Ο Χρόνος
Τέτοιου είδους συνειδησιακά ερωτήματα, οι περισσότεροι, έχοντας βυθίσει τη ζωή μας για πολλά χρόνια στη δίνη του χρόνου, υποβάλλουμε στον εαυτό μας συνήθως εκ των υστέρων. Πράγματι, όσο περνάν τα χρόνια τόσο, όσο τα «αύριο» λιγοστεύουν με ασυγκράτητο ρυθμό, τέτοια και παρεμφερή ερωτήματα στριφογυρίζουν στο νου σε μεγαλύτερη συχνότητα και σε βάθος. Πολλές φορές ορθώνονται ενώπιον μας σχετικά αργά, ώστε οποιαδήποτε αποτελεσματική μεταστροφή αντιλήψεων και πράξης να λάβει χώρα, και αυτή η συνειδησιακή μεταμόρφωση να αναλάβει τα ηνία του υπόλοιπου των ημερών μας. Ακόμα συχνότερα δεν συμβαίνει καθόλου. “One will never be sufficiently surprised that everyone lives as if no one ‘knew’. This is because in reality there is no experience of death.”
Κι όμως, στη διάρκεια της ενεργούς, μέσης ανθρώπινης ζωής, με τη δουλειά, τη φροντίδα της οικογένειας, το μεγάλωμα το παιδιών, το λιγοστό ελεύθερο χρόνο με τον σύντροφο και τους φίλους μας, την ανάλωση σε αναρίθμητες τετριμμένες δραστηριότητες -εν είδει συνηθειών που τείνουν να συμπιέζουν τον ψυχολογικό χρόνο και να επιταχύνουν το διάβα του, το πέρασμα του χρόνου ελάχιστα μας απασχολεί. “During every day of an unillustrious life, time carries us. But a moment always comes when we have to carry it. We live on the future: ‘tomorrow’, ‘later on’, ‘when you have made your way’, ‘you will understand when you are old enough’. Such irrelevancies are wonderful, for, after all, it’s a matter of dying.” Πράγματι, όπως ακριβώς έγραψε ο Camus, ο χρόνος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας κουβαλάει στη ράχη του και, όντας κλεισμένοι σε ένα σχετικά κλειστό σύστημα ρουτίνας και καθημερινότητας, ελάχιστη συναίσθηση αποκτούμε των ρυθμών και περιόδων του, και γενικά της ταχύτητας ροής του. Υιοθετούμε ένα μηχανιστικό τρόπο ζωής εις βάρος εντατικών συλλογισμών, της σκέψης, και της εμβάθυνσης αυτής της σκέψης, της συνειδησιακής αντανάκλασης κι ανασκόπησης. Στο τέλος όμως αυτού που μερικοί αποκαλούν «χρήσιμη» διάρκεια ζωής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι και περιέργως αιφνιδιαζόμαστε («μα, πως πέρασαν έτσι τα χρόνια;») από την απόλυτη βεβαιότητα της προσεγγίζουσας θανατικής καταδίκης. Τότε καλούμαστε να κουβαλήσουμε ένα αυξανόμενο βάρος του χρόνου, μερικές φορές αφόρητο, από τη νοσταλγία του παρελθόντος και του συρρικνωμένου μέλλοντος, και ενώπιον του κενού που πλησιάζει. “It happens that the stage-sets collapses. Rising, tram, four hours in the office or factory, meal, tram, four hours of work, meal, sleep and Monday Tuesday, Wednesday, Thursday, Friday and Saturday, according to the same rhythm -this path is easily followed most of the time. But one day the "why' arises and everything begins in that weariness tinged with amazement. ‘Begins’- this is important. Weariness comes at the end of the acts of a mechanical life, but at the same time it inaugurates the impulse of consciousness. It awakens consciousness and provokes what follows. What follows is the gradual return into the chain or it is the definitive awakening… Mere ‘anxiety’, as Heidegger says, is at the source of everything.”
