Η γιαγιά η Ευδοξία δεν διέθετε κάποια ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά το πρόσωπό της είχε για κείνη την εποχή αρκετά ελκυστικά χαρακτηριστικά, που η κατά δύναμιν «κοκέτα» προσέδιδε κάποιαν επιπλέον γοητεία. (Έδινε τη δέουσα προσοχή στην περιποίηση και την κομψότητα και διέθετε καλό γούστο, παρά τους λιγοστούς πόρους.) Στις παλιές φωτογραφίες των νιάτων της ξεχώριζε ένα φουντωτό, κοντοκομμένο, ελαφρά κυματιστό μαλλί, που εξαιτίας της πυκνότητάς του δύσκολα κτενιζόταν και συμμαζευόταν γύρω από το άσπρο δέρμα του μικρού της προσώπου. Αυτά τα μαλλιά γκρίζαραν και τελικά άσπρισαν γρήγορα· και ήταν λίγο-πολύ κάτασπρα κοντά στα εξήντα χρόνια της ζωής της και από τότε που άρχισα να θυμάμαι. Τα μάτια της ήταν μικρά σε ένα μικρό περίγραμμα προσώπου, αλλά σπινθηροβόλα, ακόμα κι όταν ο καταρράκτης είχε αρχίσει να θολώνει τον χιτώνα τους, ακόμα και όταν το χρώμα της ίριδας άρχισε να ξεθωριάζει προς μια γκριζογάλανη απόχρωση. Η γραμμή των πυκνών φρυδιών έπεφτε πάνω στα βλέφαρα και έδινε στο βλέμμα βάθος και διαπεραστικότητα που σε λίγους ανθρώπους συναντάει κανείς. Στον έξω κόσμο, αυτό το πρόσωπο, τα μάτια κυρίως, απέπνεαν αποφασιστικότητα και θέληση, ευθύτητα και ειλικρίνεια, ήταν η αμεσότητα ενός ψυχικού κόσμου και χαρακτήρα που είχε μια αξιοπρέπεια, ίσως και μεγαλοπρέπεια, παρά τις ταπεινές ρίζες. Η ίδια είχε μάλλον αυτογνωσία αυτών των ματιών, τα οποία κληρονόμησε σχεδόν αυτούσια σε σχήμα και βάθος στο μεγάλο της γιο, τον Πατέρα. Πόσες φορές μου διηγήθηκε για εκείνα τα ψιθυρίσματα των κοριτσιών που πέρασαν μπροστά από την αυλή του σπιτιού της Τούμπας μετά την Κατοχή και πήρε το αυτί της: «εδώ μένει, καλέ, αυτός με τα ωραία, μεγάλα μάτια!»
H Ευδοξία ήταν
μια μικροκαμωμένη γυναίκα, αν όχι καχεκτική, όπως μικροκαμωμένοι ήταν και οι
περισσότεροι από το σόι των Κ., γονιδιακά βεβαρημένοι από τη μεριά του πατέρα τους.
Ήταν και ασθενικός άνθρωπος, αλλά στο τελευταίο συνετέλεσαν και οι αντιξοότητες
της ζωής, οι κακουχίες της προσφυγιάς και οι ματεριαλιστικές συνθήκες της
παραγκούπολης, όπως, για πολλούς κατοίκους της πόλης αργότερα, η φτώχια και
πείνα της κατοχής. Κόλλησε από κάπου φυματίωση πριν τον πόλεμο και πριν την
ανακάλυψη της στρεπτομυκίνης, όταν, στα πρώτα στάδια της, η αρρώστια αντιμετωπιζόταν
με πνευμονεκτομές και τεχνητούς πνευμοθώρακες. Κι έτσι, κουτσά-στραβά, γιατρεύτηκε
με τα μέσα που διέθετε ο τόπος και η εποχή. Κατάφερε κι επέζησε μιαν αρρώστια
που οδηγούσε πολλούς σε πρόωρο τέλος, αλλά με περίπου το μισό πνευμόνι από αυτό
που ο θεός της είχε χαρίσει. Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, δεν απόκτησε καμιά
στοιχειώδη μόρφωση. Την όποια ανάγνωση κουτσά-στραβά κατάφερνε ήταν από εδώ και
από εκεί, από ταμπέλες και πρωτοσέλιδα εφημερίδων και επικεφαλίδες περιοδικών. Δεν
μάθαμε πως ακριβώς, ίσως από τις εφημερίδες που έφερνε ο Λεωνίδας, ίσως από ημερολόγια
της εκκλησίας, ίσως από τους καταλόγους του ΟΤΕ, τα λιγοστά έντυπα που έβρισκε
κανείς στο σπιτικό τους, μπόρεσε και συνέταξε ένα προσωπικό τηλεφωνικό καρνέ,
πλήρες με ονόματα, τηλέφωνα και μερικές φορές διευθύνσεις μελών της
οικογένειας, συγγενών και φίλων. Εν ολίγοις, τις στοιχειώδες γνώσεις ανάγνωσης
και γραφής, αρκετές για να επιπλεύσει στον κόσμο που ζούσε, τις όφειλε στην αυτοδιδαχή.
