Thursday, February 26, 2026

27 - Αγώνας για Ανάταση

H επιστροφή στο Birmingham σήμανε επιστροφή στον αγώνα για δουλειά, για την αναστήλωση μιας ύπαρξης, για το μέλλον. Και υπήρχε αρκετό μέλλον μπροστά. Κοιμόμουν στης J, με κάποιο νοίκι, αλλά ένιωθα μετέωρος σε έναν κόσμο και μια κοινωνία με τις περισσότερες πόρτες κλειστές. Την αποτυχία στο πανεπιστήμιο που κόστισε στο ηθικό, ακολούθησε και μια δεύτερη, σε ένα άλλο ίδρυμα που γρήγορα μαθεύτηκε από συναδέρφους στο Birmingham. Ήταν ένα ακόμα πλήγμα στα υπολείμματα του κύρους μου.

Από την άλλη μεριά, η συμπεριφορά και συνήθειες της J κινούνταν στο ίδιο γνώριμο μοτίβο. Η οριστική πλέον διάσταση από τον σύζυγο σα να την απελευθέρωσε από κάποια φυλάκιση, την καταδίκη μιας νέας γυναίκας σε έναν πρόωρο και αψυχολόγητο γάμο και ανάληψη μητρικών καθηκόντων πριν την ώρα τους. Το νοίκι που της πλήρωνα, τα κυβερνητικά επιδόματα, τη στέγη που το τοπικό συμβούλιο δωρεάν παρείχε, της εξασφάλισαν μια σχετικά μικρή οικονομική άνεση, και εκείνο το  περίσσιο χαρτζιλίκι δεν θα μπορούσε παρά να διοχετεύεται σε νυχτερινές «διασκεδάσεις» διαποτισμένες πάντα με αλκοόλ. Το babysitting ήταν και αυτό εξασφαλισμένο και αυτονόητο: από μένα, δωρεάν.

Μια νέγρα φίλη της από την γειτονιά, ονόματι Jess, που από την προφορά, τον τόνο της φωνής και το εξεζητημένο ύφος εύκολα κανείς διέκρινε πονηρές και ιδιοτελείς προθέσεις στη φιλία που έκτισε με την J, έγινε εκείνο το διάστημα η μόνιμη συνοδός της στις εξόδους στα night clubs της πόλης. Κάθε μεσοβδόμαδη ‘ladys night’ προσέλκυε το ζευγάρι σε κάποιο club του κέντρου της πόλης ή και πέρα από αυτό, στα απόμακρα προάστια της μεγαλούπολης, όπου γενικά φυσούσε ο άνεμος της καλοπέρασης και περιπέτειας. Μια νύχτα, μετά από εκείνα τα «ξενύχτια» ρουτίνας πλέον, η εν λόγω Jess ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα που κοιμόμουν, με την J κάτω στο living-room να ακούει πιθανόν ημιαναίσθητη από την κούραση και αλκοόλ, άνοιξε την πόρτα και μου έδωσε με τα σαρκώδη χείλη της ένα φιλί στο στόμα. Ήταν παράξενο και αναπάντεχο και σίγουρα εν αγνοία της J. Μιαν άλλη νύχτα, όταν ένας ήρεμος ύπνος και ξεκούραση μου ήταν απαραίτητα ενόψει μιας πρωινής συνέντευξης μετά από αίτηση δουλειάς σε ένα ερευνητικό ινστιτούτο στην οποία είχα επενδύσει πολλές ελπίδες και προετοιμασία, διαταράχτηκε ανήκεστα λίγες ώρες πριν ξυπνήσω: από τη δυνατή μουσική και τα γέλια των δύο τους από το living-room κάτω από την κρεβατοκάμαρα. Με την ψυχή να βράζει από ματαίωση και θυμό και βαρύ κεφάλι, το θολό από την αϋπνία μυαλό απέτυχε να ανταποκριθεί επαρκώς στις ερωτήσεις της επιτροπής, βυθίζοντας μια ακόμα βάρκα ελπίδας.

Στην τελευταία «έξοδο» της J με την Jess., ξύπνησα ξημερώματα από έντονες ομιλίες στο προαύλιο, τη μηχανή ενός αυτοκινήτου στη νυχτερινή ησυχία, και το επίμονο και δυνατό  χτύπημα της J στην πόρτα. Χρειαζόταν χρήματα για να πληρώσει το ταξί. Αφού πέταξε ένα χαρτονόμισμα που της έδωσα στον ταξιτζή από το κατώφλι της πόρτας, με έναν αψυχολόγητο εκνευρισμό, τρεκλίζοντας, κλαίγοντας, συγκεχυμένη στο μυαλό και την ομιλία, κατάρρευσε, ημιαναίσθητη και πάλι, στον καναπέ. Την επόμενη μου εξήγησε ότι είχε χάσει, εκτός από την Jess. με το πλήθος στο σχόλασμα του night-club, το πορτοφόλι, την κάρτα της, και ένα χαρτάκι με το PIN στο ίδιο πορτοφόλι σε περίπτωση που το ξεχνούσε, και όπως έμαθε την επόμενη, το μέγιστο ποσό ανάληψης από τον λογαριασμό της. Ήταν μάλλον αυταπόδεικτο ότι η συγκεκριμένη Jess. κρυβόταν πίσω από αυτές τις απώλειες. Δεν την ξαναείδαμε στη ζωή μας.

Με τέτοιες προστριβές και καμώματα πολλές φορές αναρωτήθηκα τι στο διάολο κάνω εκεί που βρίσκομαι, γιατί το κάνω και κατά που βαδίζω, σε τι στοχεύω· για το αν εκεί στην γωνιά που είχε στριμωχτεί η ζωή είχα οδηγηθεί, περισσότερο εκ των πραγμάτων και μια ροή γεγονότων, που δεν είχα τις δυνάμεις να επηρεάσω, παρά από προσωπικές επιλογές. Έκρυβε η κατάσταση, που δοκίμαζε την υπομονή, τις ανοχές και αντοχές μου, κάτι λανθάνον που άξιζε και τελικά θα αντάμειβε τον αγώνα και θα αντιστάθμιζε την ταλαιπωρία και τις στιγμές στενοχώριας και δυστυχίας που πλήθαιναν; Υπήρχαν βέβαια οι σταγόνες ευτυχίες που πρόσφεραν τα βράδια εκτόνωσης με μπύρες στις pubs και τις νύχτες έρωτα που ακολουθούσαν. Ποτέ, όμως, και για κανέναν άνθρωπο με τον χαρακτήρα μου δεν θα ήταν αρκετές για να κάμουν μια τέτοια υποβόσκουσα κατάσταση ανεκτή και βιώσιμη και να ξεδιψάσουν την δίψα για πρόοδο. Δεν ήταν εκείνες οι στιγμές ήταν τίποτε περισσότερα από δραπέτευση και φυγή από το βάρος της όχι και τόσο ευχάριστης πραγματικότητας. Η ελπίδα ότι δεν θα αργούσε η μέρα που θα τα μάζευα και θα έφευγα μακριά από το Birmingham για καλύτερη ζωή δεν είχε ωστόσο σβήσει ακόμα. Δούλευα και έψαχνα για δουλειές εντατικά μέχρι να δω κάποιο φως.


26 - Κασσάνδρα, 1994

 Οι διακοπές του Ιούλη του 1994, οι πρώτες μαζί στην Κασσάνδρα, τροφοδοτημένες αφειδώς από άπλετο ήλιο και την αισθησιογόνο ζέστη καλοκαιρινών απογευμάτων, και γαλόνια μπύρας που η ηλικία ακόμα όχι μόνο τα σήκωνε, αλλά και τα τραβούσε, αποδείχτηκαν χρόνος λαμπρός, που η J, incognito φιλοξενούμενη μου, θα ξεδίπλωνε ξανά μερικές από τις καλύτερες και χειρότερες πλευρές του εαυτού της: από την μια, την αισθησιακή δίψα της για έρωτα με έναν άντρα που ονομαστικά τουλάχιστον αγαπούσε, από την άλλη, τη διολίσθησή της, τυφλωμένη από αλκοόλ και δεν ξέρω τι είδους ανασφάλειες ή ανεξιχνίαστα ψυχικά προβλήματα, σε άγονες αλλά ψυχοφθόρες ερωτοτροπίες με τον κάθε τυχαίο που άνοιγε κουβέντα μαζί της. Όλα ήταν και θα έπρεπε να ήταν προβλέψιμα και αναμενόμενα.

