Saturday, January 28, 2017

Πρόγονοι - 3 Ο Ηλίας και η Άννα

Η θεία Άννα πέθανε πέρσι, το 2016. Ποιαν ημερομηνία, ποιον μήνα ακριβώς δεν θυμάμαι, ούτε έχει σημασία. Δεν καταχωρήθηκε στο νου με κάποιαν ίσως περισσότερο δέουσα προσοχή όταν ειπώθηκε, σε μια από τις πολλές συζητήσεις με τον Πατέρα, ούτε βρισκόμουν στη γενέτειρά μου τότε. Ο Πατέρας το ανέφερε στο Skype -παρεμπιπτόντως είναι αλήθεια και συμφραζόμενο με άλλα αταίριαστα γεγονότα, εξίσου καθημερινά, ασήμαντα, αν όχι και τετριμμένα. Πολλές γενιές πέρασαν και χάθηκαν στις σκιές του χρόνου από τον καιρό της φυγής από το Μελένικο και της προσφυγιάς, και η θεία Άννα, η ανύπαντρη κόρη του Ηλία, η πρώτη ξαδέρφη του Πατέρα, ήταν η τελευταία που είχε απομείνει από τη γενιά και το παρακλάδι του Ηλία στο οικογενειακό μας δέντρο. Ήταν ο πλησιέστερος συγγενής της και, βάσει νόμου, ο υπεύθυνος για τα διαδικαστικά ζητήματα που προκύπτουν από τον θάνατο κάποιου. Η Άννα είχε ζήσει περισσότερο από όσο αναλογεί στον καθένα μας και ο θάνατος της, θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν αναμενόμενος. (Φαίνεται να μετράμε πολλούς θανάτους τελευταία, φίλων, συγγενών και προσωπικοτήτων που η ζωή τους συνδέθηκε και πέρασε για λίγο ή πολύ καιρό παράλληλα  τη δική μου, κάτι που βεβαίως σχετίζεται με το περασμένο πλέον και της δικής μου ηλικίας. Όσο περνάνε τα χρόνια, όσο πλησιάζει και η δική μου σειρά, τόσο πιο συχνά και εντατικά θα παίζει ο θάνατος παιχνίδια με τη συνείδηση και τη σκέψη και το θυμικό, τόσο πιο κοντά θα αναπνέει στο σβέρκο του Πατέρα και της Μάνας, όχι πλέον μακριά κι από το δικό μου.)

Η θεία Άννα, μιαν ύπαρξη ξεχασμένη, στις παρυφές αυτού που απέμεινε από τη μεγάλη οικογένεια των Ι. και τις έγνοιες της, ήρθε πρόσκαιρα στο προσκήνιο αυτού που λέμε «στενός οικογενειακός κύκλος» μάλλον αναπάντεχα, όταν πλέον όλοι μετρούσαν τις τελευταίες μέρες της ζωής της, όπως και αυτές που θα ακολουθούσαν τον θάνατό της. Ούτως ώστε να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες, γραφειοκρατικές, κληρονομικές, και τα λοιπά, όποιου εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Ούτως ώστε, εν ολίγοις, να κλείσει με το καλύτερο δυνατό τρόπο, όσον αφορά τα λιγοστά ενδιαφερόμενα εναπομείναντα συγγενικά μέρη αυτό καθαυτό το γεγονός του θανάτου. Μέχρι τότε φιγούραρε στα άγραφα περιθώρια και του δικού μου βιβλίου της ζωής, φυλλαράκι ενός απόμακρου, σχεδόν αψηλάφητου, κλαδιού στο γενεαλογικό μου δέντρο, που δεν ήταν πολύς καιρός που είχα αρχίσει να εξερευνώ. Λογικά, λοιπόν, ο θάνατος της με επηρέασε ανεπαίσθητα από συναισθηματική άποψη, σχεδόν καθόλου· δεν έφερε κάποιο βούρκωμα ή συγκίνηση ή σταγόνες λύπης, όπως είχε γίνει με παππούδες και γιαγιάδες και τον θείο τον Μάριο. Δεν θέλω να πιστεύω ότι ήταν ζήτημα αναισθησίας ή σκληρής καρδιάς εκ μέρους μου. Συγκίνηση, αντίθετα, έφερε ο τρόπος που ο Πατέρας μάζεψε τις λιγοστές δυνάμεις και ενέργεια που απέμεινε στην ηλικία του και τακτοποίησε τα περί του θανάτου τα τυπικά, και προστάτεψε τα λιγοστά υπάρχοντα της Άννας, το πατρικό διαμερισματάκι και μερικά χιλιάρικα, από τους σκοτεινούς χαρακτήρες του περιβάλλοντος της που τα επιβουλεύονταν. Από μιαν ψυχρή πραγματιστική σκοπιά, ήταν δεύτερου βαθμού συγγενής, πρώτη ξαδέρφη του Πατέρα, και ένα κοινό επίθετο το μόνο που μας ένωνε, δυο διαδοχικές γραμμές στου καταλόγους του ΟΤΕ, και ίσως πολλά αδιευκρίνιστα, αόρατα γονίδια, ένα κοινό DNA. Αλλά όταν ένα φύλλο κιτρινίζει και πέφτει κάτω από το δέντρο των γενιών και όταν ένα κλαδί αυτού του δέντρου νεκρώνεται, όπως έγινε με την οικογένεια της θείας Άννας, κοιτάς λίγο παρακάτω στο δέντρο, στις ρίζες, στον κορμό και την ιστορία του.