Μια φίλη παιδική από τα χρόνια
της προσφυγιάς, η Δήμητρα, που ξέφυγε από τη μιζέρια της παραγκούπολης και
στέριωσε λίγο παρακάτω, κατά Φλέμινγκ μεριά, έφτιαξε το προξενιό ενός γειτονόπουλου,
του Λεωνίδα, με την παλιά της φίλη την Ευδοξία, τη ράφτρα από την Τούμπα. Τα
επιφωνήματα της γιαγιάς: «Δήμητρα, ανέβα, καλέ, για καφέ!» από το μπαλκόνι της στο
σπιτικό της παλιάς μας γειτονιάς ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου. Τέτοιες φιλίες
μόνον ο θάνατος τις σπάει. Αν και κατά ένα ή δύο σκαλιά παρακατιανή στην
κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης η Ευδοξία, σχεδόν λούμπεν, καθότι
προσφυγοπούλα από κάποια κωμόπολη της Μικρασίας, χωρίς προίκα, χωρίς μόρφωση, με
μια σχεδόν απλήρωτη δουλειά του ποδαριού, έγινε δεκτή από την προγιαγιά Κατίνα,
την de
facto κεφαλή των Ι. και τα Μελενικιώτικα αδέρφια του Λεωνίδα στο
σπιτικό τους, δέχτηκαν αθόρυβα μιαν αθόρυβη ύπαρξη στους κόλπους της οικογένειας
των Ι. Η Κατίνα πίστευε ότι ένας γάμος με την ήρεμη και ταπεινή προσφυγοπούλα
θα έβαζε τον παππού, που πάντα είχε τα νεύρα και τις λόξες του, και ήταν
δύσκολος άνθρωπος, σε κάποια καλούπια, θα τον έστρωνε κι έκαμε πιο λογικό
άνθρωπο από αυτόν που κατά τα φαινόμενα εμφανιζόταν. Το προξενιό, που στήθηκε
στο παλιό πατρικό της Δεληγιώργη (η παραγκούπολη με κανέναν τρόπο δεν προσφερόταν
για κάτι αξιοπρεπές υπό τις συνθήκες) με καφέδες και «υποβρύχιο» βανίλια ή
γλυκά του κουταλιού, αποδείχτηκε κάπως πετυχημένο· με τα λιγοστά, απλά κριτήρια
που τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας της Σαλονίκης έκριναν τότε την επιτυχία ενός
γάμου μεταξύ δύο αγνώστων από διαφορετικά μονοπάτια της ζωής που απίθανες
συγκυρίες τα σμίγουν.
Η Ευδοξία ήταν μια εξαιρετικά στωική και καρτερική και υπομονετική γυναίκα. Καλή νοικοκυρά και ικανότατη μαγείρισσα, χωρίς τα δεκανίκια που προσφέρουν σε νοικοκυρές σήμερα συνταγές από τσελεμεντέδες και το internet και την τεχνολογία και τα εξαρτήματα της μοντέρνας κουζίνας. Τις συνταγές με τα περίτεχνα μυστικά τους που κουβάλησε στο μυαλό της από την Μικρά Ασία: τα ντολμαδάκια, τα φασόλια γίγαντες, τα σμυρναίικα κεφτεδάκια, τα γιουβέτσια και τα κοκκινιστά (στις εποχές κάποιας σχετικής ύστερης ευημερίας που παρείχαν κρέας στο τραπέζι), το ραβανί και τα φοινίκια, κατέγραψαν οι νύφες της, και από γενιά σε γενιά, γεύσεις που είχα την ευτυχία να απολαύσω ως παιδί. Η Ευδοξία και ο Λεωνίδας ταίριαξαν, λοιπόν, στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν, και ζήσαν τα χρόνια τα νεανικά και της ωριμότητάς τους, πάντα φτωχικά, αλλά σε μια σχετική αρμονία, με τα δεδομένα νεύρα του μεν να αντιμετωπίζονται με υπομονή και κρυφά σιχτιρίσματα από την δε. Με τον Λεωνίδας να παλεύει να κερδίζει φιλότιμα το ψωμί τους σε κακοπληρωμένες δουλειές, την Ευδοξία να αναλαμβάνει περιστασιακές ψιλοδουλειές ραπτικής από γείτονες, και κυρίως το μεγάλωμα των δυο γιους τους μέσα τις αντίξοες συνθήκες και τα πολλά στραβοπατήματα της εποχής.
No comments:
Post a Comment