Saturday, January 7, 2017

Πρόγονοι - 1 Ο Παναγιώτης, ο μεταξάς

Ο προπάππους o Παναγιώτης, ο ibrişimci, o μεταξάς, δούλεψε ολάκερη τη ζωή του στη ντόπια μεταξουργία, από τις κεντρικές και προσοδοφόρες δραστηριότητες, μαζί με τα κρασιά και τα καπνά, στο Μελένικο εκείνης της εποχής, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Χειρώνακτας κατά κύριο λόγο, υποθέτω, με την έννοια ότι θα έπιαναν τα χέρια του, και καλός και γνωστός στην τέχνη του, για να του μείνει το επίθετο. Η παραγωγή μεταξωτών κλωστών, πρωτογενής ως ήταν και εξαγώγιμη προς την εξελιγμένη μανουφακτούρα της Δύσης, στηριζόταν περισσότερο στην πείρα γενεών και την προσωπική δεξιοτεχνία, δηλαδή στο χρόνο, την υπομονή και την πρακτική εφαρμογή. Απαιτούσε λιγοστά εργαλεία και τεχνολογίες, που ενδεχόμενα η βιομηχανική επανάσταση να διέθετε σε πρωτομάστορες σαν τον προπάππου, όσο αυτή άγγιζε και με αργούς ρυθμούς εξαπλωνόταν στα Βαλκάνια εκείνα τα χρόνια. Αλλά ο Παναγιώτης γνώριζε καλά την τέχνη του – το παρατσούκλι (αν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέτοιο) ή, καλύτερα, τίτλος αναγνώρισης της δεξιοτεχνίας του από την τοπική κοινότητα, έγινε με τα χρόνια επίσημη προσφώνηση και ετεροπροσδιορισμός του ίδιου και της οικογένειάς του σε δημόσιες συνάξεις, παρέμεινε το de facto επίθετο στα χριστιανικό ονόματα των απογόνων του τα ληξιαρχεία του κόσμου. Τον φαντάζομαι αρχιμάστορα σε ένα από τα εργοστάσια μεταξιού με αμοιβαίες σχέσεις κατανόησης, σεβασμού, ακόμα και φιλίας, και κοινοκτημοσύνης εμπειριών και ιστορίας, με τα πλουσιότερα αφεντικά, τους εργοστασιάρχες και τους εμπόρους. Ή, ακόμα, τον και με τη δική του βιοτεχνία και μερικούς μάστορες και μαθητευόμενους στη δούλεψή του. Μεταγενέστεροι επισκέπτες της πόλης λένε ότι το αρχοντικό αυτής της οικογένειας του μεταξουργού, χτισμένο σε κάποια σχετικά περίοπτη θέση, ακόμα σώζεται στο Μελένικο. Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, ήταν προκομμένος και επιδέξιος εργάτης, αναγνωρισμένος ανά την κοινότητα και την περιφέρεια τεχνίτης του μεταξιού. Παντρεύτηκε, εν μέρει εξαιτίας αυτής της αξιοσύνης του- μιαν αρχοντογυναίκα της πόλης: την Κατίνα τη Χατζηβάντση, κόρη κάποιου από τους άρχοντες του Μελένικου.

