Sunday, March 10, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (5)

Εξέγερση και Ελευθερία

H συναίσθηση του «παραλόγου», της απόρριψης κάθε αιτήματος που προσβλέπει στο μέλλον, η πλήρης συνειδητοποίηση της θνησιμότητας, απελευθερώνει τον άνθρωπο ώστε να ζήσει στο μέγιστο δυνατό τη χρονικά περιορισμένη περιπέτεια της ζωής του, ως μοναδική ευκαιρία. Αυτή καθαυτή η αναγνώριση ότι πνεύμα και ψυχή θα πεθάνουν κι εξαφανιστούν μαζί με το σώμα, αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας του, ελευθερίας που προκύπτει από την κατηγορηματική απόρριψη του αύριο και της αιωνιότητας, της διαρκούς και επίμονης εστίασης της συνείδησης στο παρόν. Αυτή η αντίληψη, θέση και στάση που αποστρέφεται την αναβλητικότητα της βούλησης, πρώτα και κύρια τον απελευθερώνει από τα δεσμά του μέλλοντος, δηλαδή από φρούδες προσδοκίες κι ελπίδες που ένα γενικά αόριστο και υποθετικό μέλλον μπορεί να εκτρέφει· σημαίνει απεξάρτηση από μιαν αιωνιότητα που δεν υφίσταται και ολοκληρωτική αποδέσμευση από την επένδυση του περιορισμένου χρόνου πάνω στη γη προς την επιδίωξη αβέβαιων και νεφελωδών στόχων. Η ζωή από εκείνο το σημείο μέχρι το τέλος της τίθεται πλέον ως μια ακολουθία παρόντων, εικόνων, αισθήσεων και εμπειριών, που η θέληση του θα επιδιώκει αδιάκοπα και θα βιώνει ενσυνείδητα: ο άνθρωπος προσπαθεί και γίνεται συνειδητός κάθε στιγμής της ζωής και ύπαρξης του ως το μοιραίο τέλος, όπως ο ήρωας του Outsider.

Ασφαλώς και η ελευθερία του ατόμου περιχαρακώνεται από τη γεωγραφία του, την εποχή του, την τάξη του – το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον του εν γένει. Οι ορίζοντες αυτής της ελευθερίας είναι συνάρτηση των υλικών συνθηκών και υπόβαθρου στη διάρκεια της ζωής, κάτι που σχημάτισα την εντύπωση ότι συστηματικά και μερικές φορές σκόπιμα, εξαιτίας κυρίως κακής πίστης και προκαταλήψεων, είτε παραβλέπεται, είτε παρακάμπτεται από φιλοσόφους και ιδεολόγους,  συνήθως αποκομμένους από τη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Δρούμε σε μια σύγχρονης πραγματικότητας όπου ακόμα και δραστηριότητες όπως η αισθητική ευχαρίστηση που αντλείται της ομορφιάς της φύσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπου ακόμα και η βασική διέγερση των αισθήσεων, υποτάσσονται στο κεφάλαιο και αποκτούν εμπορευματική, ανταλλακτική αξία. Για τη στοιχειώδη επιβίωση του και μόνο, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα προς το ζείν για τον ίδιον και την οικογένειά του, υποχρεώνεται να αφιερώσει ένα μεγάλο κομμάτι του χρόνου της ζωής του στο πολλές φορές άχαρο και μη ανταποδοτικό καθήκον της καθημερινής εργασιακής ρουτίνας –κυρίως, για να αναπαραχθεί (κατά κανόνα ως εργασιακή δύναμη υποταγμένη στο κεφάλαιο) και συντηρηθεί, ως ενεργό στοιχείο του οικονομικού συστήματος. Αλλά η συναίσθηση κι η προσήλωση στο παρόν, η επικέντρωση στην ακολουθία των στιγμών που αυτό το παρόν συνιστά, o εναγκαλισμός κάθε ευκαιρίας και εμπειρίας που παρουσιάζει στο δρόμο το τώρα και το εδώ, η διαρκώς αφυπνισμένη και εστιασμένη συνείδηση σε αυτό, η απόρριψη της αιωνιότητας, η αδιαφορία απέναντι στη δικαίωση από το περιβάλλον για αυτό που είναι και αυτό που κάμει, δηλαδή για την εφήμερη παρουσία του στον κόσμο, του επιτρέπει να μεγεθύνει το διαθέσιμο χρόνο και να διεκδικήσει τη μέγιστη δυνατή ελευθερία. The absurd enlightens me on this point: there is no future. Henceforth, this is the reason for my inner freedom… The return to consciousness, the escape from everyday sleep represent the first steps of absurd freedom.

