Tuesday, July 31, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 12 Κατοχή στο Χωριό

Δεν άργησε να μείνει έγκυος η Βασιλική μετά το γάμο τους. Και δεν άργησε να χτυπήσει το σπιτικό τους η πρώτη κακοτυχία, από τις πολλές που θα ακολουθούσαν μέχρις ότου να κατασταλάξουν τα πράματα κι οι ζωές κάτω από την κοινή στέγη, μέσα στην κοινότητα και γύρω από τις δουλειές του Γιάννη, του δημοδιδάσκαλου. Δυο μηνών έγκυος αρρώστησε βαριά από ελονοσία. Η περιοχή που έχτισαν το σπιτικό τους στο χωριό της Νέας Μαγνησίας κι εκεί που στέριωσαν, συνόρευε τότε με βαλτότοπους ανάμεσα στο Γαλλικό και τον Αξιό ποταμό. Τα κουνούπια ήταν μάστιγα. Παρέμεινε και στα χρόνια μας, από τη δύση μέχρι την ανατολή του ήλιου του καλοκαιριού, καθημερινό βάσανο, όχι και τόσο απειλητικό για τους ανθρώπους της περιοχής. Τότε όμως δυνάμει θανατηφόρα. Ούτε ο γιατρός που σύστησε κινίνα σε ποσότητες χωρίς προδιαγραφές, ούτε και η Βασιλική είχαν ιδέα τι επιπτώσεις μπορούσαν να είχαν εκείνα τα φάρμακα, αν είχαν, στο έμβρυο που κουβαλούσε. Η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο και δεν υπήρχε ο χρόνος και η συσσωρευμένη γνώση κι εμπειρία για να ζυγιστούν παρενέργειες στην ίδια και το έμβρυο που κουβαλούσε. Την έκαναν καλά. Το αν έβλαψαν την υγεία του εμβρύου μόνον αναπόδεικτες υποθέσεις θα μπορούσαν να γίνουν.

Ο Γιώργος ο Οικονόμου γεννήθηκε σωματικά αδύνατος και καχεκτικός, ένα χλωμό, ασθενικό παιδί με πνευματική καθυστέρηση. Τον περίθαλψαν και φρόντισαν όσο μπόρεσαν στο σπιτικό της Μαγνησίας, μέχρι που συνάντησε τον πρόωρο, όσο κι αναμενόμενο θάνατό στα δεκαεπτά του χρόνια. Παρέμεινε ο μυστικός καημός της οικογένειας, κρυμμένος από τον έξω κόσμο, κλεισμένος μέσα στους τοίχους τους σπιτιού, στην αυλή και τον περιφραγμένο μπαχτσέ- ολάκερος ο κόσμος μιας σύντομης ζωής. Ένα τέτοιο παιδί, καχεκτικό και καθυστερημένο, στη μικρή, οπισθοδρομική κοινωνία της Μαγνησίας -αλλά και πολύ πιο πέρα από αυτήν, στις μεγαλουπόλεις της Ελλάδας, εθεωρείτο κάτι σαν στίγμα, αιτία μιας ανεξήγητης ντροπής. Μαθαίναμε, όχι από τα σχολικά βιβλία, ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πετούσαν τα άρρωστα και ανάπηρα παιδιά τους στον Καιάδα. Στην Ελλάδα των δεκαετιών του 1930 και 1940, απλώς ντρέπονταν να τα δείξουν στον έξω κόσμο, να τα πάρουν από το χέρι μαζί τους σε πανηγύρια, γιορτές κι αναστάσεις, να απολαύσουν σαν οικογένεια τις μικροχαρές της ζωής.  Ήταν οι προκαταλήψεις, η έγνοια του τι θα ψιθύριζε ο κόσμος πίσω από τις πλάτες τους, τι θα κουτσομπόλευες σε σπίτια και αυλές με το καφεδάκι, ήταν τα βλέμματα και καμιά φορά τα δάκτυλα ξένων που στρέφονταν προς τη μεριά τους, ήταν τα αισθήματα οίκτου που θα προκαλούσε για τους δυο, κατά τ’ άλλα, περήφανους και τίμιους γονείς. Ένα φαινόμενο δύσκολο να αναλυθεί με τις πολιτιστικές και κοινωνικές παραμέτρους, του χτες ή του σήμερα, ένα ακατανόητο συναίσθημα ντροπής, συνυφασμένο με την ελληνική κουλτούρα και τις προκαταλήψεις της. Εν μέρει, ίσως, εξαιτίας των συμπλεγμάτων ανωτερότητας σε σχέση με άλλους γειτονικούς λαούς κι έθνη ή παρακατιανούς ομοεθνείς μας, κατωτερότητας ως προς περισσότερο προνομιούχες κοινωνίες. Ή κι εξαιτίας του ανυπόφορου βάρους της αρχαίας ιστορίας που φορτώθηκε στην πλάτη μας από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, των όποιων ιστορικών μύθων και υπερμεγεθών και παραμορφωμένων αληθειών με τις οποίες γαλουχηθήκαμε.