Και έτσι συνέβη. Σα να ήταν κάποιος σταθμός αυτός ο θάνατος στο ταξίδι της δικής μου ζωής και με έκαμε να κοντοσταθώ και να γυρίσω το κεφάλι πίσω – στο παρελθόν, όσο πιο βαθιά σε αυτό που η μνήμη των εναπομεινάντων ζωντανών επιτρέπει. Με τα χρόνια μου είχα πλήρη επίγνωση ότι το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου το άφησα πίσω. Είναι πασίγνωστο και λογικό και κοινότοπο: όσο περνάν τα χρόνια, όσο το μέλλον κοντύνει, όσο η μνήμη και οι αναμνήσεις της υπερκεράζουν ανισόμετρα τις φιλοδοξίες, τις προσδοκίες, τα όνειρα για το μέλλον και τα λοιπά σχετικά, τόσο τείνει ο νους να κοιτάζει πίσω, να σκαλίζει, άλλοτε ευγνώμων και με γεμάτη καρδιά, άλλοτε με λύπη, άλλοτε με νοσταλγία, αυτόν τον εισέτι υπερσυσσωρευμένο χρόνο, να τον συντηρεί και φυλάγει στις μνήμη του με νύχια και δόντια, να τον περιθάλπει και διατηρεί ζωντανό στο μυαλό του. Το βλέπω και στις κουβέντες των γονιών και των γερόντων. Το θα περιορίζεται στο τι φαγητό θα έχουμε αύριο, τι καιρό θα κάνει σήμερα, τι θα φέρω από το μαγαζί, ή το πολύ-πολύ ποτέ θα τους δω και θα φέρω τα παιδιά. Μερικοί λένε ότι όλο αυτό το ζύγισμα και ξαναζύγισμα του παρελθόντος συνιστά μια υποσυνείδητη ή ενστικτώδη προσπάθεια να ξαναζήσει, όσες φορές γίνεται στις μέρες που του απέμειναν, μέσα από τις μνήμες, εμπειρίες και γνώσεις, τη ζωή του.  

