Sunday, July 1, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 10 Ο κυρ-Γιάννης από τα Τζουμέρκα

Η σκούφια του παππού του Γιάννη βαστούσε από την άλλη μεριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, από τις Πηγές της Άρτας, την παλιά Βρεστενίτσα -τον τόπο των φτελιών, ένα χωριό χτισμένο πάνω σε ένα μικρό, βουκολικό, πράσινο υψίπεδο, σκαρφαλωμένο ανάμεσα στα Τζουμέρκα και τ’ Αηδόνια. Μέρη τότε τουλάχιστον δύσβατα, σχεδόν άβατα, ώστε ν’ απορεί κανείς πως άνθρωποι μάζεψαν δυνάμεις, θέληση και βρήκαν το κουράγιο και τους πόρους να τ’ ανεβούν και να φκιάσουν το βιός τους σε τέτοιες άκρες. Ίσως, να κατέφυγαν εκεί σε κάποιο σταυροδρόμι της ιστορίας, κατατρεγμένοι από άπληστες ορδές, κατευθυνόμενες από τον εκάστοτε απόλυτο μονάρχη και πλουτοκρατών του τόπου, που άρπαξαν από το σφρίγος της μικρής πεδιάδας παρακάτω και της θάλασσας παραπέρα. Ο Κίτσος και άλλοι Μποτσαραίοι, Σουλιώτες πολιορκημένοι στη Μονή Σέλτσου από τους Αρβανίτες του Αλή Πασά και αρματολούς των Αγράφων, τα γυναικόπαιδα που πέσαν στον γκρεμό του Ζαλόγγου, χαμένες ανθρώπινες ψυχές της ιστορίας, σημάδεψαν το μακρινό παρελθόν της Μονής, της Βρεστενίτσας, και της γύρω περιοχής. Ίσως, όμως, να ήταν τα βουνά κι οι βράχοι, τα δάση και τα ρυάκια, η ζωή κοντά στα σύννεφα, το ξάστερο στερέωμα των κατάμαυρων νυχτών, η εγγύτητα στο θεό τους, που άσκησαν κάποια πνευματική έλξη. Ίσως, για λίγους, να ήταν ακόμα και η μοναχικότητα που πρόσφερε το βουνήσιο κοινόβιο μακριά από τη σκόνη, την ανακατωσούρα και βαβούρα της πολιτείας στους πρόποδες. Terra incognita για μένα και πολλούς σύγχρονούς μου. Ο μόνος, σκουριασμένος από τους αιώνες, σύνδεσμος μου με κείνον τον τόπο ήταν ότι γέννησαν τον παππού, τον κυρ-Γιάννη, τον δάσκαλο.

Μια και μοναδική φορά επιχείρησα να ανέβω με αυτοκίνητο τις πλαγιές των Τζουμέρκων προς αναζήτηση του χωριού του παππού, περαστικός από την Άρτα, τη μεγαλύτερη και κοντινότερη πόλη στους πρόποδές τους. Ήταν προχωρημένη άνοιξη, οι πορτοκαλεώνες της πεδιάδας ζεσταμένες στη λιακάδα, ντυμένες στο άσπρο των ανθών τους, κι οι πλαγιές των βουνών καταπράσινες στο φόντο των γκρίζων κορυφογραμμών παραπέρα και του γαλάζιου ουρανού. Ο δρόμος στενός, κακήν-κακώς ασφαλτοστρωμένος προ αμνημονεύτων χρόνων, με ατέλειωτες στροφές, κάτω από μια πυκνή βλάστηση από βελανιδιές, φτελιές, οξιές. Λίγα έλατα ήταν διάσπαρτα στους θεόρατους γυμνούς βράχους που υψώνονταν γύρω μας. Η απέραντη, εξοντωτική ανηφοριά χωρίς πολλά ξέφωτα μέσα στο όργιο βλάστησης, απρόσμενα διακοπτόταν από απότομες κατηφοριές και μικρές χαράδρες από κρυστάλλινα ρυάκια. Τις διαδέχονταν σχεδόν κατακόρυφες αναβάσεις που θαρρείς κατέληγαν σε γκρεμούς. Μοναδικό δείγμα ζωής, στο δρόμο μας, ο τσομπάνης με τα πρόβατα του σε κάποιο πλάτωμα, με απορία να παρακολουθεί την διαδρομή των απρόσμενων περαστικών. Τελικά, η ατέλειωτη διαδρομή κι αγριάδα της φύσης που την πλαισίωνε μας αποθάρρυναν, κι εγκαταλείψαμε την ανάβαση. Με την παρέα δίπλα μου είχαμε άλλα πράγματα στο νου μας και λίγο χρόνο. Ήταν μια από εκείνες τις μικρο-υπαρξιστικές επιλογές για τις οποίες εκ των υστέρων μετάνιωσα. Κι ήταν όσο κοντά βρέθηκα στη γενέτειρα του παππού και στο ένα από τα παρακλάδια του γενεαλογικού μου δέντρου.

