Μετά τη βράβευση από τη Μαθηματική Εταιρία και την
ανακοίνωση της συμμετοχής στην Διεθνή Ολυμπιάδα Μαθηματικών, ο Καζαντζής έδειξε
το χλιαρό και αποσπασματικό ενδιαφέρον, με το οποίο είχε συνηθίσει τους μαθητές
του, να με προετοιμάσει κάπως για κείνη την Ολυμπιάδα. Δεν περίμενα σημαντικό χρόνο
και ζήλο εκ μέρους του. Καταλάβαινα ότι ήταν μονίμως απασχολημένος με τις δικές
του δραστηριότητες: να ανακαλύπτει και εκθέτει μαθηματικές παρατυπίες και λάθη,
να ανταγωνίζεται και κατακεραυνώνει συναδέρφους, ανταγωνιστές φροντιστές,
καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης και ακαδημαϊκούς, να ετοιμάζει ομιλίες και
διαλέξεις για την μαθηματική παιδεία στην Ελλάδα. Ένα πρωϊνό μετά το τέλος τη
σχολικής χρονιάς, πριν την Ολυμπιάδα, με κάλεσε στο γραφείο του φροντιστηρίου της
οδού Πλουτάρχου. Τον μικρό χώρο του γραφείου τον καταλάμβανε ένα επιβλητικό mahogany γραφείο,
με λίγες λευκές κόλες και ένα στυλό Parker τα μόνα αντικείμενα πάνω του. Μπορεί
και κρατάει τα πάντα στο τεράστιο μυαλό του, σκέφτηκα. Σαν μαθηματικός μου
προκαλούσε δέος και η ιδέα να επιλύαμε μαζί δύσκολα προβλήματα
μαθηματικών νευρικότητα. Σε ένα χαρτί μου έθεσε το πρόβλημα, σχεδιάζοντας σε
μια λευκή σελίδα σημειωματάριου μια γραμμή και αποτυπώνοντας με το στυλό
διάφορα σημεία εκατέρωθέν της, με το ίδιο χέρι που κρατούσε το τσιγάρο: «Δίδεται
ένα σύνολο σημείων στο χώρο… Κάθε ευθεία γραμμή που ενώνει δύο σημεία περνάει
τουλάχιστον και από ένα τρίτο. Να αποδειχτεί ότι τα σημεία είναι συγγραμμικά.»
Σε τέτοια ερωτήματα, αφενός λόγω της γενικής έλλειψης αυτοπεποίθησης που με
διέκρινε (έμφυτης ή επίκτητης δεν έχει σημασία), αφετέρου λόγω μιας αργόστροφης
σκέψης την οποία ο Πατέρας δεν έχανε ευκαιρία να μου την υπενθυμίζει με σημείο
αναφοράς την δική του ευδιάκριτη ευστροφία (κάτι που ενώ είχα μερική επίγνωση εξακολουθούσε
να το βρίσκω μειωτικό) , το μυαλό μου θόλωνε, η σκέψη μου ασφυκτιούσε, με
κυρίευε ένα είδος πανικού, μπλοκαριζόμουν. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να
απαντήσω εκείνη τη στιγμή, καθισμένος δίπλα στο θαυμάσιο μυαλό του δασκάλου μου!
Χρειαζόμουν χρόνο -το δικό μου χρόνο, χωρίς όρια, για σκέψη σε βάθος. Και την ηρεμία
και απομόνωσή μου. Για σκέψη σε βάθος και διάρκεια ήμουν ικανός υπό την
προϋπόθεση συνθηκών χώρου (μόνος στο δωμάτιο περιτριγυρισμένος από τα βιβλία
και σημειωματάρια μου) και χρόνου -του απεριόριστου χρόνου όπου θα εξαντλούσα
κάθε ικμάδα νόησης και θα βασάνιζα το μυαλό μέχρι να φτάσω στην επιθυμητή λύση.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής κάτω από το γνώριμο από τις ώρες διδασκαλίας διαπεραστικό
βλέμμα, πίσω από τον καπνό του τσιγάρου, ήρθε η ανακούφιση. Ευτυχώς, του
Καζαντζή πάντοτε του άρεσε να απαντά στα σύνθετα ερωτήματα που έθετε ο ίδιος
στους άλλους, και να εντυπωσιάζει μαθητές και συναδέλφους. Ίσως από αυταρέσκεια
και ναρκισσισμό και εγωϊσμό, αλλά δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να ψεγαδιάσει στην
περίπτωσή του τέτοια ελαττώματα. Μου περιέγραψε την απόδειξη με ένα απλό σκίτσο
στο χαρτί. Η προπόνηση για την Ολυμπιάδα είχε τελειώσει. Κάποιος μπήκε στο
γραφείο, ανταλλάξανε δύο καλαμπούρια, μερικά υποτιμητικά σχόλια για τρίτους,
και χρειάστηκε να φύγει. Εκεί ξεκίνησε, και σε ένα μισάωρο, με ένα πρόβλημα υποτίθεται
ολυμπιακών προδιαγραφών, ολοκληρώθηκε η προετοιμασία μου για εκείνη την
Ολυμπιάδα.
