ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Η τεχνολογική ανάπτυξη, με την αξιοποίηση της συσσωρευμένης γνώσης και κύριο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας μιας κοινωνίας (την αύξηση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται από έναν πληθυσμό ανά άτομο), συμβαδίζει στον καπιταλισμό σχεδόν αδιάλειπτα με την τάση για μεγιστοποίηση των κερδών και ρυθμών συσσώρευσης πλούτου από το κεφάλαιο, ανατροφοδοτείται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και από μια άποψη είναι προϋπόθεση διατήρησης και αύξησης των ποσοστών κέρδους. Αυτή η ανάπτυξη συνήθως συμβαίνει με ασυνεχή τρόπο, με τυχαία άλματα ή μικρά ή μεγάλα βήματα και διαδίδεται από το μερικό και την εστία του (τη μεμονωμένη επιχείρηση, τον μικροοικονομικό-παραγωγικό οργανισμό ή κρατικό, υπερεθνικό ή ιδιωτικό ερευνητικό φορέα), στο γενικό (διαχέεται στη σφαίρα παραγωγής και μετέπειτα στην εθνική και παγκόσμια οικονομία). Και οι δύο τάσεις, της ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου, όντας παράγωγες της θεμελιώδους αντίθεσης, οδηγούν στην άλλη συνακόλουθη αντίφαση, χαρακτηριστική του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής και σημαντική ως προς την ιστορική εξέλιξη του: στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει. Μια πτωτική τάση που παρουσιάζεται εμφανέστερη και εντονότερη μετά από περιόδους επιτάχυνσης της κερδοφορίας και συσσώρευσης κεφαλαίων, ενώ ταυτόχρονα ορθώνεται ως φραγμός στην περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της κερδοφορίας και της κοινωνικής παραγωγής εν γένει.
Η τεχνολογική ανάπτυξη, με την αξιοποίηση της συσσωρευμένης γνώσης και κύριο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας μιας κοινωνίας (την αύξηση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται από έναν πληθυσμό ανά άτομο), συμβαδίζει στον καπιταλισμό σχεδόν αδιάλειπτα με την τάση για μεγιστοποίηση των κερδών και ρυθμών συσσώρευσης πλούτου από το κεφάλαιο, ανατροφοδοτείται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και από μια άποψη είναι προϋπόθεση διατήρησης και αύξησης των ποσοστών κέρδους. Αυτή η ανάπτυξη συνήθως συμβαίνει με ασυνεχή τρόπο, με τυχαία άλματα ή μικρά ή μεγάλα βήματα και διαδίδεται από το μερικό και την εστία του (τη μεμονωμένη επιχείρηση, τον μικροοικονομικό-παραγωγικό οργανισμό ή κρατικό, υπερεθνικό ή ιδιωτικό ερευνητικό φορέα), στο γενικό (διαχέεται στη σφαίρα παραγωγής και μετέπειτα στην εθνική και παγκόσμια οικονομία). Και οι δύο τάσεις, της ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου, όντας παράγωγες της θεμελιώδους αντίθεσης, οδηγούν στην άλλη συνακόλουθη αντίφαση, χαρακτηριστική του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής και σημαντική ως προς την ιστορική εξέλιξη του: στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει. Μια πτωτική τάση που παρουσιάζεται εμφανέστερη και εντονότερη μετά από περιόδους επιτάχυνσης της κερδοφορίας και συσσώρευσης κεφαλαίων, ενώ ταυτόχρονα ορθώνεται ως φραγμός στην περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της κερδοφορίας και της κοινωνικής παραγωγής εν γένει.