Πρωϊνά και απογέματα, τα τελευταία ζαλισμένοι από την μπύρα, την εκ των ων ουκ άνευ απόλαυση μετά από κολύμπι στη θάλασσα και την αφυδάτωση από τον καυτό ήλιο, ήταν γεμάτα έρωτα, επαναληπτικό, έντονο, χωρίς χρονικά όρια: στο μικρό ασφυκτικό διαμέρισμα, με τα παράθυρα και τις πόρτες του ερμητικά κλεισμένα, ώστε οι γείτονες του διπλανού, ο παππάς και η παπαδιά απέναντι, όλοι τους γνωστοί και σε συχνή επαφή με Μάνα και Πατέρα, να μην ακούν τους ανεξέλεγκτους σε ένταση αναστεναγμούς, που συχνά για να μειώσω την έντασή τους αναγκαζόμουν και της έκλεινα το στόμα, στον άβολο καναπέ που μόλις άνοιγε σε πλάτος ενάμιση κρεβατιού, λουσμένοι στον ιδρώτα, που ανατροφοδοτούσε με κάποιο τρόπο το πάθος.

Το βράδι, μετά το καθιερωμένο γεύμα, και κάθε βράδι από τα λίγα που μείναμε στη Χαλκιδική, μας οδηγούσα σε ένα μουσικό μπαρ απέναντι από τον όγκο του Pallini, για ακόμα περισσότερες μπύρες που κατέληγαν αργότερα σε σφηνάκια, προσφορές του γενναιόδωρου μαγαζιού. Το φτηνά και πρόχειρα εγκαταστημένο bar λεγόταν Bubbles. Έγινε ένα μικρό ορόσημο και ξεχώρισε ανάμεσα στους σωρούς από αναμνήσεις χρόνων ζωής με τη J. Είχε στηθεί στο προαύλιο ενός διώροφου σπιτιού και περιφραχθεί με καλαμιές, αλλά είχε την πρόσοψη του ανοιχτή στον κυρίως δρόμο που κάνει τον γύρο του ποδιού. Το μεγάλο ελλειψοειδές μπαρ του το «έτρεχε» με αξιοσημείωτη σβελτάδα και επαγγελματισμό ένας πρόσχαρος, ψιλόλιγνος Ολλανδός μπάρμαν, που μιλούσε τόσο καλά τα Ελληνικά, όσο και τα Αγγλικά. Βρισκόταν εκεί, μας είπε, τα δύο τελευταία καλοκαίρια, όπου συνδύαζε διακοπές με δουλειά. Ετοίμαζε και σέρβιρε τη μπύρα, και άλλα κοκτέιλ, με αξιοπρόσεκτη ταχύτητα και άψογους συνδυασμούς γεύσης, χρωμάτων, θερμοκρασίας, εμφάνισης. Ήταν ο πρώτος, προς τον οποίο έστρεψε τη θελκτικά γαλάζια ματιά της η J και με τον οποίο, μετά από λίγο, με ένα ποτήρι πάντα στο χέρι, θα επιχειρούσε να ανοίξει κουβέντα. Ο Ολλανδός ευτυχώς παράμενε επί το πλείστον προσηλωμένος στην δουλειά του, απασχολημένος με πελάτες που γέμιζαν το μπαρ και τους χώρους του μαγαζιού από τη δύση του ηλίου μέχρι τις πρωινές ώρες, από τα τερατώδη  ξενοδοχεία από την άλλη μεριά του δρόμου.

Πέρα από την κρύα και γευστική μπύρα, που τα νιάτα επέτρεπαν να καταχραστώ την απόλαυση της χωρίς έγνοιες και τον επιδέξιο μπάρμαν, η άλλη ατραξιόν του Bubbles ήταν ο DJ και η μουσική που διάλεγε: σύγχρονα pop hits, «κλασική» pop, rock, reggae, club –ένα βήμα μπροστά ακόμα και από τα ακούσματα των pubs και clubs της Αγγλίας που συχνάζαμε. Ήταν ένα κοντοστούπικο, αεικίνητο πλάσμα σε μια γωνιά του εσωτερικού χώρου, που το κεφάλι του, ανάμεσα σε δύο τεράστια ακουστικά, μόλις ξεχώριζε πίσω από τον πάγκο της δουλειάς του. Πίσω και πλάι του βρισκόταν ράφια γεμάτα με εκατοντάδες CD και δίσκους, από τα οποία επέλεγε τα κομμάτια που θα παιζόταν ανάμεσα, με καλά προετοιμασμένο ρεπερτόριο αξιοθαύμαστου γούστο, τουλάχιστον για τις προσωπικές μου ακουστικές γεύσεις στην ξένη μουσική, ομολογουμένως ακόμα πρωτόγονες παρά τα δύο χρόνια μου στην Αγγλία.    

Μετά από μερικές μπύρες στο μπαρ, όταν αυτό περικυκλωνόταν από τουρίστες των γύρω ξενοδοχείων και νοικιαζόμενων, συνήθως την άραζα σε έναν σκαμπό δίπλα στον DJ να παρατηρώ στη δουλειά του. Σε λίγη ώρα το μπαρ βούιζε από κόσμο, καμιά φορά ανάμεσα σε ποτά ερχόταν δίπλα μου η J, έχοντας εγκαταλείψει τις προσπάθειες για κουβέντα με τον ψηλό Ολλανδό μπάρμαν ή όποιον τύχαινε να βρεθεί στο μπαρ δίπλα της, για να ακούσουμε τα εκλεκτικά τραγούδια του DJ, να λικνιστούμε σε αυτά σε μια μικρή πίστα στο εσωτερικό του μαγαζιού, να τον επαινέσουμε και ευφρανθούμε από τις μουσικές του ταχυδακτυλουργίες, να προσδοκήσουμε, και καμιά φορά να ζητήσουμε το επόμενο κομμάτι. Χάριν σε κείνον, τον DJ του Bubbles, μια σειρά από τραγούδια συνδέθηκαν με την μνήμη μου, από εκείνη την πρώτη φάση της σχέσης με την J. Όπως και με τα αρώματα που εσαεί κρατάει η μνήμη και μας συνδέουν με ένα πρόσωπο, έτσι και με τραγούδια, όταν μετά από χρόνια και δεκαετίες τα ξανάκουγα, θύμιζαν, με συγκίνηση και καμιά φορά και νοσταλγία είναι αλήθεια, εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια στο Bubbles: το Always των Erasure, το Shine των Aswad, και άλλα, καλοκαιρινά και αγαπητά της J, σαν παραγγελιές της, που τα άκουγε με κλεισμένα τα μεγάλα της μάτια, λικνίζοντας την λεπτή μέση πάνω από τα ωραία πόδια, το ποτήρι με το αλκοόλ στο ένα χέρι, το τσιγάρο στο άλλο. Την έβλεπα και νόμισα ότι άρχισα να την αγαπώ, σα γυναίκα και όχι απλά σαν ερωμένη, πριν και τελικά παρά τις θλιβερές σκηνές στις οποίες συχνά κατέληγαν εκείνες οι πιωμένες νύχτες.

