Η γιαγιά η Ευδοξία ήρθε στη Θεσσαλονίκη από το Μπαϊντίρι
της Μικράς Ασίας μετά την καταστροφή του 1922. Για το Μπαϊντίρι, την πατρίδα
της οικογένειας των Κ., δεν γράφηκαν όσα για τη Σμύρνη ή ακόμα και για το Αϊδίνιο
πιο πέρα, ούτε η κωμόπολη αυτή, μερικές ώρες με το τραίνο τότε, είχε τον
κοσμοπολιτισμό και την κουλτούρα, που η ιστορία και οι προσφυγικές μαρτυρίες
και θρύλοι απέδωσαν σε εκείνη την όμορφη μητρόπολη της ανατολικής Μεσογείου. Δυστυχώς,
το μεγάλωμά και η συναισθηματική μου ωρίμανση, που έφερε το ζωντάνεμα του ενδιαφέροντος
για τις ζωές και την ιστορία των γενιών που προηγήθηκαν, δεν πρόλαβαν την
γιαγιά με σώας τας φρένας, ώστε να μου διηγηθεί την ιστορία των παιδικών της
χρόνων, τις λεπτομέρειες εκείνες ενός μακρινού παρελθόντος που είχε αρχίσει να
με απασχολεί. Με παρηγοράει, όμως, το ότι οι αναμνήσεις από τότε πιθανόν να ήταν
αμυδρές, και η καταστροφή και τα πάθη και τα βάσανα που ακολούθησαν τέτοιες εντυπώσεις
να τις θόλωσαν και σπρώξανε ακούσια-εκούσια στα περιθώρια της μνήμης.
Μέχρι πριν λίγο καιρό, αλλά αρκετό από τον θάνατό της,
ούτε καν ήξερα ότι καταγόταν από το Μπαϊντίρι. Σε παλαιοελλαδίτες φίλους και
γνωστούς και πρώην συντρόφους εν τη άγνοια μου έλεγα ότι μέρος από το σόι και
συγγενολόι μου κατάγεται από τη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία. Κι αυτά τα έλεγα με
την κρυφή περηφάνια μιας καταγωγής από οικογένεια πτωχευμένων και κατατρεγμένων
προσφύγων που τελικά στάθηκαν στα πόδια τους παρά τις τρικλοποδιές της ιστορίας,
παρά τους κυνισμούς και την αναισθησία κρατών και πολιτικών. Και με καμάρι για το
πάθος για ζωή παρά την φτώχια, χάρη στην κουλτούρα, το κιμπαριλίκι, την κοινωνικότητα
και τους γλυκούς τρόπους, χάρη στα φαγητά και τα τραγούδια, το αθώο και
καλοπροαίρετο ‘καλέ!’ αντί για το ‘ρε!’, που έφεραν μαζί τους και ξανάδωσαν
χρώμα και ζεστασιά και ζωή στην πόλη που γεννήθηκα. Έτσι, μόλις λίγο καιρό πριν
τις πρώτες λιγοστές αυτές αράδες, εντόπισα το Μπαϊντίρι στο χάρτη και διάβασα
για αυτό στη μοναδική αξιόλογη πηγή που βρήκα, στο «Μπαϊντίρι 1922» της Ίριδας
Τζαχίλη, που η οικογένεια της μοιράστηκε τις ρίζες και τις περιπέτειες των Κ.
και της γιαγιάς.