Βρεθήκαμε με άλλους επτά βραβευμένους ή απλά «παινεμένους» στα
γραφεία της Μαθηματικής Εταιρίας στην Αθήνα την παραμονή της αναχώρησης για την
Αμερική. Όλοι άρρενες, αριστούχοι μαθητές, που είχαν ήδη εξασφαλίσει την είσοδό
τους στο Πανεπιστήμιο στις κορυφαίες σχολές της προτίμησής τους, όλα παιδιά
μικροαστικών οικογενειών από γονιούς δημόσιους υπάλληλους ή μικροεπιχειρηματίες,
και συνεπώς με ομοιογενή ενδιαφέροντα και φιλοδοξίες, παρά διακριτές παρεκκλίσεις στο χαρακτήρα. Οι περισσότεροι,
με εξαίρεση ίσως έναν «αντάρτη» από την Άρτα, θα παίρναμε τη διαδικασία στα
σοβαρά και θα παλεύαμε για κάποια διάκριση Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα από τον
εαυτό μου και από τις συζητήσεις με δυο-τρεις άλλους της ομάδας. Μια εισαγωγική
ομιλία από έναν κ. Εξ., ο οποίος δεν διέθετε ούτε στο ελάχιστο το μαθηματικό
κύρος και χάρισμα του Καζαντζή, θα μου φάνηκε κενή περιεχομένου και ουσίας, για
να την θυμάμαι. Περιμέναμε κάποιο ουσιαστική και εντατική και εστιασμένη
προετοιμασία στο βαθμό που οι μια-δυο μέρες πριν την αναχώρηση επέτρεπαν. Δεν
συνέβη.
Συνοδός μας, «αρχηγός της αποστολής», ορίστηκε κάποιος κ.
Μερμίγκης, ένας λιγομίλητος, συνταξιούχος μαθηματικός, μικρού αναστήματος, με
μια σχετικά μεγάλη στρογγυλή κοιλιά, φαλακρός κατά το μεγαλύτερο μέρος και τα
εναπομείναντα ασπρισμένα μαλλιά χτενισμένα πίσω από τους κροτάφους. Στο ανοιχτό
γκρίζο του κουστούμι, θύμιζε χαρακτήρα πάτερ-φαμίλια μαυρόασπρων ελληνικών
ταινιών εποχής. Ο ρόλος του αποδείχτηκε διακοσμητικός και γρήγορα αντιληφθήκαμε
ότι ανέλαβε να μας συνοδεύσει όχι τόσο για να μας προπονήσει και κοουτσάρει στα
μαθηματικά ή, έστω, υποστηρίξει ηθικά και ψυχολογικά, αλλά για την τέρψη που η
εμπειρία ενός τέτοιου μεγάλου ταξιδιού θα προσέφερα στον ίδιο, στα αξιοθέατα
που θα επισκεπτόταν μαζί μας, στα ψώνια που θα έκανε. Κάποιος, τέλος πάντων, από
την Μαθηματική Εταιρία έπρεπε να μας συνοδεύσει και η ευκαιρία δόθηκε στον κ.
Μερμίγκη, μάλλον λόγω αρχαιότητας παρά καταλληλότητας, και την άδραξε χωρίς
δεύτερη σκέψη. Και από την αρχή της αποστολής μέχρι το τέλους της, οι κουβέντες
που αντάλλαξε με την ομάδα των μαθηματικών ταλέντων γύρω του ήταν ελάχιστες:
περισσότερο αποσκοπούσαν στην διεκπεραίωση ενός ή δυο καθ’ οδόν γραφειοκρατικών
ζητημάτων και συμμετοχή σε επιτροπές. Παρέμεινε στο παρασκήνιο της ομάδας και
των εκδηλώσεων και σε απόσταση από εμάς.
Το ταξίδι στη Νέα Υόρκη από το αεροδρόμιο του Ελληνικού με
το κόσμημα Boeing-747
των Olympic Airways θα έπρεπε, ως
πρωτόγνωρη ταξιδιωτική εμπειρία, να είχε αφήσει έντονα απομεινάρια στη μνήμη
μου. Ήταν στο αττικό ηλιόλουστο πρωϊνό του Σαββάτου της 11 του Ιούλη, που ένα
ταξί και συνοδεία την Αθηναία θεία μου, μας έφερε στη φρακαρισμένη από
αυτοκίνητα, χαοτική είσοδο του αεροδρομίου του Ελληνικού. Για πρώτη φορά θα
κυκλοφορούσα σε διεθνή αεροδρόμια, το όνομα και μέγεθος ενός εκ των οποίων, του
JFK, μας γέμιζε με
δέος. Ακόμα και το Ελληνικό, με την σχετική ασημαντότητα του, υπέρβαινε στα
άπειρα μάτια μας τις πραγματικές του διαστάσεις. Για πρώτη φορά θα πετούσαμε με
ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ανθρώπινης τεχνολογίας του περασμένου
αιώνα σε ένα υπερατλαντικό ταξίδι πολλών ωρών, που θα προκαλούσε σε κάθε
άβγαλτη, νεανική ψυχή δέος και φόβο. Αλλά όλες αυτές οι εμπειρίες, το δράμα της
απογείωσης και προσγείωσης του ιπτάμενου τέρατος, η θέα των σύννεφων και του
ωκεανού από τα ψηλά, οι ήχοι των τεσσάρων κινητήρων, ξεχάστηκαν. Μου έμεινε η καθησυχαστική
εικόνα του καπετάνιου να κοιμάται στην τελευταία σειρά καθισμάτων του
αεροπλάνου με κουρτίνες τραβηγμένες γύρω του. Υπέθεσα ότι θα τον σήκωναν πιο
κοντά στους ουρανούς της Νέας Υόρκης ή σε κάποια έκτακτη ανάγκη. Ούτε στην
παρέα των συνομήλικων, που θα τους διακατείχαν παρόμοια συναισθήματα, ένιωσα
κάποιον εξαιρετικό φόβο κατά τη διάρκεια της πτήσης, ένας φόβος που σχεδόν
αδιάλειπτα και ανεξήγητα μεγεθυμένος με το χρόνο και την ηλικία και τον αριθμό
των πτήσεων με κυριεύει κάθε φορά που πετάω. Μαζί με σενάρια των απίθανων
ατυχημάτων που θα μπορούσαν να συμβούν εν πτήσει, τις αμελητέες πιθανότητες
επιβίωσης τους, τις απελπισμένες αντιδράσεις νου και ψυχής λίγα λεπτά πριν από έναν
σχεδόν βέβαιο θάνατο να στριφογυρίζουν στο μυαλό. Ίσως, η προσδοκία αυτού
καθαυτού του γεγονότος της Ολυμπιάδας, ίσως η αγωνία για κάποια αξιοπρεπή
συμμετοχή, μια καλή ατομική επίδοση να μας είχε όλους απορροφήσει καθ΄ οδόν.
