Sunday, January 15, 2017

Πρόγονοι - 2 Στη Θεσσαλονίκη

Ο προπάππους ο Παναγιώτης και η προγιαγιά η Κατίνα δώσαν ζωή σε έξι παιδιά. Μπορεί και περισσότερα, αλλά τόσα επέζησαν στους δύσκολους εκείνους καιρούς και παρά τη σχετική οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας του Μελένικου. Ο Ηλίας ήταν ο πρωτότοκος προνομιούχος, ο στύλος της οικογένειας στα δύσκολα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων και σε ό,τι θα ακολουθούσε μετέπειτα, άντρας πλέον, μπορεί και νιόπαντρος οικογενειάρχης κατά τον ξεριζωμό του 1913, θα ωρίμαζε σε έναν σεβαστό και μορφωμένο αστό. Μετά γεννήθηκε ο Γιάννης, ο παππούς ο Λεωνίδας, η Καλλιόπη, η Μαγδαληνή, και το ασθενικό στερνοπαίδι τους, ο Σωκράτης. Με μοναδική, λαμπρή εξαίρεση τον θείο τον Ηλία, που αποφοίτησε από το Εμπορικό Λύκειο του Νούκα στη Θεσσαλονίκη- με κύρος ανάμεσα στα λιγοστά ανώτερα εκπαιδευτήρια της εποχής σε μια μεταπρατική πόλη και που μαζί με την προγιαγιά Κατίνα ανάλαβαν τα ηνία της οικογένειας μετά το θάνατο του πατριάρχη, τα άλλα τα παιδιά του Παναγιώτη δεν ξεπέρασαν τη στοιχειώδη εκπαίδευση του δημοτικού, δηλαδή την γραφή, την ανάγνωση και μερικές πράξεις αριθμητικής, μαζί με όσα μπάλωσαν πάνω σε αυτήν την ανεπάρκεια με προσωπική πρωτοβουλία και αυτοδιδαχή και, βέβαια, από το «σχολείο της ζωής». Η προσφυγιά και η αναστάτωση που προκάλεσε αναμφισβήτητα έπαιξαν τον κύριο ρόλο στην κουτσή μόρφωση των περισσότερων. Μοιραία κι αναπόφευκτα, λοιπόν, κι ελλείψει κάποιας αξιόλογης κληρονομιάς ή προσόδου από κάποια ιδιοκτησία, δηλαδή με υλικά εφόδια όσα η οικογένεια κατάφερε και περιέσωσε από το Μελένικο και τις πενιχρές αποζημιώσεις ή διευκολύνσεις από το κράτος στα περιθώρια των μεταπολεμικών συνθηκών, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η κοινωνική εξέλιξη από τα χαμηλά στρώματα των εργατών και των μικρο-υπαλλήλων δεν συνέβη για τους περισσότερους. Ούτε και ήταν εύκολο να συμβεί.

Ο Ηλίας με τα εφόδια της σχολής, τα γράμματα που έμαθε και την εξυπνάδα του, ανάλαβε γρήγορα  το ρόλο διοικητή σε μιαν επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας καπνού ενός αγράμματου (και, κατά τις φήμες, ντιπ ανίκανου) ιδιοκτήτη, έφτιαξε το δικό του σπιτικό με αυτάρκεια και προκοπή. Μεσοαστός πλέον, μετακόμισε σε πολυκατοικία στη Μακένζι Κινγκ, από τις πρώτες της Θεσσαλονίκης και μάλιστα με ασανσέρ. Είχε από νέος προβλήματα με την καρδιά του, ο θείος ο Ηλίας, και το να ανεβοκατεβαίνει σκαλιά ήταν ένας μικρός καθημερινός αγώνας που θα έβαζε σε ρίσκο τη ζωή του. Παραμένει όμως αξιοθαύμαστο πως δραπέτευσε από τα δόντια του χάρου αρκετές φορές τέτοιους καιρούς και χρόνια, και παρά τα τρία και, ίσως, περισσότερα εμφράγματα πέθανε σε βαθιά γεράματα.