Έτσι κι αλλιώς, το Μελένικο εκείνης της εποχής ήταν στον μέσο του όρο εύπορη κοινότητα, με το ελληνικό στοιχείο κυρίαρχο, οικονομικά και πολιτιστικά, και σε μεγάλο βαθμό αυτόβουλο και αυτόνομο, στο κατά δύναμιν βέβαια και όσο τούτο το επέτρεπε η ολοένα και χαλαρότερη εξάρτηση από την Πύλη κατά τα λοίσθια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η αναπτυγμένη κοινοτική πρόνοια, χάριν στον πλούτο από τα κρασιά, τον καπνό, το μετάξι και τα άλλα καλά που παρήγε και εξήγε εδώ κι εκεί θα είχαν σε μεγάλο βαθμό αμβλύνει τις οικονομικές αντιθέσεις: Έλληνες, Σλάβοι και Τούρκοι, με όσα αφεντικά και δυνάστες η περιοχή να είχε αλλάξει στη διάρκεια των αιώνων και τις αλλοιώσεις των φυλετικών συσχετισμών, τις ενδογαμίες, τις ετερογαμίες, τις απιστίες και τα τοιούτα, ζούσαν σε μια σχετική αρμονία. Και ζούσαν ήρεμες ζωές, όσο το επέτρεπαν οι ληστές και αντάρτες της περιοχής. Ο Σουλτάνος κι η αυτοκρατορία του, παρά την ολοένα και εμφανέστερη αδυναμία τους να παρακολουθήσουν τα άλματα της βιομηχανικής επανάστασης και να αντιμετωπίσουν τις επεκτατικές διαθέσεις των χωρών όπου αυτή ξεκίνησε κι εκτόξευσε τις οικονομίες τους, πρόσφερε ακόμα εκείνο τον καιρό μια σχετική πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια από ληστές και Βούλγαρους εθνικιστές αντάρτες. Το Μελένικο είχε, λοιπόν, ως πλούσια πόλη και για ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους, μια σχετικά προνομιούχα θέση στην περιοχή, χάριν κύρια στους φόρων και τις προσόδους που πρόσφερε στη γραφειοκρατία της Πύλης, παρά την άβολη γεωγραφική της τοποθεσία∙ ήταν κατά κάποιο τρόπο υποχείριο της και ένα από τα μικρά στολίδια της αυτοκρατορίας. Αλλά η τελευταία βρισκόταν πλέον σε έναν δρόμο παρακμής χωρίς επιστροφή, βυθισμένη στα χρέη και την υπανάπτυξη, με το τεχνολογικό χάσμα να διευρύνεται, περικυκλωμένη από τον οικονομικό ιμπεριαλισμό της δύσης, αχόρταγου όπως πάντα για πρώτες ύλες και αγορές για τα βιομηχανικά της προϊόντα, και για το κέρδη που θα έφερναν . Με εξαίρεση μια χούφτα ταξιδευμένους μεγαλέμπορους, ελάχιστοι ντόπιοι είχαν μια ολοκληρωμένη εικόνα του τι συντελούνταν στον υπόλοιπο κόσμο και των ραδιουργιών ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής. Ο Παναγιώτης και η οικογένειά του, απλά ζούσε την καθημερινότητα του, αυτή της σκληρής δουλειάς από τη μια μεριά και της οικογενειακής θαλπωρής και ηρεμίας του, από την άλλην, σε έναν ευρύτερο κόσμο που εν αγνοία του άλλαζε με ραγδαία βήματα, και με αλλαγές που τελικά θα εκδηλώνονταν. Για πολλούς στην κοινότητα που τον ανέδειξε θα σήμαιναν την καταστροφή και το θάνατο.   

Η ηρεμία και ασφάλεια υπό την δήθεν αιγίδα των Οθωμανών έμελλε, λοιπόν, να διαταραχτούν βήμα-βήμα με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας μέσα στην οποία πρόκοψαν. Οι διάφοροι εθνικισμοί, ο βουλγάρικος, ο σέρβικος, ο ελληνικός, φούντωναν στα συντρίμμια της, ενθαρρυμένοι και παρακινούμενοι από εξωτερικούς δάκτυλους και τις μεγάλες δυνάμεις και αυτοκρατορίες, που επέκτειναν την επιρροή και τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Οι δολοφονίες, οι επιθέσεις από συμμορίες, η τρομοκρατία στα γύρω χωριά και μέσα στην ίδια την πόλη, ενέτεινε σε βαθμό αβάσταχτο την ανασφάλεια και την ανησυχία των κατοίκων της, των Ελλήνων ιδιαίτερα που λίγο-πολύ κρατούσαν τα οικονομικά και πολιτικά ηνία της περιφέρειας. Η βοήθεια και υποστήριξη από την Ελλάδα, σε εκείνη την πολυεθνική και αμφισβητούμενη άκρη, μόνον οριακή και αποσπασματική θα μπορούσε να είναι. Στα περίχωρα της πόλης ο πληθυσμός ήταν σλαβικός και η επιρροή των Βουλγάρων εθνικιστών, ήταν αναμενόμενη και απολύτως ικανή να μεταμορφώσει τις συμπάθειες και να προσεταιριστεί τα συναισθήματα της σλάβικης πλειοψηφίας, να διαταράξει το status quo, πολλές φορές τάζοντας στους φτωχότερους κομμάτι από τα πλούτη των αρχόντων.