 Ήταν η εποχή που πλήθη Βρετανών και τουριστών του εύπορου ευρωπαϊκού βορρά έκαναν ακόμα διακοπές στις ακτές της Κασσάνδρας. Συνιστούσαν τον κύριο όγκο της πελατείας του Bubbles. Έρχονταν ως ζευγάρια ή ως παρέες νέων γυναικών, και έτσι δεν αποτελούσαν σημαντικό δέλεαρ για τη J για ατέρμονες κουβέντες και ιδιαίτερα για φλερτ. Οι ψιλοκουβέντες μαζί τους, ιδιαίτερα με γυναίκες που έπιναν ήσυχα τα ποτά τους στο μπαρ και συζητούσαν περί των διακοπών τους στη Χαλκιδική ή της καταγωγής και ζωής σε κάποια καταθλιπτική, βροχερή και ανεμοδαρμένη πόλη του βρετανικού βορρά, συζητήσεις που ως ακοινώνητος σπάνια συμμετείχα, προσέλκυαν λίγο ενδιαφέρον εκ μέρους της J. Αλλά μετά από κάποια ώρα αργά το βράδι, όταν ο μέσος βορειοευρωπαίος τουρίστας, συνηθισμένος σε διαφορετικούς ρυθμούς και με άλλο βιολογικό ρολόι , θα αποχωρούσε καταβεβλημένος στο δωμάτιο του, μετά από μια μέρα στον ήλιο και τη ζέστη,  τη θάλασσα και το αλκοόλ, το μέρος άρχισε να γεμίζει από Έλληνες: ντόπιους Χαλκιδικιώτες μορφονιούς, βλοσυρούς Θεσσαλονικιούς, νέους φοιτητές ή χαραμοφάηδες με τα μάτια ακόμα γουρλωμένα από το ξενύχτι της προηγούμενης μέρας,  που ο βραδινός φραπές μόλις κατάφερε να αναστυλώσει.  Και οι περισσότεροι τους μαζεύονταν στο Bubbles, για το πρώτο ποτό και το «ψάρεμα» μιας νύχτας στη νιότη της και  είχε, για αυτούς, μακρύ δρόμο ακόμα. Ήταν πολλά τα «καμάκια», λιγοστοί όμως οι εναπομένοντες στόχοι.

Η J, συν τοις άλλοις, δύσκολα ξεκολλούσε από τέτοια μέρη. Η απόσπαση της από νυχτερινά κέντρα διασκέδασης για επιστροφή το σπίτι αποτελούσε ανδραγάθημα, ειδικά μετά από γενναία κατανάλωση αλκοόλ, και απορροφημένη καθώς ήταν από ένα χαοτικό κοκτέιλ μουσικής, πιοτών και του ετερόκλητου πλήθους ανθρώπους που διασκέδαζε (ή προσποιούταν ότι διασκεδάζει). Συχνά το ενδεχόμενο της επιστροφής θα το σκεφτόταν αφού και ο τελευταίος (άρρην και εμφανίσιμος) θαμώνας αποχωρούσε και το μαγαζί έδειχνε τις προθέσεις στους λίγους αξιολύπητους και ξενέρωτους που απέμειναν ότι σε λίγη ώρα θα έκλεινε. Με το ξανθό μαλλί και γαλανά μάτια, το καλλίγραμμο κορμί πίσω από maxi εφαρμοστά φορέματα, τα ανύπαρκτα εμπόδια που έθετε σε άντρες και κάθε καρυδιάς καρύδι να ανοίξουν κουβέντα μαζί της, με την εντύπωση που έδινε ότι ήταν ελεύθερη αι «διαθέσιμη» παρά την ξεχασμένη παρουσία μου σε μια γωνιά, σε τέτοια μαγαζιά γινόταν ο προφανής στόχος.

Αυτή η προβλέψιμη ρουτίνα επαναλήφθηκε και τα τρία βράδια που αποφασίσαμε να διασκεδάσουμε στο Bubbles, παρά τους δισταγμούς. Στο πρώτο, ίσως από το φόβο του πρωτόγνωρου, ίσως από την κούραση της μέρας, φύγαμε κάποια εύλογη ώρα. Το δεύτερο, παρά την κούραση, στάθηκα στο μεγαλύτερο μέρος υπομονετικά δίπλα της, συμμετείχα σε λίγες κουβέντες με τον Ολλανδό που μας θυμόταν από το προηγούμενο βράδι, απόλαυσα την μουσική του κοντοστούπη DJ και το ποτό, και κατάφερα, με μεγάλη προσπάθεια όπως πάντα, να την εφέλκυση της από εκείνο περιβάλλον λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Το τρίτο βράδι, μια κουβέντα με έναν ελλαδίτη νεαρό σε μια γωνιά του μπαρ, στον οποίο η J, βέβαια, δεν είχε κάνει καν νύξη της παρουσίας μου, λίγο πιο πέρα στην γωνιά του πάγκο του DJ, κράτησε μέχρι αργά μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο κόσμος του μαγαζιού άρχισε να αραιώνει και η μουσική και τα φώτα να χαμηλώνει. Δυο-τρία νεύματα μου από κάποια απόσταση, ότι είναι πλέον ώρα να φύγουμε, αν και πρέπει να τα είδε, τα αγνόησε. Με ένα τελευταίο ποτό βγήκα στο πεζοδρόμιο απέναντι και τον θυμό να φουντώνει μέσα μου και περίμενα άπραγος: με σκέψεις να με ζώνουν γύρω από το ερώτημα «τι κάνω εδώ πέρα με αυτή τη γυναίκα», κατάκοπος, ιδρωμένος από τη ζέστη, ζαλισμένος από το πιοτό. Όταν η J τελικά ξεμύτησε για να με ψάξει στα έρημα από κόσμο πεζοδρόμια απέναντι από το Pallini, και μου έγνεψε σα να μη συνέβαινε τίποτε, ενώ πρόσφερε τη τυπική δικαιολογία (‘I was just having a chat, L! Whats so wrong with that?’). Αλλά θυμός μου είχε ξεχειλίσει σε δυνατές φωνές, αρκετά δυνατές για να ακουστούν τουλάχιστον από τον κόλακα και επίδοξο εραστή της, που μας παρακολουθούσε καθισμένος στο μπαρ. Από την αγανάκτηση πέταξα και έσπασα το άδειο ποτήρι μου στο πεζοδρόμιο και μας οδήγησα αμίλητος πίσω στο Πολύχρονο.

Το τελευταίο και αποχαιρετιστήριο βράδι στο Bubbles ξεκίνησε ευχάριστα, όπως λίγο-πολύ και τα δύο προηγούμενα: με κρύα μπύρα και την ωραία και ταιριαστή στο καλοκαιράκι μουσική του κοντοστούπη DJ. Προς το τέλος του βραδινού, άραξα δίπλα στον πάγκο του, να παρατηρώ τη δεξιοτεχνία, τον ζήλο και την αγάπη για αυτό που έκανε, για να βγάζει το ψωμί του, και να απολαμβάνω τις μουσικές επιλογές του. H J σε μια από τις βόλτες της στο μπαρ -για ένα ακόμα ποτό, από τα πολλά που αφελώς προσφέρονταν από μένα, το μαγαζί ή και τρίτους γενναιόδωρα, σκάλωσε πάλι κάπου: σε μια από τις συνήθεις ατέρμονες κουβέντες, ένας θεός ξέρει περί τίνος, με έναν από τους αχαρακτήριστους τύπους, με τους οποίους έβρισκε σημεία επαφής και κοινά ενδιαφέροντα, παρά τα γενικά φτωχά αγγλικά τους. Και πάλι εκνευριστικά αδιαφόρησε στα νεύματα μου, όπως και τελικά στην ρητή προειδοποίηση, παρουσία του τύπου, ότι θα έφευγα για το διαμέρισμα χωρίς αυτήν. Αυτή τη φορά το εννοούσα και το έπραξα και οδήγησα μόνος στο Πολύχρονο, δεκαπέντε λεπτά μακριά, έχοντας εγκαταλείψει την J στο Bubbles. Έπεσα στο κρεβάτι ζαλισμένος, σχεδόν μεθυσμένος από το πιοτό, εξαντλημένος και συναισθηματικά μουδιασμένος. Και αποκοιμήθηκα στην βαριά και μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του διαμερίσματος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν περίπου τρεις η ώρα το πρωί και η J δεν είχε εμφανιστεί. Σκέφτηκα το πιο πιθανό ενδεχόμενο: δεν ήξερε το δρόμο πίσω στο διαμέρισμα να τον εξηγήσει σε κάποιον καλοπροαίρετο να την βοηθήσει και φοβήθηκα για κάτι κακό που θα μπορούσε να συμβεί σε τέτοια μέρη, τέτοιες ώρες. Αναστατώθηκα υπό το βάρος μιας ευθύνης που είχα αναλάβει, απέναντι στα παιδιά και την οικογένεια της, ευθύνη για τη σωματική της ακεραιότητα, αίσθημα που πήγαζε πάντα από έναν σχετικό υπεύθυνο και ακέραιο χαρακτήρα. Οδήγησα πίσω στο Bubbles, όπου βρήκα την J να κάθεται στο κράσπεδο, οι χρυσές ανταύγειες των μαλλιών της διακρίνονταν από μακριά, το κεφάλι της ανάμεσα στα γόνατά της και έναν τύπο όρθιο πίσω της, με το χέρι παρηγορητικά γύρω από τους ώμους της. Μόλις με είδε, την άφησε μόνη και απομακρύνθηκε προς το εσωτερικό του μαγαζιού – με δυο-τρεις άλλους η νύχτα θα συνεχιζόταν.