Ήταν, λοιπόν, αναμενόμενος και φυσιολογικός ο θάνατος της θείας· μετά από 88 χρόνια ζωής έφαγε τα ψωμιά που ήταν να φάει, όπως πολλοί λένε άπρεπα και με δόση κυνισμού, και, τέλος πάντων, ζωή σε λόγου μας. Στην οικογενειακή φωτογραφία που τραβήχτηκε γύρω στο 1930, υπογεγραμμένη από τον Εβραίο φωτογράφο E. Αhila, δυο-τριών χρονών κοριτσάκι καθισμένη στα πόδια του μπαμπά της του θείου Ηλία, η πιο νέα ύπαρξη, το στερνοπαίδι μιας πλατιάς, ζωντανής και ακμαίας οικογένειας, κοιτάει με αξιοθαύμαστη σοβαρότητα τον φακό -με τα μεγάλα μάτια που χαρακτήριζαν όλο το σόι, από του Πατέρα τη μεριά. Το μαλλί ίσιο, κοντό, καλοχτενισμένο, σκουρόχρωμο, γυαλιστερό από κάποια μπριγιαντίνη ευκαιρίας, ασορτί με ένα σκούρο φορεματάκι και τα λουστρίνι πέδιλα. Το δέρμα στα πόδια και χέρια και αυτό σκουρόχρωμο κάτι κοντά στο σοκολατί, όσο μπορεί κανείς να συμπεράνει από μια παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία· ίσως από μαύρισμα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, ίσως από κάποια ανομοιογένεια στο φωτισμό του φωτογράφου, ίσως ακόμα και από έλλειψη φωτογένειας. Μοναδικά κοντράστ γύρω από το πρόσωπο της μικρής Άννας ήταν τα άσπρα καλτσάκια της, το γκρίζο κουστούμι του πατέρα της, του θείου Ηλία, και το πρόσωπο μιας αρσενικής κούκλας με ψηλό καπέλο – καρικατούρα κάποιου χορευτή της εποχής, από αυτές που δίνουν οι φωτογράφοι σε νήπια για να τους αποσπάσουν την προσοχή. Αλλά η Άννα εστίαζε με καταπληκτική πειθαρχία και σοβαρότητα στο φακό, κρατώντας αδιάφορα την κούκλα. Έμελλε να ήταν η τελευταία από τους παριστάμενους στη φώτο-ενσταντανέ του 1930 που θα αποχαιρετούσε τα εγκόσμια.

Την συνάντησα καμιά δυο φορές στη ζωή μου που να θυμάμαι. Την πρώτη φορά ως παιδί με έναν ξάδελφο που έμενε απέναντι της, ένα κυριακάτικο πρωινό πριν πάμε στο σινεμά ΔΗΜΗΤΡΑ, ξαναμμένα παιδιά στη δεκαετία του ’70 για την ‘Κατάλληλη δι’ Ανηλίκους’ παράσταση, ένα διπλό και καμιά φορά τριπλό σόου -από αυτά που αναπόφευκτα συμπεριλάμβαναν κινούμενα σχέδια ή κωμικά σκετς του Χοντρού και του Λιγνού, συν κάποιο γουέστερν ή ιστορικό έπος του Χόλυγουντ. Η θεία Άννα που έμενε δίπλα, θυμάμαι, μας πρόσφερε κάτι σαν πρωϊνό με μπισκότα και γάλα σε μια μικρή κουζίνα, πάνω σε ένα τραπεζάκι στρυμωγμένο δίπλα στην κουζινόπορτα με το τζάμι. Δεν είχαμε και πολλά πάρε-δώσε, όπως λένε, καθώς η οικογένεια πληθυνόταν και απλωνόταν στο χώρο, χέρι-χέρι με την αντιπαροχή, το ανελέητο κτίσιμο και την επέκταση της πόλης, και τις μεταθέσεις και τα πολλά ‘εκτός έδρας’ του Πατέρα και της Μάνας. Ούτε θυμάμαι να μιλήσαμε, πόσο μάλλον το τι ειπώθηκε, τότε που ο Πατέρας με παρουσίασε, έναν λιγομίλητο και απρόθυμο έφηβο στο θείο τον Ηλία, στο διαμέρισμα της 28ης Οκτωβρίου όπου έμενε με τα παιδιά του, για μια τελευταία φορά λίγο πριν το θάνατό του -κατ’ επιθυμία του θείου Ηλία.