Εκεί, λοιπόν, στο «παράλογο», όπως υποθέτω το αντιλήφθηκε αρχικά ο Camus, βρίσκονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις του ζητούμενου της ατομικής ελευθερίας, πριν ακόμα πλησιάσουμε κι αγγίξουμε και ξεπεράσουμε τα όρια του περιβάλλοντος και χρονικής στιγμής που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και στα πλαίσιά τους δρούμε . Η μεγιστοποίηση της αίσθησης του χρόνου γίνεται αναγκαία προϋπόθεση για την ανακάλυψη, την κατάκτηση και ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Αν στο τέλος υπάρχει κάποια ποσοτική διαβάθμιση της ελευθερίας, αυτή θα μετριέται όχι μόνον από τον υλικό πλούτο που θα αναλώσουμε προς την κατάκτηση μιας εφήμερης αισθητικής και αισθησιακής τέρψης και ευτυχίας, αλλά και από τον αριθμών και την ποικιλία των εμπειριών που θα βιώσουμε, από το μέγεθος και την ένταση των αποθηκευμένων στη μνήμη εντυπώσεων, των στιγμών στις οποίες οι αισθήσεις μας κοντοσταθήκαν, απορρόφησαν και καταχώρησαν κομμάτια από τον κόσμο γύρω μας. Άρα, η παθητική βίωση των φαινομένων και το ασυνείδητο ή επιφανειακό προσπέρασμα αισθησιακών και αισθητικών εμπειριών, από μια συνείδηση απορροφημένη και βυθισμένη σε μιαν καθημερινή, τετριμμένη επανάληψη, φυλακισμένη από το πέρασμα των ημερών, δεν αρκεί, αλλά συγκλίνει προς το ασυνείδητο και την ανυπαρξία.

Σε τελική ανάλυση, ο βαθμός της ελευθερίας που ο καθένας μας κατακτά είναι αποτέλεσμα μιας προσωπικής, υποκειμενικής αυτο-εκτίμησης, εφόσον αποκτήσει τη συνείδησή της. O άνθρωπος νιώθει και ανασκοπεί μόνο τη δική του ελευθερία ή, τιθέμενο αλλιώς, η ελευθερία είναι προσωπικό βίωμα. Εν γένει, ως μέλος μιας κοινωνίας και ως πολίτης ενός κράτους, η ελευθερία του ανθρώπου έχει δύο θεμελιώδεις μορφές: της σκέψης, που είναι ατομική και δυνητικά απεριόριστη, παρά τις οποιεσδήποτε εξωγενείς δυνάμεις (όπως η προπαγάνδα) που εξασκούνται για να την περιορίσουν ή κατευθύνουν, και αυτήν της καθημερινής πράξης ή δράσης. Η τελευταία συμπεριλαμβάνει την εξωτερίκευση κι έκφραση των σκέψεων και συναισθημάτων στον κοσμικό περίγυρο, χωρίς απαραίτητα κάποια προσδοκία ανταπόκρισης, την κάθε λογής δημιουργία, χωρίς την απαίτηση για αντίκρισμα και δικαίωση και, τελικά, την άρνηση, τη διαμαρτυρία, την αντίσταση, την αντίδραση και, ως κορύφωμά, την εξέγερση απέναντι στις δυνάμεις που τείνουν να περιορίσουν αυτήν την ελευθερία της έκφρασης και της δημιουργίας και πράξης.

