ομάδες την παραμονή του διαγωνισμού, για να καταλήξει στην εξίσου θλιβερή διαπίστωση ότι πολλοί από εμάς δεν το αξίζαμε, ούτε διαθέταμε τον νου και δυνατότητες να βρεθούμε εκεί. Την επιστολή του Στέφανου την ανακάλυψα ανάμεσα στα ψηφιακά αρχεία της Μαθηματικής Εταιρείας, είκοσι-οχτώ χρόνια μετά, κι, ένας θεός ξέρει γιατί, διάβασα κάθε γραμμή του. Ίσως γιατί αφορούσε ένα περιστατικό, σε μια «στιγμή» της ύπαρξης πέρα και πάνω από την μέση καθημερινότητα των χρόνων που πέρασαν και άσκησε παρά τα χρόνια που πέρασαν μια μικρή, αλλά διακριτά αισθητή επίδραση. Ίσως, γιατί αντανακλούσε ένα κομματάκι της ιστορίας σε αυτόν τον κόσμο του «εγώ» και του «είναι», ένα πετραδάκι στο χτίσιμο αυτού που είμαι σήμερα.

Μετά την Ολυμπιάδα πέρασα από το φροντιστήριο και συναντήθηκα με τον Καζαντζή, ομολογουμένως με δισταγμό και φοβία στην ψυχή. Πίστευα ότι δεν είχα καταφέρει ούτε καν στοιχειωδώς να ανταποκριθώ στις προσδοκίες που θα είχε ένας δάσκαλος προς τον κορυφαίο μαθητή των φροντιστηρίων του, και αυτό με βασάνιζε. Η άποψη και αντίδραση του στην παταγώδη αποτυχία της ολυμπιακής ομάδας ήταν, όπως περίμενα, η γνωστή και τετριμμένη: η ελλιπής προετοιμασία, η παροιμιώδης ελληνική προχειρότητα σε τέτοια θέματα, οι ερασιτέχνες παράγοντες της Εταιρίας, «άσχετοι» στα μαθηματικά και την διδασκαλία τους. «Στην Ολυμπιάδα η ελληνική ομάδα δεν απέδωσε, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο με δεδομένη την προχειρότητα και την παντελή έλλειψη προετοιμασίας που διακρίνει τέτοιου είδους αποστολές». Φυσικά, η ευθύνη για κάτι τέτοιο βάραινε τους «γελοίους» που ανέλαβαν τα της συμμετοχής σε μια τέτοια διοργάνωση. Ίσως, και να έκρυψε ορισμένες από τις σκέψεις του, όπως παραδείγματος χάριν για την ποιότητα και αξία και ταλέντο των μαθητών που επιλέγησαν να εκπροσώπησουν τον μαθηματικό κόσμο της Ελλάδας σε κείνη την Ολυμπιάδα. Δεν μου είπε όμως τίποτε σχετικό. 


Tuesday, January 9, 2024

Εφηβικά 18 - Το Βραβείο

Ο Καζαντζής, που είχε αφιερώσει ολάκερη την επαγγελματική ζωή του στα Μαθηματικά, με ένταση, μεράκι, μονοσήμαντο ζήλο, με ενέπνευσε περισσότερο με την αιχμή της σκέψης και την κόψη ξυραφιού του μυαλού του, και λιγότερο με το εύρος της μαθηματικής γνώσης που κουβαλούσε. Το τελευταίο δεν ήμουν σε θέση να το συλλάβω. Ατομικά, μόνο περιστασιακά με ενθάρρυνε: θέτοντας προβλήματα, που πριν ακόμα προλάβω να κατανοήσω το ζητούμενο, όντας γενικά βραδύστροφος, τα επέλυε ο ίδιος– με το τσιγάρο μόνιμα στο αριστερό χέρι. Τα επέλυε σε δευτερόλεπτα με την εξαιρετική καλλιγραφία που τον διέκρινε, είτε γράφοντας με ένα επίχρυσο Parker πάνω σε μια λευκή κόλλα που έστρωνε στο επιβλητικό mahogany γραφείο του, είτε στον μαυροπίνακα σε μια άδεια αίθουσα. Προσπάθησα να του μοιάσω. Δεκάδες, εκατοντάδες προβλήματα πέρασαν από μπροστά μου, που η επίλυσή τους, μετά από πνευματική ταλαιπωρία, δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν απολύτως πρακτικό σκοπό -τουλάχιστον στην ζωή παραπέρα: αλιευμένα από τα βιβλία του Καζαντζή, τις Συναρτήσεις, την πολύτομη Άλγεβρα, τη Θεωρία Αριθμών, τα Πολυώνυμα, και τα λοιπά, τα οποία γέμισαν ένα ολόκληρο ράφι της βιβλιοθήκης μας. (Πιστεύω το εκτιμούσε δεόντως, ίσως κολακευόταν, όταν έβλεπε το αστέρι-μαθητή του με ένα ακόμα από τα βιβλία του, καλοδιαβασμένο και εξουθενωμένο από την χρήση. Συχνά έσπευδε να με προκαταλάβει για τα λάθη που σίγουρα θα έβρισκα μέσα του -και ήταν πολλά: «τα έχω υπόψιν μου· θα διορθωθούν στην επόμενη έκδοση!», έλεγε.) Με αξιοθαύμαστη επιμονή και ζήλο και επίπεδα συγκέντρωσης, οργάνωση στη μελέτη και σύστημα, το περιεχόμενο εκείνων των βιβλίων κατάφερνα και το δάμαζα. Το μυαλό μου δούλευε σε βάθος ανάλογο των γνώσεων που είχα αποκομίσει, αν όχι με γρήγορες στροφές. Για το ακόμα ομιχλώδες «κάτι τις» που φιλοδοξούσα να γίνω αυτό έφτανε και περίσσευε. 

