Στα τελευταία του χρόνια ο παππούς κόλλησε την αρρώστια της ηλικίας: την
φιλαργυρία, όπως κάποτε έγραψε ο Σαρτρ για τον δικό του τον παππού και απέδωσε στη
ανημποριά (ανημποριά, υποθέτω, για κάτι πιο δημιουργικό) και στο φόβο του
θανάτου. Αν και το τελευταίο, η εξήγηση της φιλαργυρίας από τον φόβο του
θανάτου που πλησιάζει, παρουσιάζεται φαινομενικά ως αντίφαση όρων, η σώρευση
πλούτου και το παραγέμισμα του πουγκιού, ιδιαίτερα ανάμεσα σε αυτούς που
κατάφεραν και ξέφυγαν από το δίχτυ της φτώχιας, μπορεί να ιδωθεί ως άρνηση, ως μια
ψευδαίσθηση ότι το τέλος βρίσκεται μακριά: ακόμα δεν χρειάζεται να μας
απασχολεί όσο τα τετριμμένα αυτού του κόσμου. Είναι κάτι που παρατήρησα κι εγώ,
στον Πατέρα, στον εαυτό μου και σε άλλους γύρω μου: για κάποιο λόγο και κάποιο σκοπό,
σκοπό που για την ώρα εξακολουθώ να θεωρώ ανεξήγητο αλλά πιθανότατα είναι ανύπαρκτος,
όσο γερνάει ο άνθρωπος, όσο το καντήλι της ζωής του σβήνει, η οικονομική
ανασφάλεια μεγεθύνεται. Μαζί της φουντώνει η έγνοια μέσα του να προστατέψει την
περιουσία που έχει και ενισχύεται η παρόρμηση και θέληση να στοιβάξει κι άλλην.
Και στο μεταξύ έχει πλήρη επίγνωση ότι δεν θα πάρει τίποτε μαζί του και αυτό
που μένει θα εξανεμιστεί με το πέρασμα των γενιών και, αν και ο δημιουργός του
μήτε λόγο θα έχει, μήτε μάρτυρας θα είναι στο τι θα απογίνει.
Η στερνή κουβέντα με τον παππού, στην αυλή του σπιτιού, στο αξέχαστο
πασχαλιάτικο τραπέζι του ’86 -αξέχαστο εξαιτίας της συμφοράς του Chernobyl, αλλά κυρίως επειδή ήταν το τελευταίο όπου εκπρόσωποι τριών γενιών της
οικογένειας σμίξανε, έλαβε χώρα στη γωνιά του άδειου από τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες
τραπεζιού, κάτω από τη σκιά της πασχαλιάς στην άκρη της πλακοστρωμένης αυλής. Το
γεύμα είχε τελειώσει, ο Πατέρας κι ο θείος Αλέκος αποσύρθηκαν στα μικρά
υπνοδωμάτια για την απογεματινή σιέστα, οι γυναίκες στην κουζίνα για καφέ. Μαζί
τους κι η γιαγιά Ευδοξία, σε μια από τις τελευταίες εξόδους της από τη
Θεσσαλονίκη, μισοχαμένη, έχοντας ήδη περάσει τα πρώτα στάδια γεροντικής άνοιας.
Ο παππούς μ’ ένα ποτήρι ρετσίνας στο χέρι, με εύθυμα μάτια να γυαλίζουν από την
οινοκατάνυξη του μεσημεριού, αλλά με το λέγειν και το λόγο του ακέραιο, μου
είπε: «Λ., να γνωρίζεις ότι έχω βάλει κάπου δέκα εκατομμυριάκια στην άκρη για
τις θυγατέρες και τους μελλοντικούς απογόνους. Αλλά έχω ακόμα πολλά ψωμιά να
φάω... Έχω αρκετό δρόμο ακόμα να τραβήξω...» Και μου έκλεισε το μάτι. Το τι
ήθελε να μου πει εκείνο το απόγευμα, λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή μου
για την ξενιτιά και έναν αποχαιρετισμό που θα αποδειχτεί οριστικός, το κατάλαβα
πολλά χρόνια μετά. Μέχρι τότε, από τον παππού τον Γιάννη, που είτε από έναν
ενδόμυχο σεβασμό που το περιβάλλον στο σπιτικό και το χωριό και οι ιστορίες
γύρω από το πρόσωπό του μου καλλιέργησαν, είτε από την έμφυτη ντροπαλοσύνη μου,
είτε εξαιτίας της χρόνιας φυσικής και συναισθηματικής απόστασης, ποτέ δεν
αποκάλεσα «παππού» -όπως πιστεύω ότι θα τον χαροποιούσε ν’ ακούσει, ούτε ποτέ ρώτησα
τις αφελείς και αθώες παιδικές ερωτήσεις που τέρπουν μεγάλους, από εκείνον τον
άνθρωπο δεν ζήτησα ποτέ καμιά χάρι. Ήμουν όμως γι’ αυτόν, ως ο πρώτος και «ακαδημαϊκά
(στα μάτια του) διακεκριμένος» εγγονός, δικαιωματικός κληρονόμος.