Ο θείος Ηλίας αναδείχτηκε από νωρίς και μάλλον εκ των πραγμάτων σε κεντρική φυσιογνωμία στην οικογένεια των Ι., ως πρωτότοκος γιος του προ-πάππου του Παναγιώτη, βράχος τις μέρες του ξεριζωμού και συνεκτικός κρίκος της οικογένειας στους πρώτους δύσκολους μήνες της προσφυγιάς από το Μελένικο, στο δρόμο για το Σιδηρόκαστρο και μετά τη Θεσσαλονίκη, όπου έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα. Ο μοναδικός ανάμεσα στα επτά αδέρφια που μορφώθηκε και αναρριχήθηκε κοινωνικά, αν όχι κατ’ αναλογία και οικονομικά, από τα βάθη και, για πολλούς, το στίγμα της προσφυγιάς μετά τον αναγκαστικό διωγμό από το Μελένικο του 1913, που αποτελείωσε τον πατέρα του, τον γερο-Παναγιώτη, και πολλούς άλλους. Αποφοίτησε από το Εμπορικό Λύκειο του Στεφάνου Νούκα, σχεδόν τριτοβάθμιου επιπέδου εκπαίδευση τότε, έπιασε δουλειά στην επεξεργασία και το εμπόριο του καπνού, διευθυντής στη δούλεψη ενός αγράμματου, αλλά εύπορου, μεγαλέμπορου ιδιοκτήτη, που δεν ήξερε και, χωρίς τον Ηλία, δεν θα μάθαινε τίποτε από το που «παν τα τέσσερα» στο εμπόριο. Ο Ηλίας στήριξε την επιχείρηση, κράτησε σχεδόν μόνος του τα ηνία της, την έστησε και πρόκοψε κυριολεκτικά, τότε στα χρόνια του μεσοπολέμου που τα καπνά στην περιοχή ήταν μεγάλη και αναπτυσσόμενη μπίζνες.

Παντρεύτηκε την Κατίνα του γένους Τσώπρου, την ‘Τσωπρούδα’ όπως την πείραζε ο παππούς ο Λεωνίδας, η οποία ήταν συγγενής ενός ακόμα διακεκριμένου Μελενικιώτη, του Κωνσταντίνου Τσώπρου, μια μορφωμένη και δυναμική γυναίκα, που άρμοζε στην προσωπικότητα και κύρος του Ηλία. Στην οικογενειακή φωτογραφία, το αγέρωχο, αλλά αξιοπρεπές κι ευπρεπές, βλέμμα της κοιτάζει μακριά από τον φακό προς την άλλη γωνιά της αίθουσας, με τη δεξιά παλάμη πάνω στην αριστερή με σχεδόν ευλαβικό τρόπο, μικρή αντανάκλαση, ίσως, της προσωπικότητας πίσω από τη φυσιογνωμία. Το σύντομο βιογραφικό της Κατίνας, μια σελίδα δακτυλογραφημένη, κορνιζαρισμένη και κρεμασμένη για χρόνια σ’ έναν από τους τοίχους του μικρού διαμερίσματος του Ηλία και της Άννας, στερνή θύμηση της ύπαρξής της Κατίνας, το βρήκα καταχωνιασμένο στη σακούλα με τα λιγοστά υπάρχοντα, κυρίως φωτογραφίες, που μάζεψε και έφερε σπίτι μας ο Πατέρας μετά το θάνατό της. Ανάμεσα στα άλλα έγραφε: «Εγεννήθη εις το Μελένικον το 1895… Εφοίτησε εις το ημιγυμνάσιον Μελενίκου… Εφοίτησε εις το Γυμνάσιον Σερρών ως υπότροφος του Ελληνικού Δημοσίου από το οποίον απεφοίτησεν και πάλιν με ΑΡΙΣΤΑ δια την εξαιρετικήν της επίδοσιν εις τας σπουδάς της και ιδίως εις την φωνητικήν μουσικήν εκτέλεσιν… Αμέσως διορίσθη μετά την αποφοίτησιν της ως Διδασκάλισσα εις το Παρθεναγωγείον Μελενίκου μέχρι το 1913 παραιτηθείσα έκτοτε λόγω του ότι υπανδρεύθη μετά του Ηλία Π. Ι. μετά του οποίου απέκτησεν 7 τέκνα εκ των οποίων τελικώς ευρίσκονται εν ζωή μόνον δύο (2). Απεβίωσε εις ηλικίαν 78 ετών εν Θεσ/νίκην.» Η ζωή της είχε αρχή, μέση και τέλος. Άφησε ένα μικρό στίγμα στον κόσμο του καιρού της. Θα έλεγε κανείς, εκ των υστέρων, ότι σχεδόν όλα ήταν προδιαγραμμένα και προσδιορισμένα από το περιβάλλον της και το zeitgeist. Όπως λίγο-πολύ η κάθε ζωή.