Αυτή η τάση διαπιστώθηκε κατ’ αρχήν από τους κλασικούς
της πολιτικής οικονομίας, όπως οι Smith και Ricardo, και κατόπιν
διεξοδικότερα από τον Μαρξ, αλλά τελικά καταγράφηκε, αναλύθηκε και εξηγήθηκε
στη βάση της εργασιακής θεωρίας της αξίας και υπεραξίας στα πλαίσια της
μαρξιστικής κριτικής του καπιταλισμού. Συνιστά αντίφαση, με την έννοια ότι δρα
σε κατεύθυνση αντίθετη προς τις συστημικές δυνάμεις και τις συμφυείς ροπές του
κεφαλαίου, δηλαδή αντενεργεί προς την έμφυτη ροπή του συστήματος προς
μεγιστοποίηση αυτού του ποσοστού κέρδους και των διάφορων λογιστικών εκδοχών
του. Ως ιστορική τάση απαιτεί διεξοδικότερη περιγραφή,
διεισδυτικότερη προσέγγιση και μελέτη, λαμβάνοντας βέβαια υπόψιν τις δυσκολίες
που παρουσιάζει η μελέτη τέτοιων ιστορικών τάσεων στο ποσοστό κέρδους και τη
συσσώρευση κεφαλαίων και πλούτου, μέσα από διαφορετικές σφαίρες παραγωγής που
εμφανίζονται στο προσκήνιο, ωριμάζουν και πολλές φορές μεταλλάσσονται ή
παρέρχονται, μέσα σε ένα παγκόσμιο πεδίο παραγωγής όπου συνυπάρχουν διαφορετικά
εθνικά μοντέλα καπιταλιστικής ανάπτυξης (κρατικά-γραφειοκρατικά μοντέλα, μικτές
οικονομίες με διαφορετικούς λόγους συμμετοχής στο κοινωνικό προϊόν του κρατικού
προς τον ιδιωτικό τομέα, νέο-αποικιακά, laissez-faire, κτλ.) Ως
τέτοια παραμένει αμφιλεγόμενη και, επομένως, εξακολουθεί να προτάσσεται ως
υπόθεση, επιδεχόμενη εμπειρικής επαλήθευσης, αλλά με τις προφανείς, συνακόλουθες
δυσκολίες που η τελευταία ενέχει- όπως ήδη αναφέρθηκε. Πριν όμως με
απασχολήσουν οι οποιεσδήποτε ενδείξεις, εμπειρικές, στατιστικές και άλλες,
αυτής της τάσης στην ιστορική της διάσταση, θα σταθώ αρχικά σε κάτι που είναι
πλέον εμφανές και ρουτίνα στην παρατήρηση της μέχρι τούδε πορείας του
καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής: τις περιοδικές αυξομειώσεις της
κερδοφορίας του κεφαλαίου, τις υφέσεις και κρίσεις, στις οποίες σχεδόν
αναπόφευκτα καταλήγουν περίοδοι οικονομικής ανάπτυξης και υψηλής κερδοφορίας,
και τις υποβόσκουσες δυνάμεις που δρουν σε αυτές τις κατ’ ουσία αντίθετες
φάσεις της ανόδου και πτώσης των μέσων ποσοστών κέρδους του κεφαλαίου, μεταξύ
περιόδων φαινομενικής σταθερότητας και ισορροπίας. Το αν η καμπύλη που
παρεμβάλλεται σε αυτήν την εμπειρικά αποδεδειγμένη κυκλική και ταλαντευτική
συμπεριφορά του μέσου ποσοστού κέρδους (επιχειρηματικού, εμπορικού, επιτοκίων δανεισμού,
ενοικίων, κτλ.) κατά την ιστορική πορεία του συστήματος τείνει σε χαμηλότερα
μεγέθη και με ποιο ρυθμό εξασθένισης, και το αν οι ταλαντώσεις αυτές ανάμεσα σε
«τοπικά» μέγιστα και ελάχιστα αποσβένονται, είναι εξίσου σημαντικά ζητήματα και
αφορούν στον παροδικό ή απόλυτο χαρακτήρα του συστήματος, αλλά θα με
απασχολήσει αργότερα.
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ & ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑ
Ας ξεκινήσουμε με αφετηρία την εργασιακή βάση της αξίας και, κατά λογική επέκταση, της υπεραξίας× η τελευταία συνιστά και αντικατοπτρίζεται στο καπιταλιστικό κέρδος και εφόσον η αξία των εμπορευμάτων υλοποιείται με τη μετατροπή της ανταλλακτικής αξίας τους σε χρήμα, το κεφάλαιο διατιμείται και «πραγματοποιείται» (valorized) στην αγορά. Αν και το κεφάλαιο ούτε εκτιμά, ούτε υπολογίζει, ούτε μετράει αποδόσεις, valorization, κτλ. στη βάση ανταλλακτικών αξιών και υπεραξίας, αλλά στη βάση τιμών αγοράς και κερδών εκπεφρασμένων σε μονεταριστικές μονάδες, η χρήση όρων αξίας και υπεραξίας δεν αφαιρεί στο ελάχιστο την ισχύ των επιχειρημάτων, ούτε παραμορφώνει τα φαινόμενα προς ανάλυση. Το αντίθετο: προσφέρει αφαιρετικές δυνατότητες και αποκαλύπτει την ουσία πίσω από το κέλυφος και τον μανδύα με τον οποίο αυτά τα οικονομικά φαινόμενα και οι κινήσεις στην αγορά εμπορευμάτων και κεφαλαιακών αξιών παρουσιάζονται σε μας καθημερινά.