Αναμνήσεις από εκείνο το ταξίδι άρχισαν να καταγράφονται κατά
τις ώρες αναμονής, μαζί με άλλες εθνικές ομάδες γύρω μας, που στην κατεύθυνση
τους στραβοκοιτάζαμε, στο καυτό Ιουλιανό απόγευμα της Νέας Υόρκης, για το
λεωφορείο που θα μας έπαιρνε από το αεροδρόμιο για το Rutgers University όπου
θα διανυκτερεύαμε το πρώτο βράδι. Ζαλισμένοι από το ταξίδι, περιφερθήκαμε
άσκοπα στους χώρους του Πανεπιστημίου, στις εντυπωσιακές καντίνες και αίθουσες
άθλησης ανάμεσα σε απέραντες εκτάσεις πράσινου, που η τάξη, η μυρωδιά, η
επίπεδη, απέραντη απλοχωριά, εντυπωσίαζε παιδιά σαν και μένα από την μικρή χώρα
των βουνών, των ξερόχορτων και των τσιμεντουπόλεων.
Το πρωί της Κυριακής ξεκινήσαμε για το Georgetown University στην
Washington DC,
όπου θα λάμβανε χώρα η 22η Διεθνής Ολυμπιάδα των Μαθηματικών. Στο
λεωφορείο καθίσαμε στα τελευταία καθίσματα, δεν ξέρω γιατί, κι εγώ στη πίσω γωνιά
δίπλα στο παράθυρο με τα μάτια ανοιχτά και την περιέργεια σε πλήρη εγρήγορση
για τον καινούργιο κόσμο, τον σχεδόν μυθικό της Αμερικής, που θα αντικρύζαμε.
Οι περισσότεροι παραμέναμε σφιγμένοι από την αμηχανία του αγνώστου και το βάρος
της περίστασης. O ζεστός ήλιος στη δύση του με χτυπούσε στο πρόσωπο, μια
ανυπόφορη υγρή ζέστη εκεί που καθόμουν με περικύκλωσε, άρχισε να γίνεται
αφόρητη. Στην αφέλεια μου προσπάθησα να ανοίξω το τζάμι δίπλα μου σπρώχνοντας
το με δύναμη προς τα έξω, ενώ ήταν κολλημένο και ασφαλισμένο. Η μια άκρη του
ξεκόλλησε από το πλαίσιο που το συγκρατούσε ερμητικά κλειστό. Η σκέψη ότι όλο
το τζάμι θα μπορούσε να ξεκολλήσει και αποσπαστεί από το λεωφορείο καθώς
πορευόταν στον αυτοκινητόδρομο μου έφερε πανικό και ιδρώτα, κρύου αυτήν την
φορά, σε ποσότητες μεγαλύτερες από αυτές που συνήθως εκκρίνονται στη ζέστη ενός
καλοκαιρινού απογέματος. Το συγκράτησα από τη μικρή μεταλλική ταινία του
πλαισίου, ανάμεσα στο δείχτη και τον αντίχειρα, εναλλάσσοντας το δεξί με το
αριστερό μου χέρι. Ούτε ο συνάδερφος και συμπατριώτης στο διπλανό κάθισμα, ο
Ηλίας, ο γελαστός χωρατατζής από την Άρτα, ούτε κανείς από την ομάδα των
Ελλήνων στο πίσω μέρος του λεωφορείου, δεν διαπίστωσε το δράμα μου για να
συμμεριστεί το βάσανό μου, αλλά απολάμβαναν τη διαδρομή με αστειάκια και
χαριεντισμούς, που προσποιούμουν ότι άκουγα και καταλάβαινα και στα οποία ανταποκρινόμουν
με ένα πικρό χαμόγελο. Εγώ επέμενα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή, μάλλον, το
ίδιο το παράθυρο προσπαθώντας να εκτιμήσω το ρίσκο να αποσπαστεί ολοκληρωτικά
από τη θέση του. Αυτό το ενδεχόμενο ήμουν βέβαιος ότι θα προκαλούσε κάποια
αντίδραση από τον οδηγό, ίσως, και αναστάτωση ανάμεσα στις διεθνείς αποστολές
που μετέφερε. Η διαδρομή μου φάνηκε ατέλειωτη. Και, όντως, διήρκεσε
τέσσερις-πέντε ώρες! Είχα υποτιμήσει απελπιστικά τις αποστάσεις στην Αμερική.
Τελικά φτάσαμε. Χέρια και πρόσωπο καθιδρωμένα, δάκτυλα μουδιασμένα, σχεδόν
νεκρά, από την υπεράνθρωπη προσπάθεια να συγκρατήσω το μισάνοιχτο τζάμι. Το
μέγεθος της ανακούφισης ήταν εφάμιλλο εκείνων των πρωϊνών, που από τον
κοιλόπονο και το αφόρητο κόψιμο στη διάρκεια του μαθήματος ξεπερνούσα κάθε
φραγμό ντροπής, ζητούσα την άδεια από το δάσκαλο εν μέσω διδασκαλίας και,
τρέχοντας, έβρισκα την ανακούφιση και τη λύτρωση στην τουαλέτα της γιαγιάς,
πολλές φορές με καθοδόν λερωμένα εσώρουχα.