Ο Γιάννης, ο outsider, γνώρισε μια ζωντοχήρα στην Άνω Πόλη, στο Τμήμα Μεταγωγών, και αποκόπηκε από τον κορμό της οικογένειας. Ο Πατέρας θυμάται να τον επισκέφτηκε μια-δυο φορές εκεί που έμενε. Μου είπε ότι η οικογένεια τον αποκήρυξε. Το πιο πιθανόν ο Γιάννης να είχε ερωτευθεί εκείνη τη ζωντοχήρα της Άνω Πόλης, να τον είχε τυλίξει ένας μη συμβατικός και καθόλου φευγαλέος έρωτάς, και, τελικά, έχοντας απορρίψει κοινωνικές και οικογενειακές συμβάσεις της εποχής να είχε αποξενωθεί με δική του πρωτοβουλία από την υπόλοιπη οικογένεια. Τα ίχνη του και αυτά των παιδιών του, αν έκανε παιδιά και υπάρχουν, εξαφανίστηκαν μετά τον πόλεμο.

Ο παππούς ο Λεωνίδας βρήκε κάποια «ελαφριά», χωρίς ευθύνη, δουλειά κλητήρα στο σύλλογο των Καπνεμπόρων, στον πάτο της υπαλληλικής ιεραρχίας. Ίσως να έβαλε κι ο μεγάλος ο αδερφός ο Ηλίας το χέρι του, κάποιο μέσο, κάποια από τις διασυνδέσεις του στου Νούκα και την επιχείρηση που ανάλαβε, και να τον βόλεψε, σε δύσκολες συνθήκες για πολλούς. Θα ήταν η κύρια απασχόλησή του, συν καμιά-δυο άλλες του ποδαριού στην Κατοχή -μικροπωλητής με κασελάκι ή στο μανάβικο που άνοιξε με τον κουνιάδο του για να το κλείσουν σε μερικούς μήνες, μιας λίγο αξιοσημείωτης ζωής. Η Κατίνα με τη βοήθεια του παππού, του τρίτου σε σειρά αρχαιότητας, αν όχι και καπατσοσύνης ή ικανοτήτων στην οικογένεια, μετά τον αυτοδύναμο πλέον Ηλία, έναν από τους μπουρζουάδες της πόλης, και την αποσκίρτηση του Γιάννη, και με κάποιες χρυσές λίρες που η οικογένεια θα διέσωσε από το Μελένικο, ίσως και κάτι αποζημιώσεις από τις συμφωνίες παράδοσης του Μελένικου στους Βούλγαρους, εγκαταστάθηκαν σε ένα διώροφο που το είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι ιδιοκτήτες του. (Θα είχαν πάρει και αυτοί άρον-άρον το δρόμο για την Τουρκία με την επέκταση της ελληνικής επικράτειας στη Μακεδονία και τις ανταλλαγές των πληθυσμών.)