Το επιχειρηματικό κεφάλαιο αποσυντίθεται σε σταθερό (σταθερά μέσα παραγωγής – κτίρια, μηχανήματα, κτλ., πρώτες και βοηθητικές ύλες, ενέργεια κίνησης, κτλ.), έστω c, και μεταβλητό (εργασιακή ενέργεια), έστω v, σε διαφορετικούς λόγους μεγεθών των δύο συστατικών του (v/c), ένας λόγος που εξαρτάται από τον τομέα παραγωγή και, εντός των ορίων μιας κοινωνίας στο βαθμό που αυτά διαγράφονται σε έναν παγκόσμιο χώρο, από το βαθμό τεχνολογικής ανάπτυξης της. Το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, η εργασία, θέτει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, το σταθερό μέρος του κεφαλαίου, για την παραγωγή συνολικής αξίας S=K×P (ή Κ μονάδων εμπορεύματος σε τιμής αγοράς P) εντός μιας περιόδου ΔΤ. (Υποθέτω ότι σε συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, όπου η τιμή συμπίπτει με την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, αυτή η αξία ενσωματώνει τη μέση κοινωνική εργασιακή ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή του.) Η εργασία, που το κόστος της στοιχειοθετεί το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, προσθέτει αξία (δημιουργεί υπεραξία, επιπλέον του κόστους πρώτων υλών και απόσβεσης μηχανημάτων, δηλαδή μιας ήδη «αντικειμενικοποιημένης» εργασίας που απλά μεταφέρεται στην αξία του τελικού αγαθού) ίση με s=S-(v+c). Το ποσοστό υπεραξίας ως προς το κόστος εργασίας (v), ως μέτρο εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, εκφράζεται ως a=s/v , ενώ το ποσοστό κέρδους ως προς το συνολικό κεφάλαιο (συμπεριλαμβανομένης και της απόσβεσης σταθερών συστατικών του, όπως μηχανήματα, εγκαταστάσεις, κτλ.) που επενδύθηκε στην αρχή αυτής της περιόδου θα είναι r=s/(c+v).

Κατ’ αρχήν, η παραπάνω ανισότητα συνεπάγεται c'<c+Δv, που σημαίνει ότι η οποιαδήποτε ενίσχυση της παραγωγικότητας έχει για το ατομικό κεφάλαιο νόημα εφόσον η μείωση του κόστους εργασίας υπερκεράζει τη νέα αξία των μέσων παραγωγής που μεταφέρεται στο τελικό αγαθό (την απόσβεση των σταθερών στοιχείων και την αξία των πρώτων και άλλων βοηθητικών υλών). Με άλλα λόγια, η αύξηση της παραγωγικότητας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά επιδιώκεται εφόσον έχει κάποιον προσδοκώμενο αντίκτυπο σε υψηλότερη κερδοφορία. Σε κάθε περίπτωση, ενίσχυση της παραγωγικότητας (και αυτό ανεξάρτητα του τομέα παραγωγής) αλλοιώνει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου β σε β’, κατά κανόνα υπέρ του σταθερού και εις βάρος του μεταβλητού μέρους του (αν και η παραπάνω ανισότητα επιτρέπει το c’ να είναι αυθαίρετα μικρότερο του αρχικού c), δηλαδή εν γένει β΄>β. [Σημ.: Εφαρμογή μιας τεχνολογίας που θα αυξάνει την κεφαλαιακή απόδοση, σε σχέση με τη μέχρι τούδε ή κάποιο επιχειρηματικό benchmark, προϋποθέτει μιαν αρχική επένδυση ΔC σε σταθερό κεφάλαιο, που είναι έξοδο (cash outflow) για τους κατόχους του, επιπλέον της αξίας των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων ή της NAV της επιχείρησης, και στο σχηματισμό της απόφαση για την εν προκειμένω επένδυση υπεισέρχονται πιο σύνθετες αναλύσεις στη βάση NPV μελλοντικών εσόδων (cash inflows) ή καθαρών κερδών.]