Ο άνθρωπος στέκεται μόνος του στον κόσμο και, σε αυτή και μέλλουσες φάσεις της ιστορίας, απαλλαγμένος από θεούς και το φόβο που ενέπνεαν ή την παρηγοριά και θαλπωρή που προσέφεραν ή την ελπίδα που καλλιεργούσαν, για κάτι τι από μας που διατηρείται και συνεχίζεται μετά τον θάνατο. Συνειδητοποιημένος, αποκτά πλέον πλήρη επίγνωση του πεπερασμένου της πορείας του, αναγνωρίζει με διαύγεια ότι η αιωνιότητα, αν και μπορεί να αφορά γενικά και αφηρημένα το σύμπαν και τους νόμους της φύσης ή την ολότητα του ανθρώπινου γένους και την ιστορία του μέσα σε αυτό το σύμπαν, αφήνει (και πρέπει να αφήνει) τον ίδιο προσωπικά αδιάφορο, καθώς η συνεισφορά του στο βάθος χρόνου του μέλλοντος της ανθρωπότητας τελικά εκμηδενίζεται. Και όμως αυτή τη ζωή αποφασίζει να τη ζήσει. Και θα τη ζήσει αναγκαστικά με πλήρη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου τέλους της. “Life is many days. This will end.” [J Joyce]. Όσο και να μας τρομάζει αυτό το τέλος το αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, σαν κάτι αναπόφευκτο: είναι η μοίρα του ανθρώπου, η μόνη στιγμή στο μέλλον του που είναι προβλέψιμη με μαθηματική βεβαιότητα. Ο άνθρωπος και η ζωή του, λοιπόν, «ανήκουν στο χρόνο», είναι το υποζύγιο και έρμαιό του. Ο χρόνος από μια άποψη είναι ο χειρότερος εχθρός του και πρέπει έγκαιρα να τον αναγνωρίσει κι αντικρύσει ως τέτοιον. Ο Mephistopheles είχε πεί όταν πλησίαζε το τέλος του Faust: “... But in the end// Time wins; so here you lie, my senile friend.”
Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις, ο άνθρωπος καλείται να απορρίψει το μέλλον, γιατί στο μέλλον σε τελική ανάλυση βρίσκεται το κενό. Καλείτε να εστιάσει τις σκέψεις, τη νόηση και τη συνείδησή του στο παρόν, στο σήμερα. “The present and the succession of presents before a constantly conscious soul is the ideal of the absurd man.” Το παρόν και η ακολουθία παρόντων γίνεται ο στόχος και το ιδανικό του ανθρώπου που έχει αποκτήσει συνείδηση της κατάστασής του.
Τέτοιου είδους συνειδησιακά ερωτήματα, οι περισσότεροι, έχοντας βυθίσει τη ζωή μας για πολλά χρόνια στη δίνη του χρόνου, υποβάλλουμε στον εαυτό μας συνήθως εκ των υστέρων. Πράγματι, όσο περνάν τα χρόνια τόσο, όσο τα «αύριο» λιγοστεύουν με ασυγκράτητο ρυθμό, τέτοια και παρεμφερή ερωτήματα στριφογυρίζουν στο νου σε μεγαλύτερη συχνότητα και σε βάθος. Πολλές φορές ορθώνονται ενώπιον μας σχετικά αργά, ώστε οποιαδήποτε αποτελεσματική μεταστροφή αντιλήψεων και πράξης να λάβει χώρα, και αυτή η συνειδησιακή μεταμόρφωση να αναλάβει τα ηνία του υπόλοιπου των ημερών μας. Ακόμα συχνότερα δεν συμβαίνει καθόλου. “One will never be sufficiently surprised that everyone lives as if no one ‘knew’. This is because in reality there is no experience of death.”