Η εξέγερση του Camus αφορά στον άνθρωπο ατομικά, αλλά τίθεται αόριστα και γενικά ως το αντίθετο της παραίτησης και του συμβιβασμού, χωρίς κάποιους απτούς και πρακτικούς προσανατολισμούς και κατευθύνσεις προς τις οποίες μπορεί αυτή η εξέγερση να αποβλέπει. Ο κοινός παρανομαστής της είναι η ανάδειξη του από την αφάνεια, η αυτοεπιβεβαίωση της ύπαρξή του ανθρώπου στον κόσμο, η αντίθεση και αντίδραση της παραίτησης στη μοίρα του ή στο έλεος εξωγενών δυνάμεων: “It is a constant confrontation between man and his own obscurity. It is an insistence upon an impossible transparency. It challenges the world anew every second… The revolt is the certainty of a crushing fate, without the resignation that ought to accompany it… Consciousness and revolt, these rejections are the contrary of renunciation.” Και κατ’ αρχήν σημαίνει αμφισβήτηση, άρνηση, αντίσταση, διαμαρτυρία, ενώ η καταφυγή στη βία, η ένοπλη εξέγερση αν και δεν διαπραγματεύεται ως πιθανή επιλογή, υπονοείται ως έσχατο μέσο άμυνας και αντίστασης. Της εξέγερσης προσδίδεται πρόσκαιρος (σαν τις ζωές μας) κι αυθόρμητος, ίσως, αυτοσχέδιος χαρακτήρας· οι διάφορες μορφές της, επίσης μη κατηγοριοποιημένες και ασαφείς, όπως και τα όρια της άρνησης και διαμαρτυρίας που προβάλλει, αντλούνται από την εμπειρία της ζωής, την πρακτική εμπειρία, τον «κοινό νου». Με άλλα λόγια, η εξέγερση του ανθρώπου, είτε ατομική, είτε ενταγμένη σε ένα ευρύτερο κοινωνικό κίνημα, αν και συνεχής και συνειδητή, τίθεται ως η αυθόρμητη και αντανακλαστική αντίδραση στην πραγματικότητα, αλλά κινείται στα όρια που επιβάλλει ή μέχρι τούδε εμπειρία, αυτοπεριορίζεται στην μετριοπάθεια και την αποτελεσματικότητα που η αποδοχή του κοινωνικού status quo επιτρέπει.

Η εποχή, ο τόπος, η κοινωνία φαίνεται να ορίζουν αυτά τα όρια της εξέγερσης στο σκεπτικό του Camus, καθόσον δεν αποβλέπει σε κάποια ανατροπή κοινωνικών, διεθνικών διαστάσεων. Διαφέρει και κρατά αποστάσεις από ιδεολογικά και αξιακά καθοδηγούμενες κοινωνικές επαναστάσεις όπως η Γαλλική και η Ρωσική. Επηρεασμένος από τον εκφυλισμό της Ρωσικής επανάστασης, τη σταλινική τρομοκρατία με πρόσχημα το «κτίσιμο κάποιου δήθεν επιστημονικού σοσιαλισμού», με εργαλείο αυτό τον διαλεκτικό ματεριαλισμό (που ο Camus χαρακτήρισε, ίσως άδικα, «φιλοσοφικό τερατούργημα»), τον περιορισμό των ατομικών και πολικών ελευθεριών στον υπαρκτό σοσιαλισμό μερικώς ως άμυνα προς τον καπιταλιστικό περίγυρο που τον υπονόμευε, διακρίνει εμφατικά ανάμεσα σε μιαν άνωθεν καθοδηγούμενη και κατευθυνόμενη κοινωνική επανάσταση, που θα στρέψει ή εκβιάσει την κοινωνία στη βάση αναπόδεικτων και υποθετικών δογμάτων και αναφορές σε αφηρημένες αξίες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, από τη μια μεριά, και την ατομική εξέγερση ως αντίσταση στην ατομική καταπίεση, ως επιβεβαίωση της προσωπικότητας και υποκειμενικότητάς του, ως διαφυγή και προσωπική ανόρθωση από την ασημαντότητα του. Αναγνωρίζει την, με πολιτικά μέσα, αντιστάθμιση της ατομικής ελευθερίας από την απόδοση κάποιας πραγματικής ή επιθυμητής κοινωνικής δικαιοσύνης. I learn that there is no superhuman happiness, no eternity outside the sweep of days. These paltry and essential belongings, these relative truths are the only ones that stir me. As for the others, the ‘ideal’ truths, I have not enough soul to understand them.”