Η έμπνευση από τον Καζαντζή οδήγησε σε μικρές επιτυχίες στο τέλος του σχολείου και της εφηβείας -στα μαθηματικά, βέβαια. Φαίνονται πλέον ασήμαντες κουκίδες από την χρονική απόσταση δεκαετιών, αλλά τότε με φούσκωσαν και στερέωσαν, έστω προσωρινά, μιαν από ανέκαθεν εύθραυστη αυτοπεποίθηση. Με οδήγησαν στο μέχρι και να πιστέψω στις κάποιες δυνατότητες που διέθετα. Η εμβάθυνση στα μαθηματικά, χάριν στον Καζαντζή, από ανθρώπους που στερούνται μεγαλοφυΐας, αν μη τι άλλο φτιάχνει εργατικούς και επίμονους χαρακτήρες, ανυποχώρητους μπροστά σε κάθε είδους προβλήματα που απαιτούν υπομονετική και εξαντλητική αναλυτική επεξεργασία πριν την αποκάλυψη της τελικής λύσης.

Το βραβείο της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρίας, που μου απονεμήθηκε στην προτελευταία τάξη του Λυκείου, μου έδωσε τέτοια φτερά και αυτοπεποίθηση. Ήταν αναπάντεχο, ίσως να έβαλε και ο Καζαντζή το χέρι του μέσα από την Εταιρία της οποίας ήταν ενεργό μέλος και παράγοντας, όπως κατά βάθος υποπτεύθηκα τότε. Με γέμισε, όμως, παρά τις αμφιβολίες για το κατά πόσο πραγματικά το άξιζα, με κείνο το οικείο και εγωκεντρικό αίσθημα περηφάνιας, που λίγο-πολύ εμφανίζεται στον καθένα μας σε στιγμές της ζωής, για κάποιο ταλέντο και αξία που έστω συμβολικά θα αναγνωριζόταν πέρα από τα στενά, και πολλές φορές θλιβερά όρια του σχολείου ή τα εξίσου ασφυκτικά της οικογένειας.

Το σχολείο φυσικά παρέμεινε αδιάφορο και ψυχρό στα νέα εκείνου του βραβείου. Για τους περισσότερους ανάμεσα στους καθηγητές δεν σήμαινε τίποτε. Ούτε είχαν κάποια συμμετοχή στην μικρή πανελλήνια επιτυχία του μαθητή του σχολείου τους. Το επάγγελμα του καθηγητή και η παρουσία στο Λύκειο δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά μιαν απασχόληση για τον «άρτον τον επιούσιον» ή, με μια λέξη, «δημοσιοπαλληλίκι». Δεν προσδοκούσα κάποια συγχαρητήρια αναγνώριση μπροστά στην συνέλευση του σχολείου, ούτε, λόγω του μετριόφρονος και σεμνού χαρακτήρα, την επιθυμούσα. Παρόλα αυτά, στο ύφος του κ. Ν., του κάπως αξιοπρεπούς καθηγητή Μαθηματικών των τελευταίων χρόνων του Λυκείου, διέκρινα συχνά χαμόγελα επιδοκιμασίας, ίσως και κάποιου μικρού θαυμασμού για κείνο το επίτευγμα. Αλλά, ο κ. Ν., που επιβαλλόταν στην απείθαρχη τάξη του περισσότερο με τον όγκο του σώματός παρά κάποιο χάρισμα στη διδασκαλία του, ήταν ο πλέον σχετικός ανάμεσα σε κάθε καρυδιάς καρύδια καθηγητών, και με εκτιμούσε. Το διαπίστωνα στα μάτια του με τα οποία αναζητούσε στην παρουσία μου τη λύτρωση από το βάσανο του δασκάλου ο οποίος βρίσκεται ενώπιον μιας γενικής έλλειψης ανταπόκρισης από την τάξη του, σιωπής και αδιαφορίας. Αλλά οι υπονοούμενοι έπαινοι του κ. Ν που διαισθάνθηκα τότε ίσως ήταν κυρίως ανταμοιβή για την καταναγκαστική στήριξη που πρόσφερα στο μάθημα του.  