Ούτε η Μάνα, ούτε καμιά από τις αδερφές του που μεγάλωσαν μαζί με το Γιώργο δεν ανάφεραν ποτέ για τις μέρες και την ύπαρξη του. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια από το θάνατο του, σε μια αυθόρμητη επίσκεψη με τις θείες στο κοιμητήριο του Άγιου Αθανάσιου, στο θλιβερό οστεοφυλάκιο -μια αποπνικτική, μισοσκότεινη αποθήκη με σκονισμένα σανίδια εν είδει ραφιών γύρω-γύρω, δίπλα στα κόκκαλα του παππού και της γιαγιάς, ένα άλλο κασελάκι με το όνομα Γιώργος Ο. τράβηξε την προσοχή μου. Υπήρξε σε αυτόν τον κόσμο κι ένας αδερφός, παραδέχθηκε η θεία μου, με ψιθυριστή κι ένοχη φωνή, ένας άνθρωπος με το ίδιο αίμα με το δικό μας, που ποτέ δεν έτυχε να γνωρίσω από φωτογραφίες ή διηγήσεις. Και για την ζωή του τίποτε κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξεστομίσει στις διάφορες οικογενειακές συνάξεις και εξιστορήσεις και εξομολογήσεις που μεσολάβησαν. Είχε εξαφανιστεί στις απόκρυφες, σκοτεινές γωνιές της οικογενειακής λήθης.   

H κακοτυχία που τους έλαχε με το πρώτο τους παιδί, η αναπηρία του Γιώργου και η ντροπή τους, δεν πτόησε τον Γιάννη και τη Βασιλική. Στα γαλήνια χρόνια πριν τον πόλεμο και την Κατοχή, προσπάθησαν ξανά να κάνουν παιδιά, να μεγαλώσουν και «διαιωνίσουν» την οικογένεια τους. Έφεραν στον κόσμο την Αλίκη, τον πλέον δυναμικό και τελικά κυρίαρχο κι αυταρχικό κι αυστηρό χαρακτήρα μέσα στην οικογένεια· μετά από λίγα χρόνια, το 1938, τη Μάνα με την ετεροθαλή δίδυμη αδερφή της, που θα αποδεικνύονταν στη ζωή περισσότερο εύπλαστες και λυγερές και αδύνατες προσωπικότητες. Η χωρίς πολλά συμβάντα καθημερινότητα του χωριού, με τον Κωτή και την Δομνίκη στο μικρό σπιτάκι του «Εποικισμού», τον κυρ-Γιάννη και τη Βασιλική στο πιο ευρύχωρο και νεόχτιστο, την κύρια απασχόληση  στο σχολείο, τις παράπλευρες δουλειές που ο μπαχτσέ και το χωράφι απαιτούσαν, το χτίσιμο πετραδάκι-πετραδάκι της μικρής τους έπαυλης, η διακριτική φροντίδα του Γιώργου, πίσω από αδιάκριτες ματιές συγχωριανών, το μεγάλωμα των κοριτσιών, διακόπηκε απότομα από τον πόλεμο τον χειμώνα του 1940: την εθνική μας εποποιία, για την οποία τόσα ακούσαμε στο σχολείο. Ο παππούς έφυγε με τον Αποστόλη, τον Λεωνίδα και άλλους συγχωριανούς να πολεμήσουν τους Ιταλούς. Γύρισαν νικητές μετά από μερικούς μήνες, βρώμικοι και κατάκοποι, αλλά οι περισσότεροι, δόξα τω Θεώ, σώοι και αβλαβείς, στη νηνεμία της καθημερινότητας και τη σχετικά ανεπηρέαστη από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής ηρεμία της Μαγνησίας, έχοντας διαπράξει στο ακέραιο το καθήκον τους προς την πατρίδα.