Τα πράγματα θα άλλαζαν στο Μελένικο, όπως να τα δούμε τα ιστορικά πράγματα και την κατάσταση: η οικονομική παρακμή διαφαινόταν στον ορίζοντα, με τη ανάπτυξη του σιδηρόδρομου, της μεγάλης παραγωγής  και τη μετατόπιση των εμπορικών και παραγωγικών κέντρων και τον ανακαταμερισμό παραγωγής και εργασίας. Το Μελένικο δεν βρισκόταν κοντά σε κανέναν συγκοινωνιακό κόμβο ή έστω άξονα, η γεωγραφική του απομόνωση, στις παρυφές μιας υπό κατάρρευση αυτοκρατορίας, το έκαμε έρμαιο ντόπιων εθνικών αναταραχών και καυγάδων. Κάποιος συσσωρευμένος πλούτος και ιδιοκτησία στα χέρια της ελληνικής κοινότητας έγινε προφανής στόχος ανάλογων εχθρικών βλέψεων. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου έδωσε τη χαριστική βολή σε μια τίμια, εργατική και προκομμένη κοινότητα. Σύμφωνα με τις μέχρι τότε ενδείξεις, όπως οι ιστορικοί συνηθίζουν να τις ξεσκαρτάρουν εκ των υστέρων, κάποιο τέλος, ένα ξεκαθάρισμα και κλείσιμο λογαριασμών, ανάμεσα στις ταξικές και εθνικές δυνάμεις και εντάσεις που είχαν αναπτυχθεί, ήταν κάτι το αναμενόμενο, εν πολλοίς προβλέψιμο. Κάποια κομμάτια από το διαμελισμό της Μακεδονίας θα έπρεπε να δίνονταν ως αντάλλαγμα – και έμελλε το Μελένικο να είναι ένα από αυτά. Η ανακοίνωση λακωνική, κατηγορηματική-προστακτική και τελεσίδικη: «δυστυχώς, η πόλις επεδικάσθη εις τους Βουλγάρους». Σφίξιμο στα στομάχια, τρόμος στις καρδιές. Απελπισία και απόγνωση. Στις 30 Ιουλίου του 1913 οι Έλληνες Μελενικιώτες μαζεύτηκαμ, συσκέφτηκαν και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους. Άρον-άρον, πολιορκημένοι από τους Βούλγαρους του Sandanski που θα επέβαλλαν τους όρους της Συνθήκης με φωτιά και σίδερο αν χρειαζόταν, μήνα Αύγουστο, με τα λιγοστά υπάρχοντα που κατάφεραν να σηκώσουν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς για το Σιδηρόκαστρο, τη Θεσσαλονίκη και αλλού. Για πολλούς Μελενικιώτες ήταν η προδοσία της γενέτειρας και της ζωής τους από τη μητέρα πατρίδα και την πολιτική της ηγεσία. Πολλοί, όπως ο θείος Ηλίας, απόδωσαν τις ευθύνες αποκλειστικά και ολοκληρωτικά στο Βενιζέλο και μαζί με αυτόν στο φιλελεύθερο πολιτικό ρεύμα που εκπροσωπούσε. Τους ώθησε πιο «δεξιά» στην πιο συντηρητική και αντιδραστική άκρη του πολιτικού φάσματος.

