Friday, June 16, 2017

Σύντομη Παράκαμψη: για τις Θεωρίες περί Ποσότητας του Χρήματος

Σύμφωνα με την Quantity Theory of Money, οι τιμές των αγαθών εντός των ορίων μιας κοινωνίας μεταβάλλονται σε αναλογία με τη διαθέσιμη ποσότητα χρήματος. Αυτή η θεμελιακή αρχή ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι το χρήμα δεν έχει αξία χρήσης, αλλά μόνον ανταλλακτική αξία. Αυτή η αξία προσδιορίζεται αποκλειστικά από τα εμπορεύματα (τα οποία έχουν βέβαια αξία χρήσης για τον καταναλωτή ως καταναλωτικά αγαθά ή τον παραγωγό ως μέσα παραγωγής και πρώτες ύλες) που το χρήμα μπορεί να αγοράσει ή το χρήμα που η πώληση εμπορευμάτων εκ μέρους του παραγωγού αποφέρει. Το χρήμα που κατέχουν στο σύνολό τους οι πολίτες μιας κοινωνίας αντιστοιχεί στην αγοραστική τους δύναμη, δηλαδή τη δυνατότητα να αγοράσουν K μονάδες ενός αγαθού (ή διάφορες ποσότητες ετερογενών αγαθών με σταθερές αναλογίες των ανταλλακτικών τους αξιών). Αν η τιμή κάθε μονάδας αγαθού είναι P, τότε στην απλούστερη της μορφή η περίφημη Quantity Theory of Money (QTM) μας λέει ότι η ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία θα είναι N=P×K

Η εξίσωση μπορεί να επεκταθεί στην περίπτωση που η κοινωνία ικανοποιεί ένα μέρος της κατανάλωσης (K) τοις μετρητοίς, ενώ ένα άλλο μέρος μονάδων, K’, που εκφράζει δυνητική ή μελλοντική κατανάλωση (ιδιαίτερα για αγαθά μεγάλης αξίας και διάρκειας ή για capital goods) διατηρείται στις τράπεζες με τη μορφή καταθέσεων. Οι τράπεζες διατηρούν ένα ποσοστό του K’ ως αποθεματικό, έστω r×Κ’. Η απλή σχέση αναλογίας μεταξύ της ποσότητας του χρήματος Ν και των τιμών P εξακολουθεί να ισχύει: N=P×(K+r×K). Ας σημειωθεί όμως μια υπέρβαση στην τελευταία εξίσωση της QTM: οι μονάδες προϊόντος Κ αντικαθίστανται από χρήμα, κάτι που παρακάμπτει τη διάσπαση των ανταλλαγών ΕΜ και ΕΜ και ουσιαστικά ταυτίζει τα εμπορεύματα που ανταλλάσσονται ή πρόκειται να ανταλλαχθούν μελλοντικά με το χρήμα, το ρευστό, σε τρέχοντες λογαριασμούς και λογαριασμούς καταθέσεων σε τράπεζες. Τα εμπορεύματα στα οποία η ποσότητα του χρήματος αντιστοιχεί στην παραπάνω εξίσωση θεωρούνται άμεσα ρευστοποιήσιμα, χωρίς να είναι απαραίτητα.