Ο πολιτικός συντηρητισμός του Ηλία («δεξιός» ήταν από τους χαρακτηρισμούς που σχεδόν αδιάλειπτα και εμφατικά χρησιμοποιούσε ο Πατέρας σε αναφορές στον θείο του, τον καιρό της αριστεροτροπίας του ίδιου), ριζικά αντίθετος στις αντιλήψεις που υιοθέτησαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, τα πολιτικοποιημένα τουλάχιστον, είχε ρίζες ιστορικές. Από τη μια μεριά ήταν ένας ενστικτώδης συντηρητισμός και η αντανακλαστική, φυσική καχυποψία προς το καινούργιο σε μια κοινωνία, βαθιά συντηρητική, που όμως τραβιόταν από πολλές μεριές να προοδεύσει και αναπτυχθεί, ένας αστικός αντι-φιλελευθερισμός (αν είναι δόκιμος ο όρος στο πολιτικό μας λεξικό), αλλά, από την άλλη μεριά, και κυρίως θεμελιώθηκε και παγιώθηκε σ’ έναν αντι-βενιζελισμό, ενόσω ο Βενιζέλος εκπροσωπούσε το προοδευτικό, εκσυγχρονιστικό κι εξωστρεφές κομμάτι της ελληνικής πολιτικής σκηνής μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Βενιζέλος, από τους πρωταγωνιστές της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, κατά κάποια μάλλον αντι-διαλεκτική συλλογιστική στιγματίστηκε στο μυαλό του Ηλία ως ο κύριος υπεύθυνος της παράδοσης του Μελένικου στους Βούλγαρους, σ’ έναν άξεστο εχθρό, ως ο κύριος συντελεστής στο τραγικού τέλους μιας πολιτισμένης και εύπορης κοινότητας, του ξεριζωμού της οικογένειας της οποίας ήταν ο de facto επικεφαλής, Με λίγες λέξεις, ο Βενιζέλος πρόδωσε τα όνειρα και ιδανικά εκατοντάδων συντοπιτών του, ανέτρεψε τις ζωές τους και του ίδιου. Ίσως, η αναρρίχηση του στις διευθυντικές θέσεις μιας μικρομεσαίας επιχείρησης της μεσοπολεμικής Ελλάδας, στα σκαλιά δηλαδή της αναδυόμενης από τις στάχτες των πολέμων μεσοαστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, μολονότι σε αναντιστοιχία με τη μικρή σχετικά περιουσία που τελικά κατάφερε να σωρεύσει, να συνέβαλλε στο κρυστάλλωμα των πολιτικών ιδεών ή, αν όχι ιδεών, μιας πάγιας και συνεπούς πολιτικής στάσης. Όντας η “δεξιά” πτέρυγα μιας οικογένειας, η οποία αν και δεν κουβαλούσε κάποιο εργατικό ιστορικό από το Μελένικο, ωστόσο βρήκε τον εαυτό της στο μεσοπόλεμο πιο κοντά στην εργατική τάξη και ιστό της Θεσσαλονίκης, τον συντηρητισμό του ο Ηλίας, τον ακολούθησε με εξαιρετική συνέπεια μέχρι τέλους. Σταθερός αναγνώστης της «Βραδυνής», διαπλεγμένος καθ’ οδόν ζωής με τον Στέφανο Στεφανόπουλο και πολιτικούς παράγοντες παρόμοιας πάστας, διαχωρίστηκε από την υπόλοιπη οικογένεια, έχτισε τη δικιά του παράλληλη ζωή. Μαρτυρίες για πατερναλιστικές παρεμβάσεις και ενδοοικογενειακές πολιτικές συγκρούσεις και μαλώματα ή πείσματα δεν έφτασαν στα αυτιά μου. Σεβάστηκε την αντίθετη πολιτική βούληση των υπόλοιπων.