Κι όμως, στη διάρκεια της ενεργούς, μέσης ανθρώπινης ζωής, με τη δουλειά, τη φροντίδα της οικογένειας, το μεγάλωμα το παιδιών, το λιγοστό ελεύθερο χρόνο με τον σύντροφο και τους φίλους μας, την ανάλωση σε αναρίθμητες τετριμμένες δραστηριότητες -εν είδει συνηθειών που τείνουν να συμπιέζουν τον ψυχολογικό χρόνο και να επιταχύνουν το διάβα του, το πέρασμα του χρόνου ελάχιστα μας απασχολεί. “During every day of an unillustrious life, time carries us. But a moment always comes when we have to carry it. We live on the future: ‘tomorrow’, ‘later on’, ‘when you have made your way’, ‘you will understand when you are old enough’. Such irrelevancies are wonderful, for, after all, it’s a matter of dying.” Πράγματι, όπως ακριβώς έγραψε ο Camus, ο χρόνος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας κουβαλάει στη ράχη του και, όντας κλεισμένοι σε ένα σχετικά κλειστό σύστημα ρουτίνας και καθημερινότητας, ελάχιστη συναίσθηση αποκτούμε των ρυθμών και περιόδων του, και γενικά της ταχύτητας ροής του. Υιοθετούμε ένα μηχανιστικό τρόπο ζωής εις βάρος εντατικών συλλογισμών, της σκέψης, και της εμβάθυνσης αυτής της σκέψης, της συνειδησιακής αντανάκλασης κι ανασκόπησης. Στο τέλος όμως αυτού που μερικοί αποκαλούν «χρήσιμη» διάρκεια ζωής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι και περιέργως αιφνιδιαζόμαστε («μα, πως πέρασαν έτσι τα χρόνια;») από την απόλυτη βεβαιότητα της προσεγγίζουσας θανατικής καταδίκης. Τότε καλούμαστε να κουβαλήσουμε ένα αυξανόμενο βάρος του χρόνου, μερικές φορές αφόρητο, από τη νοσταλγία του παρελθόντος και του συρρικνωμένου μέλλοντος, και ενώπιον του κενού που πλησιάζει. “It happens that the stage-sets collapses. Rising, tram, four hours in the office or factory, meal, tram, four hours of work, meal, sleep and Monday Tuesday, Wednesday, Thursday, Friday and Saturday, according to the same rhythm -this path is easily followed most of the time. But one day the "why' arises and everything begins in that weariness tinged with amazement. ‘Begins’- this is important. Weariness comes at the end of the acts of a mechanical life, but at the same time it inaugurates the impulse of consciousness. It awakens consciousness and provokes what follows. What follows is the gradual return into the chain or it is the definitive awakening… Mere ‘anxiety’, as Heidegger says, is at the source of everything.”
Ο άνθρωπος στέκεται μόνος του στον κόσμο και, σε αυτή και μέλλουσες φάσεις της ιστορίας, απαλλαγμένος από θεούς και το φόβο που ενέπνεαν ή την παρηγοριά και θαλπωρή που προσέφεραν ή την ελπίδα που καλλιεργούσαν, για κάτι τι από μας που διατηρείται και συνεχίζεται μετά τον θάνατο. Συνειδητοποιημένος, αποκτά πλέον πλήρη επίγνωση του πεπερασμένου της πορείας του, αναγνωρίζει με διαύγεια ότι η αιωνιότητα, αν και μπορεί να αφορά γενικά και αφηρημένα το σύμπαν και τους νόμους της φύσης ή την ολότητα του ανθρώπινου γένους και την ιστορία του μέσα σε αυτό το σύμπαν, αφήνει (και πρέπει να αφήνει) τον ίδιο προσωπικά αδιάφορο, καθώς η συνεισφορά του στο βάθος χρόνου του μέλλοντος της ανθρωπότητας τελικά εκμηδενίζεται. Και όμως αυτή τη ζωή αποφασίζει να τη ζήσει. Και θα τη ζήσει αναγκαστικά με πλήρη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου τέλους της. “Life is many days. This will end.” [J Joyce]. Όσο και να μας τρομάζει αυτό το τέλος το αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, σαν κάτι αναπόφευκτο: είναι η μοίρα του ανθρώπου, η μόνη στιγμή στο μέλλον του που είναι προβλέψιμη με μαθηματική βεβαιότητα. Ο άνθρωπος και η ζωή του, λοιπόν, «ανήκουν στο χρόνο», είναι το υποζύγιο και έρμαιό του. Ο χρόνος από μια άποψη είναι ο χειρότερος εχθρός του και πρέπει έγκαιρα να τον αναγνωρίσει κι αντικρύσει ως τέτοιον. Ο Mephistopheles είχε πεί όταν πλησίαζε το τέλος του Faust: “... But in the end// Time wins; so here you lie, my senile friend.”
Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις, ο άνθρωπος καλείται να απορρίψει το μέλλον, γιατί στο μέλλον σε τελική ανάλυση βρίσκεται το κενό. Καλείτε να εστιάσει τις σκέψεις, τη νόηση και τη συνείδησή του στο παρόν, στο σήμερα. “The present and the succession of presents before a constantly conscious soul is the ideal of the absurd man.” Το παρόν και η ακολουθία παρόντων γίνεται ο στόχος και το ιδανικό του ανθρώπου που έχει αποκτήσει συνείδηση της κατάστασής του.
No comments:
Post a Comment