Στην προσφυγική κομπανία από τον Αγιοστέφανο, όταν τελικά τα
πάθη του ξεριζωμού καταλάγιαζαν μετά από αζύγιστες κακουχίες κι η πυκνή ομίχλη
της αβεβαιότητας και του αγνώστου άρχισε κάπως να διαλύεται, με τον Κωτή πάντα επικεφαλής,
τη Δομνίκη, την νεαρή Βασιλική τους, την χήρα αδερφή Ελισάβετ, και το γιο της
τον Λεωνίδα, το κράτος έδωσε ένα οικόπεδο κάπου οχτώ στρεμμάτων να το
μοιραστούν και διαχειριστούν. Ήταν ένα τετράγωνο κομμάτι γης στη γωνιά δύο
δρόμων, ο ένας παράπλευρος στη νότια πλευρά του, που μέχρι τα εφηβικά μου
χρόνια ήταν ακόμη χωματόδρομος πλαισιωμένος από αυλάκια, κάθετος στον άλλον, το
σημαντικότερο και περισσότερο πολυσύχναστο από τη δυτική του πλευρά. Σε αυτόν
το δρόμο κατέληγε, μετά από μια απότομη στροφή, ο κεντρικός δρόμος του χωριού,
πριν χαθεί σε λίγη απόσταση μέσα στα χωράφια και τα διάσπαρτα αγροτόσπιτα στις
παρυφές του, και σμίξει μετά από λίγα χιλιόμετρα με την «Εθνική Οδό».
Ο Λεωνίδας της Ελισάβετ αποφάσισε να γίνει μπακάλης και να
χτίσει μαγαζί. Μαχμουρλής τύπος, η αγροτική ενασχόληση με μπαχτσέδες και
χωράφια και η καθημερινή πάλη και το ζόρι που αυτή συνεπαγόταν τον απωθούσε: στράφηκε
στο εμπόριο. Ως εκ τούτου, εξέφρασε την επιθυμία στις διαπραγματεύσεις για τη
μοιρασιά, το μαγαζί που σχεδίαζε να έχει την πρόσοψη του στη διασταύρωση κι
εύκολη πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο, από όπου θα περνούσαν τα κάρα και τα
αγροτικά τρακτέρ για τους μπαχτσέδες, διάφοροι περαστικοί από και προς τα γύρω
χωριά, και τα λεωφορεία από τη Θεσσαλονίκη αργότερα. Η επιθυμία του, απόλυτα
κατανοητή από επιχειρηματικής σκοπιάς, ικανοποιήθηκε. Ο Κωτής, δουλευταράς βιοπαλαιστής,
ο γενναιόδωρος de facto
οικογενειάρχης, ο διαχειριστής του παρελθόντος πλούτου και της μετέπειτα φτώχιας,
ο βράχος της οικογένειας στην απελπισία της προσφυγιάς και τις ελπίδες της
μετοίκησης, έδωσε το προνομιούχο κομμάτι, κάπου ένα τέταρτο της έκτασης του
οικοπέδου, στο Λεωνίδα και τη μάνα του την Ελισάβετ. Με τα χρόνια, η οικογένεια
του Λεωνίδα το κάλυψε ολάκερο με μιαν οικοδομή δυο ορόφων, το κύριο σπιτικό τους
στον πάνω όροφο, το μπακάλικο και οι αποθήκες στον κάτω.