Το σπίτι, σε μια γειτονιά που θα κυριαρχήσει τις παιδικές μου αναμνήσεις, με τα ρέματα και τις αλάνες των παιδικών περιπετειών και περιηγήσεων, ήταν περιτριγυρισμένο από διώροφα σπίτια Ελλήνων ή Τούρκων που περιήλθαν σε Έλληνες, και κυρίως Εβραίων, και από μερικά διεσπαρμένα χαμόσπιτα για τη φτωχολογιά κάθε εθνότητας. Εκεί στην περιοχή Φλέμινγκ και του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου- το δώρο της Βαρόνης Χιρς στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης, σε μια ανώνυμη πάροδο ανάμεσα στη Δεληγιώργη και τη Γαμβέτα (που πολύ αργότερα ο Δήμος την ονόμασε Εκάβης και ακόμα αργότερα έριξε άσφαλτο πάνω στο χώμα και τις λάσπες της). Όταν, το 1935 γεννήθηκε ο Πατέρας, στο διώροφο έμενε η γιαγιά η Ευδοξία, η νεαρή γυναίκα του Λεωνίδα, η προσφυγοπούλα από το Μπαϊντίρι το 1922, η μυστήρια Μαγδαληνή και ο ωραίος Σωκράτης. Σε εκείνο το σπίτι, κάπου ανάμεσα στο 1936 και το 1937, η προγιαγιά η Κατίνα άφησε κι αυτή την τελευταία της πνοή μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε, αλλά με τα πιο πολλά παιδιά της να έχουν στεριώσει στη φιλόξενη και πολυπολιτισμική πόλη και να ξεκινούν τις δικές τους οικογένειες. Έγιναν, γίναμε Θεσσαλονικείς. Τον πόλεμο, την κατοχή, τις τραγωδίες, μικρές και μεγάλες, εθνικές και οικογενειακές που ακολούθησαν, την κάποια παλινόρθωση μετά τον Εμφύλιο και την πρόοδο των εγγονών της, για καλό ή για κακό, η Κατίνα δεν τις πρόλαβε. Αλλά το μερτικό της στις συμφορές το έζησε και το άντεξε με καρτερικότητα και την δύναμη που διαγραφόταν αδιάψευστα στο αποφασιστικό βλέμμα και την αρχοντική κορμοστασιά της. Και όλα τα σπίτια της γειτονιάς, της σαλονικιώτικης ρίζας από όπου ξεφύτρωσα, της Βικτώριας και της Μαίρης της Εβραίας που επέζησε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, του Εβραίου Ισαάκ, που και αυτός γύρισε ζωντανός μετά το ολοκαύτωμα, της οικογένειας του παιδικού μου φίλου, του Χρηστάκη του Τσιώτα, των Καζινέρηδων, της Τσαπατσάραινας της ταβερνιάρισσας, και του συντρόφου της, του Ίγκλις του συμμαθητή μου παραπέρα, του μισάνθρωπου θεολόγου, και άλλων, δίπατα αρχοντικά, κοινά του εποικισμού και μερικά διάσπαρτα χαμόσπιτα, με κανα δυο εξαιρέσεις οικογενειών που αντιστάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, τα σάρωσε η μπουλντόζα της αντιπαροχής, μαζί με τις ιστορίες και τις ζωές γενιών, αλλοεθνών κι Ελλήνων, που τα κατοίκησαν και χάθηκαν μαζί τους.  

Η Καλλιόπη από τη μεριά της καλοπαντρεύτηκε. Ένα μορφωμένο παιδί, συμπατριώτη της, από ευκατάστατη και, κατά τα ντοκουμέντα, ιστορική οικογένεια του Μελένικου, τον Γιώργο τον Παπάζογλου. Καθώς διάβαζα ιστορίες για το Μελένικο και το περίφημο μεταξουργείο του Παπάζογλου που μνημονεύεται σε βιβλία και αφηγήσεις, σαν αυτήν του Τσώπρου, και που το εργοστάσιό του απασχολούσε μέχρι και ογδόντα εργάτες. Ο Γιώργος, κατά τα φαινόμενα, συνδεόταν συγγενικά με τον μεγάλο μεταξουργό του Μελένικου. Σπουδαγμένος σε μια επαγγελματική σχολή βαφών και άλλων τέτοιων χημικών ουσιών στο Παρίσι (και σπουδές στο Παρίσι μόνον από κάποια επιφανή και εύπορη οικογένεια θα μπορούσαν να στηριχτούν οικονομικά τότε), άνοιξε τη δικιά του δουλειά, ένα εργαστήριο βαφής γουνών κι άλλων υφασμάτων στη Θεσσαλονίκη. Ο Πατέρας θυμάται χαρακτηριστικά ότι χάρισε μια γούνα στη γιαγιά την Ευδοξία, την κουνιάδα του. Όχι τίποτε σπουδαίο, ένα κομμάτι που οι γυναίκες φορούσαν γύρω από το λαιμό, αλλά οι γούνες εκείνα τα χρόνια της μιζέριας ήταν για τους λιγοστούς αστούς και αριστοκράτες, διαχρονικό σύμβολο πλούτου και κοινωνικής θέσης. Πως κάτι τέτοιο να ταίριαζε στο ντύσιμο και την εμφάνιση μιας προσφυγοπούλας από την παραγκούπολη της Τούμπας;  

