Τέλος πάντων, ο κυρ-Γιάννης έριξε μια μαύρη πέτρα πίσω, στο
χωριό και την Άρτα, και μετανάστευσε. Κατάφερε και σπούδασε δάσκαλος στην
Παιδαγωγική Ακαδημία των Αθηνών, αξιοθαύμαστη προσωπική κατάχτηση και σημαντική
υπόθεση για κείνη την εποχή και τις συνθήκες. Ολοκλήρωσε, επιπλέον, με επίσης αξιέπαινο
τρόπο, ένα μεταπτυχιακό στην Παιδαγωγία που η Φιλοσοφική Σχολή οργάνωνε τότε.
Βρήκε το χρόνο κι ανάπτυξε επιδεξιότητα στο βιολί, ένα βιολί που ακόμα σώζεται
στο σπίτι της Μαγνησίας, αλλά που δεν τον άκουσα ποτέ να παίζει. Με λίγα λόγια,
τα φώτα της γνώσης και της μόρφωσης φώτισαν το μυαλό του κι ανέλαβε στην ακμή
της ζωής του το φως αυτό να το μεταδώσει στη γενιά της προσφυγιάς.
Το πως από την Αθήνα κατέληξε στη Μακεδονία και τελικά στα φτωχικά,
δυτικά προάστια της Θεσσαλονίκης, με τα σύνθετα, πολύπλοκα και πολύχρωμα εθνικά
χαρακτηριστικά του μεσοπολέμου, την δύσκολα να ξετιναχτεί, σχεδόν ασήκωτη, βαλκανική
κληρονομιά, παραμένει άγνωστο. Σε μιαν ιστορική φάση που διακρινόταν, αν μη τι
άλλο, από την αβεβαιότητα του τι θα φέρει το αύριο και έντονη κοινωνική ρευστότητα,
είναι δύσκολο να φανταστώ τον παππού που ως παιδί γνώρισα, τον λογικό και
μετρημένο, τον συνετό και νουνεχή, να αναλάμβανε με δική του και μόνον παρόρμηση
ένα εγχείρημα με τόσο προσωπικό ρίσκο και ενδεχόμενα κόστος στην καριέρα του· μιαν
καριέρα που φαίνεται να έχτισε με αρκετό μόχθο και δόσεις φιλότιμου. Δεν ήταν
ρομαντικός, αλλά πραγματιστής. Υποθέτω ότι κάποια υπουργικό διάταγμα διορισμού
ή μετάθεσης τον ανάγκασε προς τα ‘κει και λιγότερο μια αυτοφυής πρωτοβουλία σε
αναζήτηση της πρόκλησης του άγνωστου και της διαφορετικότητας. Στο κάτω-κάτω
της γραφής, οι πληθυσμοί της Ήπειρος και των επαρχιών της νέας Ελλάδος συνέκλιναν
ομοθυμαδόν προς την Αθήνα. Η επικεντρωμένη γραφειοκρατία, και η αστυφιλία,
χέρι-χέρι με την οικονομική ανάπτυξη βάδιζαν με γοργούς ρυθμούς, ώστε να
υφίσταντο άξιες λόγου φυγόκεντρες δυνάμεις από την πρωτεύουσα. Διορίστηκε,
λοιπόν, δάσκαλος στη Μαγνησία και λίγο αργότερα ανέλαβε διευθυντής σε κάποιο
σχολείο στη γειτονιά του Βόσπορου, στην προσφυγική Μενεμένη. Ποια καινούργια
συνοικία της Θεσσαλονίκης τότες δεν ήταν προσφυγική; Το σχολείο στο οποίο
αφιέρωσε τη διδακτική του ενέργεια και μεράκι και το μεγαλύτερο κομμάτι της
ζωής του έγινε γνωστό στους ντόπιους ως το «σχολείο του Ο», ανεπίσημος τίτλος
αναγνώρισης και τιμής. Αλλά ήταν ακόμα μικρός ο κόσμος τότε. Λένε ότι τελικά,
πριν βγει στη σύνταξη και παρά τις μεταπολεμικές περιπέτειες πολιτικής φύσεως στις
οποίες μπλέχτηκε, έγινε επιθεωρητής στη Γουμένισσα και τους Αμπελόκηπους, άγγιξε
την κορυφή μιας εθνικής διδασκαλικής καριέρας, αν και σε μιαν παρακατιανή
περιφέρεια.