Ωστόσο, η πρόταση και πρόταξη μιας ατομικής και αυθόρμητης εξέγερσης ως η μοναδική θεμιτή εκδήλωση της ελευθερίας πράξης και δράσης του ανθρώπου και της ανάτασης και επιβεβαίωσης του εαυτού του στον κόσμο, γεννούν αναπάντητα ερωτήματα και σχηματίζουν ένα σύννεφο ασάφειας γύρω από αυτήν την «εξέγερση» του Camus: την καθιστούν εν πολλοίς αόριστη και αφηρημένη και την προδιαγράφουν περισσότερο ως έναν αυτοσκοπό, χωρίς απαραίτητα κάποια κατάληξη ή προοπτική. Μοναδικό ζητούμενο είναι αυτή η «εξέγερση» να ενσωματωθεί, αυθόρμητα και αυτοσχέδια, στο modus operandi του «παράλογου»  ανθρώπου που θέλει να επιβεβαιώσει την ελευθερία του και, διαμέσου αυτής, να ζήσει τη ζωή του στο μέγιστο δυνατό. Ποιο θα είναι και πως θα επιλέγεται το εκάστοτε, έστω μεταβλητό και κινούμενο, αντικείμενο και στόχος της εξέγερσης και αντίστασης; Χωρίς αξιακό θεμέλιο και προδιαγραμμένο πρακτικό σκοπό, πόσο αποτελεσματική αυτή η εξέγερση μπορεί να είναι; Το τελικό αποτέλεσμά και η διαφύλαξή του θα πρέπει να μας ενδιαφέρει και σε ποιο βαθμό ή αρκούμαστε σε κάποιες εφήμερες αλλαγές ή την ολοκληρωτική ματαίωση της εξέγερσης μέχρι την αρχή ενός νέου κύκλου; Η αποτελεσματικότητά της προϋποθέτει κάποια οργάνωση και μέθοδο; Η μέθοδος, η οργάνωση και τα μέσα που ενδεχόμενα επιστρατεύει και η έντασή της πως θα ρυθμίζονται; Μήπως αυτά έρχονται τελικά σε σύγκρουση με το ζητούμενο της εξέγερσης, την έστω και προσωρινή απελευθέρωση του ατόμου; Η σύμπραξη, η συντροφικότητα, η μαζικότητα, η συσπείρωση γύρω από μια ή περισσότερες αξίας θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ή θα αρκούμαστε σε μια συνήθως ατελέσφορη, αποσπασματική, ατομική, αυθόρμητη και παρορμητική αντίσταση και αντίδραση ενάντια σε κάτι που ο εξωτερικός κόσμος θέλει να μας επιβάλλει;

Αν και παραδείγματα «επαναστατημένων ανθρώπων» παρατίθενται στον  Rebel, ωστόσο οι μέθοδοι και πρακτικές εκδηλώσεις της εξέγερσης και ο σκοπός της παραμένουν ασαφή. Παρά το λυρικό, δυναμισμό του επιγράμματος: “I revolt, therefore, I exist!” ο Camus δεν απαντά στα παραπάνω ερωτήματα. Ίσως, σκόπιμα και προμελετημένα. Ισως, να αφήνεται να εννοηθεί ότι η εξέγερση, ως αμφισβήτηση και αντίδραση για χάρη της ατομικής αυτοεπιβεβαίωσης, δεν προϋποθέτει σκοπό, αλλά σχεδιάζεται και εκτελείται αυθόρμητα κι αντανακλαστικά στην καθ’ οδόν πορεία της ζωής· ίσως, τελικά, να η εξέγερση να είναι αυτοσκοπός ή σκοπός χωρίς νόημα, «παράλογος», και η δράση που τη συνοδεύει, αν και ατελέσφορη ή εξαντλήσιμη στην αδιαφορία του ως προς το τελικό αποτέλεσμα, παραμένει αναπόσπαστο συστατικό της ατομικής ελευθερίας. Ας θεωρήσουμε, λοιπόν, ότι μια σαφής απάντηση είναι δύσκολη σε έναν «παράλογο» κόσμο και θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρόρμηση της στιγμής, στους συσχετισμούς του παρόντος, το πολύ-πολύ του άμεσου μέλλοντος. There is not one human being who, above a certain elementary level of consciousness, does not exhaust himself in trying to find formulae or attitudes which will give his existence the unity it lacks. Action, the revolutionary, all demand unity, in order to exist and to exist on this earth.”