Η μεγαλοπρεπής φωτογραφία της ολομέλειας της οικογένειας, μία, δυο και τρεις γενιές πίσω από τη δικιά μου, τραβήχτηκε γύρω στα 1930. Μόνον ο μακαρίτης πατριάρχης απουσιάζει. Δείχνει τον Γιώργο και τη θεία την Καλλιόπη ένα ζευγάρι σε αγάπη και αρμονία, το χέρι της Καλλιόπης να ξεκουράζεται, με μια έκφραση συζυγικής εμπιστοσύνης και αφοσίωσης στον αριστερό μηρό του Γιώργου, ενώ ο Αντρέας- ενός χρόνου μωρό- με ένα πρόσωπο γεμάτο απορία για το τι γίνεται, να κάθεται στο δεξί μηρό του μπαμπά. Ο μεγαλύτερος γιος του Γιώργου και της Καλλιόπης, ο Τάκης, πρώτος ξάδελφος του Πατέρα, με το πονηρό χαμόγελο και, αναπόφευκτα για ενσταντανέ τέτοιων προδιαγραφών στη μπλε ναυτική στολή επίσημων περιστάσεων, να κοιτάζει το φωτογράφο με το πάνω μέρος των ματιών του, ζει ακόμα ενόσω γράφονται τούτες οι γραμμές στα εδώ και καιρό περασμένα ενενήντα του χρόνια. Κατάκοιτος μεν, αλλά δεν είχε περάσει πολύς καιρό που επισκεπτόταν τον Πατέρα με ένα μπουκάλι ουίσκι, μαζί με σάκους από παλιές φωτογραφίες και βιβλία για ο Μελένικο, για να κουβεντιάσουν τα παλιά, την οικογένεια, τις ρίζες τους, να ανασκοπήσουν τις ζωές που ακολούθησαν τα κλαδιά και τα παρακλάδια της γενιάς τους. Ο θείος Τάκης στα βιβλία του υπογράμμιζε όλα τα αποσπάσματα περί του μεταξουργείου των Παπάζογλου και κάθε αναφορά στο όνομά του. Έβλεπε, με περηφάνια, κάτι τις περισσότερο σημαντικό από έναν κοινό τόπο στην καταγωγή του, που θα ξεπερνούσε τα στενά όρια της ύπαρξης του ίδιου και των προγόνων του.

Η μεγαλοπρεπής φωτογραφία της ολομέλειας της οικογένειας, μία, δυο και τρεις γενιές πίσω από τη δικιά μου, τραβήχτηκε γύρω στα 1930. Μόνον ο μακαρίτης πατριάρχης απουσιάζει. Δείχνει τον Γιώργο και τη θεία την Καλλιόπη ένα ζευγάρι σε αγάπη και αρμονία, το χέρι της Καλλιόπης να ξεκουράζεται, με μια έκφραση συζυγικής εμπιστοσύνης και αφοσίωσης στον αριστερό μηρό του Γιώργου, ενώ ο Αντρέας- ενός χρόνου μωρό- με ένα πρόσωπο γεμάτο απορία για το τι γίνεται, να κάθεται στο δεξί μηρό. Ο μεγαλύτερος γιος του Γιώργου και της Καλλιόπης, ο Τάκης, πρώτος ξάδελφος του Πατέρα, με το πονηρό χαμόγελο και, αναπόφευκτα για ενσταντανέ τέτοιων προδιαγραφών στη μπλε ναυτική στολή επίσημων περιστάσεων, να κοιτάζει το φωτογράφο με το πάνω μέρος των ματιών του, ζει ακόμα ενόσω γράφονται τούτες οι γραμμές στα εδώ και καιρό περασμένα ενενήντα του χρόνια. Κατάκοιτος μεν, αλλά δεν ήταν πολύ καιρό που επισκεπτόταν τον Πατέρα με ένα μπουκάλι ουίσκι, μαζί με σάκους από παλιές φωτογραφίες και βιβλία για ο Μελένικο, για να κουβεντιάσουν τα παλιά, την οικογένεια, τις ρίζες τους, να ανασκοπήσουν τις ζωές που ακολούθησαν τα κλαδιά και τα παρακλάδια της γενιάς τους. Ο θείος Τάκης στα βιβλία του υπογράμμιζε όλα τα αποσπάσματα περί του μεταξουργείου των Παπάζογλου και κάθε αναφορά στο όνομά του. Έβλεπε, με περηφάνια, κάτι τις περισσότερο σημαντικό από έναν κοινό τόπο στην καταγωγή του, κάτι που ξεπερνούσε τα στενά όρια της ύπαρξης του ίδιου και των προγόνων του. 

No comments:

Post a Comment