Η Κατίνα κι ο Ηλίας μεγάλωσαν το Δημήτρη,  τον ήρεμο και συγκεντρωμένο έφηβο εκείνης της οικογενειακής φωτογραφίας που στεκόταν χαμογελαστός πίσω από τη μαμά και τον μπαμπά, τον Τάκη τους, που σπούδασε κι έγινε δικηγόρος, υποσχέθηκε να ανέβη ένα ακόμα σκαλοπάτι παραπάνω από τον πατέρα του. Ανακάλυψα το όνομα του με τη σημείωση «Απεβίωσεν» δίπλα σε μια χειρόγραφη “Κατάστασιν των εκ του Μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης διαγραφέντων δικηγόρων κατά το έτος 1943” με άλλα είκοσι-δύο ονόματα, ανάμεσα τους των Γιομτώβ Γιακοέλ, Καμχή Ηλία, Κοέν Αβραάμ, Κοέν Αλφρέδο, Κοέν Ηλία, Κοέν Λάζαρο, Κοέν Σιμαντώβ, Κίσπη Ισωσήφ, Λεβής Αβραάμ, Μασαράννο Αλβέρτος, Μωυσής Σαούλ, Ναχμία Σαμουήλ, Οβαδιά Ηλία, Ρεβάχ Ιωσήφ, Σιακή Αλβέρτο, Σιακή Ισαάκ και Φαρατζή Μεναχέμ. Ήταν οι Εβραίοι δικηγόροι, υφάδια και στημόνια στο πανί της σαλονικιώτικης προπολεμικής κοινωνίας, που  διαγράφηκαν εκείνην την 27η Φεβρουαρίου του 1943 από τον δικηγορικό σύλλογο, δυο μόλις βδομάδες αφότου καταφτάσανε στην πόλη οι Hauptsturmführer των SS, τα πρωτοπαλίκαρα του Eichmen, Dieter Wisliceny και Alois Brunner μαζί με 100 άντρες, μετά από «Διαταγή της Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης». Και μετά ξεριζώθηκαν. Το τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε στην τραγική  ζωή των Εβραίων, όχι μόνον των δικηγόρων ανάμεσά τους, είναι λίγο-πολύ γνωστά. H ιστορία δυστυχώς σπάνια κοντοστέκεται στη μοίρα των κοινών θνητών, που σκέφτονται, μοχθούν, πολεμούν, δρουν στο παρασκήνιο των μεγάλων γεγονότων, ενώ χωρίς αυτούς, τις μάζες του, ιστορική κίνηση δεν υφίσταται. Τον πρώιμο θάνατο του Τάκη τον θυμάται ακόμα ο Πατέρας, θυμάται να τον άκουσε οχτώ χρόνων παιδί, στο κατώφλι του σπιτιού της Τούμπας, και τον θρήνησε.