Αυτό το άδοξο τέλος (τραγικό λένε πολλοί) μιας αξιοθαύμαστης, ιστορικής κοινότητας, και η εθνοκάθαρση και μετανάστευση που την ακολούθησε προδιάγραψε και τη δική μου μοίρα σε αυτόν τον κόσμο: τα δευτερόλεπτα ζωής μου στην αιωνιότητα, στο απειροελάχιστο κομμάτι του σύμπαντος, ανάμεσα σε τόσες άλλες αναρίθμητες συμπτώσεις που συνέτρεξαν. Για κάθε γεγονός, για κάθε στατιστική ασημαντότητα, όπως η γέννηση ενός κοινού θνητού και το σημειακό βιός του, συντρέχουν μυριάδες αιτίες, αδύνατο να συλληφθούν από το νου. Είναι προφανές όμως σε μένα ότι αν ο πατριάρχης ο Παναγιώτης, ο τεχνίτης των μεταξωτών κλωστών, και τα παιδιά του δεν ξεριζωνόταν από το Μελένικο εξαιτίας μιας ιστορικής συνθήκης στην οποία οδήγησαν επίσης μυριάδες αιτίες και δυνάμεις, που τα ίχνη τους χάνονται στο άπειρο του χρόνου που προηγήθηκε, δεν θα βρισκόμουν στον κόσμο που πρόσκαιρα βρίσκομαι.

Δυο φωτογραφίες του Παναγιώτη σώθηκαν από το πέρασμα των καιρών. Στην πρώτη, στην ωριμότητά των τριάντα και παραπάνω χρόνων, καλοχτενισμένος με μπριγιαντίνη, το αναπόφευκτο αντρίκιο μουστάκι της εποχής, κομψός και καλοντυμένος -με κοστούμι, γιλέκο και λαιμοδέτη και τη χρυσή καδένα του ρολογιού να εμφανίζεται διακριτικά, καθισμένος σε μια πέτρα όπου ένα αναρριχώμενο φυτό κάλυπτε το μέρος της, επί τοιούτου στημένη στο φωτογραφείο των «Αδερφών Λιόνδα», όπου τα ανοιχτόχρωμα μάτια του κοιτάζουν με αφοσίωση το φακό. Αφοσίωση ανάλογη της σοβαρότητας της διαδικασίας. Οι δείκτες των χεριών του ξεχώριζαν και έδειχναν προς τα γόνατα: μια χειρονομία που την παρατήρησα και στον Πατέρα αρκετές φορές. Η προγιαγιά, η Κατίνα, στέκεται δίπλα του με το δεξί της χέρι στηριγμένο στον ώμο του και την παλάμη ανέμελα ριγμένη, να αγγίζει το μαντηλάκι στη τσέπη του σακακιού του, στο άλλο ένα ομπρελάκι, αξεσουάρ κι αυτό του φωτογραφείου, σε ένα σκηνικό προδιαγραφών βωβού χολιγουντιανού κινηματογράφου. Η φυσιογνωμία της απλή και σκέτη, χωρίς καμιά αξιοσημείωτη ομορφιά, αλλά αξιοπρεπής, το μαλλί της συνοψιζόταν σε μιαν επιμελημένη φούντα στο μέτωπο και συμμαζευμένο πίσω από το κεφάλι σε μια κοτσίδα που μόλις διακρινόταν, στραμμένο σε λοξή προς αυτή του Παναγιώτη κατεύθυνση. (Παρατήρησα ότι σχεδόν αδιάλειπτα σε φωτογραφίες της εποχής η γυναίκα, κατ’ εντολή προφανώς του φωτογράφου, και για αδιευκρίνιστους καλλιτεχνικούς ή υποκείμενες κοινωνικές νόρμες, δεν κοιτάζει το φακό κατάματα όπως ο άντρας της.) Στης Κατίνας το ντύσιμο ξεχώριζε κάποιο είδος κολιέ από λουλούδια πάνω από το στήθος, μάλλον και αυτό ένα από τα εφέ του φωτογράφου που θα διέθετε στους πελάτες του ανάλογα με την περίσταση.  Θα τραβήχτηκε σε μια επίσκεψη του Παναγιώτη και της Κατίνας στη Θεσσαλονίκη, για δουλειές ή αναψυχή, ή από κάποια από τις περιοδείες των «αδερφών Λιόνδα» που τους έφερε στο Μελένικο, ποιος ξέρει; Ακριβής χρονολογία άγνωστη. 