Η φαντασία μου, από την δική της μεριά, ακόμη άγουρη και νεανική, αλλά ζωηρή, έπλεκε όνειρα ευρύτερης αναγνώρισης, προσέβλεπε σε ψηλότερες κορυφές: στα μαθηματικά και την επιστήμη –να θεμελιώσω τη δική μου θεωρία, να αποδοθεί το όνομα μου έστω σε ένα θεώρημα συνοδευόμενο από την αυστηρή και «κομψή» απόδειξη του, έστω στην επίλυση ενός άλυτου μέχρι τότε θεωρητικού προβλήματος που βασάνιζε, όχι την ανθρωπότητα, αλλά τους κύκλους της βαριάς από κύρος μαθηματικής διανόησης. Από που όμως να άρχιζα ο αφελής; Ο κόσμος της επιστήμης και των μαθηματικών φαινόταν θεόρατος, και όντως ήταν τέτοιος στην πολυποίκιλη θεματικότητά του, ενώ εγώ είχα μόλις πάρει μια θολή εικόνα μέσα από τα ασήμαντα παραθυράκια που μου ανοίχτηκαν από λιγοστά βιβλία εδώ κι εκεί, κατά κανόνα σχολικά και φροντιστηριακά, από τη βιβλιοθήκη του Πατέρα, και ό,τι ενδιαφέρον «βοήθημα» έπαιρνε το μάτι στα επιστημονικά, κυρίως πανεπιστημιακά, βιβλιοπωλεία της Θεσαλονίκης. Με τα λίγα μαθηματικά εργαλεία που είχα αποκτήσει και εμπεδώσει καταπιάστηκα κουτσά-στραβά, αλλά με έντονη πνευματική προσπάθεια και ματαιοπονία, όπως κάποια πρότερα απογέματα που καταπιανόμουν με θεωρίες μοντέρνας Φυσικής, να αποδείξω το περίφημο θεώρημα του Fermat που βασάνιζε τα μυαλά μεγάλων μαθηματικών για δεκαετίες. Χωρίς αποτέλεσμα φυσικά κι εδώ, όπως και με την σωματιδιακή Φυσική πριν καιρό, παρά τις δεκάδες προσεγγίσεις και σελίδες σημειώσεων που γέμισαν το πάτωμα του δωματίου μου. Ποιος νόμιζα ότι είχα γίνει μετά από ένα βραβείο;  

Κανένας ντόρος, καμία ανακοίνωση περί του βραβείου της Μαθηματικής Εταιρίας στο σχολείο δεν έγινε, ευτυχώς για έναν σεμνό και ντροπαλό χαρακτήρα που έτρεμε μπροστά σε κόσμο. Οι έπαινοι, τα χαμόγελα, τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη προήλθαν κύρια από το οικογενειακό περιβάλλον και τον ίδιο τον Καζαντζή, που φαινόταν ότι καμάρωνε περισσότερο και από κοντινούς συγγενείς, ως ο πλέον σχετικός και αρμόδιος και πιθανότατα θεωρώντας τον εαυτό του τον ιθύνοντα νου πίσω από την επιτυχία -άνευ προηγουμένου για μαθητή του φροντιστηρίου του. Τα φτερά που το βραβείο μου άνοιξε δεν θα αργούσαν, τουλάχιστον μερικώς να ψαλιδιστούν, και να προσγειωθώ σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα αυτογνωσίας και αυτο-εκτίμησης, σε επίπεδα πιο λελογισμένα και χαμηλά. Οι φαντασιώσεις που ένας νέος ίσως δικαιολογημένα καλλιεργεί για τον εαυτό του στο απαύγασμα επιτυχιών, εγωκεντρικές σκέψεις περί κάποιας ξεχωριστής προσωπικότητας, ίσως ταλέντου και διάνοιας, σύντομα θα ξεπερνιούνταν. Ο ναρκισσισμός που ακολούθησε αυτήν και ανάλογες επιτυχίες εξαντλείτο εφεξής σε πρόσκαιρες αντανακλάσεις του εαυτού με τη συνείδηση, στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, χωρίς πολύ αντήχηση έξω από αυτούς. Αλλά το «εγώ» κάπως θωρακίστηκε για τον στίβο της ζωής.   