Τα άλλα δυο παιδιά του Ηλία, ο Λάκης και η Άννα δεν διακρίθηκαν στις ζωές τους όσο οι δυο γονείς τους ή κι ο πρώιμα χαμένος αδερφός τους. Στη φωτογραφία του 1930, τα μάτια του Λάκη δεν είχαν τη σπιρτάδα και τη λάμψη αυτών του αδερφού του. Ωστόσο το παιδικό χαμόγελο στη φωτογραφία πρόδιδε ανεξάντλητη παιδική ζωηράδα, που πολλοί συνδέουν με μια έμφυτη ευφυία. Υπάρχουν πάντα κι οι εξαιρέσεις. O πρώιμος θάνατος του Τάκη το 1943 και μετά της Κατίνας, το 1978, η προσωπικότητα του Ηλία, έφερε τα δυο τελευταία αδέρφια, την Άννα και τον Βαγγέλη, κοντά, αλλά συνάμα χαμήλωσε κι άλλο τους ορίζοντες τους. Ίσως, να έπαιξε το ρόλο της η ευφυΐα και προσωπικότητα και, αναρωτιέμαι, ο συντηρητικός δογματισμός κι αυταρχισμός του Ηλία, που θα καταπίεσε πολλές από τις φιλοδοξίες τους, τους έστρεψε στην πεπατημένη, μπορεί και σε μονοπάτια πιο στενά ακόμα από αυτήν την πεπατημένη, στο δημοσιοϋπαλληλίκι, στα κατηχητικά και τις εκκλησίες,. Παραστάθηκε στον πατέρα του, ο Λάκης ο εφοριακός, μέχρι το τέλος μιας ζωής που κράτησε ενενήντα τέσσερα χρόνια και έληξε το Γενάρη του 1983. Παρά την αδύναμη καρδιά και τα πολλά εμφράγματα, ο αστός ένοικος της πρώτης πολυκατοικίας της Μακένζι Κινγκ (με ασανσέρ) διατήρησε τη διαύγεια και το καθαρό μυαλό, μαζί με τον πολιτικό του συντηρητισμό μέχρι τις τελευταίες του μέρες κατάκοιτος στο διαμερισματάκι της 28ης Οκτωβρίου. Τέτοια ήταν η μαρτυρία του Πατέρα, που έτρεφε σεβασμό και εκτίμηση μεγάλη για τον θείο Ηλία, μεγαλύτερη από την εκτίμηση προς τον ίδιο του τον πατέρα.

Ο Λάκης, μεσήλικας και με την πρώιμη σύνταξη του εφοριακού πλέον, παντρεύτηκε μια χήρα από τη Σίνδο, έφυγε από το πατρικό διαμέρισμα στην αναζήτηση κάποια τελευταίας ερωτικής λάμψης ή κάποιου «βολέματος» και παρηγοριάς πριν τον θάνατο. Η Άννα έμεινε γεροντοκόρη, δεν έκαμε παιδιά. Από προσωπικές απογοητεύσεις, από ματαιόδοξη επιλεκτικότητα και την υπεροψία της ομορφιάς που είχε στα νιάτα της, από κάποια συνειδητή επιλογή να στρέψει πνεύμα και σώμα μακριά από έρωτες εξαιτίας της απορρόφησης της από τα κατηχητικά, το λόγο και φόβο του θεού και τον τρόμο της κόλασης, κόμπλεξ, ποιος ξέρει; Γιατί δεν ήταν άσχημη ως νέα. Στη σακούλα με τα ξεφυλλισμένα άλμπουμ, ανάμεσα σε αναρίθμητες εκδρομές σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με γκρουπ και κατηχητικά, βρήκα το πορτραίτο ενός νεαρού με στολή αξιωματικού του εμπορικού ναυτικού κι ένα σημείωμα αγάπης γραμμένο στο πίσω μέρος: «Στην αγαπημένη Αννούλα γι’ αναμνήσεις κι’ αγάπη»: μοναδική ένδειξη κάποιου νεανικού ερωτικού σκιρτήματος.

