Sunday, July 9, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 8 - Καπιταλισμός: αντιθέσεις (Α)

Η ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗ

To παγκοσμιοποιημένο πλέον καπιταλιστικό σύστημα βρίθει από αντιφάσεις και συγκρούσεις που εκδηλώνονται συνεχώς και με διάφορες εντάσεις, σε οικονομικό και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, εθνικό και παγκόσμιο. Στη ρίζα αυτών των συγκρούσεων λανθάνει η πρώτη θεμελιώδης αντίθεση στον καπιταλισμό: ανάμεσα στους δύο πόλους και όρους της παραγωγικής διαδικασίας και της συσσώρευσης πλούτου σε αυτόν, στο κεφάλαιο και την εργασία. Αυτή η αντίθεση ερμηνεύεται σε δύο εκδοχές. 

Στην πρώτη της εκδοχή, η αντίθεση έγκειται ανάμεσα, από τη μια μεριά, στο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, που είναι κοινωνικά καταμερισμένη και εξειδικευμένη, εν ολίγοις «κοινωνικοποιημένη», με φορά περαιτέρω τέτοιας κοινωνικοποίησης και καταμερισμού και, από την άλλη μεριά, στην ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής, την ιδιοκτησία αυτών και τη διαχείριση των παραγόμενων αγαθών από ατομικά, συγκεκριμένα και αυτόνομα κεφάλαια-ιδιοκτήτες αυτών των μέσων παραγωγής. Κατά κανόνα, κεφάλαια που κινούνται εντός του ίδιου τομέα παραγωγής και βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας έχει ως αποτέλεσμα τη μόρφωση μιας αλυσίδας τομέων παραγωγής και επιχειρήσεων που η μια προμηθεύει και κατά συνέπεια εξαρτάται (ως προς τη διάθεση και πώληση των εμπορευμάτων της, την κερδοφορία της, κτλ.) από την άλλη, ενώ οι επιχειρήσεις καταναλωτικών αγαθών εξαρτώνται από τον ατομικό καταναλωτή και την αγοραστική του δύναμη. Σε τελική ανάλυση το ατομικό και εξειδικευμένο κεφάλαιο έρχεται (για τη ρευστοποίηση, valorisation του) αντιμέτωπο με μια αγορά, σε μεγάλο βαθμό χαοτική και άναρχη (ως προς τον αριθμό των κόμβων συναλλαγής αγαθών και εμπορευμάτων και το μέγεθος αυτών των συναλλαγών), για την οποία αγορά και τις κινήσεις της έχει περιορισμένη γνώση και διαθέτει ανά πάσα στιγμή πεπερασμένου μεγέθους πληροφορία. Η αγορά (κεφαλαιακών και καταναλωτικών αγαθών), που χαρακτηρίζεται από αναρίθμητες καθημερινές ανταλλαγές χρήματος και εμπορευμάτων και κεφαλαιακών αξιών και εξαπλώνεται στο παγκόσμιο στερέωμα, ξεπερνάει κατά πολύ το ατομικό κεφάλαιο, οι μικροοικονομικές αποφάσεις σε επίπεδο επιχείρησης (για τη επιβίωση στον ανταγωνισμό, επέκταση ή συρρίκνωση των εργασιών τους και τη διατήρηση ή αύξηση της κερδοφορίας) βασίζονται σε μερική και αποσπασματική γνώση αυτής της αγοράς. Η θεμελιώδης, λοιπόν, αντίθεση παρουσιάζεται και μπορεί να επαναδιατυπωθεί ως αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη εργασία και το εξατομικευμένο κεφάλαιο που δρα σε μια χαοτική αγορά. 