Οκτώ από εμάς τους βραβευμένους της Εταιρίας, τα οκτώ «μαθηματικά ταλέντα» που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό της προηγούμενης χρονιάς θα εκπροσωπούσαν τη χώρα μας στην ετήσια Διεθνή Μαθηματική Ολυμπιάδα, που εκείνον τον Ιούλη του 1981, μετά το ευπρόσδεκτο οριστικό τέλος των γυμνασιακών σπουδών κι ενόψει του Πανεπιστημίου και της εκστατικής προσδοκίας της φοιτητικής ζωής (ή την έναρξη της «ακαδημαϊκής» ζωής, όπως το έθεταν οι γονείς μου), στη Washington DC. Για μένα τον μοναχικό και μονόχνωτο, με ανύπαρκτη κοινωνική ζωή και παρέα, ειδικά κοριτσίστικη, χωρίς την εμπειρία του φιλιού και του έρωτα, συχνά αντικείμενο κακόγουστων αστείων από τους δυο-τρεις bullies της τάξης, που είχαν εντοπίσει και περιέπαιζαν την «παρθενιά» μου και τα εξανθήματα στο πρόσωπο, που δεν θα μπορούσα να έχουν άλλη αιτία παρά ώρες εντατικού αυνανισμού στο δωμάτιο ή σε κάποιο βρώμικο πορνό-σινεμά, η προσδοκία του μεγάλου ταξιδιού στην Αμερική και της φοιτητικής ζωής που θα το ακολουθούσε με πλημμύριζαν με ενθουσιασμό και προσδοκίες για το μέλλον. Βρισκόμουν σε μιαν κατάσταση πρωτόγνωρης έκστασης πολύ πιο πέρα και πάνω από τη ρουτίνα του σχολείου, που σύντομα θα το άφηνα πίσω μου ως ένα άχαρο και γκρίζο κομμάτι της ζωής μου μέχρι τότε. Αντλούσα μια μικρή ικανοποίηση από τις σκέψεις ότι πολλοί από εκείνους που περιέπαιζαν την απομόνωση και σεξουαλική μοναξιά μου, ίσως ένιωθαν κάποιον ελάχιστο φθόνο, τώρα που οι αλυσίδες του σχολείου θα αποτινάζονταν για όλους μας, καθώς θα ατένιζαν το μέλλον με διαφορετικές προδιαγραφές και λιγότερο ελκυστικές προοπτικές από τις δικές μου.

Η φτωχή εκείνη χώρα, η πατρίδα, που κρατούσε ακόμα μια μικρή αν και διαρκώς φθίνουσα θέση στην καρδιά μου, καθώς οι σποραδικές, μικρές διακρίσεις Ελλήνων αθλητών και ομάδων εξακολουθούσαν να με συγκινούν, εκείνη η χώρα με το στέρημά της θα πλήρωνε τα εισιτήρια της Ολυμπιακής Αεροπορίας για τη Νέα Υόρκη. Οι προσδοκίες των ελάχιστων που στοιχειωδώς αντιλαμβανόταν περί τίνος επρόκειτο ήταν χαμηλές και η δημοσιότητα γύρω από τη συμμετοχή μας ανύπαρκτη: ο διαγωνισμός και η συμμετοχή στην Ολυμπιάδα ήταν μια μικρή εσωτερική υπόθεση που δεν ξεπερνούσε τα όριο του σχεδόν οικογενειακού κύκλου της Μαθηματικής Εταιρίας, των δασκάλων και μερικών hobbyist και dilettante των Μαθηματικών, με κάποιο κατάλοιπο μεράκι για το αντικείμενό τους. Το σχολείο, όσο ακόμα δεν είχε ακόμα τυπικά τελειώσει, κρατούσε τις αποστάσεις του απέναντι στην συμμετοχή ενός μαθητή του σε έναν άσημο πάντως διεθνή στίβο, αδιάφορο και ψυχρό απέναντι σε κάθε λογής ατομικές διακρίσεις -όσο μικρές ή μεγάλες και να ήταν. Οι λόγοι ήταν διάφοροι και εξηγήσιμοι. Υπήρχαν οι βαθύτερες αιτίες στην δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, στην χρόνια αδυναμία του να εμπνεύσει και πλάσει ικανούς ή και ταλαντούχους μαθητές ή έστω να αναγνωρίσει τις κλίσεις τους· σε μορφές γενικά μέτριων δασκάλων που έβλεπαν το ακροατήριο τους για όσο το δυνατό λιγότερο από τα 45’ της τάξης, ως μια ομοιογενή και άμορφη μάζα, στην οποία απευθυνόταν με την διεκπεραιωτική νοοτροπία του δημοσίου υπαλλήλου. Με τον ίδιο μονότονο σκοπό, την ίδια μονοσήμαντη κατεύθυνση, την ίδια αποποίηση ευθύνης για το φτωχό αποτέλεσμα, χωρίς λογοδοσία ή αξιολογήσεις, είχαν αναλάβει, στην προκαθορισμένη χρονική περίοδο του σχολικού έτους, την εξάντληση μιας επίσης προκαθορισμένης διδακτέας ύλης που γραφειοκρατικά επέβαλλε το υπουργείο. Οι δάσκαλοι εκείνοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, θα μπορούσαν κάλλιστα και ίσως να προτιμούσαν να διδάσκουν σε μισοάδειες αίθουσες. Τέτοια αδιαφορία όμως ήταν αμοιβαία. Τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα, η παραπαιδεία που λέγαμε, είχαν αναλάβει (με τη λογοδοσία που αυτή τη φορά θα απαιτούσαν οι γονείς που πλήρωναν δίδακτρα) την αφομοίωση αυτής της ύλης με κάθε τρόπο, μηχανικό, οργανικό, τεχνικό, και με την ανάλογη ένταση, και την εμφύτευσή της, έστω και για την περίοδο των εξετάσεων, στα μυαλά των μαθητών. Η μόρφωση των νέων και το Μετά ενδιέφερε ελάχιστους. 