Γυρίσαμε αμίλητοι στο διαμέρισμα. Με ένα μίγμα θυμού και ματαίωσης την έφερα από το χέρι στο δωμάτιο πάνω και κάναμε έρωτα, κυνικό, χωρίς αίσθημα και παρά φύση, στην άκρη του κρεβατιού. Τον υπόμεινε αθόρυβα, αλλά όταν τέλειωσα, κουλουριασμένη στο κρεβάτι, έβαλε το πρόσωπο της ανάμεσα στις παλάμες της κι έκλαψε. Τα λόγια της: “I want to go home… I want to go back to my kids…Στεναχωρήθηκα κι εγώ -μέχρι δακρύων. Η καρδιά μου ράγισε, ένιωσα ενοχές, λιγότερο για που την άφησα απελπισμένη στα χέρια αγνώστων στο μπαρ, περισσότερο για τον εκδικητικό κυνισμό και την ερωτική ωμότητα που έδειξα και το εξευτελιστικό τρόπο που την μεταχειρίστηκα. Ήμουν εκτός εαυτού, ήταν εκτός χαρακτήρα. Με παρηγορούσε το ότι είχα κάνει ότι μπορούσα ώστε να ευχαριστηθεί και περάσει καλά στις πρώτες διακοπές της, ικανοποιώντας παράλληλα και δικές μου επιθυμίες, αδράχνοντας το μερτικό μου στις καλοκαιρινές αισθησιακές απολαύσεις που η παρέα της μου πρόσφερε. Θα σήμανε εκείνο το νυχτερινό επεισόδιο το τέλος μας;

Το μεθεπόμενο βράδι μιας Κυριακής θα επέστρεφε μόνη της για το Birmingham, λίγες μέρες πριν από τη δική μου επιστροφή. Με την προοπτική του γυρισμού, τη λαχτάρα των κοριτσιών που της έλειπαν και την περίμεναν, οι σχέσεις μας μετά από εκείνο το θλιβερό και επεισοδιακό βράδι άρχισαν να εξομαλύνονται, η συμπεριφορά μας να κανονικοποιείται. Την τελευταία μέρα μείναμε μακριά από το πιοτό. Με το αυτοκίνητο κάναμε το γύρο της Θεσσαλονίκης, περπατήσαμε για λίγο στους έρημους δρόμους του κέντρου, στην αφόρητη ζέστη του απογέματος. Μετά από φαγητό στην Pizza di Spagna της Σοφούλη πήραμε το δρόμο για το αεροδρόμιο. Βράδιαζε, αλλά η πτήση της ήταν από τις τελευταίες της μέρας, και είχαμε πολύ χρόνο να σκοτώσουμε. Χωρίς πολλές ιδέες στο μυαλό για να γεμίσουμε τις ώρες, της πρότεινα δειλά και πονηρά, να πηγαίναμε σε ένα από τα drive-in, που υπήρχαν στην περιοχή του αεροδρομίου. Δέχτηκε εύκολα με χαμόγελο: θα ήταν μια καινούργια εμπειρία για την ίδια και κέντρισε την περιέργεια της. Το hard-core porn, που  καλώς ή κακώς ταινίες του παρακολουθούσα από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας και, αργότερα, για διαστήματα που δεν είχα κάποια σχέση, ήταν ακόμα παράνομο στην Αγγλία. Ο πειρασμός του εξακολουθούσε να με έλκει, όπως ένας πρώην καπνιστής που έχει κόψει το τσιγάρο προσελκύεται από την περιστασιακή δόση νικοτίνης όταν αυτή του προσφέρεται.  Στην κλεισούρα του αυτοκινήτου επικράτησε σιωπή και αμηχανία απέναντι σε αυτό που εκτυλίσσονταν στην οθόνη. Και δεν αντέξαμε πολύ σε εκείνο το θλιβερό χώρο, όπως θα είχα κάνει μόνος σε ένα μακρινό πλέον και ντροπιαστικό παρελθόν. Πάντως, επιστρέψαμε στο αεροδρόμιο σε σχετικά καλή διάθεση, εγώ αναπόφευκτα διεγερμένος από τις σκηνές σεξ και τις ερωτικές αναμνήσεις από την Χαλκιδική. Τα είχαμε ξαναβρεί, είχαμε μονοιάσει, μέχρι που φιληθήκαμε στο στόμα, κάτι σπάνιο στη ερωτική διαδρομή μου με τη J όπου η σαρκική επαφή ήταν το κύριο ζητούμενο και δεδομένο. Καθισμένοι στο αυτοκίνητο σε μια σκοτεινή γωνιά του πάρκινγκ έξω από το αεροδρόμιο, έχοντας διαισθανθεί ή και παρατηρήσει την διέγερση κάτω από το παντελόνι, μου έκανε στοματικό έρωτα – αυθόρμητα, σχεδόν απολογητικά. Θα ξαναβρισκόμαστε σύντομα πίσω στο Birmingham για να συνεχίσουμε το μακρινό, ιδιότυπο ερωτικό ταξίδι με τις πολλές του αναταράξεις. Τα χειρότερα και τα καλύτερα βρίσκονταν ακόμα μπροστά μας.

Tuesday, February 24, 2026

25 - Μετέωρα Βήματα

Ένα ηλιόλουστο και ζεστό κυριακάτικο μεσημέρι του Μάη, συναντηθήκαμε με την J στο κέντρο του Birmingham· στην άδεια από κόσμο Centenary Square, μπροστά από το Repertory Theatre και το bar του. Θα μιλούσαμε για τη ζωή, τα σχέδια μου, θα απολαμβάναμε την σπάνια λιακάδα με μπύρες. Εμφανίστηκε με «καυτά» τζιν σορτς και πέδιλα με σχετικά ψηλά τακούνια. Τα μακριά, λεπτά πόδια της διακρίνονταν από μακριά καθώς διέσχιζε με τα ελαφρό της βηματισμό την πλατεία. Στη θέα της αντανακλάστηκαν στο νου στοιχεία από την ανατροφή μου στην Ελλάδα. Αισθάνθηκα άβολα στην παρουσία δίπλα μου, αλλά δεν σχολίασα το ντύσιμο της για την περίσταση. Πέρασε, όμως, από το μυαλό, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις: «τι να σκέφτεται ή να σχολιάζει ο κόσμος;» ή «πως μας βλέπει και κρίνει ο κόσμος;». Δεδομένης μιας διακριτής διαφοράς ηλικίας, μήπως έδινε την εντύπωση δίπλα μου κάποιας που «νοίκιασα» για να με συνοδέψει επί πληρωμή ή ότι βρισκόταν εκεί για τα λεφτά μου ή, έστω, ότι κάποια απελπιστική κατάσταση μας έφερε, ένα ετερόκλητο ζευγάρι όπως φαινόμαστε, μαζί; Ευτυχώς, ο κόσμος και όποιες αδιάκριτες ματιές ανάμεσά του ήταν ελάχιστες εκείνη την Κυριακή στο κέντρο, ενώ το μπαρ του θεάτρου είχε με την καλοκαιρία, βγάλει μερικά τραπέζια έξω. Θα μπορούσαμε να κάτσουμε εκεί, ώστε ούτε ο μπάρμαν θα μας έβλεπε και σχολίαζε.