Η δεύτερη εκδοχή της θεμελιώδους αντίθεσης έγκειται στη σύνθεση της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος και στην αντίφαση ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και το κέρδος: ανάμεσα στην εργασία που πληρώνεται από το κεφάλαιο, είτε είναι αυτή αντικειμενικοποιημένη στα μέσα παραγωγής, είτε η ζωντανή εργασία που τα θέτει σε κίνηση, και την υπεραξία που αυτή η ζωντανή εργασία δημιουργεί. Αύξηση του ποσοστού κέρδους επιτυγχάνεται με μείωση του κόστους εργασίας και, αντίστροφα, αύξηση του κόστους εργασίας σε μικρο- και μακρο-οικονομικό επίπεδο συνεπάγεται γενικά μείωση του ποσοστού κέρδους -της ατομικής επιχείρησης ή του μέσου ποσοστού κέρδους σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτό είναι καταφανές. Με μιαν εναλλακτική διατύπωση: στην κοινωνική παραγωγή ουσιαστικά συμπράττουν δύο κοινωνικές τάξεις με αντιφατικές οικονομικές προοπτικές, επιδιώξεις και συμφέροντα. Αύξηση του πλούτου και του εισοδήματος της μιας γενικής τάξης, αυτής των κύριων κατόχων του κεφαλαίου που επιδιώκει τη συγκέντρωση πλούτου διαμέσου της αύξησης των κεφαλαιακών αποδόσεων, συγκρούεται με την αύξηση του εισοδήματος και του σχετικού πλούτου της άλλης. Ένα πεπερασμένο κοινωνικό προϊόν μοιράζεται άνισα στις διάφορες τάξεις, και βέβαια σε δυσαναλογία ως προς τη συμμετοχή κάθε ατόμου, ομάδας, στρώματος, τάξης στην παραγωγή του.

Στο σύγχρονο καπιταλισμό, το κράτος ως επιτηρητής και το νομικό πλαίσιο που αυτό επιβάλλει στην κοινωνία την οποία επιχειρεί είτε να συγκαλύψει την ουσία αυτής της θεμελιώδους ταξικής αντίθεσης (π.χ., πίσω από έναν μανδύα άλλοτε εθνικής συνύπαρξης,  με την αναφορά σε «λαό» ή έθνος ή public ως μια μάζα με κοινά συμφέροντα, είτε ως κράτος ατόμων-πολιτών με φαινομενικά ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες) , είτε να την αμβλύνει (π.χ., μέσω της δημοσιονομικής του πολιτικής ή του κράτους προνοίας). Αναφέρω ως υποσημείωση ότι, ιδιαίτερα στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού που υψηλοί δείκτες παραγωγικότητας αναδεικνύουν σχετικά εύπορα μικρομεσαία εισοδηματικά στρώματα ενίοτε με μερίδιο στην υπεραξία και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αυτή η αντίθεση επισκιάζεται περαιτέρω, γίνεται λανθάνουσα, τουλάχιστον σε περιόδους επέκτασης της παραγωγής και ανάπτυξης, ενώ αναζωπυρώνεται σε περιόδους κρίσεων και βαθιών υφέσεων. 

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ & Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

Μέσα από τούτη τη θεμελιώδη αντίθεση κοινωνικής εργασίας και κεφαλαίου προκύπτουν μια σειρά από δευτερογενείς, τριτογενείς, κτλ. αντιφάσεις και συγκρούσεις. Αυτές οι παραφύουσες από τον κεντρικό κορμό του οικονομικού συστήματος αντιθέσεις εκδηλώνονται σε διάφορα επίπεδα της σύγχρονης κοινωνίας: οικονομικό κατ’ αρχήν, και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό. 