Με λίγα λόγια, η ζωή της Αννούλας υπήρξε μετρημένη, χωρίς πολύ, σχεδόν καθόλου, δράμα και δράση, χωρίς διακρίσεις, πιθανές βαθιές μελαγχολίες και θλίψεις, σκαμπανεβάσματα, που τελικά βρήκε παρηγοριά στην εκκλησία. Ουδείς θα τη χαρακτήριζε αυτή τη ζωή μεστή και πολύχρωμη, το αντίθετο: άχρωμη, χλιαρή, σχεδόν μοναστική θα ήταν πιο απτά επίθετα. Σαν περπάτημα σε μιαν ανοιχτή πεδιάδα χωρίς δένδρα, με μονότονα γκρίζους ουρανούς. Και θα πέρασε γρήγορα, χωρίς πολύ άγχος, χωρίς έγνοιες δουλειάς και μεγαλώματος παιδιών, χωρίς τους αναπόφευκτους καυγάδες ενός αντρόγυνου, εφόσον δεν υπήρχε άντρας και συνεπώς αντικείμενο καυγά. Με τις μικροχαρές και την ξεγνοιασιά που εκδρομές με γκρουπ και φίλους σε μοναστήρια και άλλους ιερούς προορισμούς θα πρόσφεραν, την ενασχόληση με τα της ενορίας της- το αποκούμπι της, και αποκορύφωμα ένα πιστοποιητικό επαίνου από την εκκλησία για το θεάρεστο έργο και την ιερή αφοσίωσή της.

Με τον κόσμο της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας δεν είχα λογαριασμούς και σχέση, πέρα από εκείνη την υποχρεωτική και καταναγκαστική των σχολικών μου χρόνων, μόνον προκαταλήψεις, που η ζωή στην Ελλάδα καθημερινά δικαιολογεί. Αλλά, υποθέτω, ότι πέρα από τις λειτουργίες και ακολουθίες, τα εκκλησιαστικά πανηγύρια, τους εράνους, και τα άλλα σχετικά, η ζωή του θρήσκου μπορεί κι ακολουθεί κι άλλα μονοπάτια, περισσότερο κοσμοπολίτικα και χρωματιστά. Που να ξέρω; Στην περίπτωση της θείας Άννας, ένας κύκλος στένεψε γύρω της, μαζί με την ανημποριά του νου και τη χειροτέρευση της όρασής της. Έμειναν δυο-τρείς σκιώδεις χαρακτήρες από την ενορία της, κάποια άλλη θρήσκα το όνομα Καραπετσά, κάποιος Πέτρος «καντηλανάφτης», μαζί με μια σειρά από Αλβανίδες και Γεωργιανές που χωρίς το αζημίωτο, εννοείται, την φρόντιζαν στην τύφλα και τη γεροντική της άνοια. Φημολογήθηκε ότι μερικοί από αυτούς τους ενοριακούς, τους δήθεν γνήσιους φίλους και συμπαραστάτες, επιβουλεύθηκαν σαν κοράκια τις μικρο-καταθέσεις και το διαμερισματάκι της, μέχρι που τους σκόρπισε η παρέμβαση του Πατέρα, του πιο στενού εναπομείναντα συγγενή, στα κληρονομικά, γραφτά και δρώμενα. Άφαντοι από την κηδεία και το μνημόσυνο, οπότε τα περί εγκάρδιων φιλιών και συμπόνοιας για τον ανήμπορο συνάνθρωπο έχασαν κάθε δικαιολόγηση.

Τελικά, όπως όλοι οι άνθρωποι, η θεία Άννα έσβησε, «ηττήθηκε από τον χρόνο». Ο ήλιος έδυσε και το γκρίζο μιας μέτριας ζωής της έγινε απόλυτο σκοτάδι. Ο οικογενειακός της κύκλος, από βιολογική σκοπιά και ελλείψει επιγόνων έκλεισε με το θάνατο της, το κλαδί του Ηλία από το δέντρο των γενιών έπεσε ξερό χάμω και σκορπίστηκε από τους ανέμους των καιρών. Μια σακούλα με άλμπουμ, το κορνιζαρισμένου πορτραίτο του Τάκη του αδερφού της, η ταμπέλα του δικηγορικού του γραφείου, το βιογραφικό της Κατίνας, το πιστοποιητικό θανάτου του Πατέρα, ένας έπαινος της εκκλησίας για την φιλόθεη δράση της, αυτά και μόνον αυτά, απέμειναν σε μια γωνιά της αποθήκης μας. 

No comments:

Post a Comment