Πέθανε στον καναπέ του πρόχειρου, εκεί όπου στη σύνταξη και τα γεράματα διάβαζε
εφημερίδες και άκουγε το ράδιο μμε τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος,
κοιτάζοντας το ταβάνι κάτω από κίτρινο, μελαγχολικό φως ενός γυμνού λαμπτήρα.
Τις τελευταίες μέρες του το μικροκαμωμένο κορμί του είχε συρρικνωθεί σε ποιο
λίγο από το μισό. Έτσι μου είπαν οι θείες που τον περίθαλψαν τις τελευταίες
μέρες του. Βρισκόμουν στην ξενιτιά, όταν ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο καρκίνος
του προστάτη, που λάνθανε εν αγνοία του μέσα στο σώμα του για χρόνια και
δεκαετίες ίσως, έκαμε μετάσταση στα κόκκαλα και είχε γίνει πλέον αθεράπευτος. Κανένας
μας, ούτε ο ίδιος, δεν φανταζόταν ότι τα νυχτερινά ανοίγματα της εξώπορτας για
την τουαλέτα στη γωνιά της βεράντας, που μας ξυπνούσαν μαζί με τις άγριες φωνές
μεθυσμένων από το καφενείο του Γραμμένου τις μυστήριες νύχτες της Μαγνησίας,
προμήνυαν το οριστικό και σχεδόν ακαριαίο τέλος που θα ερχόταν. Ο παππούς έλεγε
με περηφάνια ότι ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφτηκε ή κάλεσε γιατρό, αλλά για
κάτι «κομμάρες» που ένιωσε, και θα ήταν κάτι περισσότερο από «κομμάρες», αναγκάστηκαν
και τον κάλεσαν. Το βιβλιάριο υγείας του ήταν πράγματι tabula rasa. Και παρέμεινε ως τέτοιο: η πρώτη στη
διάρκεια της ζωής του επίσκεψη γιατρού απλά πρόγνωσε το αναπόφευκτο τέλος. Τα
φάρμακα που συνταγογράφησε ο γιατρός απλά θα απάλυναν τους αφόρητους πόνους της
αρρώστιας του. Ευτυχώς δεν κράτησαν πολύ. Αυτό το τέλος, που πλησίαζε με τη
μαθηματική στυγνότητα που διακρίνει το θάνατο στην ανθρώπινη μοίρα, του το
κράτησαν μυστικό και μέχρι τις τελευταίες βδομάδες της ζωής του ο ίδιος προσδοκούσε
ανάκαμψη κι επιστροφή του στην καθημερινή ρουτίνα.
Ένας αξιοσημείωτος άνθρωπος που ο θάνατος όπως και η ζωή του και τα λίγα
ίχνη στις συνειδήσεις αυτών που άφησε πίσω και στον τόπο που στέριωσε, μαζεμένα
στις λίγες παραγράφους παραπάνω, αναμνήσεις ξεθωριασμένες από τα χρόνια, θα προσπεραστούν
γρήγορα από τον κόσμο γύρω και τελικά θα χαθούν μαζί μας. Το σπίτι που έχτισε
στη Μαγνησία στέκεται και κατοικείται ακόμα, αλλά το τέλος κι αυτού είναι
προδιαγραμμένο. O χρόνος θα κάνει, όπως πάντα, τη
δουλειά του. Τότε, και oι τελευταίες πατημασιές του «οικ...αίϊκου»
στον κόσμο αυτόν θα σβήσουν κάτω από τη μοναξιά και πλήξη της Μαγνησίας.
No comments:
Post a Comment