Στο τέλος, η αξία, η οποιαδήποτε αξία που έχουμε αναγνωρίσει και ενστερνιστεί, μπορεί να κατακτηθεί ή τουλάχιστον προσεγγιστεί, αλλά ο άνθρωπος, μέσα από την αμφισβήτηση, την άρνηση και την αντίσταση, θα έχει εξεγερθεί. Και αυτό για τον παράλογο άνθρωπο είναι, αν όχι η αναγκαία συνθήκη μιας αντικειμενικής και αφηρημένης και ασαφούς ελευθερίας, τουλάχιστον η ικανή (αυτό)επιβεβαίωση της δικής του ατομικής ελευθερίας:Being aware of ones life, ones revolt, ones freedom, and to the maximum, is living, and to the maximumAt that subtle moment when man glances backward over his life, Sisyphus returning towards his rock, in that slight pivoting, he contemplates that series of unrelated actions which becomes his fate, created by him, combined by his memory’s eye and soon sealed by his death.” 

Η απόρριψη του μέλλοντος, η προσήλωση με όλες τις δυνάμεις της συνείδησης και βούλησης στο παρόν, η δημιουργία χωρίς προσδοκία αναγνώρισης, η αντιμετώπιση της ζωής και του κόσμου γύρω μας με εργαλεία όσα καταφέραμε και μάθαμε και την εμπειρία του παρελθόντος, της πορείας ζωής διαμέσου των όσων αισθανόμαστε και νιώθουμε στην καθημερινή μας ύπαρξη, πρώτα η αμφισβήτηση, κι έπειτα η διαμαρτυρία κι εξέγερση, και η αντίσταση σε ότι τείνει να περιορίσει την ελευθερία μας χωρίς προσφυγή σε δόγματα, τίθενται από το έργο του Camus ως όροι διαστολής και μεγιστοποίησης του χρόνου και της ζωής, της ποσότητας και ποικιλίας των εμπειριών, εν τέλει της επίγειας ευτυχίας και ελευθερίας του ανθρώπου. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή της ύπαρξής μου, προσπαθώ να συγκεντρώσω και εστιάσω τη σκέψη και πράξη μου σε τέτοιες απλές και απτές κατευθύνσεις, παρά την αοριστία και γενικότητα και τις διαφορετικές ερμηνείες που μπορεί να έχει προσδοθεί (από τον εαυτό μου και τους άλλους) στο περιεχόμενό τους. Ο προσδιορισμός και καθαρότητα τους κάθε φορά θα επαφίεται αποκλειστικά στη συνείδησή μου και ας παραμένει αυτός ο προσδιορισμός εφ’ όρου ζωής μη πλήρης ή μη ικανοποιητικός. Κάθε στιγμή από εδώ και στο εξής αποκτά για τον εαυτό μου πολύτιμη αξία. Στο τέλος, αυτή τη ζωή θα τη μετρήσω από αυτές τις στιγμές που ένιωσα ότι υπήρχα και κατέγραψα στη μνήμη μου.

Bibliography
Camus, Albert. 2000. The Myth of Sisyphus. London: Penguin.
—. 2013. The Rebel. London: Penguin .
Camus, Albert. 1963. The Fall. Penguin Books.
—. 2000. The Myth of Sisyphus. London: Penguin.
—. 2012. The Outsider. London: Penguin.
Goethe. n.d. Faust, Part One. 2008: Oxford University Press.
Pushkin, Alexander. 2008. Eugene Onegin. London: Penguin Classics.

No comments:

Post a Comment