Στις παρυφές του campus, o
οδηγός, προσπάθησε να φέρει και παρκάρει το γεμάτο από μαθητές και μπαγάζια
λεωφορείο μπροστά στην είσοδο των residence halls όπου θα μέναμε, στην κορυφή μιας
ανηφόρας, επιμένοντας ανεξήγητα με την όπισθεν. Δυο-τρεις-τέσσερις προσπάθειες
κατέληξαν στη μηχανή να σβήνει καταμεσής της ανηφόρας, κάτι που προκάλεσε τη
θυμηδία και τα σχετικά σχόλια για την αφέλεια του οδηγού, μέχρι και την επανάληψη
των γνωστών στερεοτύπων περί ανοησίας του μέσου Αμερικάνου. Τελικά, μετά από τις
αποτυχημένες προσπάθειες να ανέβει με την όπισθεν, μας κατέβασε στην αρχή της
ανηφόρας, για να την ανεβούμε με τις βαλίτσες μας. Τουλάχιστον άρχισε να
δροσίζει. Η αυλαία του έντονο δράματος της πρώτης μέρας είχε πέσει.
Θα μοιραζόμουν το δωμάτια στην εστία του Georgetown University, τα δυο βράδια
πριν από το διήμερο διαγωνισμό, με τον Σαράντο τον Καπ., από την Αθήνα, τον
πρώτο στην ομάδα και τιμής ένεκεν αρχηγό, ένα καλό παιδί που τύγχανε σεβασμού και
συμπάθειας από όλους τους υπόλοιπος. Είχε βραβευθεί με το Α’ Πανελλήνιο Βραβείο
της Εταιρίας και αυτό ήταν το μοναδικό μέτρο των ικανοτήτων κάποιου στα
Μαθηματικά ενόψει του διεθνούς διαγωνισμού. Ήσυχο, συγκεντρωμένο παιδί, δίχως
εκδηλώσεις υπεροψίας και έπαρσης, σοβαρό, με υψηλό αίσθημα ευθύνης και διακριτό
ζήλο, Μετέπειτα θα διακρινόταν στις σπουδές τους και στην επιστημονική του
σταδιοδρομία, όπως θα περίμενε ο καθένας που τον είχε γνωρίσει. Είχε ψιλόλιγνο
κορμί, μακρόστενο οστεώδες πρόσωπο, μικρό και συνήθως αγέλαστο στόμα, κάτω από
δυο σκεπτικά και πάντα κάπου συγκεντρωμένα μάτια και παχιά φρύδια, μακριά το
ένα από το άλλο. Αυτό, λέγανε, αποτελεί ένδειξη ευφυούς ανθρώπου, κάτι που
μάλλον έχει επιστημονική βάση καθώς, κατά κανόνα, συνεπάγεται φαρδύ μέτωπο και
μεγαλύτερο μετωπιαίο λοβό, που μια από τις λειτουργίες του είναι η επίλυση
προβλημάτων λογικής. Ο Σαράντος θα ήταν και ο μοναδικός από τους οκτώ της
ομάδας με τον οποίο διατηρήσαμε κάποια επαφή μετά το ταξίδι και βρεθήκαμε στη
Θεσσαλονίκη για κάποιο μικρό διάστημα μετά τους αγώνες, προτού ο καθένας μας
πάρει το δρόμο του και οι περισσότεροι διαγράψουν οριστικά τις μνήμες εκείνων
των ημερών.
Εν αναμονή του διαγωνισμού παραμείναμε σχετικά ήρεμοι ή,
μάλλον, καταφέραμε και κρύβαμε την αμηχανία και νευρικότητά μας. Οι προσδοκίες
ανάμεσά μας, από τον κ. Μερμίγκη όπως αυτό φαινόταν από τη γενική του παρουσία
και λόγια και κινήσεις, όπως και από τα ελάχιστα ενδιαφερόμενα μέρη πίσω στην πατρίδα, ήταν
χαμηλές. Καλούμαστε να ανταγωνιστούμε υπερδυνάμεις στα Μαθηματικά, όπως την
ΕΣΣΔ, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, το σύνολο σχεδόν
των χωρών του ανατολικού μπλοκ, και βέβαια τις ΗΠΑ, την τότε Δυτική Γερμανία,
την Γαλλία και την Βρετανία από τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης στον χώρο της παιδείας.
Οι διάφορες εθνικότητες, η εμφάνιση, οι τρόποι τους, η κουλτούρα και, κυρίως,
οι μυστήριες διανοητικές ικανότητες που έκρυβαν, αποτέλεσμα προσεκτικής επιλογής
και συστηματικής πνευματικής άσκησης, κέντρισαν το ενδιαφέρον μας. Ιδιαίτερα οι
Σοβιετικοί, εξαιτίας των πολιτικών και ιδεολογικών συμπαθειών που είχαν αρχίσει
τα τελευταία χρόνια να γεννιούνται μέσα μου και τις οποίες οι θαυμαστές διακρίσεις
των ανθρώπων ΕΣΣΔ σε τέτοιες αρένες, πνευματικές και αθλητικές ανατροφοδοτούσαν
στους «αριστερούς» της εποχής.