Η γωνιά εκείνη, με τα χρόνια που περνούσαν, την οικονομική
ανάπτυξη και αύξηση του πληθυσμού της περιοχής, αποκτούσε ολοένα περισσότερο κίνηση
και ζωή. Έγινε σημείο στρατηγικό και πολυσύχναστο, όπως θα το είχε σχεδιάσει
στα επιχειρηματικά του όνειρα ο Λεωνίδας. Με την αυξανόμενη κινητικότητα ανθρώπων
και προϊόντων και τις συγκοινωνίες που αυτό το πήγαινε-έλα απαιτούσε, περνούσε
και έκαμε στάση το «αστικό» που μετέφερε κόσμο ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και τα
Διαβατά, τη Μαγνησία και τα γύρω χωριά. Εκεί, στη στάση του ΚΤΕΛ, ένας χώρος με
μια μισόκλειστη εσοχή από λαμαρίνες και πάγκους στην περιφέρειά του, μια ακακία
στη μέση ενός κυκλικού παρτεριού στο
κέντρο του, όπου καθόμαστε περιμένοντας το τελευταία αστικό Κυριακάτικα βραδινά,
έστησε μετά τον πόλεμο το περίπτερο του ο Αποστόλης. Μπροστά από το δικό του
κομμάτι γης και το σπίτι του, πίσω από μια σειρά συκιές που τα σύκα τους μας
άφηνε ελεύθερους να μαζέψουμε το δεκαπενταύγουστο. Η άδεια του περιπτερά, όπως
και πολλές άδειες σε μικρο-μεταπράτες και περιπτερούχους, του αποδόθηκε τιμής
ένεκεν, ως ανάπηρος πολέμου από κρυοπαγήματα στα βουνά της Αλβανίας. Ήταν ένας
ξερακιανός τύπος ο Αποστόλης, με γκρίζα μαλλιά και ρουφηγμένα ροδαλά μάγουλα. Λιγοστές
φορές τον είδα να ξεφυτρώνει σκυφτός από το περίπτερό, κουτσαίνοντας στα
αδύνατα και δύσκαμπτα πόδια του, για να παραλάβει κάποιο δέμα που το αστικό
άφηνε, να τακτοποιήσει μερικά πράματα στην περίμετρο του φτωχικού από
πραγματεία περιπτέρου, και να τρυπώσει γρήγορα, αθέατος πίσω από τα παραθυράκι
και τα ψιλικά που πουλούσε. Ανιψιός της προγιαγιάς της Δομνίκης, μεγάλωσε ως
θετός αδερφός της Βασιλικής, υιοθετημένος χωρίς δεύτερη σκέψη από τον Κωτή, όταν
ο Αποστόλης, μικρό παιδί, έχασε τη μάνα του τη «Λαμπρινή από το Καβακλή» και
ξέμεινε ορφανός κι από τους δυο γονείς. Αμίλητος επί το πλείστον, λιγομίλητος
στην ανάγκη, χαμογελούσε ακόμα λιγότερο σε μένα, τη Μάνα και τους άλλους
ταξιδιώτες, όποτε περιμέναμε το αστικό για τη Θεσσαλονίκη έξω από το περίπτερό
του. Κάτι τον έτρωγε μέσα του – η ορφάνια, ο πόλεμος, η μιζέρια μιας ζωής χωρίς
παράθυρα. Καμιά φορά μου έδινε καραμέλες ή μαστίχες από το μικρό στοκ του.
Ακριβότερα αντικείμενα, όπως σοκολάτες, μαντολάτα, παστέλια, αναψυκτικά, ακόμα
και τις μαστίχες Χίου, που για κάποιο λόγο λαχταρούσαν οι θείες μου, όλα αυτά τα
πληρώναμε, όπως άλλωστε ήταν πρέπον παρά τη συγγένεια που μας έδενε. Στη μικρή
κοινότητα της Μαγνησίας, οι άνθρωποι των περιπτέρων και των μπακάλικων θα ήταν αδύνατο
να επιβιώσουν με κεράσματα από προμήθειες και βερεσέδια.