Μετά από δυο μπύρες χαλάρωσα και ξέχασα τα περί χάσματος πολιτιστικών επιπέδων και διαφοράς κουλτούρας, όπως και ηλικίας. Σκέφτηκα ότι ως νέα κοπέλα με ωραία, μακριά πόδια σε ένα όμορφο και τεμπέλικο ανοιξιάτικο απόγευμα όπως εκείνο, είχε κάθε δικαίωμα να φοράει καυτά σορτς: υπήρχε κάποια λογική πίσω από την επιλογή εμφάνισης, όσο κακόγουστη και να φαινόταν και ξένιζε -σε μένα τον σπουδαγμένο και μορφωμένο. Μάλιστα, μετά από τρεις μπύρες τα λεία γυμνά πόδια άρχισαν να με διεγείρουν!

Συζητήσαμε για τις ζωές μας, για την κατάστασή που βρισκόμουν μετά από την αποτυχία να βρω «μόνιμη» δουλειά στο Birmingham που στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε δεν είχε πολλές στην επιστημονική περιοχή μου, στην αναχώρηση του Α που με άφησε ουσιαστικά άστεγο, την επιστροφή στην Ελλάδα του κοντινότερου και μοναδικού γνήσιου φίλου μου, του Γιώργου , τις διανυκτερεύσεις στο μηχανοστάσιο με τον Alan, τις αυξημένες πιθανότητες να αναγκαστώ να φύγω από το Birmingham στο εγγύς μέλλον με τη λήξη του συμβολαίου, ίσως εν τέλει και από την ίδια την χώρα. Το τελευταίο προκάλεσε μια αναστάτωση στην J, και μάλλον την στενοχώρησε, παρά τις συναισθηματικές επιδράσεις του αλκοόλ.  Ίσως σήμαινε ότι μέσα της και ανάμεσά μας γεννιόταν και κάτι τις άλλο, πέρα και παρά τον ερωτικό πόθο και την αδιαμφισβήτητη ερωτική έλξη και αρμονία. Βρισκόμαστε, άραγε, κοντά στο τέλος του ειδυλλίου μας;

Από την μεριά της, είπε ότι η ρήξη της με τον σύζυγο ήταν οριστική και αμετάκλητη, είχε ξεκινήσει η διαδικασία διαζυγίου, ενώ ο ίδιος φαινόταν να το είχε πάρει απόφαση: η συμπεριφορά του απέναντι στην ίδια και τα παιδιά τον τελευταίο καιρό ήταν νορμάλ και λελογισμένη. Τελικά, με προσκάλεσε να έμενα μαζί της για το επόμενο διάστημα, έως ότου τα σύννεφα του επαγγελματικού μου μέλλοντος σκορπιστούν και μετά βλέπουμε -«ό,τι ήθελε προκύψει». Δέχτηκα, είπα το ΟΚ. Θα της πρόσφερα και κάποιο γενναιόδωρο νοίκι, καλοδεχούμενο εν προκειμένω. Η συγκατοίκηση εκείνη, ως πρόσκαιρη λύση ενόψει κρίσιμων αποφάσεων για την ζωή μπροστά μου, ήταν μια από τις προσωρινές δικλείδες ασφάλειας στις οποίες είχα κρυφά ποντάρει, αλλά, πάλι λόγω χαρακτήρα, ποτέ δεν θα τολμούσα να ζητήσω ευθέως. Το ίδιο απόγεμα πήγαμε στο σπίτι της στο Rednal. Τα παιδιά ήταν με τον σύζυγο ενόψει της Bank Holiday Δευτέρας. Ζαλισμένοι από την μπύρα και διεγερμένοι από τον ήλιο, κάναμε αυτό που μάθαμε να κάνουμε καλά από τα πρώτα βράδια της γνωριμίας μας.

Τους τελευταίους μήνες της παραμονής και απασχόλησης μου στο Birmingham, λοιπόν, έχοντας αφήσει το θλιβερό μηχανοστάσιο και την παρέα τον Alan, κοιμόμουν λοιπό υπό ανθρώπινες στο σπίτι της J, στη Shepley Road του Rednal, ενώ ενέτεινα το ψάξιμο δουλειάς. H διευκόλυνση που μου πρόσφερε τότε ήταν ένα σωσίβιο σωτηρίας, με δεδομένες τις σχεδόν απελπιστικές συνθήκες στις οποίες είχε περιέλθει η ζωή. Την αντάμειψα, πέρα από το μηνιαίο ποσό έναντι ενοικίου που φυσικά δεχόταν με χαρά, και με ένα σύντομο καλοκαιρινό ταξίδι στην Ελλάδα για λίγες μέρες «διακοπών» στη Χαλκιδική στο εξοχικό διαμέρισμα των γονιών μου. Είχε κατενθουσιαστεί, με την προοπτική του παράδεισου, όπως οι καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα και αλλού στον ευρωπαϊκό νότο φαντάζονται για πολλούς Εγγλέζους και για λίγες μέρες συμπεριφερόταν σαν μικρό παιδί που του είχαν υποσχεθεί ένα ταξίδι στην Disneyland ή κάποιο άλλο μέρος μαγικό.  Ήταν το πρώτο ταξίδι της στο εξωτερικό της Αγγλίας, το πρώτο με αεροπλάνο.

Η μεταβλητότητα και μη προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς της J, η συναισθηματική αστάθεια και, τελικά, μια ανεξήγητη ψυχική συσκότιση που καταλάμβανε τον εσωτερικό της κόσμο, ιδιαίτερα μετά από ισχυρή κατανάλωση αλκοόλ, συμπεριφορές που θα μπορούσαν να ενταχτούν εντός των ευρύτερων ορίων κάποιας «τρέλας», εξακολουθούσαν να επηρεάζουν αρνητικά τη σχέση μας και, εν προκειμένω, την πρόσκαιρη συμβίωσή μας στο Rednal. Παρατήρησα με τον καιρό μαζί της ότι τέτοιες «εκτός εαυτού», εκστατικές συμπεριφορές οξύνονταν και άγγιζαν ακραίους και ενίοτε επικίνδυνους βαθμούς, τις μέρες πριν την περίοδο της· έμαθα και εμπέδωσα, λοιπόν, το PMT μιας γυναίκας και την επίδραση στη συμπεριφορά, που στην περίπτωση της J αποκτούσε μορφές, χωρίς προηγούμενο στις δυο σχέσεις του παρελθόντος κάποιας διάρκειας. Όπως άρχισα να συνειδητοποιώ ότι πολλές από κείνες τις συμπεριφορές ήταν συνυφασμένες με έναν ιδιότυπο ψυχισμό: να τις δεχτώ, όπως λέμε, ως απόρροια φυσικών «ελαττωμάτων» που απαιτούσαν επέκταση των ορίων της υπομονής και ανοχής – κατ’ αρχήν στενών στην περίπτωσή μου, να τις ανεχτώ και να ζήσω το κατά δύναμιν με αυτές.

