Saturday, June 11, 2022

Ευδοξία και Λεωνίδας - 24 Στέριωμα στην Σαλονίκη

 Από τη γενιά των προσφύγων της γιαγιάς και του παππού, από την Μικρά Ασία και το Μελένικο, από τα σόγια των Κ. και των Ι. που χάριν στην Ευδοξία και τον Λεωνίδα σμίξανε και συμπεθέριασαν και άφησαν μερικά  εγγράμματα στη μνήμη μιας χούφτας ζωντανών απογόνων, τελικά λίγοι, ίσως οι πιο προικισμένοι, ίσως οι πιο τυχεροί, κατάφεραν και έσπασαν τα δεσμά της χαμηλής κοινωνικής τάξης στην οποία τους καθήλωσε η ζωή. Και αυτοί οι λίγοι μόνον λίγα κοινωνικά σκαλοπάτια ανέβηκαν. Άλλωστε, οι ευκαιρίες ήταν τότε λίγες και άνισες και τα χτυπήματα της ιστορίας, για του λόγου τους περισσότερο, ανελέητα. Τη μετέπειτα ραγδαία πρόοδο του τόπου και της ανθρωπότητας, που μείωνε την πάλη για τα απαραίτητα προς το ζην, και παρείχε τα εργαλεία που αυξάνουν την κινητικότητα ανάμεσα σε στρώματα και τάξεις, την εντροπία της κοινωνίας, όλα αυτά τα δεδομένα στις δικές μας μεσαίες ηλικίες μόλις και τα πρόλαβαν.

Ο Βασίλης, ο μεγαλύτερος αδερφός των Κ., έστησε μια μικρή ταβέρνα που την δούλεψε μέχρι τον θάνατό του. Αυτό είχε μάθει στα νιάτα του στο Μπαϊντίρι, αυτό έκαμε. Ο Στέλιος, ένας κοντακιανός με ρουφηγμένα μάγουλα, δούλεψε τα χρόνια μέχρι την Κατοχή εργάτης σε ένα εργοστάσιο στην περιοχή του Άη-Φανούρη, που τα συντρίμμια του ακόμα υπάρχουν δίπλα στο ρέμα της Τούμπας. Ο Γιάννης, ο μικρότερος άνοιξε κι αυτός ένα ταβερνάκι στη Φλέμινγκ, δυο-τρία σπίτια κάτω από την Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πέθανε νέος από χτικιό λίγο μετά την Κατοχή. Το χώρο της ταβέρνας του Γιάννη τον ανάλαβαν και μετέτρεψαν σε μανάβικο ο Στέλιος με τον κουνιάδο του, τον παππού το Λεωνίδα, και το δούλεψαν συνέταιροι για δυο-τρία χρόνια στη μετακατοχική μιζέρια. Τους βοηθούσε όσο μπορούσε, με την προθυμία ενός δεκάχρονου παιδιού, ο Πατέρας στις σχολικές του διακοπές. Το μικρομάγαζο όμως δεν τα πήγε καλά και το έκλεισαν. Ο Λεωνίδας ξανάγινε κλητήρας στο σύλλογο των καπνεμπόρων έως ότου βγήκε στην σύνταξη. Ο Στέλιος ξαναγύρισε στη δουλειά του εργοστασίου, μέχρι να μαζέψει κι αυτός αρκετά ένσημα προς μιαν από τις πενιχρές συντάξεις του ΙΚΑ. Συνταξιούχος πλέον, κατέβαινε τις κατηφοριές της Τούμπας που-και-που τα μεσημέρια να επισκεφτεί τη γιαγιά στις παλιές μας γειτονιές της Αγίας Τριάδας, μέχρι που γέρασε και τον πήρε αθόρυβα ο θάνατος. Ήταν η αγαπημένη του αδερφή. Πάντα η Ευδοξία του πρόσφερε καφέ και, αν είχε έτοιμο φαΐ, να κάτσει να φάει, πάντα ο Στέλιος αρνιόταν, έλεγε δυο κουβέντες στεκάμενος στην πόρτα της κουζινούλας, πείραζε το μικρό παιδί που ήμουν κι έφευγε. Σκέφτομαι πως αν εκείνο το μαγαζάκι του Στέλιου και του Λεωνίδα στέριωνε και το εμπόριο λαχανικών και φρούτων στην παλιά γειτονιά γινόταν κερδοφόρο κι έβγαζε τουλάχιστον τον επιούσιο, ίσως να ήταν διαφορετική η τύχη τους μακριά από τις άθλιες φάμπρικες της μεταπολεμικής πόλης, όπως διαφορετική δυνητικά και η μοίρα πολλών από τους απογόνους τους. Μια διαφορετική στροφή, μια απειροελάχιστη παρέκκλισή στον καθ’ οδόν βίον, μια λίγο διαφορετική επιλογή από όσες παρουσιάζονται στον άνθρωπο να επιλέξει με την κατ’ επίφαση «ελεύθερη βούληση» του, φέρνει πάνω-κάτω τον μικρόκοσμο της ζωής και των επόμενων γενιών, της ζωής των μικρών και αδύναμων ανθρώπων όπως το σόι των Κ. της γιαγιάς, αν και δεν αλλάζει τον ρου της ιστορίας.

