Thursday, January 10, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (1)

Υπαρξιακά Ερωτήματα

Η μοναδική βεβαιότητα στη ζωή του ανθρώπου είναι το τέλος της, ο θάνατος του. Η νοσταλγία, η λύπη και, καμιά φορά, ο φόβος, ίσως κι ο τρόμος που επιφέρει η συνειδητοποίηση του, ιδιαίτερα στις στιγμές που συναντιόμαστε μόνοι με τον εαυτό μας, τις ώρες της «συνειδησιακής ανασκόπησης» και αντανάκλασης που θα έγραφε ο Sartre - όταν διατρέχουμε τη χρονικότητα, ανατρέχουμε το παρελθόν, αναλύουμε το παρόν, και διαγράφουμε σχέδια για το μέλλον, σε τέτοιες στιγμές, ιδιαίτερα μετά από μια καμπή στην πορεία της ζωής, αρχίζουμε ολοένα και συχνότερα να αναλογιζόμαστε το τέλος στην απόλυτη μαθηματική ακρίβεια και βαναυσότητα του. H τραγικότητα αυτής της συνειδητοποίησης κι επίγνωσης μιας κατά τα άλλα τετριμμένης και κοινής αλήθειας, του truism ότι ο άνθρωπος είναι θνητός, δεν αφορά αποκλειστικά τον σκεπτόμενο άνθρωπο, τον άνθρωπο που αποκτά και έχει συνείδηση της ύπαρξής του, αλλά είναι καθολική και οικουμενική. Απλά, ο σκεπτόμενος άνθρωπος εμβαθύνει κι επεξεργάζεται τις απορίες που γεννά τούτη η αλήθεια και τα τι μπορεί να συνεπάγεται. Κι ο επεκείμενος εσωτερικός διανοητικός αγώνας (και αγωνία) λαμβάνει χώρα, ενώ ο άνθρωπος ταυτόχρονα αναγνωρίζει, πέρα απά τα σύντομα όρια της ζωής του, τη συνέχεια της φύσης και του υλικού κόσμου γύρω του. Ενός κόσμου που το ανθρώπινο ον αδυνατεί να αδράξει στην ολότητά του, παρά να ξύσει μόνον επιφανειακά. Και η πάλη με τις σκέψεις του εκτυλίσσεται καθώς παρακολουθεί αυτόν τον κόσμο να κινείται ανεξάρτητα από την καθημερινή ατομική πράξη, με ασήμαντη, σχεδόν μηδαμινή, επίδραση στη ροή του· καθώς διαπιστώνει την αιωνιότητα κι απειρότητα του σύμπαντος που φαίνεται να λειτουργεί απερίσπαστα και χωρίς την παρουσία του, την ασημαντότητα της γνώσης που αποκτά και της κατανόησης του κόσμου που έχει· καθώς αντιλαμβάνεται το μη πεπερασμένο του ανθρώπινου γένους και της ιστορίας του, του οποίου αποτελεί έναν απειροελάχιστο κρίκο:

Alas! Each generation must
By Providence’s dispensation
Rise, ripen, fall, in quick succession,
Upon life’s furrows; in its wake
Others the same journey take.
So, our light-headed tribe, now roaming,
Grows up, gets animated, seethes,
Sees off its ancestors with wreaths.
But our time, too, is coming, coming,
And one fine day our grandsons will
Bundle us out with equal zeal!
[Pushkin, Eugene Onegin, Μετ. St. Matthews, Penguin Classics, 2008]