Σε τελική ανάλυση, όλων ο χαρακτήρας κουβαλάει κάθε λογής ελαττώματα. Στην περίπτωση της, η ίδια δεν τα αντιλαμβανόταν, είτε λόγω οριακής αυτογνωσίας χάριν του νεαρού της ηλικίας και των λιγοστών εμπειριών στη ζωή, είτε εξαιτίας της παραμόρφωσης στη λογική που η επίδραση του αλκοόλ και άλλες βιοχημικές αντιδράσεις επιφέρουν. Καμιά φορά μεταξύ-σοβαρού και αστείου, αλληθώριζε τα μάτια της, συνοφρυωνόταν, έβγαζε στραβά προς τα έξω τη γλώσσα της, για να αυτοσαρκαστεί ως μισότρελη· περισσότερο, όμως, για να απαλύνει τις κακές εντυπώσεις, λιγότερο για να κοροϊδέψει τους επικριτές της για τις φασαρίες που προκαλούσε. Ποτέ όμως δεν αναγνώρισε αυτά τα ελαττώματα της ως τέτοια, με τις δηλητηριώδεις επιπτώσεις που είχαν στις σχέσεις της, ώστε να τα αντιμετωπίσει και μετριάσει -στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Και ως εκ τούτου ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να ζητήσει κατανόηση και συγχώρεση για τις φασαρίες και καμιά φορά τα μακελειά που εκδηλώσεις τέτοιων ελαττωμάτων προκαλούσαν. Αλλά εδώ που τα λέμε, δεν γνώρισα πολλούς που καταφέρνουν κάτι τέτοιο, ειδικά στην πρώην πατρίδα μου.

Tuesday, February 17, 2026

24 - Και Άλλα Σύννεφα στον Ορίζοντα

Θα ακολουθήσουν και άλλες αναποδιές τους μήνες που ακολούθησαν την επαγγελματική «απόρριψη». H ζωή και η ποιότητά της θα κάνουν και άλλα βήματα πίσω. Ο Α μου ανακοίνωσε αναπάντεχα, από τον Απρίλη του 1994 κιόλας και εν μέσω της αγωνίας μου για την δουλειά, ότι προκειμένου να περικόψει δαπάνες (το δέκα χιλιάρικα που του έδωσε ο πατέρας του για ένα ακόμα «μαστεράκι» σώνονταν) θα μετακόμιζε άμεσα, και για το υπόλοιπο της φοιτητικής χρονιάς, στο Bristol -να μένει με την καλή του. Σε τρείς μήνες το συμβόλαιο μου έληγε, με αβέβαιο το επαγγελματικό μέλλον, και οι επιλογές διαμονής με τέτοια βραχυπρόθεσμη προοπτική σχεδόν ανύπαρκτες. Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν μια έσχατη επιλογή γιατί πίστευα ότι θα εμφάνιζε νέα αδιέξοδα προς κάθε κατεύθυνση και θα με βύθιζε ξανά σε μιαν μίζερη κατάσταση και κακομοιριά, όχι πολύ καλύτερη από του στρατού. Ο Γιώργος σύντομα θα αναχωρούσε και αυτός για την καταραμένη θητεία του, αλλά είχε και αυτός το αμόρε του -στην Ελλάδα. Ο Dr. Κ παρέμενε απόμακρος· είχε την θεσούλα του και μια πολύτιμη καριέρα να χτίσει, ενώ με την άφιξη του νέου καθηγητή που θα αναλάμβανε τα ηνία του τομέα, οι δημόσιες και επαγγελματικές του σχέσεις τον είχαν απορροφήσει. Έπρεπε, ο Dr. Κ, να δώσει τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις στο νέο αφεντικό.

Ένιωθα αποξενωμένος και σχεδόν αποτυχημένος, ξανά, με δυο ανθρώπους να έχουν απομείνει κοντά μου να διατηρώ μια στοιχειώδη προσωπική επαφή και να κουβεντιάζω τις ανησυχίες μου, δια την δουλειά και την ζωή: η J, που βγαίναμε ως ερωμένοι για να απολαμβάνουμε το πάθος του έρωτα μετά από πιοτό, και, περιέργως, o Alan, το φάντασμα της σχολής.

To κρησφύγετο του τελευταίου πίσω από τους πάγκους ενός από τα εργαστήρια, όπου διανυκτέρευε, παρά τις χαλαρές προφυλάξεις που λάμβανε, είχε ανακαλυφθεί από τα ψηλότερα κλιμάκια του τμήματος. Ήταν, άλλωστε, θέμα χρόνου. Ο Dr. M εξοργισμένος, παρά τον φλεγματικό του χαρακτήρα, ίσως και αναγκασμένος από κάποιο νέο καθεστώς τάξης που επέβαλλε ο καθηγητής PΗ, ως νέος διευθυντής του γκρουπ, ζήτησε από τον Alan να μαζέψει όλα του τα υπάρχοντά του από τους χώρους των εργαστηρίων: τα κουρέλια για το ντύσιμο και τον ύπνο του, το ψυγείο και το στέρεό του, μαζί με κάθε ηλεκτρονικό όργανο και εξάρτημα που είχε φέρει, που ο Alan πίστευε ότι, με την κάποια αξία και ωφέλεια τους, θα προίκιζαν και εξαγόραζαν την παραμονή και παρουσία του στο εργαστήριο επ’ αόριστον. Μετά από δυο βράδια διανυκτέρευσης στο FORD van, εξοστρακισμένος από το κτίριο, αν όχι και από τις σπουδές του στη σχολή (αυτό απαιτούσε το ξεπέρασμα γραφειοκρατικών θεμάτων), ο Alan, απερίσπαστος και, όπως πάντα, με ικανό βαθμό αναισθησίας και παχυδερμισμού απέναντι σε τέτοιου είδους καθαιρέσεις και εξευτελισμούς, έστησε, απαρατήρητος, το σπιτικό του στο μηχανοστάσιο του ασανσέρ, στην κορυφή του κτιρίου.

Στο μεταξύ, η ιδιότυπη φιλία μας είχε ανέβει τα δικά της σκαλιά. Με μια έννοια γίναμε σύντροφοι απέναντι στις αντιξοότητες που η ζωή έριχνε μπροστά μας, αν όχι και από την συνάφεια δύο δυστυχισμένων (και κατ’ ουσία άστεγων) υπάρξεων. Αν υπήρχε δυστυχία δεν το δείχναμε, ούτε στον εαυτό μας.

Πολλοί φιλικοί δεσμοί στη Βρετανία στεριώνουν μέσα από κατανάλωση μπύρας, και ο Alan ένα Σαββατόβραδο με κάλεσε να τον συνοδεύσω στο XL, ένα night-club που σύχναζε. Απευθυνόταν αποκλειστικά στην κλειστή και ιδιόρρυθμη, αλλά κατά τα φαινόμενα ευμεγέθη, heavy-metal ροκ κοινότητα του Birmingham. Ένιωθε ότι ανήκε εξ αγχιστείας σε αυτήν, χωρίς να έχει υιοθετήσει πλήρως την κουλτούρα της: διατηρούσε την προσωπική του ταυτότητα του στην κόμη, στο ντύσιμο, στους τρόπους, στην εμφάνιση. Δέχτηκα την πρόσκληση χωρίς δισταγμό, καθώς η εκείνη η μουσική σκηνή ήταν κομμάτι της παράδοσης της πόλης. Κέντριζε την περιέργεια και ασκούσε μια μυστικιστική έλξη που ήθελα να εξερευνήσω. Ξεκινήσαμε ντυμένοι στα καθημερινά μας ρούχα, εγώ σε ένα ζευγάρι τζιν και ένα παλιό γαλάζιο πουκάμισο, ο Alan μέσα σε ό,τι ρούχα φορούσε πάντα: ένα αμάνικο φανελάκι παρά την ψύχρα και το ξεθωριασμένο κολλητό τζιν με μια μαύρη ζώνη με κρίκους. Τα λίγα αραιά μαλλιά του τα είχε μαζέψει σε μια μικρή κοτσίδα δεμένη με ένα λάστιχο, πίσω από την καράφλα του μετώπου και την αραιωμένη από μαλλιά κορυφή του κεφαλιού του.