Σκεφτόμουν ότι οι άνθρωποι του τόπου εκείνου μπορεί να είχαν τα κρυστάλλινα νερά, το δροσερό και αφράτο αέρα, τα δέντρα και τον ουρανό τους, τις κατάμαυρες νύχτες, τ’ αστέρια και το φεγγάρι στο ξάστερο στερέωμα φωτεινά όσο πουθενά αλλού στην Ελλάδα, τις λαμπρές ηλιόλουστες μέρες, ο τόπος και το τοπίο να τους ανήκε ολοκληρωτικά, αλλά ζούσαν μια δύσκολη ζωή, έναν καθημερινό αγώνα. Το σύμπαν και η ομορφιά του γύρω τους περνάει από συνήθεια στο παρασκήνιο. Πριν τις τουριστικές και φυσιολατρικές εποχές, που ακολούθησαν την ανάδυση της μπουρζουαζίας κι έκρηξη της αστυφιλίας, όταν ο παππούς ήταν ακόμα μικρό παιδί, ο καθημερινός αγώνας για τις ανάγκες της επιβίωσης τους έτρωγε και μαράζωνε. Τελικά, η ματεριαλιστική πρόοδος της ανθρωπότητας διαχύθηκε και σ’ εκείνες τις άκρες. Μερικοί από τους κραδασμούς της βιομηχανικής επανάστασης θα βούιξαν μέχρι πάνω στα βουνά της Ηπείρου και τους ανθρώπους τους. Και τις σειρήνες ενός νέου ανθρώπινου πολιτισμού να τους πλησιάζει και ζώνει δύσκολα θα τις αντιστεκόταν, ιδιαίτερα οι νέοι ανάμεσά τους. Τίνος νέου, εδώ που τα λέμε, η άμυνα θα αντιστεκόταν στο δέλεαρ μιας πλουσιότερης ζωή; Το άρμα της προόδου ή θα το καβαλούσες, όσο σου έμενε καιρός, χάριν μιας πολύ βάσιμης υπόθεσης και πάμπολλων ενδείξεων για μια καλύτερη ζωή ή θα σε άφηνε πίσω του οριστικά και αμετάκλητα. Όταν το ρολόι της ύπαρξης σημαίνει μεσάνυχτα, όπως παντού, πάντα και για όλους κάμει με μαθηματική στυγνότητα, το βάρος της πίκρας και της μετάνοιας θα βαραίνει ασήκωτο στην καρδιά του θνητού που δεν άδραξε τη μια ή δυο ευκαιρίες κι έχασε το τραίνο για έναν άλλο κόσμο, αλλά πάνω στην ίδια γη. Η μετανάστευση από την ασύμμετρη και καμιά φορά απελπιστική φτώχια, από το ανυπόφορο χάσμα ανάμεσα στην Το χωριό του παππού μαράζωσε από νιάτα και σφρίγος, ερημώθηκε. Όπως ξεγυμνώθηκαν από ανθρώπινα πλάσματα και ζωή τα περισσότερα ορεινά χωριά της Ηπείρου.

Το ότι ο πατέρας του κυρ-Γιάννη ήταν ιεροδιδάσκαλος στις Πηγές και τη μικρή ενορία των γύρω χωριών και καταυλισμών, από τους ελάχιστους εγγράμματους ανάμεσα σε πλήθη αναλφάβητων, βοήθησε αποφασιστικά: του «έδωσε βάσεις», που λένε, και χάραξε έναν δρόμο και μια προοπτική ανάμεσα σε άλλες, περισσότερο τετριμμένες και πεζές. Ίσως, ο παπάς-πατέρας του να τον στήριξε υλικά και ηθικά και με άλλους πρακτικούς τρόπους, ώστε να δραπετεύσει από εκείνη την αδιέξοδη αγροτική καθημερινότητα και την σχεδόν ολοκληρωτική πολιτιστική απομόνωση του χωριού. Υπήρχαν και κάποιοι συγγενείς στην Άρτα, γεφύρι για τόπους μακρινούς με ευρύτερους ορίζοντες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέτρεξαν, μαζί (όπως πάντα!) με μιαν σημαντική υποκειμενική παρόρμηση και θέληση, και τον οδήγησαν μακριά – μ’ ένα ταγάρι και αρκετά χιλιόμετρα καθημερινό ποδαρόδρομο στο διδασκαλείο, να μάθει γράμματα, να μορφωθεί, να φκιάσει τη ζωή του σε ένα εντελώς διαφορετικό κόσμο από αυτόν του βουνίσιου χωριού. Θα ήταν σημαντική αυτή η θέληση και νους, διότι ο κυρ-Γιάννης τον εγκατέλειψε νέος τον θεό που ο Πατήρ-πατέρας υπηρέτησε -φαντάζομαι με ευλαβική ειλικρίνεια και όχι υποκρισία, και κατήχησε στο γιο του και άλλους. Αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, για τέτοιου είδους κοινωνικά άλματα και μεταμορφώσεις, η ατομική θέληση, τα προσωπικά χαρίσματα και πρωτοβουλία δεν επαρκούν. Ακόμα και αυτά πλάθονται από το περιβάλλον κι ενισχύονται από ούριους ανέμους: τον παππά Πατέρα που ήξερε λίγα γράμματα σε έναν ωκεανό αναλφαβητισμού, τη μικρή βιβλιοθήκη στο σπίτι, κάποιο ακόμα περισσότερο προικισμένο συγγενολόι έξω από το χωριό, στην Άρτα. Όπως, παράλληλα, συντρέχουν αναρίθμητες απειροστές δυνάμεις και συνθήκες, ασυναίσθητες και ανεπαίσθητες στον άνθρωπο, που η συνισταμένη τους τον σπρώχνει στη μια κατεύθυνση ή τον έλκει στην άλλη. Πάντα, όπως είπε κάποιος, η παράδοση των προηγούμενων γενιών «βαραίνει σαν εφιάλτης» στη συνείδηση των νέων. Και πάντα παρουσιάζονται ενώπιον τους συνθήκες, άλλοτε αξεπέραστα εμπόδια, άλλοτε διάπλατοι διάδρομοι ν’ ακολουθήσουν, που δεν είναι της δικιάς τους επιλογής, και ίσως να μην πέρασε ποτέ από το μυαλό τους ότι θα συναντήσουν.

No comments:

Post a Comment