Στα χωριά, όπου το μεγάλο μέρος της εργασίας των περισσότερων αφοσιωνόταν στην παραγωγή για οικογενειακή κατανάλωση, όπου τα βασικά αγαθά για τη συντήρηση τους, το γάλα, το ψωμί, τα λαχανικά, τα αυγά, πάντα βρίσκονταν στο τραπέζι, αναστατώσεις σαν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ακόμα και σαν τη γερμανική κατοχή που θ’ ακολουθούσε, δεν επηρέασαν σημαντικά μιαν σχεδόν αδιατάραχτη στην ηρεμία της καθημερινής ρουτίνας διαβίωση -από ματεριαλιστική άποψη τουλάχιστον.  Ήταν βασική αυτή η διαβίωση, οι απαιτήσεις λιγοστές, και παρέμεινε απλή και οι άνθρωποι του χωριού στις ζωές τους αυτάρκεις. Και μετά κατέφτασαν οι Γερμανοί. Ξεπρόβαλλαν ως γκρίζες φιγούρες μέσα από τον αχό και τη σκόνη των μηχανοκίνητων ταγμάτων τους, το τρίξιμο της μπότας στους ξεραμένους από τον καλοκαιρινό ήλιο δρόμους, έξω από ασφαλισμένα παραθυρόφυλλα. Η Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της απέκτησαν σε κείνη τη φάση του πολέμου κάποια σημασία, αν και πιθανώς μια υποσημείωση κάπου στην «περιφερειακή στρατηγική» και τα μεγάλα σχέδια του Χίτλερ. Το σπίτι του Γιάννη και της Βασιλικής, όπως και το διπλανό του Λεωνίδα, της γυναίκας του της Φανής και των παιδιών τους, επιτάχτηκε από τους Γερμανούς. Στην πράξη σήμαινε ότι σ’ ένα-δυο από τα υπνοδωμάτιά τους θα κοιμόντουσαν επ’ αόριστον Γερμανοί αξιωματικοί της τοπικής φρουράς. Οι σχέσεις εκείνων των αξιωματικών με τον Γιάννη, τον Κωτή, το Λεωνίδα και τους άλλους άντρες του χωριού, με λίγες εξαιρέσεις, διαμορφώθηκαν σε τυπικές, συμβιωτικές του κατακτημένου με τον κατακτητή, μοιραίων και ανήμπορων υποταγμένων μιας κλειστής στον εαυτό της κοινότητας με τον πορθητή.  Σχέσεις ανοχής και απρόθυμης υπακοής από τον ανίσχυρο κι άοπλο, που ο ρυθμός της ζωής του αναπάντεχα αναστατώθηκε, προς έναν ισχυρό, υπεροπτικό κατακτητή, με πλήρη επίγνωση της δύναμής του, που διέταζε κι επέβαλε τις διαταγές μιαν άνωθεν ιστορική θέλησή με το έτσι-θέλω. Κι άρπαζε ό,τι χρειαζόταν. Σε μιαν ατμόσφαιρα εκρηκτική, νευρικότητας και χαμηλών ψιθύρων, από τη μια πλευρά, και προστακτικών, άγριων φωνών από την άλλη.