Σε ένα κοινό χώρο οι διοργανωτές, πριν του διήμερου του
διαγωνισμού, είχαν στήσει πίνακες, ώστε διαγωνιζόμενοι από διάφορες χώρες να
ανταλλάσσουν ιδέες, να θέτουν και συζητούν μαθηματικά προβλήματα. Τα παιδιά από
τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, μπροστά σε έναν πίνακα, με αυτοπεποίθηση και bravado, τη σιγουριά των εκπαιδευτικών
και των άλλων συστημάτων που ανέδειξαν τις χώρες τους σε δυνάμεις και υπερδυνάμεις,
όπως και τα αδιάψευστα ταλέντα των ίδιων, αντάλλασσαν μαθηματικούς γρίφους και,
με την ευχέρεια μαθηματικών ιδιοφυϊών, τις λύσεις τους. Κάποιοι άλλοι
συναγωνίζονταν στην ταχύτητα της επίλυσης του κύβου του Rubrik. Aν η ταλαιπωρία με τον κύβο διαρκούσε
πάνω από ένα ή δυο λεπτά στο πρόσωπο του λύτη σχηματιζόταν ο μορφασμός της απογοήτευσης
από μιαν αποτυχία. Σε κάποια φάση εκείνου του απογεύματος της παραμονής, οι πλέον
πρόθυμοι από την αποστολή μας αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε, σε εκείνο το φιλικό αγωνιστικό
forum, τις μαθηματικές μας
ικανότητες. Βρεθήκαμε μαζί με μερικά από τα παιδιά της Σοβιετικής ομάδας
μπροστά σε έναν από τους πίνακες του χολ. Ανοίξαμε κουβέντα με έναν γεροδεμένο,
αθλητικό, κοντού αναστήματος Ρώσο με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, πράσινα,
παιχνιδιάρικα μάτια, κι ένα ευρύ πρόσωπο με ελαφρώς προεξέχοντα ζυγωματικά,
χαρακτηριστικά που αποδίδονται συνήθως στο σλαβικό γένος. Τα αγγλικά του ήταν
φτωχά και λίγα και μετά από κάθε φράση απευθυνόταν στους συντρόφους γύρω του λέγοντας
κάτι στα Ρωσικά, συχνά με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Εκείνοι δεν μιλούσαν πολύ,
περισσότερα τον άκουγαν με σοβαρό και συγκατανευτικό ύφος. Σχημάτισα την
εντύπωση ότι θα ήταν ο κορυφαίος και αρχηγός της ομάδας ή, ίσως, αυτός που τα
αγγλικά του ήταν καλύτερα σε σχέση με των άλλων. Τόλμησα να του θέσω το ένα και
μοναδικό μικρό μαθηματικό πρόβλημα «ολυμπιακών διαστάσεων» που θυμόμουν και μου
είχε παρουσιάσει και λύσει ο Καζαντζής λίγες μέρες πριν από την Ολυμπιάδα στο
γραφείο του εν είδει προετοιμασίας. Αφού στράφηκε προς τους συντρόφους, με
ανοιχτά μάτια γεμάτα νόημα, και μετά προς εμένα, με ένα ειρωνικό, σχεδόν
περιφρονητικό χαμόγελο επέλυσε το πρόβλημα σε δευτερόλεπτα σα να ήταν κάτι
παιδαριώδες. Κατόπιν με την σειρά του μας έθεσε ένα πρόβλημα από το δικό του
μενού μαθηματικών γρίφων. Δυσκολευτήκαμε από τα σπασμένα αγγλικά να το
κατανοήσουμε, δεν μπορέσαμε ανάμεσα μας να το επιλύσουμε, με τον Σαράντο και τον
Στέφανο να προσπαθούν με επιμονή, και τον Ηλία αμέτοχο να μας κοιτάζει με ένα
χαμόγελο -σαν να το διασκέδαζε- από την άκρη του πίνακα. Εκείνοι οι μαθηματικοί
διάλογοι με τους Σοβιετικούς έφεραν την άγνοια μας, την κουτσή προετοιμασία ή
την παντελή έλλειψη της, ίσως και τις διανοητικές αδυναμίες μας στο προσκήνιο.
Κάπως έτσι δημιουργούνται, έστω και πρόσκαιρα, συμπλέγματα κατωτερότητας, κάπως
έτσι το ηθικό, τουλάχιστον εκείνων ανάμεσά μας που έπαιρναν με κάποια
στοιχειώδη σοβαρότητα και υπευθυνότητα τον διαγωνισμό, καταρρέει. Αποχωρήσαμε
από εκείνη την αίθουσα ανταλλαγής γρίφων και προβλημάτων απογοητευμένοι, ίσως έχοντας
ρεαλιστικότερη αντίληψη των δυνατοτήτων μας και τη θέση των παιδιών της Ελλάδας
στο παγκόσμιο μαθηματικό στερέωμα. Ίσως, να υπήρχε θέμα γενετικής αδυναμίας,
ίσως, όλα αυτά που μας λέγανε περί περιούσιου και ευφυούς λαού, που παρά τις
αντιξοότητες διακρίνεται χάρη σε μια έμφυτη, κληροδοτημένη από τους «αρχαίους
ημών προγόνους» πνευματική λαμπρότητα να ήταν μύθοι. Σίγουρα ήταν εθνικοί μύθοι,
και δεν πέρασε καιρός πριν πολλοί από εμάς το κατανοήσουμε. Θα μπορούσε τελικά,
και το πιο πιθανόν εν προκειμένω, να ήταν η έλλειψη προετοιμασίας και εντατικής
άσκησης που μας έλειπε και υπολειπόμαστε. Δεν μπόρεσα να μπω στο νου, τις
σκέψεις και τη ψυχολογία του καθενός της ομάδας, αλλά αποχώρησα αποθαρρημένος.