Monday, January 8, 2024

Εφηβικά - 17 Μαθηματικά (Θεόδωρος Καζαντζής)

Η κλασική Φυσική του σχολείου και της λεγόμενης «δέσμης» ήταν σχετικά εύκολη και η επιτυχία σε αυτήν, με λιγοστό νου και αρκετή αποστήθιση, σχεδόν εγγυημένη. Ενασχόληση με τα περισσότερα ενδιαφέροντα μοντέρνα θέματα της μπορούσε (και έπρεπε) να περιμένει την είσοδο στο Πανεπιστήμιο για να φωτιστεί με νέα γνώση. Έτσι, η Φυσική επιστήμη στην οποία με εισήγαγε διακριτικά ο Πατέρας πέρασε σε δεύτερη μοίρα, ενώ τα Μαθηματικά ως πυρήνας πολλών «θετικών» επιστημών βρέθηκαν, καλώς και μάλλον δικαίως, στο επίκεντρο. Τα προβλήματα τους σε σχολικά και φροντιστηριακά βιβλία που το μυαλό καλούνταν να αντιμετωπίσει καθημερινά, με μιαν, κατά γενική παραδοχή, σημαντική δυσκολία και στρυφνότητά τα «πάλευα» -συνήθως επιτυχώς. Το επεισόδιο με το πρόβλημα αριθμητικής που μου έθεσε ο κύριος Νίκος πριν μιαν βραδινή έξοδο με τους γονιούς, και το οποίο, ενώ είχε λύσει με ευκολία ο γιος του και συνομήλικός μου Β. -όπως μου είπε ο ίδιος κ. Νίκος πριν την έξοδο (ίσως, για να με αγχώσει, ίσως, για να παινευτεί για τις ικανότητες του Β.) αλλά δεν κατάφερα να το λύσω μετά από προσπάθεια και εγκατέλειψα άλυτο πριν πάω για ύπνο, και ως εκ τούτου συρρίκνωσε μιαν ευμετάβλητη αυτοπεποίθησή, είχε προ πολλού ξεχαστεί. Φημισμένα θεωρήματα, η κομψότητά των αποδείξεών τους από μαθηματικούς, που τα ονόματά τους άνοιγαν διάπλατα τα μάτια και γέμιζαν με στόμφο το στόμα του δάσκαλου μου στο φροντιστήριο, του Θεόδωρου Καζαντζή –ονόματα δοξασμένων μαθηματικών όπως οι Fermat, Kolmogorov, Leibnitz, Poincare – έστρεψαν τις βλέψεις και φιλοδοξίες μου προς άλλες κατευθύνσεις μακριά από τις γενικά «εύκολες» για τη νοημοσύνη, ρηχές ως προς το απαιτούμενο βάθος σκέψης και μικρές ως προς το πλήθος νοητικών συνδυασμών, λογοτεχνικές ενασχολήσεις. Διότι ως τέτοιες γενικά εκλαμβάνονταν από τον κόσμο της μαθηματικής σκέψης, των πλατιών, ρυτιδωμένων κούτελων των μαθηματικών διανοιών, τουλάχιστον στη μικρή πατρίδα μου.

Ο αείμνηστος μαθηματικός της τελευταίας και δημιουργικότερης και πλέον αφομοιωτικής ως προς καινούργιες γνώσεις φάση της εφηβείας, ο Θεόδωρος Καζαντζής, ο «Ρούλης» για τον Πατέρα, τους φίλους και συναδέρφους του, στα φροντιστήρια του οποίου είχα εγγραφεί δωρεάν, τιμής ένεκεν – λόγω επιδόσεων, άνω του μετρίου πνευματικών δυνατοτήτων (όπως διαφημιζόταν ανερυθρίαστα εκτός οικογενειακού κύκλου από τον Πατέρα), και κάποιας προηγούμενης γνωριμίας από τα φοιτητικά χρόνια της δεκαετίας του ‘50, ο Καζαντζής, λοιπόν, περισσότερο από κάθε άλλο δάσκαλο με ενέπνευσε και κατέδειξε μιαν καλά ορισμένη κατεύθυνση σε ένα σταυροδρόμι της ζωής. Αν αυτή η κατεύθυνση αποδείχτηκε a posteriori σωστή ή λάθος δεν έχει σημασία. Είναι άλλωστε ανώφελο τέτοιες επιλογές να συνιστούν εκ των υστέρων αντικείμενο εσωτερικής αναζήτησης και αντανάκλασης, καθώς οποιαδήποτε κατάληξη ή συμπέρασμα δεν επηρεάζει πλέον αυτό που είμαι τώρα και ό,τι ξέμεινε από ένα ζαρωμένο μέλλον.