Η δεύτερη και εκ των πραγμάτων τελευταία φωτογραφία του προπάππου, στο πίσω μέρος μιας καρτ-ποστάλ, ήταν στο φέρετρο του. Τοποθετημένο σε μια κλίση του εδάφους, ώστε ο νεκρός πλέον πατριάρχης ξαπλωμένος στην άσπρη επένδυση του φέρετρου να φαίνεται μισο-στεκούμενος, μισο-οριζοντιωμένος, σχεδόν γκρο πλαν. Φορούσε ένα γκρίζο παλτό, με τη ρεπούμπλικα τοποθετημένη δίπλα στην αποκοιμισμένη και ανέκφραστη όψη του νεκρού, με τα άσπρα μαλλιά και το περιποιημένο μούσι. Πίσω από το φέρετρο στεκόταν η Κατίνα, με γερασμένη πλέον την όψη της και ρουφηγμένα τα μάγουλα, το μαλλί της καλυμμένο από μια μαύρη μαντήλα, δίπλα στον πρωτότοκο γιο τους τον Ηλία, με το κεφάλι και τα μάτια του γερμένα σεβάσμια προς το νεκρό. Και τα άλλα παιδιά τους τριγύρω και γυναίκες διάφορες, μαυροφορεμένες. Στο μαύρο φέρετρο ένας λευκός σταυρός και τα αρχικά Π.Η. που δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω. Παναγιώτης του Ηλία? Κανένας θρήνος, καμιά υστερία, μόνον αξιοπρέπεια και συγκίνηση διέχεε το όλο σκηνικό παρά την επαγγελματική (και διακριτική, βεβαίως) παρείσδυση του φωτογράφου, κάτω από έναν μουντό και βροχερό καιρό (ένας από τους παριστάμενους κρατούσε ομπρέλα) μπροστά σε κάποιο παλιόσπιτο, κάποιου μαχαλά. Θάνατος τσεχοβικής σκηνής, όπου ο απαίσιος τρόμος που νιώθουμε στην παρουσία του απουσίαζε εντελώς. Όπου στο γενικό μούδιασμα, στη φυσιογνωμία της Κατίνας και του Ηλία, υπήρχε κάτι στωικό που άγγιζε την καρδιά, αυτή η λεπτή, φευγαλέα ομορφιά της ανθρώπινης θλίψης.

Δεν κατάφερα να διευκρινίσω το χρόνο, ούτε να εντοπίσω τον τόπο και αυτής της δεύτερης φωτογραφίας. Οι μαρτυρίες λένε ότι οι οικογένειες του Παναγιώτη και του πρωτότοκου γιου του, του Ηλία, ήταν από τις 352 οικογένειες που εγκατάλειψαν το Μελένικο εκείνον τον Αύγουστο του 1913. Ο πρώτος σταθμός για την πλειοψηφία των Μελενικιωτών ήταν το Σιδηρόκαστρο, αλλά κάμποσοι τράβηξαν, μετά από πρόσκαιρη στάση, για τη Θεσσαλονίκη και ρίζωσαν στην πόλη. Εκεί, στο Σιδηρόκαστρο ή πιο πιθανό σε κάποια φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης, και τότε, στα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς έσβησε ο Παναγιώτης, ο «ιμπρισιμτζής», o μεταξάς του Μελένικου, ο προπάππους μου, αποτυπωμένος νεκρός στο φέρετρο του, ξεριζωμένος, μακριά από το αρχοντικό και τον τόπο του. Εκεί, τότε, ξεκινούσε μια ολότελα διαφορετική, καινούργια ζωή, με σκαμπανεβάσματα προς το καλύτερο ή το χειρότερο για τα έξι παιδιά του. 

No comments:

Post a Comment