Στο δρόμο για το υπνοδωμάτιο σταμάτησα σε μια μικρή αίθουσα
με ένα μπιλιάρδο, ένα τραπέζι του ping-pong και ένα μηχάνημα αυτόματης πληρωμής με διάφορα αναψυκτικά.
Αγόρασα, τι άλλο, ένα κουτάκι Coca-Cola, το μόνο αναγνωρίσιμο
αναψυκτικό ανάμεσα σε root beers και άλλα αμερικάνικα brands που δεν είχαν κατακτήσει ακόμα
στις ακτές και τις γεύσεις μας. Στο μπιλιάρδο έπαιζε μόνος ένας νέος νέγρος,
πιθανώς φοιτητής του Πανεπιστήμιου, μπορεί και εργαζόμενος. Άνοιξα το κουτάκι
της Coca-Cola και
κοντοστάθηκα, ασυναίσθητα, πριν την έξοδο να χαζέψω το παιχνίδι του. Μετά από
την τελευταία μπαλιά, ανασήκωσε το στήθος του που ήταν απλωμένο στην τσόχα, με
μια κίνηση που πρόδιδε ενόχληση από την παρουσία μου, έφερε με αργή κίνηση τη
στέκα παρά πόδα και με ρώτησε χωρίς δείγμα χιούμορ στον λόγο του: “What are you staring at? Haven’t you seen a black man before?” Ήταν από τις ερωτήσεις που δεν ήξερα αν έπρεπε, ούτε και
πως να απαντήσω. Μπορεί και να μην επιδεχόταν απάντησης. Σίγουρα δεν διέθετα
την ευστροφία και ετοιμότητα να απαντήσω, πόσο μάλλον σε μια γλώσσα που δεν
ήταν η μητρική μου. Ένιωσα αμηχανία, μέχρι και προσβεβλημένος, το αίμα να κοκκινίζει
το πρόσωπό μου. Κι έκανα αυτό που συνηθίζω σε καταστάσεις μεγάλης αμηχανίας και
αισθήματος προσβολής: την οριζόντια κίνηση του κεφαλιού πέρα-δώθε, που στον
αγγλοσαξονικό κόσμο σημαίνει «όχι», άρνηση, αποδοκιμασία. Και έφυγα χωρίς να
αρθρώσω λέξη. Η ψυχή μου βάρυνε ακόμα περισσότερο, αλλά η αποκαρδιωτική,
απογοητευτική μέρα παραμονή του διαγωνισμού, δεν θα τελείωνε εύκολα.
Τη νύχτα στο δωμάτιο με τον Σαράντο δεν με έπαιρνε ο ύπνος,
που το μυαλό ενώπιον μιας πνευματικής δοκιμασίας τέτοιου μεγέθους απελπιστικά
χρειαζόταν. Ήταν η Coca-Cola, που τη διεγερτική της
επίδραση είχα υποτιμήσει; Ήταν to jet-lag εμπειρία
του οποίου δεν είχα μέχρι εκείνο το ταξίδι; Ήταν η ανησυχία και νευρικότητα, το άγχος, ενόψει του
διαγωνισμού ως προς τον οποίο οι οιωνοί ήταν κακοί; Επί λεπτά και ώρες κατέβαλε
προσπάθεια να καταπνίξω σκέψεις και ανησυχίες, να κλείσω τα μάτια και να
αποκοιμηθώ, αλλά αποδεικνυόταν αδύνατο. Ο Σαράντος κοιμόταν καλού καιρού στο πιο
προνομιούχο κρεβάτι στο βάθος του δωματίου κάτω από το παράθυρο. Άκουγα τη
βαριά ανάσα ενός ανθρώπου που κοιμόταν τον ύπνο αγαλλίασης και ήπιων ονείρων
και αυτό ενέτεινε την ανησυχία μου, την μεταμόρφωνε σταδιακά σε απελπισία, και
ενέτεινε τις τάσεις αϋπνίας, αντί να με καταπραΰνει. Άκουγα τον κάθε
ανεπαίσθητο θόρυβο από τα residence halls πίσω από την πόρτα του δωματίου δίπλα στο δικό μου το κρεβάτι.
Από την αξιόλογη προσωπική εμπειρία στο ζήτημα, ένας αυνανισμός θα έφερνε
ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό, δηλαδή θα παράτεινε την
αγρύπνια. Τον απέφυγα ως ελιξίριο χαλάρωσης. Με τι κουρασμένο μυαλό θα
διαγωνιζόμουν το επόμενο πρωϊνό; Ποιος θα μου αναγνώριζε ελαφρυντικά στην
πιθανότατα επερχόμενη αποτυχία μου –απόλυτη και σχετική; Δυο-τρεις-τέσσερις η
ώρα το πρωί και ήμουν ακόμα άγρυπνος, με μυριάδες σκέψεις, χωρίς αρχή και
τέλος, να κλωθογυρίζουν στο μυαλό μου. Τελικά ο ύπνος ήρθε και με πήρε, δυο
περίπου ώρες πριν από το εγερτήριο, όταν το φως της αυγής είχε ήδη αρχίσει να
φωτίζει πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου κάτω από το οποίο κοιμόταν ο
Σαράντος. Ξύπνησα βαριά, απαισιόδοξος, κουρασμένος, ήδη σχεδόν ηττημένος πριν
ακόμα ξεκινήσει ο διαγωνισμός. Το νεροζούμι του καφέ και το πρωϊνό, κάπως με ανέσυραν
από τη σχεδόν ολοκληρωτική από έλλειψη διαύγειας και τη θολούρα που κυριαρχούσε
στο μυαλό μου. Οδηγήθηκα ρομποτικά, με τη νευρικότητά και το άγχος στο
αποκορύφωμα τους, σε μια από τις οκτώ αίθουσες, στην Νούμερο 2, καθώς ήμουν ο
δεύτερος τη τάξει της ελληνικής ομάδας, και στο ατομικό θρανιάκι χώρων
εξετάσεων που συνηθίζεται σε αίθουσες αμερικάνικων σχολείων, όπως βλέπαμε στο
σινεμά ή την τηλεόραση. Ένα ελληνικό σημαιάκι ήταν στηριγμένο στη γωνιά του.