Είναι φανερό ότι οι παράμετροι Κ και Κ’, που το άθροισμά τους (Κ+Κ’) αναλογεί στην αξία του κοινωνικού προϊόντος και στη χρηματική τους μορφή εκφράζουν εισοδήματα από κέρδη, μισθούς και συντάξεις, προσόδους από ενοίκια και τόκους, κρατικούς φόρους για κατανάλωση ή αναδιανομή από το κράτος, αποθεματικά ταμείων, κτλ., αφενός εξαρτώνται από τον πλούτο μιας κοινωνίας και, φυσικά, από τη διανομή αυτού του πλούτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις και στρώματα, αφετέρου, από τις ροπές που αναπτύσσονται εντός των διαφόρων κοινωνικών τάξεων -προς κατανάλωση έναντι αποταμίευσης (αν πρόκειται για εργαζόμενους) και προς επένδυση έναντι κατανάλωσης ή αποταμίευσης (αν πρόκειται για κατόχους κεφαλαίων). Αυτές οι ροπές με τη σειρά τους είναι συνάρτηση (ή, καλύτερα, βρίσκονται σε μια αμφίδρομη σχέση διαλεκτικής αλληλεπίδρασης) με τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες, ντόπιες και παγκόσμιες, και την πολιτική, στο βαθμό που ο κρατικός παρεμβατισμός μπορεί να τις επηρεάσει. Από τη άλλη μεριά, ο έλεγχος της ποσότητας του χρήματος (N) και των αποθεματικών των τραπεζών (r) βρίσκεται στα χέρια της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως επίσης υπό τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται και ο καθορισμός του βασικού επιτοκίου δανεισμού στις άλλες τράπεζες, που είναι και το σημείο αναφοράς δανεισμού σε άτομα και επιχειρήσεις και καθορίζει πόσο «φτηνό» ή «ακριβό» είναι το χρήμα.

Στην παραπάνω εξίσωση στηρίζεται λίγο-πολύ η μονεταριστική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας ενός έθνους ή μιας ζώνης κοινού νομίσματος. Σκοπός της, σε συνδυασμό με την δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης, είναι η εξομάλυνση των περιοδικών booms & busts ή των πιστωτικών κύκλων που χαρακτηρίζουν σχεδόν κάθε εθνική καπιταλιστική οικονομία, η αποφυγή υφέσεων και κρίσεων που θέτουν το σύστημα σε κίνδυνο ή ως μοχλός εξόδου από τέτοιες υφέσεις και κρίσεις, εν συντομία η διατήρηση της ισορροπίας του οικονομικού συστήματος από οποιεσδήποτε διαταραχές. Γενικά, σε περιόδους ανάπτυξης της οικονομίας και αύξησης του ρυθμού και του όγκου των συναλλαγών τα Κ & Κ’ τείνουν να μειώνονται, ενώ τείνουν να αυξάνονται σε περίοδο υφέσεων.
Οι συνήθεις μονεταριστικές πρακτικές προσβλέπουν στην αντιστάθμιση τέτοιου είδους τάσεων στις χρηματικές ποσότητες K & Kκαι κατ’ επέκταση στις τιμές αγαθών ή τον πληθωρισμό και αποπληθωρισμό στο σύστημα, κυρίως με αυξομείωση του βασικού επιτοκίου: αυξητικές τάσεις, ιδιαίτερα του K’, χαρακτηριστικό υφεσιακών και αποπληθωριστικών τάσεων, μπορούν (ως ένα σημείο) να αντισταθμιστούν από μείωση του βασικού επιτοκίου και αντίστροφα. Κατά τον Keynes, αύξηση του N (με τύπωμα νέου χρήματος, αλλαγές ισοτιμίες προς τον χρυσό ή άλλα νομίσματα ή quantitative easing), αν και μακροπρόθεσμα μπορεί να έχει ανάλογη (πληθωριστική) επίπτωση στις τιμές, σε βραχύτερο χρονικό ορίζοντα μπορεί να επιδρά στις ποσότητες Κ & Κ’, στο σχετικό τους βάρος και, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των τραπεζικών αποθεματικών (r), οι τιμές να διατηρούνται σχετικά σταθερές, εφόσον τελικά παραγωγή και κατανάλωση ή η ζήτηση και προσφορά συγκλίνουν ή εξισορροπηθούν. 