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ & ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑ
Ας ξεκινήσουμε με αφετηρία την εργασιακή βάση της αξίας και, κατά λογική επέκταση, της υπεραξίας× η τελευταία συνιστά και αντικατοπτρίζεται στο καπιταλιστικό κέρδος και εφόσον η αξία των εμπορευμάτων υλοποιείται με τη μετατροπή της ανταλλακτικής αξίας τους σε χρήμα, το κεφάλαιο διατιμείται και «πραγματοποιείται» (valorized) στην αγορά. Αν και το κεφάλαιο ούτε εκτιμά, ούτε υπολογίζει, ούτε μετράει αποδόσεις, valorization, κτλ. στη βάση ανταλλακτικών αξιών και υπεραξίας, αλλά στη βάση τιμών αγοράς και κερδών εκπεφρασμένων σε μονεταριστικές μονάδες, η χρήση όρων αξίας και υπεραξίας δεν αφαιρεί στο ελάχιστο την ισχύ των επιχειρημάτων, ούτε παραμορφώνει τα φαινόμενα προς ανάλυση. Το αντίθετο: προσφέρει αφαιρετικές δυνατότητες και αποκαλύπτει την ουσία πίσω από το κέλυφος και τον μανδύα με τον οποίο αυτά τα οικονομικά φαινόμενα και οι κινήσεις στην αγορά εμπορευμάτων και κεφαλαιακών αξιών παρουσιάζονται σε μας καθημερινά.
Το επιχειρηματικό κεφάλαιο αποσυντίθεται σε σταθερό (σταθερά μέσα παραγωγής – κτίρια, μηχανήματα, κτλ., πρώτες και βοηθητικές ύλες, ενέργεια κίνησης, κτλ.), έστω c, και μεταβλητό (εργασιακή ενέργεια), έστω v, σε διαφορετικούς λόγους μεγεθών των δύο συστατικών του (v/c), ένας λόγος που εξαρτάται από τον τομέα παραγωγή και, εντός των ορίων μιας κοινωνίας στο βαθμό που αυτά διαγράφονται σε έναν παγκόσμιο χώρο, από το βαθμό τεχνολογικής ανάπτυξης της. Το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, η εργασία, θέτει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, το σταθερό μέρος του κεφαλαίου, για την παραγωγή συνολικής αξίας S=K×P (ή Κ μονάδων εμπορεύματος σε τιμής αγοράς P) εντός μιας περιόδου ΔΤ. (Υποθέτω ότι σε συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, όπου η τιμή συμπίπτει με την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, αυτή η αξία ενσωματώνει τη μέση κοινωνική εργασιακή ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή του.) Η εργασία, που το κόστος της στοιχειοθετεί το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, προσθέτει αξία (δημιουργεί υπεραξία, επιπλέον του κόστους πρώτων υλών και απόσβεσης μηχανημάτων, δηλαδή μιας ήδη «αντικειμενικοποιημένης» εργασίας που απλά μεταφέρεται στην αξία του τελικού αγαθού) ίση με s=S-(v+c). Το ποσοστό υπεραξίας ως προς το κόστος εργασίας (v), ως μέτρο εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, εκφράζεται ως a=s/v , ενώ το ποσοστό κέρδους ως προς το συνολικό κεφάλαιο (συμπεριλαμβανομένης και της απόσβεσης σταθερών συστατικών του, όπως μηχανήματα, εγκαταστάσεις, κτλ.) που επενδύθηκε στην αρχή αυτής της περιόδου θα είναι r=s/(c+v).
