Sunday, July 23, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 9 - Παραγωγικότητα, Κεφάλαιο, Κέρδος (B)

ΚΥΚΛΟΙ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ

Σημειώνω, επίσης, ότι το έναυσμα ενός νέου παραγωγικού κύκλου στον καπιταλισμό δεν δίνεται μόνον και απαραίτητα από ένα άλμα στην παραγωγικότητα, αλλά, ενδεχόμενα, είτε από ραγδαίες υποτιμήσεις ή διαγραφές κεφαλαίων που προηγουμένως έλαβαν χώρα λόγω πολέμων, φυσικών καταστροφών, δημογραφικών ανακατατάξεων, εξαιτίας και πάλι πολέμων και επιδημιών-πανδημιών αλλά και μετανάστευσης, είτε από προσδοκίες που η ανακάλυψη νέων αγορών, φυσικών πόρων, ενεργειακών αποθεμάτων, φτηνής εργασιακής ισχύος, κτλ. φέρνουν στην επιφάνεια. Θα αρκεστώ εδώ στην περιγραφή των αποτελεσμάτων ενός ανοδικού βήματος στην παραγωγικότητα. Είναι δουλειά του ιστορικού ματεριαλισμού να μελετήσει τα κύρια αίτια πίσω από την αφετηρία προηγούμενων κύκλων boom & bust στην ιστορία του καπιταλισμού.

Τούτο, λοιπόν, το άλμα στην παραγωγικότητα (ή κάποιο αντίστοιχο έναυσμα) που λαμβάνει χώρα στην επιχείρηση του κεφαλαίου Α (ή και ταυτόχρονα σε ένα αριθμό επιχειρήσεων στον συγκεκριμένο ή παρεμφερείς τομείς παραγωγής) αποτελεί αφετηρία σε μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις και φαινόμενα στο οικονομικό πεδίο:

(α) Πραγματοποίηση της αξίας S=K×P, όπου Κ΄Κ, και η νέα τιμή προσφοράς του εμπορεύματος P’ είναι μικρότερη ή ίση της επικρατούσης μέχρι τούδε τιμής αγοράς του αγαθού (ή ομοειδών του). Βεβαίως, στα πλαίσια του ανταγωνισμού εφόσον αυτός δεν έχει παραμορφωθεί από τον σχηματισμό μονοπωλίων ή παρεμβάσεις του κράτους ή άλλων οργανισμών, το κεφάλαιο Α μπορεί να προσφέρει το εμπόρευμά του σε μικρότερες από τις επικρατούσες στην αγορά τιμές με σκοπό τη διεύρυνση του μεριδίου του στην αγορά εις βάρος των κεφαλαίων  B, C,… που δρουν στην ίδια σφαίρα, ενώ ταυτόχρονα να διατηρεί στο ακέραιο ή και να αυξάνει την κερδοφορία του. Ενίοτε, η ρύθμιση και των δύο μεγεθών K, Pπου χαρακτηρίζουν την παραγωγή ενός εμπορεύματος σε μια περίοδο ΔΤ, δηλαδή της ποσότητας και της τιμής του, γίνεται θυσιάζοντας ένα μέρος του ποσοστού κέρδους που το κεφάλαιο Α είναι σε θέση δυνάμει να απολαμβάνει. Από τα κεφάλαια B, C, … κτλ. εκείνα που θα κατορθώσουν να ισοφαρίσουν την παραγωγικότητα και αντισταθμίσουν το πλεονέκτημα της επιχείρησης Α στην κερδοφορία του (ο ανταγωνισμός και ροή κεφαλαίων τείνει να ισοσταθμίζει τα ποσοστά κέρδους μεταξύ επιχειρήσεων σε έναν τομέα, αλλά και μεταξύ ανομοιογενών τομέων και διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών), και εφόσον το αγαθό και τα ομοειδή του θα προσφέρονται πλέον σε χαμηλότερες τιμές, θα έχει ως αποτέλεσμα γενικά χαμηλότερες τιμές στην εν λόγω κατηγορία. Η τιμή του προϊόντας διαμέσου του ανταγωνισμού και της ισοστάθμισης των κεφαλαιακών αποδόσεων θα συγκλίνει προς την πραγματική, ανταλλακτική τους αξία με δεδομένη τη μικρότερη εργασιακή ενέργεια που κάθε εμπόρευμα, εξαιτίας της ανόδου στην παραγωγικότητας, ενσωματώνει. Τα υπόλοιπα κεφάλαια είτε θα πτωχεύσουν, είτε θα απορροφηθούν υποτιμημένα μέσω εξαγορών (acquisitions). 
 