Από τούτη την κοινή και απόλυτη αλήθεια πηγάζουν δυο θεμελιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα. Το πρώτο, κεντρικό και κυρίαρχο, όπως προκύπτει από το μηδενισμό της ελπίδας για αιωνιότητα και την ενότητα ενός θρυμματισμένου κόσμου, από το αμελητέο αντίκρισμα που έχει κι η ανταπόκριση που βρίσκει η ζωή του κοινού ανθρώπου μέσα και από αυτόν τον περιβάλλοντα κόσμο και τις κοινωνίες που δημιουργήθηκαν στους κόλπους του, και τον αποκλεισμό του ίδιου από τη φαινομενική αιωνιότητα του σύμπαντος: αξίζει τον κόπο να ζήσει κανείς τη ζωή του ως το πικρό τέλος της; Η απάντηση του Albert Camus και των περισσότερων φιλοσόφων είναι καταφατική. Και η παραδοχή αυτή επιβεβαιώνεται τουλάχιστον στατιστικά, από το ποσοστό των ανθρώπων που αποφασίζουν συνειδητά και πρώιμα να τερματίσουν τη ζωή τους παρά τις οποιεσδήποτε, εκάστοτε υποκειμενικές συνθήκες διαβίωσης. Κάτι τις μάλλον αδιευκρίνιστο παρακινεί τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων όντων σ’ αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να γαντζωθεί  από τη σύντομη και μοναδική ύπαρξη της. Πιθανότατα κάποιο βιολογικό ένστικτο επικυριαρχεί και επίμονα αντιστέκεται στην άρνηση κι εξάλειψη κάθε ελπίδας, ακόμα και κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, ενώ η ορθολογική κρίση διαβλέπει ένα απόλυτο κενό μετά το τέλος: dum spiro spero.

Αδιαμφισβήτητα, η ιστορία του ανθρώπινου γένους είναι διάσπαρτη από παραδείγματα ηρωικών αυτοθυσιών, επαναστατών με ή δίχως αξίες, τρομοκρατών, περιπτώσεις ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους είτε οδηγημένοι από κάποιο αφηρημένο ή συγκεκριμένο σκοπό, προσβλέποντας σε αξίες προσαϊκές ή υπερβατικές της ζωής, είτε μηδενιστών που ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους μαζί με τη ζωή άλλων, χωρίς αντικείμενο και σε έναν κόσμο, κατά την άποψή τους εχθρικό και στερούμενο αξιών. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν εξαιρέσεις που βρίσκουν περίοπτη θέση στα δελτία ειδήσεων και δεν διαψεύδουν την κοινή εμπειρία που θέλει τον άνθρωπο να βρίσκει αξία στη ζωή του εις και παρά την «πολλή συνάφεια του κόσμου», αρκετή ώστε να κρατηθεί σε αυτήν και να την εξαντλήσει ως το πέρας της. 

Προδικάζοντας ή προϋποθέτοντας την καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα και με άξονα το ίδιο δεδομένο -αυτού του πεπερασμένου της ζωής και της καθολικής απόρριψη θεών και αιωνιότητας, τίθεται το δεύτερο σημαντικό ερώτημα: πως πρέπει να τη ζήσει, ούτως ώστε, όταν ατενίσει το παρελθόν του, αυτό που «ήταν», για τελευταία φορά στις στερνές του συνειδησιακές ανασκοπήσεις, να επέρθει συμβιβασμός και αρμονία με τον εαυτό του και η ήρεμη κατάληξη της σκέψης και ψυχής του. Εξαιρετικά περίπλοκο ν’ απαντηθεί με σαφήνεια και ευκρίνεια, αν όχι αδύνατο ν’ απαντηθεί καν. Χωρίς αμφιβολία, η απάντηση συνδέεται με τον κοινωνικό περίγυρο και την εποχή του ατομικού ανθρώπινου πλάσματος πάνω στη γη και δεν μπορεί να είναι ούτε διαχρονική, ούτε παγκόσμια. Αλλά, καθώς η ζωή είναι σύντομη, καθώς τα πάντα σβήνουν με το θάνατο για όλους, καθώς ο θάνατος εξακολουθεί να εμφανίζεται, από τη μεριά του, παγκόσμια και διαχρονικά τρομακτικός κι αποκρουστικός, υποθέτω ότι θα μπορούσαμε ν΄ ανασκαλέψουμε κάποιες γενικές αρχές ή, καλύτερα, να τοποθετήσουμε πρόχειρα μερικά σημεία: από τις γραφές των φιλοσόφων και τα παραλειπόμενα συγχρόνων συνανθρώπων μας, από τα λόγια και πεπραγμένα εξαιρετικών προσωπικοτήτων, γραμμές που δε θα συνιστούσαν ούτε συμβουλές, ούτε διδαχές, ούτε οδηγός, αλλά σκιώδη σημεία αναφοράς στη ζωή του συνειδητού ατόμου, του ατόμου που έχει απορρίψει την ελπίδα και αρνείται την αιωνιότητα σε κάθε όψη που αυτή μπορεί να παρουσιάζεται. Η συνείδηση θα εξακολουθεί να υπάρχει και να κινείται σε ένα μισοσκόταδο, αλλά με το ένα μάτι στραμμένο σε αυτά τα τρεμοσβήνοντα αστέρια προσανατολισμού, η κατεύθυνση όμως που ανά πάσα στιγμή θα προσφέρουν θα αποτελεί ίσως μια, σίγουρα μοναδική ευκαιρία να αδράξει τη ζωή του και να τη ζήσει στο μέγιστο δυνατό.