Η ελληνική κοινότητα
της κωμόπολης, παρόλο που σχετικά μειοψηφούσε εκείνη την εποχή πριν την
καταστροφή και το καθολικό ξερίζωμά της, φαίνεται ότι παρέμεινε σχετικά
συμπαγής και συνεκτική, με την εκκλησία και το ιεροδιδασκαλείο και τις
κοινωνικές εκδηλώσεις της, τις γιορτές των αγίων της Χριστιανοσύνης. Οι κοινές γιορτές
με τους Μουσουλμάνους, σαν αυτή του Άη-Γιώργη, έφερναν τις κοινότητες της
μικρής πολιτείας πιο κοντά, παρά τις οικονομικές ανισότητες και τη σύνθετη
διαστρωμάτωση, που η βιομηχανική ανάπτυξη έφερε ανάμεσα σε ομόθρησκους και
αλλόθρησκους και σε μεγάλο βαθμό τις περιχαράκωσε σε τάξεις. Η ελληνορθόδοξη
κοινότητα μάλλον είχε το πάνω χέρι στις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις της
περιοχής. Οι γαιοκτήμονες και τα αφεντικά σε εργαστήρια, βιοτεχνίες και φάμπρικές,
που άρχισαν δειλά να εμφανίζονται στην περιοχή, ήταν κατά κύριο λόγο Χριστιανοί,
κατ’ εξοχήν Έλληνες. Και υπήρχε πάντα, μαζί με τις πολιτιστικές, ιστορικές,
αλλά και ντόπιες διαφορές, ένας φυλετικός διαχωρισμός, καθώς σε άλλους
μαχαλάδες ζούσαν οι Τούρκοι, σε άλλες γειτονιές και συνοικίες και οικισμούς οι
Έλληνες. Από τις κουβέντες που θυμάμαι ανάμεσα σε φίλους και συγγενείς της
γιαγιάς, λιγοστές μόνον τούρκικες λέξεις ανίχνευε κάποιος στην ομιλία τους,
πέρα από κείνες που είχαν ήδη εισχωρήσει στο ελληνικό λεξιλόγιο από την
τουρκοκρατία και μετά. Το σύγκρινα με την άλλη πλευρά της καταγωγής μου, από
την Πόλη, που κουβάλησε μαζί της περισσότερα σημάδια μιας οθωμανικής κληρονομιάς,
και τα οποία διατηρήθηκαν παρά τις δεκαετίες αλέσματος στον μύλο του ελληνικού εθνικισμού.
Όχι ότι όλοι οι
Έλληνες από το Μπαϊντίρι, τη Σμύρνη και την επαρχία της ήταν αστοί, μορφωμένοι
υπάλληλοι, δάσκαλοι, και τα λοιπά. Υπήρχαν ανάμεσά τους μικρομαγαζάτορες και μικροέμποροι,
μέχρι και εργάτες, αγρότες και μεροκαματιάρηδες. Διάβαζα ότι ήταν ένας Έλληνας εργάτης-συνδικαλιστής, ονόματι Γαβριήλ,
που πρωτοστάτησε στις απεργίες στους σιδηρόδρομους το 1908, βρετανικών
συμφερόντων, που έληξαν ειρηνικά αλλά άδοξα, χάρη στη διαμεσολάβηση της κυβέρνησης. Παρόλα τα σκαμπανεβάσματα και
πισωγυρίσματα της «αστικοδημοκρατικής» επανάστασης, που ξεκίνησαν οι Νεότουρκοι
και αργότερα ηγήθηκε και καθοδήγησε ο Kemal, και τους μετασχηματισμούς στο νέο
μεταπολεμικό τουρκικό κράτος, που αναδυόταν από τον σκοταδισμό, την οπισθοδρόμηση
και απέναντι στις αντιδραστικές δυνάμεις μιας αναχρονιστικής, υπό διάλυση
αυτοκρατορίας, μικρές βιοτεχνίες ως και βιομηχανίες μεταποίησης και εξωστρεφές εμπόριο,
εξασφάλιζαν τα προς το ζην κι ένα σχετικό οικονομικό σφρίγος, μπορεί και
καλοπέραση, στη Σμύρνη και τις πόλεις γύρω της, πριν η ζωή κι ο ελληνισμός σε
αυτές κονιορτοποιηθούν· από την άτοπη, άκαιρη κι άδοξη, και τελικά τραγική επέμβαση
ενός κούφιου μεγαλοϊδεατικού εθνικισμού, με την ενθάρρυνση και σπρώξιμο της
βρετανικής υπερδύναμης και άλλων, ας μην ξεχνάμε, που μέσα σε λίγους μήνες πολιτικοί
και οικονομικοί υπολογισμοί την μετέτρεψαν σε ψυχρή αδιαφορία. Πίσω από εκείνο τον
μεγαλοϊδεατισμό κρύβονταν ή και καλύφθηκαν υποκινούμενοι ή αυθόρμητοι, μικροί
και μεγάλοι ιμπεριαλισμοί, μικρά και μεγάλα συμφέροντα, οι συγκρούσεις διάφορων
πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων. Αλλά δεν είναι η ώρα και ο χώρος για
τέτοιου είδους ιστορικές αναλύσεις... Ο Νίκος Ψυρούκης, μέσα από ένα μαρξιστικό
και ματεριαλιστικό πρίσμα, στο βιβλίο του Μικρασιατική Καταστροφή, που
διάβασα ως νέος σε μια πρώτη προσπάθεια να φωτίσω λεπτομέρειες από το παρελθόν της
γιαγιάς και των προγόνων μου και την ιστορία του τόπου που με γέννησε, τα λέει
και τεκμηριώνει καλά.