Τέτοια σύμβολα ούτε εμπνέουν, ούτε βοηθούν ψυχολογικά προς ένα επιτυχές τελικό
αποτέλεσμα. Και τι να σου κάνει η αδρεναλίνη από μόνη της;
Όπως αναμενόταν, η πρώτη μέρα της δοκιμασίας κατέληξε σε
παταγώδη αποτυχία – προσωπική και ομαδική. To ήξερα, το ξέραμε. Βρεθήκαμε στο
φουαγιέ σαστισμένοι, κουρασμένοι, με τις λίγες ελπίδες που η ελληνική ομάδα
έτρεφε μέχρι εκείνες τις ώρες ψαλιδισμένες με βάναυσο τρόπο. Μουδιασμένος,
κατάκοπος, χωρίς πολλά λόγια και κινήσεις, η μόνη κρυφή μου επιθυμία ήταν να
ολοκληρωθεί, όσο πιο γρήγορα και όσο πιο ανώδυνα ψυχολογικά, το υπόλοιπο μιας
μάταιης εκστρατείας. Το βράδυ της πρώτης μέρας της Ολυμπιάδας λησμονήθηκε.
Λίγες σκόρπιες, χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο συζητήσεις ανάμεσα στα μέλη της
ομάδας δεν βοήθησαν σε κάποια αλλαγή του
βαριού ψυχολογικού κλίματος που επικρατούσε, ούτε κατάφεραν επαρκώς να
αναλύσουν και φιλοσοφήσουν την κατάσταση στην οποία λίγο-πολύ όλοι βρισκόμαστε.
Γινόταν φανερό πλέον από τημ ροή των γεγονότων ότι η παρουσία μας ως εκπροσώπων
της Ελλάδας σε έναν διεθνή διαγωνισμό, που το τουλάχιστον που θα ζύγιζε θα ήταν
η μαθηματική παιδεία μας συγκριτικά με άλλες χώρες, δεν θα βελτιωνόταν
σημαντικά. Ο κ. Μερμίγκης ρώτησε απλώς πως τα πήγαμε, έλαβε λίγες υποτονικές,
ανόρεκτες και χλιαρές απαντήσεις, και αδιάφορα αποσύρθηκε. Ο ρόλος του κόουτς
δεν του ταίριαζε και δεν τον εφάρμοζε. Ο ύπνος εκείνο το βράδυ ήρθε νωρίς και
ήταν κάπως λυτρωτικός και αναζωογονητικός. Την δεύτερη μέρα του διαγωνισμού τα
πήγα, τα πήγαμε, σχετικά καλύτερα, αν και πάλι πολύ χαμηλότερα από τις αρχικές
προσδοκίες.
Η γενική αποτυχία της αποστολής αποτυπώθηκε με κρυστάλλινο
τρόπο στην τελική βαθμολογία. Εικοστοί-τρίτοι ανάμεσα σε είκοσι-επτά ομάδες,
μια θέση στα μαθηματικά στον κόσμο που από όποια σκοπιά και να την αντίκρυζε και
ανέλυε κανείς θα απογοήτευε, όσο αναμενόμενη κι αν ήταν από τους πλέον
απαισιόδοξους θα αποκαρδίωνε. Κανένα ατομικό βραβείο, κανένας έπαινος, καμιά
μνεία. Πολλούς, και ειδικά εμένα ανάμεσά τους, απασχολούσαν οι αντιδράσεις πίσω στην Ελλάδα ανάμεσα στους
ελάχιστους που γνώριζαν και κάπως νοιάζονταν για την πορεία μας: ο Καζαντζής,
γονιοί, και μερικοί από τους παράγοντες της Μαθηματικής Εταιρίας που λόγους να
παίρνουν τέτοιους διαγωνισμούς με σοβαρότητα και επένδυαν προσωπικό χρόνο και
μεράκι. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, την απονομή των διακρίσεων, και πριν
από την αναχώρηση για την πατρίδα θα επιστρέφαμε στην Νέα Υόρκη για μια τελευταία
διανυκτέρευση. Μια φωτογραφία της τελευταίας στιγμής των οκτώ διαγωνιζομένων με
τα μπλουζάκια της ΙΜΟ μπροστά από το κεντρικό στο campus, ιστορικό Healy Hall του
Πανεπιστημίου που μας φιλοξένησε έδειξε οκτώ βλοσυρά, κουρασμένα παιδιά, που
υπέστησαν δοκιμασίες, έδωσαν μάχες, ίσως άνισες, από τις οποίες, παρά τις ελπίδες
μέχρις και αυταπάτες πολλών, από τις οποίες οι πιθανότητες να έβγαιναν
κερδισμένοι ήταν από μικρές μέχρι μηδαμινές.
