Βιβλία δεν διάβαζε και δεν υπήρχαν πολλά στο σπίτι. Μόνον
εφημερίδες. Ξαπλωμένος τα απογέματα σε έναν καναπέ του πρόχειρου δωματίου, μικρόν
και διθέσιο, αλλά αρκετά μεγάλο για το φύσει κοντό, μικροκαμωμένο και ζαρωμένο
από τα γεράματα κορμί του, πάντα ντυμένος σε παρόμοιες κόκκινες βαμβακερές πιτζάμες,
ξεκοκκάλιζε τις εφημερίδες του καθημερινά και με τις ώρες. Το ποια εφημερίδα θα
επέλεγε να διαβάσει στην Ελλάδα εκείνων των δεκαετιών συνήθως αντανακλούσε και
κατά κανόνα συμφωνούσε με τις εκάστοτε πολιτικές πεποιθήσεις ή, καλύτερα, κλίσεις
και προτιμήσεις του, που μεταβάλλονταν γρήγορα και απρόβλεπτα στο άστατο πολιτικό
σκηνικό της Ελλάδας. Αλλά στην επιλογή των καθημερινών φύλλων λάμβανε υπόψιν
του και τις αντιλήψεις που θα σχημάτιζαν γνωστοί, γείτονες, καφενόβιοι, πρώην
συνάδερφοι, πελάτες του Συλλόγου Πολυτέκνων, κι άλλοι, που θα τον έβλεπαν να
την κρατεί ή και να τη διαβάζει. Κι αυτό είχε σημασία, ιδιαίτερα με τα πάγια
δεδομένα της ψυχοσύνθεσης του «οικ...αίϊκου» και το ιστορικό, πολιτικοποιημένο
παρελθόν που θα ανακαλούσαν συνομήλικοι χωριανοί. Πολλά λέγονταν, του
κυρ-Γιάννη παρόντος ή απόντος, στα καφενεία της πόλης και του χωριού που
σύχναζε.
Οι εκδόσεις των εφημερίδων που αγόραζε άλλαζαν, λοιπόν, με
τους καιρούς, χέρι-χέρι με τις διάφορες μεταμορφώσεις που λάμβαναν χώρα στην
πολιτική του συνείδηση. Ξεκίνησαν από τα λίγα προοδευτικά έντυπα, όπως η Αυγή
της προδικτατορικής εποχής, προσεκτικά αγορασμένης από τον ανώνυμο περιπτερά
της Βενιζέλου και επιμελώς διπλωμένης και καμουφλαρισμένης μέσα σε πιο mainstream, «δεξιές» και
συντηρητικές εφημερίδες, όπως η «Μακεδονία», και κατέληξαν σε κατά σύμβαση
«αντιδραστικές» -από την σκοπιά των νιάτων μου. Ως ο νεοφώτιστος και ριζοσπάστης
και «επαναστάτης» αριστερός των τελευταίων μαθητικών και φοιτητικών μου χρόνων,
«ακροδεξιές» φυλλάδες, όπως η «Βραδυνή» ή ο «Ελληνικός Βορράς», ακόμα και πιο
μετριοπαθείς δεξιές εφημερίδες σαν την «Μακεδονία», μου προκαλούσαν μιαν
ενστικτώδη απέχθεια, όπως προκαλεί ο κάθε πολιτικός φανατισμός. Ειδικά στα
χέρια του παππού, αρχικά μου έφεραν μια δυσάρεστη έκπληξη και μπέρδεμα, καθώς είχα
ακούσει για το παρελθόν του, πριν την εγκατάσταση μέσα μου μιας μόνιμης απογοήτευσης,
έως και περιφρόνησης. O
μετεμφυλιακός όμως φόβος είχε σταδιακά μετριαστεί, η δικτατορία είχε παρέλθει,
και, από μιαν άποψη, το ότι ήταν ήδη συνταξιούχος πρόσδιδε μια επιπρόσθετη
ασφάλεια σε δημόσιες εκδηλώσεις πολιτικών πεποιθήσεων, όπως η αγορά κάποιου
χρωματισμένου ή έστω προοδευτικού εντύπου και, όπως πάντα, δίνει περισσότερη
ελευθερία στις δημόσιες πολιτικών σκέψεων. Τι και πόσο κακό θα μπορούσε να
συμβεί; Αλλά αυτής της αποδέσμευσης και του ισχυρού ρεύματος ελευθερίας που
φύσηξε μετά τη δικτατορία, χρήση καλή δεν έκαμε. Στην πολιτική ζέση των νιάτων του
δεν επέστρεψε, στην σκέψη ρίζωσε σταδιακά η αρρώστια των γηρατειών: ένας
αρτηριοσκληρωτικός συντηρητισμός.