Ο Καζαντζής ήταν μιαν αξιοθαύμαστη και αλησμόνητη προσωπικότητα και ένα σημαδιακό φωτεινό αστέρι, ορόσημο στο ατέρμονο, όπως διαπιστώνω μετά από χρόνια, μονοπάτι της πνευματικής ολοκλήρωσης. Θα επηρέαζε και θα ενέπνεε οποιονδήποτε νεαρό που έδειχνε ένα ενδιαφέρον για τα Μαθηματικά, αλλά και θα εμφάνιζε ικανή ευφυία για να τα κατανοήσει. Για τη μάζα των μαθητών που μπαινόβγαιναν σε φροντιστήρια κάτι τέτοιο βέβαια, δηλαδή μια ξεχωριστή μαθηματική παιδεία και ευφυΐα, πόσο μάλλον κάποιο διακριτό ταλέντο σε αυτά, δεν υφίστατο. Στο φροντιστήριο, όπως και αυτό του Καζαντζή, οι περισσότεροι αναζητούσαν βοήθεια, μάλιστα ως απελπιστικά βαρεμένοι από το άγχος των εξετάσεων και τις πιέσεις που ασκούσε η οικογένεια. Χρειάζονταν τα δεκανίκια που τους πρόσφερε για να ανταπεξέλθουν σε εκείνες, τις κρίσιμες για το μέλλον τους, εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου. Ήταν πρωταρχικά θέμα ταξικό, κοινωνικό.

Ως ο ιδιοκτήτης, αφεντικό και απόλυτος άρχων στην επιχείρηση του, αλλά και η αδιαμφισβήτητη διδακτική ατραξιόν και κυρίαρχη προσωπικότητα του φροντιστηρίου, ο Καζαντζής έμπαινε στις αίθουσες διδασκαλίες κι έβγαινε από αυτές κατά βούληση, χωρίς κανένα σεβασμό προς το ωρολόγιο πρόγραμμα, που πιθανότατα ο ίδιος να είχε συντάξει στα μέτρα του ή έστω προσυπογράψει. Τις περισσότερες φορές δεν εμφανιζόταν στην αίθουσα για να παραδώσει το μάθημά του, άφαντος, χωρίς καμιά ειδοποίηση και προς δυσφορία του μαθητικού ακροατηρίου του που τον περίμενε, όπως κάποιος ζητιάνος ελεημοσύνη. Ο Δρ., ο οποίος είχε επηρεαστεί από την κλίση και τις καλές επιδόσεις μου στα μαθηματικά, και μετά από κάποιους non sequitur συλλογισμούς ως προς την επιλογή φροντιστηρίου, με ακολούθησε σε αυτό του Καζαντζή, διαμαρτυρόταν για τα δίδακτρα που είχε ήδη καταβάλλει με ανεκπλήρωτο ζητούμενο τη μεταδοτικότητα του συγκεκριμένου δασκάλου ο οποίος, πίστευε, δια μαγείας θα εμφύτευε τη μαθηματική αναλυτική σκέψη σε ένα (επιεικώς) μέτριο μυαλό. Ξεφυσώντας και μουρμουρίζοντας στο αυτί μου κάθε τρεις και λίγο ή με κάθε no show του Καζαντζή, «απειλούσε» να αλλάξει φροντιστήριο. Κάτι που τελικά, προς ικανοποίηση όλων όσων είχαν εμπλακεί έμμεσα ή άμεσα στην αρχική απόφαση, και μετά από μερικούς μήνες άκαρπους μήνες στου Καζαντζή στο θρανίο δίπλα μου, το έπραξε.

Την κατά τα άλλα σιωπηλή δυσαρέσκεια ή μουρμούρες δυσφορίας των μαθητών που περίμεναν υπομονετικά την άφιξη του Καζαντζή ελάχιστα την κατεύναζε η εμφάνιση κάποιου αναπληρωματικού διδάσκοντα, συνήθως νεαρού απόφοιτου και πρωτάρη φροντιστή, που με λίγα λεπτά προειδοποίησης θα αναλάμβανε κατ’ εντολή τα ηνία της διδασκαλίας. (Καημένοι γονείς είχαν πληρώσει αδρά την κάθε ώρα φροντιστηρίου και φυσικά προσδοκούσαν τα δέοντα αποτελέσματα.) Συχνά, ο νεαρός αναπληρωτής, εμφανιζόταν συνοδεία του αφεντικού του, ο οποίος, μετά από λίγα δευτερόλεπτα εξηγήσεων και δικαιολογιών πίσω από ένα έντεχνα αφοπλιστικό μειδίαμα, για την αδυναμία του να μας διδάξει και αυτή την φορά, Το σύνηθες «αναπάντεχο» είχε προκύψει. Με επαίνους για την αξιοσύνη του αναπληρωτή μαθητευόμενου φροντιστή, κι ενός πρόχειρου προλόγου για το περιεχόμενο του μαθήματος, έφευγε με τον ίδιο τρόπο που είχε έρθει: με το ένα χέρι στη τσέπη του γιλέκου και με το άλλο, αναπόφευκτα, κρατώντας το μακρύ τσιγάρο.