Η σιδηροδρομική γραμμή, λοιπόν, που περνούσε από το
Μπαϊντίρι, κατασκευασμένη από τους Εγγλέζους, ένδειξη κι αυτή των δειλών
βημάτων εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως
και της κυριαρχίας στην περιοχή τουλάχιστον του εγγλέζικου οικονομικού
ιμπεριαλισμού, θα συντέλεσε ίσως περισσότερο από κάθε άλλο μεμονωμένο γεωγραφικό
και ιστορικό παράγοντα, στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας, στη διακίνηση των
αγαθών που παρήγαγε και, το σημαντικότερο, στην εισροή ιδεών και πολιτισμού και
στο savoir vivre, χάρη στο πήγαινε-έλα ανθρώπων με ανοικτά μάτια και νου, και θα
ανάπτυξε κάθε λογής δεσμούς, ματεριαλιστικούς και πολιτιστικούς με τη Σμύρνη,
την αδιαμφισβήτητη κοσμοπολίτικη μητρόπολη της Μικρασίας.
Το 1922 αυτή η σιδηροδρομική γραμμή αποδείχτηκε και η
σωτηρία για πολλές οικογένειες Ελλήνων του Μπαϊντιριού, ενόσω παραστρατιωτικοί
Τσέτες και Ζεϊμπέκοι πλησίαζαν τα μέρη τους με άγριες κι εκδικητικές διαθέσεις -για
το πλιάτσικο περιουσιών περισσότερο, ελάχιστα παρακινούμενη από κάποια ιδεολογία
ή θρησκευτικό φανατισμό ή εθνικιστικό πάθος. Τα αγήματα του ελληνικού στρατού που
ήρθαν τάχα ως απελευθερωτές του ελληνισμού της Ιωνίας, είδαν και παρέλασαν, ενώ
η εκεί κοινότητα είχε μετονομάσει μερικούς δρόμους της κωμόπολης με ονόματα
Ελλήνων αξιωματικών, είχε διοργανώσει μερικά άσκοπα πανηγύρια και παρελάσεις
και ως εκ τούτου είχε αναζωπυρώσει, άνευ λόγου και αφορμής, τα ντόπια
εθνικιστικά συναισθήματα και φουντώσει ανούσιες, ατελέσφορες θρησκευτικές κι
άλλες αντιθέσεις. Και τελικά, μετά από όλα αυτά, μετά από αδικαιολόγητες σοβινιστικές
βαρβαρότητες εις βάρος «αλλοεθνών & αλλόθρησκων», που μόνο την ανισόβαρη εκδικητικότητα
της άλλης πλευράς θα προκαλούσαν, τα ίδια στρατεύματα άρον-άρον ανακλήθηκαν σε
μια σχεδόν άτακτη υποχώρηση. Και απήλθαν.
Θα ήταν τότε το Σεπτέμβρη του 1922 που, με τα όσα λιγοστά
υπάρχοντα χωρούσαν σε βαλίτσες και τορβάδες, η δέκα και κάτι χρονών Ευδοξία
βρέθηκε με γονιούς και αδέρφια και χιλιάδες άλλους, καταπονημένους, κατατρομοκρατημένους
από τις θηριωδίες που προηγήθηκαν και συνέβαιναν στις συνοικίες και πίσω
γειτονιές της πόλης, στην προκυμαία της Σμύρνης για τα καράβια της σωτηρίας που
θα τους έφερναν στην Ελλάδα. Πολλοί με αραμπάδες, μουλάρια κι άλογα, και λιγότεροι,
προνομιούχοι, ανήμποροι και τυχεροί αναμεσά τους με το τραίνο. Ελάχιστοι γέροντες
έμειναν πίσω για να πεθάνουν στη γη που τους γέννησε και την δούλεψαν. Σε λίγες
μέρες θα έμπαινε ο Kemal Ataturk στην Σμύρνη. Έπρεπε να προλάβουν. Υπήρχαν διαταγές, με άγραφες
διορίες και τελεσίγραφα οι Χριστιανοί της πόλης και της περιοχής να
ξεκουμπιστούν. Για το αν στο νου τους η Ελλάδα εξέφραζε τη Μάνα-πατρίδα που θα
τους καλωσόριζε στη ζεστή αγκαλιά της, αμφιβάλλω· κι όσοι ένιωθαν έτσι θα
διαψεύστηκαν στο τέλος της οδύσσειάς του ξεριζωμού τους.
No comments:
Post a Comment