Μια τεχνολογική ανακάλυψη και καινοτομία (ένα καινούργιο
μηχάνημα ή ρομπότ, σύστημα αυτοματισμού, ισχυρότερες δυνάμεις επεξεργασίας και
υπολογισμού, αποτελεσματικότερη χρήση της ενέργειας ή νέες φτηνότερες μορφές
της, κτλ.) ή μια νέα μέθοδος οργάνωσης της παραγωγής που εισάγεται σε μια
επιχείρηση εντός ενός τομέα παραγωγής, δυνάμει
επιτρέπει στην ίδια περίοδο αναφοράς ΔΤ την παραγωγή περισσότερων μονάδων
προϊόντων με το ίδιο κόστος και χρόνο εργασίας ή, ισοδύναμα, την ίδια ποσότητα
μονάδων σε μικρότερο χρόνο και χαμηλότερο κόστος, δηλαδή λιγότερους
εργαζόμενους απασχολούμενους τον ίδιο χρόνο ή τον ίδιο αριθμό εργαζομένων
απασχολούμενων για λιγότερο χρόνο. Σε κάθε περίπτωση συζητάμε για αύξηση της
παραγωγικότητας μιας επιχείρησης, όπου η ίδια ή περισσότερη αξία, ο ίδιος ή
μεγαλύτερος όγκος αγαθών, παράγεται με χαμηλότερο κόστος εργασίας, και αυτή η
αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε αλλοίωση της «οργανικής» σύνθεσης
του κεφαλαίου, από c=β×v σε c’=β’×v’ όπου c’ η νέα αξία
του τμήματος του σταθερού κεφαλαίου που μεταφέρεται στο τελικό αγαθό και v’=v-Δv το νέο μειωμένο κόστος εργασίας που επιτυγχάνει η αύξηση
της παραγωγικότητας.
Το ατομικό κεφάλαιο (Α) που προχωρά στην αύξηση της παραγωγικότητάς του με κάποιο τρόπο προσδοκά την πραγματοποίηση της ίδιας (ή μεγαλύτερης) αξίας σε σχέση με την αρχική, S, αλλά οπωσδήποτε με υψηλότερο ποσοστό κέρδους (ή στη χειρότερη περίπτωση ίσο με το μέσο ποσοστό κέρδους που επικρατεί στον συγκεκριμένο τομέα):
Το ατομικό κεφάλαιο (Α) που προχωρά στην αύξηση της παραγωγικότητάς του με κάποιο τρόπο προσδοκά την πραγματοποίηση της ίδιας (ή μεγαλύτερης) αξίας σε σχέση με την αρχική, S, αλλά οπωσδήποτε με υψηλότερο ποσοστό κέρδους (ή στη χειρότερη περίπτωση ίσο με το μέσο ποσοστό κέρδους που επικρατεί στον συγκεκριμένο τομέα):
Κατ’ αρχήν, η παραπάνω ανισότητα συνεπάγεται c'<c+Δv, που σημαίνει ότι η οποιαδήποτε ενίσχυση της παραγωγικότητας έχει για το ατομικό κεφάλαιο νόημα εφόσον η μείωση του κόστους εργασίας υπερκεράζει τη νέα αξία των μέσων παραγωγής που μεταφέρεται στο τελικό αγαθό (την απόσβεση των σταθερών στοιχείων και την αξία των πρώτων και άλλων βοηθητικών υλών). Με άλλα λόγια, η αύξηση της παραγωγικότητας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά επιδιώκεται εφόσον έχει κάποιον προσδοκώμενο αντίκτυπο σε υψηλότερη κερδοφορία. Σε κάθε περίπτωση, ενίσχυση της παραγωγικότητας (και αυτό ανεξάρτητα του τομέα παραγωγής) αλλοιώνει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου β σε β’, κατά κανόνα υπέρ του σταθερού και εις βάρος του μεταβλητού μέρους του (αν και η παραπάνω ανισότητα επιτρέπει το c’ να είναι αυθαίρετα μικρότερο του αρχικού c), δηλαδή εν γένει β΄>β. [Σημ.: Εφαρμογή μιας τεχνολογίας που θα αυξάνει την κεφαλαιακή απόδοση, σε σχέση με τη μέχρι τούδε ή κάποιο επιχειρηματικό benchmark, προϋποθέτει μιαν αρχική επένδυση ΔC σε σταθερό κεφάλαιο, που είναι έξοδο (cash outflow) για τους κατόχους του, επιπλέον της αξίας των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων ή της NAV της επιχείρησης, και στο σχηματισμό της απόφαση για την εν προκειμένω επένδυση υπεισέρχονται πιο σύνθετες αναλύσεις στη βάση NPV μελλοντικών εσόδων (cash inflows) ή καθαρών κερδών.]
No comments:
Post a Comment