Η Χρύσα, η μεγάλη αδερφή, με τον άντρα και τα παιδιά της, έμειναν στις παράγκες της Τούμπας,  μέχρις ότου ο Καραμανλής τις ισοπέδωσε χάριν του, πολλοί λένε στρεβλού, εκσυγχρονισμού της πόλης. Τους έδωσαν ένα μικρό και λιτό, αλλά για τα δεδομένα της εποχής μοντέρνο διαμέρισμα στις νεόκτιστες τότε εργατικές πολυκατοικίες του Φοίνικα. Το επισκεπτόμασταν συχνά, μικρό παιδί τότε με τη γιαγιά την Ευδοξία, η γιαγιά για να «τα πει» με τη Χρύσα και τις κόρες της, την Διαμάντω και την Δέσποινα, όπως μπορούν και τα λένε με τις ώρες, χωρίς τελειωμό, κι ευχαριστιούνται με τις κουβέντες τους οι γυναίκες, κι εγώ για να παίξω με τα δεύτερα ξαδέρφια μου στις ανοιχτωσιές των παρυφών της πόλης, μακριά από το οικοδομικό πήξιμο που άρχισε να πνίγει τις παλιές γειτονιές της Σαλονίκης. Τα χτίσματα στον οικισμό του Φοίνικα ήταν χαμηλά, με λίγα πατώματα, και αραιά διασπαρμένα γύρω από πλατεϊτσες με πεύκα και παγκάκια. Είχε κοντά παιδικές χαρές και περίπτερα, αναψυκτήρια και λούνα-παρκ τα καλοκαίρια, εκατέρωθεν του κυρίως δρόμου που διέσχιζε την συνοικία: της Λεωφόρου Εθνικής Αντίστασης όπως λέγεται σήμερα, που σε πήγαινε στην Περαία, στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ, στη Νέα Μηχανιώνα και την Επανομή, και τους άλλους κοντινούς προορισμούς για τα κυριακάτικα καλοκαιρινά μπάνια του λαουτζίκου της πόλης.

Από τις δυο κόρες της Χρύσας, η Διαμάντω, ήταν η νεότερη και ομορφότερη. Κάποιο καλοκαιράκι στις Φώκιες της Χαλκιδικής, το χωριό όπου είχε καταλήξει από την Σμύρνη και στέριωσε για να ασχοληθεί με την γεωργία το παρακλάδι της οικογένειας της γιαγιάς από τη μεριά της μάνας της κι έγινε το μόνιμο θέρετρο των καλοκαιρινών διακοπών της ανάμεσα σε ξαδέρφια και ανίψια, η Διαμάντω ερωτεύτηκε και τελικά παντρεύτηκε ένα αξιόλογο παλικάρι του εμπορικού ναυτικού, τον Ξένο τον  Μπ. Είχε μυαλό ξυράφι και ταλέντο σε εκτιμήσεις ο Ξένος και έγινε εμπειρογνώμων σε ναυάγια και ζημιές σε καράβια, αναρριχήθηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια της εφοπλιστικής εταιρίας του, και με τη Διαμάντω και τα παιδιά τους εγκαταστάθηκαν και πρόκοψαν στο Λονδίνο. Η άλλη κόρη της Χρύσας, η Δέσποινα, δεν είχε την ίδια τύχη κι εμπειρίες. Εργάτρια σε υφαντουργείο, μέχρι που βγήκε, γριά και κουρασμένη κι αυτή, στην ασήμαντη σύνταξη του ΙΚΑ. Πέθανε γεροντοκόρη κι ανύπαντρη παρθένα, έσβησε ανέραστη και μόνη στο παραμελημένο από τα χρόνια διαμέρισμα του Φοίνικα. Ήταν από εκείνες τις ανύπαρκτες υπάρξεις που κατασπαταλούνται αλόγιστα στο πέρασμα του χρόνου, απαρατήρητες ανάμεσα σε σειρές αργαλειών ή στους τέσσερις τοίχους ενός φτωχικού εργατικού διαμερίσματος, που μοιραζόταν με τη γριά μάνα της. Σαν ένας μοναχικός περίπατος σε μια ερημιά, που, μέχρι τέλους, τίποτε δεν του τράβηξε την προσοχή, ούτε η ίδια τράβηξε την προσοχή άλλων και που δεν  παρέκκλινε από το μονότονο, ίσιο δρόμο της ρουτίνας και καθημερινότητας και της αναλλοίωτης ακολουθίας ανεπαίσθητων, μηχανικά επαναλαμβανόμενων ενεργειών. Το ανάξιου λόγου συμβάν που ήταν η διαδρομή της Δέσποινας σε αυτόν τον κόσμο, ασημαντότερη και από μια σταγόνα στον ωκεανό φέρνει το νου στα όρια της φιλοσοφίας του παραλόγου, στο καίριο ερώτημα που θέτει: άξιζε τον κόπο;

No comments:

Post a Comment