Υπήρχαν τότες και οι λίγοι, οι «συνεργάτες» που όχι μόνον στωικά έσκυψαν το κεφάλι, αλλά και ενεργά συμπαραστάθηκαν: έγλειψαν, κατέδωσαν, πούλησαν και μεταπούλησαν με κέρδος, παρέδωσαν εκτός από τη γη και το ύδωρ κι ανθρώπινες ψυχές. Σε κάθε απότομη στροφή της ιστορίας ο οπορτουνισμός, είτε από δειλία και το ένστικτο αυτοσυντήρησης παρακινούμενος, είτε από απληστία, ελλοχεύει. Παρά την βαριά ατμόσφαιρα που εγκαταστάθηκε και απλώθηκε στο χωριό, τα κορίτσια του Γιάννη, ιδιαίτερα οι ξανθωπές και χαριτωμένες δίδυμες αδερφές, έγιναν αντικείμενο συμπάθειας των αξιωματικών της Βέρμαχτ που εγκαταστάθηκαν στο πατρικό. Πέρα από τα μικρο-πειράγματα σε μιαν ακαταλαβίστική για αυτές και τους γονιούς τους γλώσσα, βγάζαν από τις τσέπες και πρόσφεραν ταχτικά καραμέλες και σοκολάτες, κι αυτά τα τραταρίσματα γίνονταν από τις δυο πιτσιρίκες δεκτά με χαμόγελα. Στον ψυχρό κι ανήλεο κι απρόσωπο κατακτητή της ιστορίας λάνθανε κάπου κρυμμένο, πίσω από τα ιστορικά αφηγήματα που συνήθως παρακάμπτουν την ατομική ψυχή και είναι, ένα γνήσια ανθρώπινο πρόσωπο μιας διαχρονικής ανθρώπινης φύσης.

 Τελικά, οι Γερμανοί όπως ήρθαν στο χωριό, έτσι και απήρθαν, χωρίς πολλή φωτιά κι ατσάλι, χωρίς εκτελέσεις και σκοτωμούς. Αλλά και τι να έκαιγαν και κατέστρεφαν σε ένα τέτοιο χωριό, πέρα από τις γέφυρες του Γαλλικού και του Αξιού, και το σιδηρόδρομο που περνούσε από τις παρυφές του; Ποιον να σκότωναν καταμεσής της εύφορης Σαλονικιώτικης πεδιάδας και των μπαξέδων της Μαγνησίας, μακριά από τα βουνά των ανταρτών, όταν όλοι οι κάτοικοι σκυμμένοι υποτάχτηκαν στις διαταγές τους, συνέχισαν όπως κατάφερναν με τις ζωές τους, και μερικοί από αυτούς, προύχοντες ή μη, συνεργάστηκαν με ζήλο και όρεξη;