Ο άνθρωπος στη διαρκή προσπάθεια να δικαιολογήσει την ύπαρξη και να της δώσει κάποιο στοιχειώδες νόημα και συνοχή, να τη συγκροτήσει μέσα στη σχετική αφάνειά αυτής μιας κοινής ύπαρξης και κινούμενος μέσα σε έναν κόσμο εν γένει ψυχρό και αδιάφορο απέναντί της, έστω και για την επίτευξη μιας εσωτερικής συνειδησιακής αρμονίας, συνήθως κατευθύνει τη σκέψη του και προσαρμόζει τις ιδέες του και τη φιλοσοφία ζωής του στο μέρχι τότε παρελθόν και εμπειρίες του είναι του, στις αποκρυσταλλωμένες εμπειρίες, εντυπώσεις, αναμνήσεις και γνώση που στοιχειοθετούν το καθ’ εαυτόν είναι του. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι συνειδητά επέλεξαν ένα μονοπάτι ζωής με αφετηρία κάποιες εμπνεύσεις ή άναρχες παρορμήσεις ή ενός προσεκτικά και εκ των προτέρων καταστρωμένου σχεδίου ή κάποιας προκείμενης ελεύθερης βούλησης, ενώ κάτι τέτοιο ποτέ δεν ισχύει απόλυτα, καθώς παραβλέπει, μέχρι και αγνοεί, την επίδραση  και τις δυνάμεις που ασκεί το περιβάλλον, και τις περισσότερες φορές πρόκειται περί αυταπάτης: “feelings or intuitions per se never count as self-evident proof of anything..." Αυτό είναι κατανοητό: ενώπιον του αναπόφευκτου τέλους ενστικτωδώς αναδιπλωνόμαστε για να δικαιολογήσουμε αυτό που είμαστε, καθώς η αναγνώριση κι η παραδοχή ότι κάποιος «πήρε τη ζωή του λάθος» προσθέτει άγχος κι αγωνία στην τραγικότητα του τελικού συμβάντος. Ωστόσο, η απορία θα μας εξακολουθεί να μας βασανίζει μέχρι τέλους: το “what if” ή πως συγκρίνεται η ζωή μας σε σχέση με τους άλλους ή αν ήταν «γεμάτη» και «ικανοποιητική» με τα πρόχειρα κριτήρια που θέσαμε εξ αρχής ή θέτουμε καθ’ οδόν, και την εμπειρία έξω από το παράθυρο που μας ανοίχτηκε από τους τόπους και τους καιρούς μας, και αν τελικά η ζωή μας «έδωσε αυτό που ονειρευόμαστε» ή σχεδιάζαμε.

No comments:

Post a Comment