Το μπόι του δεν ξεπερνούσε το ένα μέτρο κι εξήντα εκατοστά, αλλά η ευθυτενής κορμοστασιά και το μεγάλο, καλοσχηματισμένο κρανίο με το φαρδύ, ανοικτό κι επιβλητικό μέτωπο, αυλακωμένο από ρυτίδες σκέψης, που αρμόζει σε διάνοιες και φιλοσόφους της αρχαιότητας, τα σπαστά, μαυρόγκριζα, αχτένιστα μαλλιά, όλα αυτά προσέδιδαν μια προσωπικότητα που υψωνόταν πολύ πιο πάνω από το κοντό του σώματος. Ακτινοβολούσαν μαθηματική ιδιοφυΐα και φιλοσοφική ενέργεια. Όσο εξέφραζαν και μιαν αρρενωπή γοητεία που ισοφάριζε και ξεπερνούσε το κοντοστούπικο του σώματος στα μάτια γυναικών, όπως αργότερα διαπίστωσα όταν συνάντησα την ελκυστική και φυσικά αρκετά ψηλότερη σύζυγό του. (Το ύψος του άντρα, διαβάζαμε στον λαϊκό τύπο της εποχής, ήταν το πρώτο φυσικό χαρακτηριστικό που προσέλκυε τις γυναίκες σε έναν άντρα, και αυτό που τελικά θα κατακτούσα μας απασχολούσε, εμένα και την οικογένειά μου, έντονα στην εφηβεία. Ως εκ τούτου είχα πειστεί ότι το κοντό ανάστημα του «Ρούλη» θα ήταν αδύνατο να ελκύσει το γυναικείο φύλο, και ολάκερη η ζωή αναγκαστικά θα περιστρεφόταν γύρω από τα μαθηματικά και μόνον αυτά. Τι κρίμα σκεφτόμουν ανάμεσα στους εφηβικούς πόθους για το άλλο φύλο που διέτρεχαν και καθοδηγούσαν πολλές από τις συμπεριφορές μας, ακόμα και μέσα στις αίθουσες του φροντιστηρίου.)  

Εκκεντρικός και ασυμβίβαστος, διαφύλαττε τα επαινετικά σχόλια μόνον για τους ελάχιστους συναδέρφους του -εργάτες στο φροντιστήριό του, πρώην και τωρινούς συνεργάτες του, που κατάφερναν και συμβιβάζονταν με έναν δύσκολο και απαιτητικό χαρακτήρα, ή νεαρούς φροντιστές που ο ίδιος είχε γαλουχήσει στα μαθηματικά, ενώ έπλεκε τα εγκώμια για τις μετρημένες στα δάκτυλα τους ενός χεριού μαθηματικές προσωπικότητες που είχε την τύχη να γνωρίσει ή το έργο τους μελετήσει, ανάμεσα στο πάνθεο των μεγάλων Ελλήνων μαθηματικών του αιώνα, συνήθως ήδη νεκρούς, όπως ο Καραθεοδωρή και ένας συγκεκριμένος Βαρόπουλος -περίφημος και εξίσου εκκεντρικός με τον Καζαντζή δάσκαλος του ίδιου και του Πατέρα στο Πανεπιστήμιο. Σε αυτούς αφιέρωνε τα βιβλία του. Για τους υπόλοιπους στο μαθηματικό κουρμπέτι της εποχής και του τόπου, είτε πανεπιστημιακούς, είτε φροντιστές, είτε, φυσικά, καθηγητές σχολείων, επεφύλασσε κατά κανόνα υποτιμητικά σχόλια, τα οποία συνήθως συμπυκνώνονταν σε μονοσύλλαβες αποδοκιμασίες και αφορισμούς, διατυπωμένους «αφ’ υψηλού», χωρίς απαραίτητα κάποια τεκμηρίωση ή επεξήγηση -σαν να ήταν τέτοια υποτίμηση αξιωματική, a priori δεδομένη ή προφανέστατη, ώστε να χρειάζεται η περαιτέρω ανάλυση της. «Βλαξ!», «Εξευτελισμένος!», «Άσχετος!», «Αχαΐρευτος!», «Καραγκιόζης!», κτλ. συχνά γίνονταν η πρώτη και τελευταία λέξη σε αναφορές για συγκεκριμένα πρόσωπα.