Τότε, στα χρόνια του μεσοπολέμου, πρωτοδιορισμένος δάσκαλος στο χωριό, γνώρισε τη γιαγιά την Βασιλική, την όμορφη και μονάκριβη κόρη του Κωτή. Κάποιο προξενιό θα οργανώθηκε (έτσι γινόταν τα πράγματα έτσι, με έναν καφέ και ένα κουταλάκι γλυκό ή βανίλια), που το παρασκήνιο, τα εμπλεκόμενα μέρη, o προξενητής, και οι λεπτομέρειες θα παραμείνουν άγνωστα. Παντρεύτηκαν κάτω από ένα δέντρο, με κουμπάρο τον προξενητή και τις ευλογίες ενός παπά, του Κωτή και της Δομνίκης, αλλά όχι της οικογένειας του κυρ-Γιάννη. Ο πατέρας και η μάνα είχαν πεθάνει από καιρό κι ο ίδιος στα χαρτιά δηλωνόταν ορφανός. Αδέρφια και ξαδέρφια έκαμαν το μεγάλο ταξίδι από την Άρτα για τους αρραβώνες, για να γνωρίσουν την νύφη και το σόι της. Δεν τους άρεσαν: ούτε η Βασιλική, ούτε η οικογένεια του Κωτή, ούτε ο νέα πατρίδα που διάλεξε ο κυρ-Γιάννης. Πολλά πράγματα τους ξίνισαν. Και το έκαναν φανερό. Η δυσθυμία και δυστροπία εκείνη, παρακινούμενη μόνον από προκαταλήψεις και μυαλά που τα κατσάβραχα των Τζουμέρκων είχαν ξεράνει, προκάλεσε την οργή του κυρ-Γιάννη. Τους έδιωξε οργισμένος για να μην ξαναδεί αδέρφια και συγγενείς από την Ήπειρο μέχρι το τέλος της ζωής του. Το προξενιό όμως αποδείχτηκε εκ των υστέρων πετυχημένο, καθώς οδήγησε, αν όχι σε έναν «βίο ανθόσπαρτο» (δεν είναι στο χέρι κανενός ζευγαριού κάτι τέτοιο!), σε έναν ειρηνικό, ικανοποιητικό και, θα έλεγε κανείς, ήπια ευτυχισμένο γάμο, με τα δεδομένα πάντα της γενιάς κι εποχής εκείνης. Να ξαναπούμε ότι Βασιλική ήταν όμορφη γυναίκα – αυτό έδειχναν όλες οι φωτογραφίες της εποχής, και με γνώμονα την εξωτερική εμφάνιση «έπεφτε πολλή» στον κυρ-Γιάννη. Αλλά η Βασιλική είχε και καλλιέργεια χάριν στη σχετική ευμάρεια της πρώτης ζωής στην Πόλη, αν και όχι κάποια ακαδημαϊκή μόρφωση και πτυχία – εξαιρετικά δύσκολο για γυναίκες τότε. Δεν ήταν καθόλου παρακατιανή στο πνεύμα σε σύγκριση με το κυρ-Γιάννη. Χαρακτηρισμοί του είδους «Εσύ! Γυναικούλα του λαού…» που ο κυρ-Γιάννης χρησιμοποιούσε περιπαιχτικά σε βάρος της ήταν άδικοι, όσο κι αν γίνονταν με χιούμορ και καλή διάθεση.
Τα περισσότερα δεδομένα, λοιπόν, έδειχναν ότι ο κυρ-Γιάννης και η Βασιλική θα περνούσαν μιαν από πολλές απόψεις καλή ζωή στο χωριό. Και τελικά θα αγαπιόνταν -σαν άνθρωποι που φτιάξανε οικογένεια και μοιράστηκαν ένα σπιτικό και μια ζωή μαζί, ανεξάρτητα από τα αν υπήρξε ή όχι έρωτας από την πρώτη τους συνάντηση, κεραυνοβόλος και στιγμιαίος ή κάποιας διάρκειας. Η άγραφη συμφωνία ανάμεσα στον Κωτή και την αδερφή του τηρήθηκε. Στην προίκα της Βασιλικής, στο κομμάτι γης μπροστά από το χαμόσπιτο του «Εποικισμού» και τον μπαχτσέ, δίπλα στο μπακάλικο του θείου Λεωνίδα, οι νιόπαντροι έχτισαν το σπιτικό τους, με προσωπική δουλειά και δυο τρεις μαστόρους του χωριού, θα έκαναν τα παιδιά τους, και θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους.
No comments:
Post a Comment