Στον Κωτή δώσανε κι ένα χωράφι πίσω από μιαν «τούμπα», ένα
καλοσχηματισμένο λόφο με αγριόχορτα, που δεν ξέραμε τι έκρυβε κάτω από το χώμα
της, αλλά ξεχώριζε από μακριά στον κάμπο έξω από το χωριό. Το χωράφι,
περιτριγυρισμένο από μπαχτσέδες με τομάτες και ζαρζαβατικά, ήταν για το σιτάρι,
το αλεύρι και το ψωμί τους· το υπόλοιπο του οικοπέδου της διασταύρωσης για το
μικρό σπιτικό, τον μπαχτσέ του, και ένα κομμάτι γης για την προίκα της
Βασιλικής. Στο πίσω μέρος του οικοπέδου, ο «Εποικισμός» έχτισε ένα χαμόσπιτο εν
είδη μόνιμης οικογενειακής κατοικίας -στο άρπα-κόλα κάτω από την πίεση του
ανθρώπινου δράματος της εποχής. Ήταν ένα ορθογώνιο ισόγειο σπιτάκι με κεραμίδια,
απλό σαν παιδική ζωγραφιά, χτισμένο εμπειρικά από χτίστες χωρίς μελέτη και
σχέδιο, σκοτεινό και κρύο παρά την απλοχωριά γύρω του, που τα παράθυρά της μιας
πλευράς έβλεπαν στον ίδιο δρόμο με το μπακάλικο του Λεωνίδα, αλλά λίγο πιο πέρα
από τη διασταύρωση καθ’ οδόν προς τους μπαξέδες της Μαγνησίας. Ακόμα στέκεται
όρθιο σε μια γωνιά της αυλής του πατρικού της Μάνας, οικογενειακό μουσείο πλέον,
με λιγοστά φτηνά και ξεφτισμένα από το χρόνο κειμήλια και έπιπλα που σώθηκαν
από τις προηγούμενες γενιές. Εκεί ζήσαν οι τρείς τους, ο Κωτής, η Δομνίκη και η
Βασιλική, τα πρώτα χρόνια του εποικισμού, στα λίγα τετραγωνικά μέτρα χωρισμένα
σε δυο υπνοδωμάτια, ένα μεγάλο για το αντρόγυνο και το μικρότερο γειτονικό για
τη νεαρή Βασιλική. Και μια κουζινούλα×
τίποτε άλλο. Πατώματα δεν υπήρχαν, το σκληρό χώμα του εδάφους ήταν το πάτωμά
τους. Τέσσερις τοίχοι φτιαγμένοι από ασβέστη, χώμα και νερό, και το ταβάνι – κεραμίδια
πάνω σε έναν ξύλινο σκελετό, θα τους προστάτευαν από τα στοιχεία της φύσης.
Ό,τι έκταση απέμεινε από τον τεμαχισμό του οικοπέδου έγινε αυλή και μπαχτσές,
όπου οι κότες περιπλανιόνταν ελεύθερα, σκόρπιες ανάμεσα σε λαχανικά και δεντράκια,
τσιμπολογώντας τα σπυριά του καλαμποκιού που σκορπούσαν σε στρατηγικά σημεία η
Δομνίκη και η Βασιλική (και αργότερα κι εγώ!).
Δίπλα στο μπακάλικο του Λεωνίδα στο νοτιοανατολικό
τεταρτημόριο του οικοπέδου, η γιαγιά η Βασιλική κι ο παππούς ο Γιάννης έχτισαν δέκα
χρόνια αργότερα το σπιτικό τους. Πιο μεγάλο, πιο αξιοπρεπές, ευήλιο και ευάερο,
με εξώπορτα πίσω από έναν αψιδωτό προθάλαμο, που έβλεπε σε μια μπροστινή αυλή.