Τις λιγοστές φορές που εμφανιζόταν στην αίθουσα για να παραδώσει κάποιο μάθημα σε μιαν ανήσυχη, γεμάτη προσδοκία τάξη – λιγοστές, παρά τις μεγαλόσχημες δεσμεύσεις προς τους πελάτες μαθητές και γονείς στην αρχή της σχολικής χρονιάς, έμπαινε στην αίθουσα πάντα με εξαιρετική καθυστέρηση, πάντα γραβατωμένος με μιαν παχιά γραβάτα πίσω από ένα γιλέκο ή αμάνικο πουλόβερ. Και κατάφερνε από την πρώτη στιγμή να μαγνητίζει τους πάντες: και τους ελάχιστους από εμάς με το σχετικά στέρεο υπόβαθρο και λίγα τα κενά στη γνώση, και γενικά καλή αντίληψη των μαθηματικών που ο Καζαντζής δίδασκε, αλλά και τους «κουτούς» και αδιάφορους με χαμηλά επίπεδα κατανόησης και, ενδεχόμενα, νοημοσύνης.

Στο βάθος της διχάλας ανάμεσα στο δείχτη και το μεσαία δάχτυλα του αριστερού χεριού έκαιγε αδιάλειπτα ένα τσιγάρο, που το ρουφούσε βαθιά σε περιόδους μερικών λεπτών, μέχρι που το μακρύ κομμάτι στάχτης έπεφτε από την έλξη της βαρύτητας στο πάτωμα. Στο δεξί κρατούσε μιαν άσπρη κιμωλία που άφηνε τα ίχνη της γύρω από το τσεπάκι του γιλέκου του. Χωρίς σημειώσεις, με την αυτοπεποίθηση και το αλαζονικό πνεύμα ενός αδιαμφισβήτητα ευφυέστατου ανθρώπου, του grand maître που έπαιζε τα μαθηματικά στα δάχτυλα, αναγνωρισμένου από τον επαγγελματικό του περίγυρο παρά τις αντιμαχίες και τον έντονο ανταγωνισμό στον κύκλο της παραπαιδείας (όπου είχε, μάλλον για «πολιτικούς» λόγους, εγκλωβιστεί η καριέρα του ή, ίσως, είχε εξοστρακιστεί), ξεκινώντας από τη πάνω δεξιά άκρη του μαυροπίνακα όπου έθετε το πρόβλημα προς λύση ή το θεώρημα προς απόδειξη, με αξιοθαύμαστη σβελτάδα στη χρήση της κιμωλίας και απαράμιλλη καλλιγραφία, κατέληγε στο κάτω δεξί μέρος, σε τρεις-τέσσερις στήλες μαθηματικών συμβόλων και εξισώσεων, παρεμβάλλοντας εμφατικά επιρρήματα όπως «άρα», «λοιπόν», «συνεπώς», κτλ., στην επίλυση του προβλήματος ή την απόδειξη του θεωρήματος: ο.ε.δ.! QED! Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας που όλοι, άσχετοι και σχετικοί, παρακολουθούσαμε με θαυμασμό, σιωπηλοί, ακίνητοι σαν αγάλματα, στρεφόταν προς εμάς, του έκπληκτους και σαστισμένους, σχεδόν μαγεμένους, για να επιβεβαιώσει τον εντυπωσιασμό μας από την εξυπνάδα και τις γνώσεις του. Και με την πλάτη γυρισμένη σε κείνο το έργο τέχνης, το έργο πνευματικής κομψότητας και καλλιγραφίας που εκτίθετο στον μαυροπίνακα, έκαμε ερωτήσεις, που μετά από λίγα δευτερόλεπτα παύσης όποτε τα ανήσυχα, αστραφτερά μάτια έπαιζαν δεξιά και αριστερά, ο ίδιος απαντούσε. Η ολοκλήρωση κάθε απόδειξης συνοδευόταν από μιαν απότομη, σχεδόν χορευτική στροφή προς την τάξη, μια ανεπαίσθητα ανακίνηση τους τσουλουφιού στο μέτωπο από τις φυγόκεντρες δυνάμεις που η στροφή ανέπτυσσε, το πέταμα του ότι είχε απομείνει από την κιμωλία προς τη γενική κατεύθυνση του μαυροπίνακα, το σβήσιμο του τσιγάρου μετά από μια τελευταία τζούρα, ένα θριαμβευτικό χαμόγελο και τις διαπεραστικές αχτίδες από το βλέμμα του. Ένα ακόμα άναμμα τσιγάρου θα διαδεχόταν το πέταμα της γόπας, πριν από τη βιαστική αποχώρηση από την αίθουσα. Η τάξη, μετά την αποχώρηση του δάσκαλου, βιαζόταν να αντιγράψει με το ‘ν’ και το ‘σ’ το περιεχόμενο του πίνακα. Θα περνούσαν βδομάδες μέχρις ότου οι μαθητές του φροντιστηρίου απολαύσουν παρόμοιο θέαμα.