Η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη, όντας ξαλαφρωμένοι πλέον από
το βάρος της Ολυμπιάδας, προσφέρθηκε για ξέγνοιαστες επίσκεψη σε μερικά από τα αξιοθέατα
της: στο Metropolitan Museum,
όπου ανακάλυψα και μου έκανε εντύπωση η γλυπτική του Rodin στον Thinker, στο μεγαλοπρεπές κτίριο
του OHE, στις ευθείες λεωφόρους
του Manhattan που χάνονταν στον ορίζοντα με τους θεόρατους ουρανοξύστες
εκατέρωθεν. Και φυσικά για ψώνια, όπου το λίγο τουριστικό συνάλλαγμα, τα $500
που είχα φέρει μαζί μου, εξαντλήθηκε στην αγορά ενός και μόνο αντικειμένου: μιας
ηλεκτρονικής σκακιέρας. Η περιφρόνηση «άσκοπων αγορών» και δώρων από τουριστικούς
προορισμούς ήταν μια οικογενειακή παράδοση που διατηρώ μέχρι σήμερα. Μερικοί
την θεωρούν τσιγγουνιά.
Με την επιστροφή στην Ελλάδα η ομάδα διαλύθηκε και ο καθένας
τράβηξε το δρόμο του. Πριν δώσουμε τα χέρια, συμφωνήσαμε ανάμεσά μας τουλάχιστον
ότι με μια στοιχειώδη προετοιμασία οι τύχες μας θα διαγράφονταν κάπως καλύτερες
και θα είχαμε κάτι θετικό και ευχάριστο για να μιλήσουμε στο μέλλον. Αν μη τι
άλλο, σκεφτόμαστε, η εμπειρία εκείνης της Ολυμπιάδας θα βοηθούσε μελλοντικές
αποστολές. Θα γεφύρωνε το χάσμα έστω με τους Βαλκάνιους γείτονες ως πρώτο μέτρο
σύγκρισης. Και αντλήσαμε ψήγματα παρηγοριάς από εκείνη την ιδέα. Δεν υπήρχε
λόγος για πλήρη απαξίωση των εαυτών μας και κακομοιριάς, ούτε για αισθήματα ντροπής
από την αποτυχία. Ο Στέφανος, ο τρίτος τη τάξει, που όμως τα πήγε σχετικά
καλύτερα από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, σε ένα γράμμα του στον «Ευκλείδη»,
στο περιοδικό Μαθηματικής Εταιρείας που προσαρτήθηκε στον δημοσιευμένο, ρηχό
απολογισμό και αυτοκριτική του κ. Εξ., εκφράζοντας την «εκ των έσω» άποψη του για
την αποτυχία, ξεσπάθωσε με χολερικά σχόλια απέναντι κάθε σχετιζόμενου
επιστητού. Φυσικά και έφταιγε η ελλιπής έως ανύπαρκτη προετοιμασία, αλλά και πολλά
από τα μέλη της ομάδας, έγραφε ο
Στέφανος, διακατέχονταν από συναισθήματα κατωτερότητας και μειονεκτικότητας τα
οποία απλά εντάθηκαν από τις συναναστροφές με τις άλλες, καλύτερα «επιλεγμένες»
και προετοιμασμένες ομάδες την παραμονή του διαγωνισμού, για να καταλήξει στην
εξίσου θλιβερή διαπίστωση ότι πολλοί από εμάς δεν το αξίζαμε, ούτε διαθέταμε
τον νου και δυνατότητες να βρεθούμε εκεί. Την επιστολή του Στέφανου την
ανακάλυψα ανάμεσα στα ψηφιακά αρχεία της Μαθηματικής Εταιρείας, είκοσι-οχτώ
χρόνια μετά, κι, ένας θεός ξέρει γιατί, διάβασα κάθε γραμμή του. Ίσως γιατί
αφορούσε ένα περιστατικό, σε μια «στιγμή» της ύπαρξης πέρα και πάνω από την
μέση καθημερινότητα των χρόνων που πέρασαν και άσκησε παρά τα χρόνια που
πέρασαν μια μικρή, αλλά διακριτά αισθητή επίδραση. Ίσως, γιατί αντανακλούσε ένα
κομματάκι της ιστορίας σε αυτόν τον κόσμο του «εγώ» και του «είναι», ένα πετραδάκι
στο χτίσιμο αυτού που είμαι σήμερα.
Μετά την Ολυμπιάδα πέρασα από το φροντιστήριο και συναντήθηκα με τον Καζαντζή, ομολογουμένως με δισταγμό και φοβία στην ψυχή. Πίστευα ότι δεν είχα καταφέρει ούτε καν στοιχειωδώς να ανταποκριθώ στις προσδοκίες που θα είχε ένας δάσκαλος προς τον κορυφαίο μαθητή των φροντιστηρίων του, και αυτό με βασάνιζε. Η άποψη και αντίδραση του στην παταγώδη αποτυχία της ολυμπιακής ομάδας ήταν, όπως περίμενα, η γνωστή και τετριμμένη: η ελλιπής προετοιμασία, η παροιμιώδης ελληνική προχειρότητα σε τέτοια θέματα, οι ερασιτέχνες παράγοντες της Εταιρίας, «άσχετοι» στα μαθηματικά και την διδασκαλία τους. «Στην Ολυμπιάδα η ελληνική ομάδα δεν απέδωσε, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο με δεδομένη την προχειρότητα και την παντελή έλλειψη προετοιμασίας που διακρίνει τέτοιου είδους αποστολές». Φυσικά, η ευθύνη για κάτι τέτοιο βάραινε τους «γελοίους» που ανέλαβαν τα της συμμετοχής σε μια τέτοια διοργάνωση. Ίσως, και να έκρυψε ορισμένες από τις σκέψεις του, όπως παραδείγματος χάριν για την ποιότητα και αξία και ταλέντο των μαθητών που επιλέγησαν να εκπροσώπησουν τον μαθηματικό κόσμο της Ελλάδας σε κείνη την Ολυμπιάδα. Δεν μου είπε όμως τίποτε σχετικό.