Κι έτσι έφτασαν και
εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Βαρυσήμαντη λέξη το «εγκαταστάθηκαν» κάτω από τις περιστάσεις για την πλειοψηφία
των προσφύγων, εκείνων που δεν έφεραν και είχαν μαζί τους λίρες, κοσμήματα ή
κάτι τις με κάποια σημαντική ανταλλακτική αξία που θα τους εξασφάλιζε (κι αυτή
μετά κόπων και βασάνων) κάποιαν αξιοπρεπή διαμονή. Στην πραγματικότητα, μετά
την αποβίβαση οι περισσότεροι έμεναν σε δρόμους, κήπους, εκκλησίες και στρατόπεδα,
στην καλύτερη περίπτωση σε αυτοσχέδιες παράγκες από καδρόνια και λαμαρίνες κι άλλα
πρόχειρα καταλύματα που ad hoc στήθηκαν εδώ κι εκεί στις αλάνες και τους ακάλυπτους,
αδιεκδίκητες και συνήθως υποβαθμισμένες μεριές της πόλης, μακριά από τον αστικό
κι εύπορο πυρήνα της. Με τον καιρό, οι αστοί, παλιοί Θεσσαλονικείς και πλούσιοι
Μικρασιάτες, περιχαρακώθηκαν στο κέντρο της πόλης. Οι Εβραίοι στις παλιές
συνοικίες τους. Οι υπόλοιποι, η οικογένεια των Κ. με την νεαρή Ευδοξία μαζί
τους, ξανάσμιξε στην παραγκούπολη της Κάτω Τούμπας, πέρα και πάνω από τον Άγιο
Θεράποντα και τον Άγιο Φανούριο. Εκεί σε παράγκες, χωρίς ηλεκτρικό, να
μοιράζονται το πόσιμο νερό και τις αυτοσχέδιες τουαλέτες με άλλους πρόσφυγες, έμειναν,
στο τέλος της μιας περιπέτειας και στην αρχή της βιοπάλης, ο Βασίλης, ο Στέλιος
κι η Χρύσα, τα μεγαλύτερα αδέρφια της Ευδοξίας με τις οικογένειές τους. Λίγο
παραπέρα, στη Μαλακοπή, η γιαγιά, με το Γιάννη το μικρότερο αδερφό και τη μάνα
τους την Άννα, την «Λέλεκα του Γιακουμή».
Κανένας τους δεν κατάφερε να μάθει πολλά γράμματα στο Μπαϊντίρι στις λίγες τάξεις του δημοτικού, που μερικοί ίσως να είχαν προλάβει να τελειώσουν πριν την καταστροφή. Ούτε καλή ανάγνωση, πόσο μάλλον γραφή. Να ξαναγραφούν στο «τενεκεδένιο» σχολείο της παραγκούπολης δεν χωρούσε συζήτηση κάτω από συνθήκες βιοπάλης κι ο αγώνας για την καθημερινή επιβίωση, ένα μεροδούλι-μεροφάι που λένε, μοιραία εξανέμιζε κάθε ιδέα μόρφωσης από τις σκέψεις τους. Παρ’ όλα αυτά, με τον καιρό στέριωσαν. Οι παράγκες σιγά-σιγά αντικαταστάθηκαν από χαμόσπιτα χτισμένα με προσωπικό μόχθο, ασβεστωμένα, περιποιημένα στην απλότητά τους. Οι νοικοκυρές γέμισαν τις μικρές αυλές τους με γλάστρες από γιασεμιά και βασιλικό. Οι γειτονιές μοσχομύρισαν. Η ελπίδα και οι προσδοκίες ξαναγύρισαν στις καρδιές των νεότερων τουλάχιστον. Για αυτούς η νοσταλγία δεν είχε το βάρος που είχε για τους γεροντότερους, το άγος της προσφυγιάς δεν τους βάραινε τόσο. Ξανάγιναν ευέλπιδες στη φτώχια τους, ικανοποιημένοι με τα λίγα, το λιτό βιός που έφτιαξαν και είχαν. Η αισιοδοξία και η λαχτάρα για ζωή, έμφυτη στους περισσότερους, επέστρεψε ενισχυμένη από το διάβα μιας τραγωδίας. Πράγματι, η γιαγιά που ήξερα και μεγάλωσα μαζί της, τα αδέρφια της, οι φίλοι και παλιού γείτονες της Τούμπας και της Μαλακοπής και του Φοίνικα που με πήγαινε να επισκεφτούμε, ήταν πρότυπα αισιόδοξων και γελαστών και καλοπροαίρετων ανθρώπων. Και αυτήν την αισιοδοξία την κληρονόμησε και στους δυο γιούς της, δυστυχώς όμως όχι και σε μένα. Καμιά φορά την αισιοδοξία του ανθρώπου την πλάθουν και ενισχύουν οι περιστάσεις της ζωής, αντιξοότητες που αισίως υπερβαίνονται προς την ευόδωση ή μια σχετικά ευτυχέστερη κατάληξη.
No comments:
Post a Comment