Η υποχώρηση και η τελική αποχώρηση των κατακτητών δεν έφερε «εν μία νυκτί» την ειρήνη και την τάξη για τους πολλούς από τους χωρικούς που την προσδοκούσαν. Η ανοχή προς τους Γερμανούς μετατράπηκε μέσα από τους ψιθύρους και τα νέα που ξεχείλιζαν ανά την επικράτεια από το ράδιο, τις εφημερίδες που περνούσαν από χέρι σε χέρι, από τις κουβέντες και τις πολιτικές ζυμώσεις στα καφενεία, σε συμπάθεια προς τον απελευθερωτή, προς εκείνες τις αόρατες, φαντασμαγορικές, μέχρι και θρυλικές για τους χωρικούς φυσιογνωμίες που αντιστάθηκαν και πολέμησαν τους Γερμανούς – το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Υποδέχτηκαν τους αντάρτες, ίσως ενστικτωδώς, ως τον μοναδικό και νόμιμο εκπρόσωπο των μαζών αγροτών, εργατών, και διανοούμενων και μερικών θαρραλέων μικροαστών, σε συνοικίες πόλεων και χωριά μέσα από τη μέθη και ευδαιμονία της απελευθέρωσης, το ηθικό και τις ελπίδες για το μέλλον ανορθωμένες. Ο Κωτής τους χαιρέτιζε, βλοσυρός κι ανέκφραστος πίσω από το γκρίζο μουστάκι του, με υψωμένη την αριστερή του γροθιά μπροστά στην εξώπορτα του χαμόσπιτου του Εποικισμού. Δεν σκάμπαζε από σοσιαλισμό ή «λαοκρατία». Ο κυρ-Γιάννης, ο δάσκαλος, ο de facto διανοούμενος του χωριού εκφωνούσε πανηγυρικές ομιλίες σε μαζώξεις χωρικών και ανταρτών στο σχολείο και την πλατεϊτσα μπροστά από την κοινότητα: σε λαϊκές ολομέλειες παλλόμενες από τη χαρά της απελευθέρωσης, χωρίς όμως σημαντικό υλιστικό για τους ίδιους αντίκτυπο, και τον ενθουσιασμό για ένα καινούργιο όσο και ομιχλώδες ως προς τις προοπτικές του μέλλον. Διανθισμένες ήταν εκείνες οι ομιλίες του κυρ-Γιάννη με συννεφώδεις για το πόπολο (ίσως και για τον ίδιο), αλλά γοητευτικές λέξεις, όπως «λαοκρατία» και «λαϊκή εξουσία», ευθυγραμμισμένες με τα συνθήματα και τους γενικά αδιευκρίνιστους, μη αποκρυσταλλωμένους και αδιάφανους πολιτικούς στόχους των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.  Μέσα σε ένα, λοιπόν, γενικό, αόριστο και ιδεαλιστικό περιεχόμενο (καθώς ήταν κυρίως «πανηγυρικές» και χαρμόσυνες σαν την Ανάσταση του Χριστού) θα αποκτούσαν, όπως και να το κάνουμε, για τα αυτιά αρκετών χροιά φιλοκομμουνιστική. Η απειλή του κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων στην Ελλάδα και τον κόσμο είχε πλέον εντοπισθεί, προπαγανδιστεί ανάλογα, κι εμπεδωθεί× σε μια καμπή της ιστορίας όπου όλα ήταν ρευστά, όπου όλοι προσπαθούσαν να περιμαζέψουν ότι απέμεινε από το βιός τους και, τουλάχιστον οι διανοούμενοι ανάμεσά τους, να βάλουν σε μια σειρά και τάξη πολιτικές σκέψεις, να πιαστούν από κάποιες αξίες ή κοσμοθεωρίες, να συγκροτήσουν και μεταδώσουν πεποιθήσεις και ιδέες. Η πάλη και οι συγκρούσεις τέτοιων σκέψεων και ιδεών βρισκόταν σε ένα ιστορικό αποκορύφωμα. Η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, που ο ηρωϊκός Κόκκινος Στρατός της είχε προελαύσει μέχρι το Βερολίνο, φανταζόταν για τους άλλους της αντιπέρα όχθης το σύμβολο ενός εφικτού, υπαρκτού σοσιαλισμού και πυρσός τους ιστορικού μέλλοντος της ανθρωπότητας. Ποιος όμως θα μπορούσε να προβλέψει τον εμφύλιο διχασμό και πόλεμο που θα έφερνε το τέλος της Κατοχής στη μικρή, κατεστραμμένη και κουρασμένη Ελλάδα;  

No comments:

Post a Comment