Στο οικονομικό επίπεδο, η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και των τελικών αγαθών που παράγονται από (ανώνυμο ή επώνυμο, ιδιωτικό ή θεσμικό ή και κρατικό) κεφάλαιο, αν και αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας -στη βάση πάντα της εργασιακής θεωρίας της αξίας, σε συνδυασμό με τις προσδοκίες αποδόσεων και κερδοφορίας και της όσο δυνατόν ταχύτερης επιστροφής στο κεφάλαιο της αρχικής χρηματικής επένδυσης, της όσο το δυνατόν ταχύτερης συσσώρευσης κεφαλαίων και πλούτου, τροφοδοτεί τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό εντός μιας σφαίρας παραγωγής: τη σύγκρουση κεφαλαίων μεταξύ τους για κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου μιας πεπερασμένης αγοράς, αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση και αύξηση των ποσοστών κέρδους και της αξίας πραγματοποίησης (ρευστοποίησης ή valorisation) και αναπαραγωγής αυτών των κεφαλαίων. 

Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός μεταξύ ατομικών επιχειρήσεων συνήθως ενεργοποιείται και τίθεται σε κίνηση από τεχνολογικές ανακαλύψεις για νέες ή βελτιωμένες αξίες χρήσης, ακόμα νέους τομείς παραγωγής ή την ενίσχυση της παραγωγικότητας (όπως στις συγκοινωνίες και μεταφορές με το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, κτλ., στις τηλεπικοινωνίες με τις ασύρματες, ευρυζωνικές και κινητές εκδοχές τους, στη ταχεία διακίνηση μεγάλου όγκου πληροφορίας με το internet, στην ηλεκτρονική και τον αυτοματισμό, στους υπολογιστές και τη ρομποτική, σε ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, κτλ. κτλ.), ενώ αυτός ο ανταγωνισμός ανατροφοδοτείται και μετατοπίζεται σε νέα επίπεδα από την συνεπακόλουθη αύξηση της παραγωγικότητας. (Η ιστορία του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται, άλλωστε, από ταχείς ρυθμούς τεχνολογικής ανάπτυξης, με μικρές και μεγάλες τεχνολογικές ανακαλύψεις να έρχονται στο προσκήνιο της παραγωγικής διαδικασίας και να εμπορευματοποιούνται, να οδηγούν σε πολλαπλασιασμό των σφαιρών παραγωγής και των αξιών χρήσης εντός τους, παράλληλα με την ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας.) Σε εθνικό επίπεδο, οι εντάσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ατομικών, ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων και μπορεί να ενισχύονται σε περιόδους ανάπτυξης της οικονομίας για το μερίδιο σε μια διευρυνόμενη αγορά, τις όσες φορές αυτές οι συγκρούσεις φτάνουν σε οριακό σημείο καταπραΰνονται με καταλήξεις όπως πτωχεύεις, mergers & acquisitions, πολλές φορές μέσα από κρατικό παρεμβατισμό, άλλες φορές οδηγούν στην ανάδειξη κυρίαρχων κεφαλαίων εντός κάθε σφαίρας παραγωγής, ολιγοπωλιακών και μονοπωλιακών καταστάσεων στην οικονομία: στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου εν γένει. Άλλοτε, πυροδοτούμενες και πάλι είτε από επαναστατικές τεχνολογικές καινοτομίες, είτε από αυτήν καθαυτή την υπερ-συσσώρευση υπεραξίας και κεφαλαίων, μάζες αυτών των κεφαλαίων προσανατολίζονται και κατευθύνονται στη βάση προσδοκιών μελλοντικών αποδόσεων, σε έναν τομέα επενδύσεων και παραγωγής (π.χ., ενέργεια από υδρογονάνθρακες στο παρελθόν, «νέες τεχνολογίες», κατοικία) μορφώνοντας ταυτόχρονα μια συλλογική επενδυτική ψυχολογία που αναδρά θετικά στην αύξηση των τιμών, του όγκου της τραπεζικής πίστης και ιδιωτικού ή δημόσιου χρέους, και τελικά στην δημιουργία συνθηκών υπερ-παραγωγής (π.χ. κατοικίας), υπερ-χωρητικότητας (π.χ. τηλεπικοινωνιακών υποδομών), υπερ-χρέωσης.

No comments:

Post a Comment