Δίπλα στον καναπέ όπου ξάπλωνε ήταν στημένο ένα τραπεζάκι μ’
ένα παλιό ραδιόφωνο που το είχε αγοράσει στα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή
από την εξορία. Κουρασμένος από τα διάβασμα της εφημερίδας τα απογέματα ή πριν
τον πάρει ο ύπνος τα βραδινά, στη διάρκεια της επταετίας το συντόνιζε σε
ελληνικά προγράμματα που εξέπεμπαν σταθμοί όπως της Deutsche Welle ή του BBC, ακόμα και σε σταθμούς
πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα», της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Πολλά
δεν θα καταλάβαινε από εκείνες τις σλαβικές διαλέκτους. Το άκουσμά τους όμως του
ασκούσε μιαν ανεξήγητη έλξη και γοητεία, και όποτε ήμουν παρών σε τέτοιες
ακροάσεις συχνά μου μετάφραζε πανσλαβικές λέξεις όπως слобода
(ελευθερία) ή работа (δουλειά) ή леб (ψωμί),
κι άλλες παρόμοιες, λέξεις-κλειδιά που κατά κανόνα είχαν να κάνουν με την οικοδόμηση
σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα σοσιαλιστικά ιδανικά των
νεανικών του χρόνων δεν είχαν ακόμα εντελώς ξεριζωθεί. Το αίμα δύσκολα γίνεται
νερό, και οι ιδέες κι απόψεις που το μυαλό μορφώνει κι ασπάζεται στα νιάτα
ανασύρονται στην επιφάνεια, άλλες φορές ενστικτωδώς ή ως αυθόρμητη αντίδραση σε
πολιτικές καταστάσεις και φαινόμενα ενώπιον μας, άλλοτε ως απολιθωμένες
προκαταλήψεις και ιδεολογία, άλλοτε ως ένας παγιωμένος και δοκιμασμένος τρόπος
ανάλυσης και αντιμετώπισης πολιτικών και ιστορικών γεγονότων. Ίσως, λέω, να
ήταν κι ένας, κάποιος πλάγιος τρόπος να μεταδώσει στην νεαρά ψυχή μου τέτοιου
είδους «προοδευτικά» ιδανικά· τότε που (ακόμα!) η ΕΣΣΔ κι ο «υπαρκτός
σοσιαλισμός» γοήτευε πολλούς στην Ελλάδα, αριστερούς και δεξιούς. Αν είχε κατά
βάθος ή υποσυνείδητα τέτοιο σκοπό, τότε μάλλον ο παππούς συνετέλεσε κάπως στην
επίτευξή του.
Με τη μεταπολίτευση σιγά-σιγά εγκατέλειψε
την παραδοσιακή αριστερά, μαγεύτηκε από το ΠΑΣΟΚ και την προσωπικότητα του
Παπανδρέου και την προοδευτική δημαγωγία του, αλλά όταν αυτός απέσυρε την
υποστήριξη του στην επανεκλογή στην προεδρία του Καραμανλή, του par excellence
statesman της μεταπολεμικής Ελλάδας, εγκατέλειψε και το ΠΑΣΟΚ και στράφηκε προς
μια ακόμα δεξιότερη κατεύθυνση στο πολιτικό φάσμα. Η πολιτική του μετάλλαξη,
από τον φιλο-ΕΑΜίτη, φιλο-κομμουνιστή μετά την Κατοχή, στη πλέον συντηρητική (και
αποκρουστική στα μάτια μου) εκδοχή της δεξιάς είχε ολοκληρωθεί. Αν και απίστευτο
και απογοητευτικό για μένα και το νεανικό πολιτικό ενθουσιασμό μου τότε, σε
μιαν περίοδο αριστερού ακτιβισμού στη ζωή μου, αργότερα κατανόησα ότι τέτοιου
είδους μεταλλάξεις ειδικά Ελλάδα της μεταπολίτευσης, ακόμα και ανάμεσα σε
ανθρώπους με παιδεία και πολιτικό υπόβαθρο, ήταν απόλυτα λογικές. Κινούνταν
παράλληλα και σε διαλεκτική συσχέτιση με τις μεταμορφώσεις και ταλαντεύσεις της
πολιτικής εξουσίας, της μεγάλης διάστασης ανάμεσα στα λόγια και την πράξη, που
οδηγούσε σε αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, U-turns, και τα λοιπά. ΄Άλλωστε, το όλο πολιτικό σκηνικό ήταν τότε -και
στην Ελλάδα, σχεδόν πάντα είναι– ρευστό, κι ο παππούς, και οι περισσότεροι σαν
τον παππού, άφηναν να τους παρασύρει ή ακολουθούσαν μισο-υπνωτισμένοι κάποιες
χαρισματικές προσωπικότητες κι ένα γενικό και αόριστο, συνήθως χωρίς
αντικείμενο και όραμα, «ιστορικό» ρεύμα, που αυτές οδηγούσαν. Ή, απλώς
παρακολουθούσε τις ιστορικές εξελίξεις, όπως αυτές διαγράφονταν ντόπια και παγκοσμίως
και διαμορφώνονταν από άλλα μακρινά κέντρα αποφάσεων, με την επίγνωση της
ασήμαντης επιρροής που είχαν σ’ αυτές. Ασφαλώς, η κύρια μέθοδος που επικρατούσε
στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας της οικονομικής και τεχνολογικής εξάρτησης ήταν
αυτή του «βλέπουμε και κάνουμε», της λήθης και ταχείας αποδέσμευσης από
οποιεσδήποτε προεκλογικές υποσχέσεις, πέρα από προσωπικά «ρουσφέτια», χωρίς
πολλά περιθώρια επιλογών, χωρίς όραμα, με κύριο στόχο τη νομή αυτής καθαυτής της
εξουσίας από την παγιωμένη πολιτική τάξη και την εξυπηρέτηση, στα πλαίσια του
δυνατού, ιδίων συμφερόντων και συμφερόντων του κύκλου της. Δεν ήθελε πολύ, για
να αλλοτριώσει ή αποπροσανατολίσει τη σκέψη των απλών πολιτών, και του παππού ανάμεσά
τους, παρά το στοιχειώδες υπόβαθρό και γνώσεις, ή να τους περιτυλίξει με
αυταπάτες.
No comments:
Post a Comment