Όπως θα άρμοζε, θα μπορούσε να πει κανείς, σε έναν δημοδιδάσκαλο και, αργότερα,
διευθυντή σχολείου και την όμορφη μοναχοκόρη. Ήταν το δώρο του Κωτή στη
μονάκριβή του Βασιλική, η προίκα που χρειαζόταν, για να φτιάξουν τις δικές τους
ζωές και μεγαλώσουν τα παιδιά τους -τη Μάνα ανάμεσά τους. Η υπερυψωμένη βεράντα
στο πίσω μέρος, κάτω από ένα υπόστεγο, είχε θέα στο μπαχτσέ. Με τον καιρό εκείνος
ο μπαχτσές, ο χώρος ανάμεσα στο χαμόσπιτο του Κωτή και το (κατά κάποιο τρόπο) μεγαλοπρεπέστερο
του κυρ-Γιάννη και της Βασιλικής συμμαζεύτηκε. Το οικόπεδο περιφράχτηκε με τοιχίο
και κάγκελα. Στις αυλές μπροστά στα σπίτια και στα πατώματα του χαμόσπιτου στρώσανε
τσιμέντο. Χτίσανε κοτέτσι για τα πουλερικά και το πλαισιώσανε με σχετικά αξιοπρεπείς
για την εποχή τουαλέτες. Πάνω από το προαύλιο του Κωτή, το κλήμα αναρριχήθηκε
κι άλλο και απλώθηκε πάνω από μια συρμάτινη σκεπή σε τέσσερα δοκάρια, κι έφερνε
μια διάτρητη, δροσερή σκιά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Τα σταφύλια του
κλήματος ήταν ξινά, αλλά τα φύλλα του συστατικό απαραίτητο για τους ντολμάδες
των γιαγιάδων. Η γιαγιά η Ευδοξία, σε μια από τις τελευταίες επισκέψεις της στο
χωριό των συμπεθέρων και της νύφης της, τις μέρες μετά από την καταστροφή του Chernobyl, στο Πασχαλινό
τραπέζι τις 4 του Μάη του 1986 έφερε ντολμάδες φτιαγμένους από τα αμπελόφυλλα
της εκείνης της κληματαριάς. Ήταν και η δική τελευταία μου Πασχαλιά στο χωριό
και την αυλή του παππού πριν από την αναχώρησή μου για την ξενιτιά, έδωσαν
έναυσμα. Οι υποχόνδριες κόρες του κυρ-Γιάννη, οι θείες μου, ψιθύρισαν κάτι για τη
ραδιενέργεια, που, σίγουρα έλεγαν, θα βρήκε κάποιο δρόμο από το νέφος του Chernobyl, στα αμπελόφυλλα της
κληματαριάς, στους ντολμάδες της ανυποψίαστης γιαγιάς, και από εκεί στα σωθικά
μας. Δεν είχε περάσει τέτοιος συνειρμός από το μυαλό μου, πριν φάω μερικούς από τους νόστιμους μικρασιάτικους
ντολμάδες, και καθώς λίγο υποχόνδριος κι εγώ, κοιμήθηκα και ξύπνησα αρκετές
μέρες με την έγνοια του καρκίνου που η ραδιενέργεια στα ντολμαδάκια της γιαγιάς
θα μπορούσε να μου προκαλέσει.
Περιποιήθηκαν και τα μοναχικά και χωρίς ταίρι δέντρα, φύτεψαν
κι άλλα. Μερικά επέζησαν σχεδόν δυο γενιές ανθρώπων και, όπως και οι παππούδες
και γιαγιάδες μου, πρόλαβαν και κανα δυο ξεπέρασαν τα παιδικά μου χρόνια. Η
καϊσιά στη μέση του μπαχτσέ, η βερικοκιά λίγο παραπέρα, συκιές μικρές και
μεγάλες κατά μήκος της περίφραξης -τους καρπούς τους γεύτηκα, μια μεγάλη ακακία
που έφτανε ίσαμε με την ταράτσα του διπλανού σπιτιού του Λεωνίδα- τον κορμό της
σκαρφάλωσα πολλές φορές. Μιαν άλλη, πιο κοντή, πάνω από τη βρύση στην πίσω
είσοδο της αυλής -από κάτω της έπινα νερό. Και ανάμεσα στα διάσπαρτα δέντρα, τα
παρτέρια με ντοματιές, αγγούρια, κρεμμύδια, και άλλα πολλά ζαρζαβατικά για τη
δική τους κατανάλωση, και το περίσσευμα να το μοιράσουν με γείτονες και φίλους,
και τους πρώτους καιρούς, να το ανταλλάξουν με άλλα απαραίτητα.
No comments:
Post a Comment