Είναι φανερό ότι τέτοιου είδους επεμβάσεις σε μακροοικονομικό επίπεδο, όπως αποδείχτηκε άλλωστε κατ’ επανάληψη από την ιστορική εμπειρία, έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι γι αυτό, και παραθέτω μερικούς παρακάτω... Η παραπάνω εξίσωση κατ’ αρχήν παραγνωρίζει ή παρακάμπτει τη σύνθεση των K & K’ και την ανισοκατανομή της αγοραστικής δύναμης διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού, όπως και τις αποκλίσεις που λαμβάνουν χώρας ιδιαίτερα στη διάρκεια ενός οικονομικού boom. Επενδύσεις σε capital goods και σταθερά κεφάλαια, που είναι όρος επέκτασης της παραγωγής και γενικότερης ανάπτυξης, βασίζονται σε προσδοκίες κερδοφορίας σε βάθος χρόνου και είναι σχεδόν αδύνατο να προδιαγραφούν με ακρίβεια, ειδικά όσον αφορά τη ζήτηση και απορρόφηση των τελικών καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. Μόνον μερικώς τέτοιες επενδυτικές ροπές μπορούν να παρακινηθούν ή ανατροφοδοτηθούν από φτηνό χρήμα και χαμηλά επιτόκια, ιδιαίτερα σε συνθήκες γεωπολιτικής αβεβαιότητας ή πεπερασμένης και περιορισμένης διαθέσιμης πληροφορίας. Από την άλλη μεριά, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, οι παράμετροι στη σχέση της ποσότητας χρήματος και τιμών ή η κίνηση κεφαλαίων υπέρ των εθνικών ορίων ή οι σχετικές ισοτιμίες νομισμάτων ή ακόμα και οι τιμές βασικών εμπορευμάτων (όπως της ενέργειας από υδρογονάνθρακες ή του χρυσού) εξαρτώνται από συχνά απρόβλεπτους παράγοντες που δρουν εκτός των ορίων ελέγχου μιας κεντρικής τράπεζας. Επίσης, «φτηνό χρήμα» (σε σχέση πάντα με τις προσδοκώμενες κεφαλαιοκράτες και επενδυτές αποδόσεις), από μια μονεταριστική και μακροοικονομική πολιτική που αγνοεί τη σύσταση των Κ & Κ’, τις αποκλίσεις της αγοραστικής δύναμης εισοδημάτων σε σχέση με τις τιμές και την επέκταση της παραγωγικής χωρητικότητας σε έναν ή περισσότερους τομείς παραγωγής ή τις κινήσεις συσσωρευμένων κεφαλαίων που αναζητούν «κερδοφόρες» διεξόδους, οδηγεί σε over-trade και τελικά υπερπροσφορά αγαθών, επιβράδυνση και ύφεση· όπως συνέβη με τις «νέες τεχνολογίες» στις αρχές της χιλιετηρίδας ή στο credit crunch που συνόδευσε το φτηνό δανεισμό και την τεχνητή αύξηση τιμών στην αγορά κατοικίας. Χάριν στον καταμερισμό της εργασίας και τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής η ύφεση επεκτείνεται σε παρεμφερείς τομείς και τελικά διεισδύει στο σύνολο της οικονομίας. 

Το «φτηνό χρήμα» ή η αθρόα προσφορά χρήματος για την τόνωση μιας οικονομίας που διοχετεύεται στην κατανάλωση αντί για παραγωγικές επενδύσεις, δηλαδή χωρίς μελλοντικά ανάλογη μεγέθυνση του κοινωνικού προϊόντος, οδηγεί βέβαια σε πραγματικό πληθωρισμό ή, ακόμα χειρότερα, σε στασιμοπληθωρισμό, αύξηση του τιμάριθμου με στάσιμη την παραγωγή αγαθών, πιθανότατα ως αποτέλεσμα κάποιας σημαντικής, απότομης αύξησης του κόστους παραγωγής λόγω δράσης εξωγενών ως προς την εθνική οικονομία παραγόντων (παραδείγματος χάριν, απότομη μείωση της προσφοράς και αύξηση των τιμών ενέργειας, όπως στη δεκαετία του 1970, ή απότομη μείωση της αγροτικής παραγωγής και αύξηση του κόστους διατροφής).

No comments:

Post a Comment