Ο Κωτής έφυγε ξαφνικά από τη ζωή
το 1947, σε ηλικία 63 χρονών. Λένε από μια ξαφνική μόλυνση στο λαιμό. Η
τελευταία του φωτογραφία, με τη Βασιλική δίπλα, όμορφη και ώριμη γυναίκα πλέον,
έδειχνε έναν άντρα δυνατό, αποφασισμένο, καπετάνιο στο καράβι της ζωής που οι άγριες
φουρτούνες της δεν πτόησαν. Υποκείμενο της ιστορίας, αυτήν τον έσπρωξε μέχρις
το χείλος ενός γκρεμού. Αλλά αντιστάθηκε με σθένος και θάρρος στις δυνάμεις της,
στο βαθμό που μπορούσε, κατάφερε κι έμεινε όρθιος περπατώντας το δεύτερο μισό
της ζωής του ένα ταπεινό μονοπάτι, σε ένα στρέμμα μπαχτσέ και άλλο ένα στρέμμα
χωράφι, ανάμεσε σε πολέμους, θάνατο και δυστυχία. Δεν ήταν μόνο το μουστάκι που
οι άκρες του στρίβανε προς τα κάτω εκατέρωθεν των αγέλαστων χειλιών, ούτε τα
ανασκουμπωμένα μανίκια που κάλυπταν δυο στιβαρά μπράτσα. Περισσότερο ήταν η
ματιά στο φακό, που έλεγε: «είμαι εδώ, κι όσο υπάρχω, κανένας γύρω μου να μην
φοβάται τίποτε».
Δυο εικόνες από τα τελευταίες
μέρες του Κωτή τυπώθηκαν στη μνήμη της θείας Λίτσας, της εννιάχρονης εγγονής
του τότε. Καμιά συμμετοχή στην αντίσταση και το αντάρτικο δεν είχε κι εκείνα τα
χρόνια τα αφιέρωσε στις καθημερινές του δουλειές, στο μπαχτσέ και το χωράφι, στη
γυναίκα και την κόρη του. Ούτε ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις έπαιρνε. Ίσως,
επηρεασμένος από το γαμπρό του τον κυρ-Γιάννη, τον αριστερό τότε διαφωτιστή,
και τον Λεωνίδα, προσωρινά βγήκε από το πολιτικό καβούκι του τις τελευταίες
μέρες της Κατοχής, κι εκδήλωσε βλοσυρός και αμίλητος μπροστά στο σπιτικό του,
με υψωμένη την αριστερή γροθιά, τη συμπάθειά του στους ΕΛΑΣίτες αντάρτες που περνούσαν από το δρόμο μπροστά από το
σπιτικό του -περισσότερο από ένστικτο, παρά ιδεολογία Λίγες μέρες πριν πεθάνει,
κατάκοιτος από τη μόλυνση που τον βρήκε, ένιωσε την αδιαφορία και αχαριστία του
κόσμου, μέσα από την απουσία του μπακάλη ανιψιού του, του Λεωνίδα. Ούτε «μια γκαζόζα
δεν έφερε» από τις προμήθειές του, ούτε καν κοπίασε να τον επισκεφτεί στο
νεκροκρέβατό, παρά τη γενναιοδωρία και βοήθεια του Κωτή σε αυτόν και την
Ελισάβετ τις παλιές εποχές της μετοίκησης: «Μην τυχόν πατήσει το πόδι του εδώ!»,
ήταν ο αφορισμός του λίγο πριν πεθάνει. Λίγες λέξεις με σβησμένη φωνή, ένας
ψίθυρος στην έρημο της ανθρώπινης ύπαρξης τις στιγμές πριν το τέλος, σαν το καθημερινό
σάλεμα κυμάτων ή θρόισμα φύλλων: χωρίς παράκρουση και αντίκτυπο, βροντούσε όμως
για χρόνια στα αυτιά της οικογένειας.
Τον ίδιο χρόνο πέθανε και η
προγιαγιά Δομνίκη, που ήταν πέντε-έξι χρόνια νεότερη. Την πλάκωσε η αγελάδα που
αγόρασαν πριν την κατοχή και διατηρούσαν εκείνα τα χρόνια για το γάλα και
γιαούρτι τους, ενόσω την άρμεγε. Όσο κατάφερε κι έπλασε τη ζωή τους, μέσα από
τις συμπληγάδες της ιστορίας, με τα στιβαρά χέρια και τη θέλησή του ο Κωτής,
έτσι είχε προφητικά προδιαγράψει και το σενάριο του θανάτου τους: «αν ένας από
μας φύγει από τη ζωή, μέσα σε σαράντα μέρες θα τον ακολουθήσει στον άλλο κόσμο
και ο άλλος». Μαζί στη ζωή, μαζί και στο θάνατο, όπως λένε. Τα κόκκαλά τους
βρίσκονται σε διπλανά κουτιά στο οστεοφυλάκιο του Άγιου Αθανάσιου, κοντά στο
χωράφι που ο Κωτής καλλιεργούσε όταν ήταν νέος. Πίσω άφησαν απογόνους που κι
αυτοί θα πεθάνουν όταν έρθει η ώρα τους, λιγοστά αντικείμενα που θα διαβρωθούν
από το πέρασμα του χρόνου, τα δωμάτια και την αυλή του μικρού σπιτιού, που μετά
από μερικές στιγμές στην αιωνιότητα, κάποια μέρα, μια μπουλντόζα θα μετατρέψει
σε πέτρες και χώμα. Ελπίζω να είχαν έγκαιρα στρέψει το νου μακριά από κάποια
μάταιη αιωνιότητα, ό,τι έχτισαν και δημιούργησαν να το έκαμαν για τους ίδιους,
από την καθημερινή ανάγκη, και το λίγο περισσό για την ευτυχία τους - του τότε
και του εκεί και όχι για κάποιο θολό απώτερο σκοπό. Ελπίζω να ένιωσαν ό,τι η
ζωή που έζησαν να άξιζε τον κόπο. Και οι παραπάνω λέξεις ήταν το λιγότερο που
μπόρεσα να κάνω έναντι αυτού που εν μέρει τους χρωστάω: την ύπαρξή μου.
No comments:
Post a Comment