(β) Επιτάχυνση της συσσώρευσης της υπεραξίας s και του κεφαλαίου με την πραγματοποίηση αξιών και του turnover S. Το συσσωρευμένο κεφάλαιο (μετά από μερίσματα στους μετόχους και κατόχους του, τοκοχρεολύσια, φόρους, ενοίκια, κτλ.) μετά από έναν ή περισσότερους κύκλους παραγωγής (ΔΤ) είτε επανεπενδύεται περιοδικά στην επέκταση της χωρητικότητας της παραγωγής με γνώμονα προσδοκίες ως προς την αύξηση των μονάδων Κ’ αγαθού με το χρόνο (ή παρεμφερών ή ομοειδών αξιών χρήσης), είτε αποταμιεύεται και παραμένει άεργο με τη μορφή χρήματος εν αναμονή μελλοντικών επενδυτικών ευκαιριών, είτε ενσωματώνεται ή μεταμορφώνεται σε κάποιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και για να φέρει έσοδα από ετερογενείς επενδύσεις αυτού του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τόκους, είτε χρησιμοποιείται για την εξαγορά μικρότερων επιχειρήσεων στον ίδιο ή συμπληρωματικούς τομείς, είτε μεταφέρεται σε άλλες σφαίρες παραγωγής ή και χώρες. 

Συνοψίζοντας, ένα άλμα ή μια ραγδαία επιτάχυνση της κερδοφορίας υποκινούμενη από ένα αντίστοιχο βήμα στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, απελευθερώνει και ενισχύει, σε συνδυασμό με τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, μια σειρά από οικονομικές δυνάμεις και συνιστά δυνάμει έναυσμα στις παρακάτω τάσεις που αφορούν στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής:

1.    Σε τάσεις μείωσης των τιμών ή και της αύξησης του όγκου των αγαθών που παράγονται, το τελευταίο συνήθως με πολλαπλασιασμό ομογενών, ετερογενών ή νέων αξιών χρήσης (π.χ. καινοτομίες στις τηλεπικοινωνίες και την πληθώρα των κινητών συσκευών που πλέον παράγονται). Η μείωση της τιμής, φαινομενικά αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, στην ουσία της οφείλεται στο ότι κάθε αγαθό πλέον ενσωματώνει λιγότερη εργασιακή ενέργεια σε σχέση με την προηγούμενη φάση παραγωγής που χαρακτηριζόταν από σχετικά χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας. Η αύξηση του όγκου των αγαθών εντός της ίδιας σφαίρας παραγωγής πολλές φορές εκδηλώνεται με τον πολλαπλασιασμό των αξιών χρήσης, δηλαδή παράγωγων, διαφοροποιημένων προϊόντων που εξυπηρετούν διαφορικές κλιμακώσεις της ίδιας ανάγκης. Άλλες φορές, μια τεχνολογική ανακάλυψη ή καινοτομία και η εφαρμογή της σε νέες αξίες χρήσης οδηγεί στην εμφάνιση νέων κατηγοριών αγαθών: στα αρχικά στάδια της παραγωγής τους, μέχρις ότου οι δυνάμεις της αγοράς (της προσφοράς και ζήτησης) και του ανταγωνισμού των κεφαλαίων εξισορροπηθούν, η κατηγορία αυτή παραγωγής χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα τιμών και κερδών. Και δύναται να καταλήξει σε κρίσεις υπερπροσφοράς και υπερπαραγωγής αγαθών με διόγκωση απούλητων αποθεμάτων από τις επιχειρήσεις, ραγδαίες πτώσεις τιμών, και την τελική υποβάθμιση και καταστροφή του μέρους του κεφαλαίου που τα αδιάθετα εμπορεύματα συνιστούν.

2.    Σε πτώχευση ή εξαγορά επιχειρήσεων, που ισοδυναμεί με υποτίμηση ή και εγκατάλειψη, καταστροφή και μηδενισμό κεφαλαίων που δεν επιβιώνουν σε αυτόν τον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα είναι η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και η δημιουργία ολιγοπωλίων και μονοπωλίων εντός της συγκεκριμένης σφαίρας παραγωγής. Ταυτόχρονα, η είσοδος νέων κεφαλαίων στην ίδια, πλέον «ώριμη» από την άποψη των ρυθμών ανάπτυξης της, σφαίρα παραγωγής γίνεται δυσκολότερη λόγω του μεγέθους που μια ανταγωνιστική επένδυση στην ίδια κατηγορία αξιών χρήσης απαιτεί, ενώ η ένταση του ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση το κίνητρο για αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται.