Στην εξωτερική είσοδο του night club στεκόταν ένας σωματώδης bouncer, με πλούσια μακριά γένια,  τύπος που συναντάει κανείς σε μηχανόβιους της ομοταξίας των Hells Angels. Στον προθάλαμο, οι τοίχοι, ο πάγκος του ταμείου, και η πόρτα που οδηγούσε στα ενδότερα του club,  ήταν όλα βαμμένα στα μαύρα και ο φωτισμός χαμηλός. Ο Alan πέρασε χωρίς διατυπώσεις και κάτω από αδιάφορα βλέμματα στην ουρά μπροστά από ταμείο, ώστε να πληρώσει για την είσοδο και να προωθηθεί στο εσωτερικό του club. Όσον αφορά εμένα, ο εκφοβιστικός bouncer, αφού με έκοψε από την κορυφή μέχρι τα νύχια, αρχικά με ένα βλέμμα έκπληξης -ως κάποιο παρείσακτο που αργότερα συννέφιασε ενώπιο του καθήκοντος αυστηρής επιλογής της πελατείας του club που του είχε ανατεθεί, σήκωσε την χοντρή του παλάμη και με σταμάτησε πριν προχωρήσω στο ταμείο. Stop! Γύρισε προς τον συνάδερφο του που στεκόταν στην εσωτερική πόρτα, με έδειξε με το δείκτη και μια ερωτηματική περιστροφή του χεριού: «Τι να κάνουμε με αυτόν τον τύπο;» Προφανώς, ξυρισμένος και με τέτοιο ντύσιμο στο περιβάλλον του heavy-metal club, θα ήμουν σαν την μύγα μέσα στο γάλο, ένα καλόπαιδο στην κόλαση. Ο δεύτερος bouncer απλά ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα: «Κάνε ό,τι νομίζεις…» Ο Alan ήδη βρισκόταν στα πρόθυρα του εσωτερικού του club, αλλά πρόλαβα να τον καλέσω από το τέλος της ουράς, καθώς είχα προσπεραστεί από κανονικούς και εκλεκτούς του μαγαζιού ροκάδες. Με νεύματα προσπάθησα να του δείξω ότι φαινόταν να μου είχε απαγορευτεί η είσοδος, από την άλλη, να επιστήσω την προσοχή του bouncer ότι δεν ήμουν μόνος, συνόδευα κάποιον πρότυπο ροκά, κατάλληλα ενδεδυμένο για το club· ήμουν μάλιστα προσκεκλημένος του. Και ο Alan ήταν ‘regular’· γνωστός στο περιβάλλον και το προσωπικό του. Τελικά, ο bouncer, έχοντας δει τον Alan να με έχει αναγνωρίσει και να μου γνέφει προς το μέρος του, παραμέρισε το κορμί-ντουλάπα του, που μπλόκαρε την πρόσβαση στο ταμείο, και μου επέτρεψε να εισέλθω στα ενδότερα με ένα κούνημα του κεφαλιού, που έλεγε “Go Ahead!” και το ίδιο βλοσυρό και εκφοβιστικό ύφος.

To club, η μουσική και οι άνθρωποι που το σύχναζαν και το γενικό κλίμα που επικρατούσε, δεν ήταν τόσο τρομακτικό όσο η διαδικασία επιλογής των πελατών του, που υπέθεσα ότι γινόταν με κριτήριο την εμφάνιση και τις γνωριμίες. Η μουσική ήταν δυνατή και βαριά, κυριαρχούσε η παρατεταμένη ένταση χορδών ηλεκτρικής κιθάρας. Οι θαμώνες, άντρες και γυναίκες, στην πλειοψηφία τους, ντυμένοι σε μαύρα κολλημένα ρούχα, denim ή πέτσινα, φανελάκια αμάνικα ή Τ-shirt με εικόνες απεικονίσεις γοτθικών συμβόλων, και συνήθως ελεύθερα, πλούσια μαλλιά ριγμένα στους ώμους, πολλές φορές παρακάτω. Οι χορευτικές κινήσεις στην πίστα, στον μπάσο και αργό χτύπο των ντραμς, όπως ακριβώς και με το μοναχικό τύπο που μου είχε κάνει εντύπωση πριν καιρό στο Bridge, ήταν οικονομικές στον χώρο και περιλάμβαναν τις παλινδρομικές κινήσεις του σώματος από τη μέση και πάνω, με το κεφάλι σχετικά ακίνητο, και το πόδια καρφωμένα στο πάτωμα. Τα μακριά μαλλιά  ακολουθούσαν, άτακτα και με την καθυστέρηση που προκαλεί η αδράνεια, τις κινήσεις του πάνω μέρους του κορμού, δημιουργώντας μια ευρύχωρη ζώνη γύρω από κάθε σόλο χορευτή, που κανείς παραβίαζε. Δεν θα μπορούσα να συμμετάσχω ενεργά σε εκείνη τη μορφή διασκέδασης, ούτε θα τολμούσα στα ρούχα που ήμουν ντυμένος, και αποσύρθηκα διακριτικά σε μια γωνιά να πίνω μπύρες, και να κουνάω κι εγώ ελαφριά το κεφάλι μου πέρα-δώθε. Τα μαλλιά μου ήταν κοντοκουρεμένα και εγώ καμουφλαρισμένος πίσω από ένα pint μπύρας, ώστε να προσελκύσω ματιές προς τη μεριά μου.  

Το ίδιο βράδυ και μερικά από τα ερχόμενα βράδια διανυκτέρευσα σε μια γωνιά του ίδιο μηχανοστασίου στην κορυφή του κτιρίου της Σχολής, παρέα με τον Alan, που κοιμόταν σε ένα στρώμα καλά κρυμμένο σε μιαν γωνιά απέναντι από την σιδερένια πόρτα, πίσω από κάτι ράφια και του τη μηχανή ανέλκυσης. Ο παλιόφιλος Α είχε μετακομίσει άρον-άρον, έχοντας τουλάχιστον καταφέρει διπλωματικά να τερματίσει το συμβόλαιο ενοικίασης χωρίς παρακράτηση της προκαταβολής. Είχα μοιράσει τα λίγα κιβώτια και βαλίτσες με τα υπάρχοντά μου ανάμεσα στο χώρο εκείνο και το πατάρι της J, που μάλλον απρόθυμα τα δέχτηκε. Ο Alan ευγενικά μου παραχώρησε ένα από τα στρώματα του. Παρά την λίγδα ήταν ότι μια πρόσκαιρη λύση. Δεν χρειαζόταν να τα μαζεύαμε το πρωινά και να τα ξαναστρώνουμε τα βράδια. Με διαβεβαίωσε ότι από την εμπειρία του τόσων ημερών σε εκείνο το κρησφύγετο δεν έμπαινε κανείς. Να μην φοβόμουν τίποτε. Έξω από το μηχανοστάσιο, σε μια σκεπασμένη γωνιά της ταράτσας, μου έδειξε που ξαπέστειλαν την M_ina να κάνει την προσευχή της. Παρόλα αυτά, o ήχος από τον κινητήρα και τους διακόπτες του ασανσέρ, ιδιαίτερα αν κάποιος τον χρησιμοποιούσε αργά το βράδυ, με αναστάτωνε και γέμιζε φόβο. Ο Alan με καθησύχασε και, τελικά κουτσά-στραβά- ο ύπνος με έπαιρνε.   

Νωρίς το πρωί, με τον πρώτο που θα έμπαινε στη σχολή, ο ήχος από τον κινητήρα με ξυπνούσε από τον ταραγμένο και άβολο ύπνο. Σήμαινε η ώρα να σηκωθώ, να βρω κάποιες απόμερες τουαλέτες να πλυθώ, να ξεκινήσω τη δουλειά στο εργαστήριο. Αναλογιζόμουν συχνά εκείνες τις μέρες την κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει, χωρίς στέγη δικιά μου, χωρίς άμεση προοπτική για το μέλλον, και οι σκέψεις εκείνες με γέμιζαν με θλίψη. Η αυτοεκτίμηση είχε κατέβει σε χαμηλότατα επίπεδα, ωστόσο η καθημερινή δουλειά και οι μικρές κουβέντες με ανίδεους για την ύπαρξή μου συναδέρφους κάπως αποσπούσε τη συνείδηση μου από ανησυχίες κι αγωνίες για το μέλλον. Κατέληγα σε ρητορικά ερωτήματα και τα ρητορικά και ανώφελα αποφθέγματα του κοινού νου: «Πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα;». Οι απαντήσεις  στον εαυτό μου ήταν κλισέ, γνωστές εκ των προτέρων, δεν υπήρχαν πολλές: «Τελικά, θα επιζήσω με κάποιον τρόπο, κάπου. Υπήρχαν πάντα έσχατες λύσεις: το δίχτυ της πατρίδας, της οικογένειας, αν κάθε άλλο σχέδιο αποτύχαινε…»  Στο κάτω-κάτω της γραφής είχα τον μποέμη φίλο μου Alan ως σημείο αναφοράς, υπήρχε ακόμη η J στη ζωή μου -όσο μικρή παρηγοριά και να μου πρόσφερε, λίγες αποταμιεύσεις, και επιμονή και θέληση να βρω δουλειά. Και κάποιες στοιχειώδεις ικανότητες. Έπαιρνα κουράγιο από τέτοιες σκέψεις, ενώ ο δυνατός πρωινός καφές και οι χημικές αντιδράσεις που προκαλεί, ανασήκωναν την ψυχή και τις πρόσφεραν κάθε πρωί καλοδεχούμενες δόσεις αισιοδοξίας. 

Monday, February 16, 2026

23 - Αποτυχία

Ένα δεύτερο ψυχολογικό χτύπημα τον καιρό του Birmingham, στον επαγγελματικό τομέα αυτήν την φορά, δεν άρχισε να συμβεί: λίγο καιρό μετά τέλος της παρθενικής έκθεσης στην αφ’ έδρας διδασκαλία, τον μήνα που ο αγαπητός και σεμνός και εγκρατής στα πάντα του και λιγομίλητος Professor Tom έβγαινε στη σύνταξη. Σε μια σεμνή τελετή στο κοινό χώρο όπου η σχολή απολάμβανε τα διαλείμματα του τσαγιού, ο Πρόεδρος του τμήματος, μετά από το εθιμοτυπικό λογύδριο, του απένειμε μιαν αναμνηστική πλακέτα και ακολούθησε μια μικρή δεξίωση με ποτά και κέικ, προς τιμή του γέροντα καθηγητή. Στεκόταν στη μέση του χώρου, ψηλός, ξερακιανός, με το μόνιμα αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο, και το ανεπαίσθητο πικρό χαμόγελο του, και δεχόταν ευχές των συναδέρφων. Παρά τις συστολές μου, τον πλησίασα να του ευχηθώ «καλή σύνταξη» (το όφειλα!) και  ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες για τη ζωή του μετά το πανεπιστήμιο. Τον ευχαρίστησα για τη βοήθεια και συμπαράστασή του τον πρώτο μου καιρό μου στο Birmingham. (Ήταν, ειλικρινά, ενθαρρυντική και ανεκτίμητη.) Με ευχαρίστησε και κείνος για τη δουλειά στο εργαστήριο του, όπως πάντα με φειδώ στους επαίνους του. Σύντομα, με τη γυναίκα του, θα επέστρεφε στην πατρίδα του το Edinburgh, όπου θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής - ως πιστός μεθοδιστής. Και από τότε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, με μερικά βιβλία και δεκάδες άρθρα ως απομεινάρια μιας σεμνής ύπαρξης που και αυτή θα διαγραφεί από την αιωνιότητα.   

Ο αντικαταστάτης του είχε ήδη βρεθεί. Ο Professor P, φημισμένος και υψηλού βεληνεκούς καθηγητής στην επιστημονική περιοχή, με σημαντικό έργο, και, το κυριότερο για το τμήμα, με νήματα και διασυνδέσεις στους μηχανισμούς κρατικής ερευνητικής χρηματοδότησης. Το όνομα του μου ήταν γνωστό από επιστημονικά συγγράμματά και ένα από τα βιβλία του που είχα αγοράσει. Όπως μου είπαν, είχε θέσει προ του διορισμού του ως όρο την προκήρυξη μιας θέσης ακαδημαϊκού προσωπικού σε γνωστικό αντικείμενο του, που σχετιζόταν και με το δικό. Χρειαζόταν υποστήριξη από έναν νέο ενθουσιώδη λέκτορα και νεροκουβαλητή. Υπέβαλλα αίτηση τρέφοντας αρκετές ελπίδες επιτυχίας, χωρίς όμως γνώση του εξωτερικού ανταγωνισμού για την θέση. Και επιλέγηκα ανάμεσα στους τρεις φιναλίστ. Η προϋπηρεσία δύο σχεδόν χρόνων στη σχολή υπέθεσα ότι συνετέλεσε: δεν στεκόταν να απορρίψουν, από τον πρώτο γύρο κιόλας, κάποιον που πριν λιγότερο από δύο χρόνια έκαναν δεκτό και έδειξε εργατικότητα, φιλοτιμία και έργο. Στις δοκιμαστικές διαλέξεις που οφείλαμε να δώσουμε μπροστά σε μέλη του προσωπικού και φοιτητές της σχολής ήμουν αγχωμένος και νευρικός, υπό το βάρος των περιστάσεων και της συνεσταλμένης ιδιοσυγκρασίας, κάτι που έγινε διακριτό, όπως αντιλήφθηκα στην διάρκεια της ομιλίας. Ο Dr. Κ που δεν παραβρέθηκε στις διαλέξεις, μου το επιβεβαίωσε την επόμενη: «Άκουσα ότι είχες νευρικότητα, βρε…» Ο επικρατέστερος υποψήφιος ήταν εμφανώς περισσότερο ευπροσήγορος, με την εξαιρετική άρθρωση και προφορά του σπουδαγμένου σε κάποιο από τα κορυφαία πανεπιστήμια Εγγλέζου και καθαρότητα στο λόγο του, και η παρουσίασή του πλέον συγκροτημένη και ευκρινής, και το περιεχόμενό της περισσότερο σχετικό από τη δική μου και του τρίτου, επίσης Έλληνα, συνυποψήφιου.

Οι ελπίδες μου σιγόσβηναν. Στη συνέντευξη, με παρόντες τον νέο καθηγητή, τον Mike, τον πρόεδρο του τμήματος και μια κυρία από το Γραφείο Προσωπικού, ανταπεξήρθα, αλλά είχα την εντύπωση ότι το παιχνίδι είχε πλέον κριθεί. Η τελευταία ελπίδα πέθανε όταν κλήθηκα προτελευταίος στην αίθουσα των συνεντεύξεων για να μου ανακοινώσουν την απόφαση της επιτροπής. Στην αίθουσα της συνέντευξης είχε μείνει μόνον κυρία από το Γραφείο Προσωπικού, που μου φέρθηκε ευγενικά και διπλωματικά. Ήμουν δεύτερος επιλαχών· θα μου απένειμαν τη θέση αν την αρνείτο ο πραγματικά επιτυχών. Δεν έτρεφα αυταπάτες. Είχα αποτύχει και κείνη η στιγμή σήμανε την αρχή του τέλους της θητείας στο Birmingham και το πανεπιστήμιο, την έκλειψη ακαδημαϊκής καριέρας με την οποία από φοιτητής δάσκαλοι και οικογένεια είχα λιβανιστεί. Κατάλαβα ότι κάθε προσωπικότητα δεν είναι κομμένη και ραμμένη για ακαδημαϊκή διδασκαλία. Τουλάχιστον, εκείνο το επεισόδιο, όπως και οι άλλες αποτυχίες του παρελθόντος, με δίδαξαν και υπενθύμισαν έγκαιρα κάτι σημαντικό: οφείλω να παλέψω για δουλειά και επιβίωση σε αυτόν τον κόσμο και καθ’ οδόν να σπάσω τα μούτρα μου αρκετές φορές.  

Κόλλησαν στο νου οι στίχοι του Καβάφη: Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,// να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος, //γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.// Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,// τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι.

Μόνον απογοήτευση λοιπόν. Αυτή θα περνούσε. Δεν υπήρχε λόγος φόβου όσο ήμουν νέος και υγιής. Στη χειρότερη περίπτωση θα με περίμενε η Ιθάκη μου μακριά. Τα ατάραχα και στάσιμα, και ως εκ τουτου ανεπιθύμητα νερά της πατρίδας και της οικογενειακής θαλπωρής.