3.    Συσσώρευση & υπερσυσσώρευση κεφαλαίου χάριν στο valorisation (διατίμησή) που η υψηλότερη παραγωγικότητα και η, έστω προσωρινή και παροδική, αύξησης της κερδοφορίας επιτρέπει. Το συσσωρευμένο κεφάλαιο, η net asset value της επιχείρησης ή, όπως αποτιμείται από την αγορά με βάση προσδοκίες, το market capitalization της ανά πάσα στιγμή, σε κάποια φάση αναζητεί εκ νέου επενδύσεις, παράλληλα με νέες αγορές που η μεγέθυνση του όγκου παραγωγής που η άνοδος της παραγωγικότητας προσφέρει και η ανάγκη, βέβαια, της πραγματοποίησης της αξίας που παράγεται και των κερδών, δηλαδή του valorization του κεφαλαίου. Σε ώριμες σφαίρες παραγωγής μεγάλης κλίμακας, σε μεγάλο βαθμό μηχανοποιημένες και αυτοματοποιημένες, με υψηλό λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο, ένα μέρος αυτού συσσωρευμένου κεφαλαίου επανεπενδύεται εντός της παραγωγής στο χρονικό σημείο στο οποίο απαιτείται η αναπλήρωση αυτού του εξοπλισμού λόγω φθοράς. Λόγω της συσσώρευσης του κεφαλαίου, βέβαια, το ποσοστό κέρδους υπολογιζόμενο ως προς το συνολικό κεφάλαιο θα τείνει να μειώνεται με το χρόνο.

Είναι φανερό ότι όλες οι παραπάνω πρωταρχικές τάσεις που αναπτύσσονται θα δρουν προς την κατεύθυνση της μείωσης του ποσοστού κέρδους. Ενώ το κεφάλαιο ενθαρρύνει και αξιοποιεί την ενίσχυση της παραγωγικότητας, ενόσω και εφόσον αυτή δρα στην κατεύθυνση της αύξησης του ποσοστού κέρδους του, αυτή καθαυτή η άνοδος της παραγωγικότητας αναπτύσσει δυνάμεις που εν τέλει έρχονται σε αντίφαση ή θέτουν φραγμούς στην αύξηση του ποσοστού κέρδους. Με άλλα λόγια, άλματα στην παραγωγικότητα ενώ τονώνουν την κερδοφορία σε απόλυτα (μάζα κέρδους) και σχετικά μεγέθη (μέσο ποσοστό κέρδους) και είναι προϋπόθεσή της, από την άλλη, χάριν στον ανταγωνισμό και την τάση ισοστάθμισης των ποσοστών κέρδους με τη ροή κεφαλαίων εντός μιας σφαίρας παραγωγής και της οικονομίας γενικότερα, αυτή η αυξημένη κερδοφορία δημιουργεί φραγμούς σε αυτές τις αυξητικές τάσεις του κέρδους και την περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικότητας. Περίοδοι εντατικής παραγωγής και υψηλής κερδοφορίας, αύξησης του όγκου των εμπορευμάτων ή και των τιμών τους (σχετικά πάντα με την έμφυτη ανταλλακτικής αξία και την εργασιακή ενέργειά που ενσωματώνουν) και ενδεχόμενα των μισθών, διαδέχονται από φάσεις υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, και συνακόλουθα φάσεις πτώσης, πολλές φορές ραγδαίας, αυτής της κερδοφορίας, και τελικά υποτίμησης και καταστροφής κεφαλαίων (μηχανήματα και εγκαταστάσεις σε αχρησία, πτωχεύσεις επιχειρήσεων και διαγραφή χρεών προς το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κτλ.): μείωση της παραγωγής (υφέσεις) και οικονομικές κρίσεις που εξαπλώνονται λόγω του κοινωνικοποιημένου χαρακτήρα της παραγωγής από μια σφαίρα στη γενικότερη οικονομία.

“The periodical depreciation of existing capital— one of the means immanent in capitalist production to check the fall of the rate of profit and hasten accumulation of capital-value through formation of new capital — disturbs the given conditions, within which the process of circulation and reproduction of capital takes place, and is therefore accompanied by sudden stoppages and crises in the production process.” Με άλλα λόγια, οι καπιταλιστικές υφέσεις και κρίσεις είναι συμφυείς του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής και αποτέλεσμα της θεμελιώδους αντίθεσής του, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό και την εσωτερική, φυσική ροπή του για την αύξηση της κερδοφορίας και της συσσώρευσης πλούτου.  “Capitalist production seeks continually to overcome these immanent barriers, but overcomes them only by means which again place these barriers in its way and on a more formidable scale. The real barrier of capitalist production is capital itself. It is that capital and its self-expansion [that] appear as the starting and the closing point, the motive and the purpose of production; that production is only production for capital and not vice versa, the means of production are not mere means for a constant expansion of the living process of the society of producers.”

No comments:

Post a Comment