Saturday, November 22, 2025

19γ - Άνθρωποι του Ισλάμ (Μ_ina)

Μετά τις εμπειρίες με τον Σαουδάραβα και την Ofra, η τρίτη προσωπική επαφή με το παγκόσμιο μουσουλμανικό στοιχείο συνέβη στο χώρο της δουλειάς. Μια νέα μεταπτυχιακή φοιτήτρια από την Μαλαισία με το όνομα M_ina, εντάχθηκε στην ερευνητική ομάδα και ο διευθυντής Mike, μου ανάθεσε την επίβλεψή της. (Το είχε αυτό ο Mike: να αναθέτει σε άλλους ό,τι κομμάτι της ακαδημαϊκής εργασίας έβρισκε δύσκολο ή δεν τον ευχαριστούσε ή δεν τον ικανοποιούσε επιστημονικά.) Η M_ina ήταν μια γυναίκα ευγενική και σεμνότυφη, κατά την ακραία μουσουλμανική παράδοση που πηγάζει από τις επιταγές Κορανιού, λιγομίλητη και ντροπαλή γυναίκα, με μηδενικά αισθητήρια προς το βρετανικό ή άλλες εκδοχές του χιούμορ. Η φωνή της ήταν τόσο χαμηλών τόνων και απαλής χροιάς, που παρά τα εξαιρετικά της Αγγλικά, πολλές φορές αναγκαζόμουν να της ζητήσω να επαναλάβει τα λόγια της. Στο γραφείο ερχόταν καθημερινά, ανεξάρτητα καιρού και θερμοκρασίας, με μια πανομοιότυπη ενδυμασία: μια σκούρα καφέ ρόμπα που έφτανε μέχρι κάτω από τους αστραγάλους και ένα μαύρο hijab, που κάλυπτε επιμελώς, εκτός από την κάθε τρίχα του κεφαλιού το μεγαλύτερο μέρος του μετώπου και του λαιμού, και έπεφτε πάνω από τα στήθη της. Στις συνομιλίες μας έστεκε, ίσως από σεβασμό και μάλλον για ακατανόητους θρησκευτικούς λόγους, σε ικανή απόσταση, μεγαλύτερη από της αναπνοής, και δεν κατάφερα να νιώσω κάποια οσμή από το σώμα της, ευχάριστη ή δυσάρεστη, όπως εκείνη του Σαουδάραβα συναδέρφου μου στο Ohio.

Όπως και ο Σαουδάραβας, είχε φέρει τις πρώτες μέρες στο εργαστήριο ένα χαλάκι, και τις ώρες της προσευχής το άπλωνε πίσω από έναν εργαστηριακό πάγκο και προσευχόταν.  Αυτό δεν μου κακοφάνηκε, ούτε ξένισε εμένα τόσο όσο άλλα μέλη του εργαστηρίου και ιδιαίτερα τον γέρο-καθηγητή Tom, o οποίος ένα απόγευμα ήρθε στο εργαστήριο όταν η M_ina απουσίαζε, με το κοκκινισμένο προσωπείο σε ώρες θυμού ή έξαψης στάθηκε δίπλα μου και με ρώτησε: “What do you think of this here?”, δείχνοντας το διπλωμένο σε ρολό χαλάκι της M_ina στη γωνιά του πάγκου. Do you find this reasonable and acceptable?... This is a place for work where we sometimes bring visitors, not for worship… Ridiculous!” Δεν ήξερα τι να απαντήσω στην έκφραση αποδοκιμασίας προς τις θρησκευτικές ρουτίνες της μουσουλμάνας, καταλάβαινα όμως από επαγγελματική άποψη την αποστροφή, μολονότι ο ίδιος ο Tom ήταν ευσεβής Χριστιανός και μέλος της Μεθοδικής Εκκλησίας της Σκωτίας, και από όσο ήξερα τηρούσε με ευλάβεια τις επιταγές τους δόγματός του. (Το ετήσιο πάρτι που οργάνωνε για τα μέλη της ερευνητικής μας ομάδας, που για τους περισσότερους, όντας ατίθασοι νέοι ή ώριμοι άθεοι, το αντιμετώπιζαν, φυσικά εν αγνοία του Tom, ως μια πληκτική υποχρέωση. Ξεκινούσε με τους καλεσμένους καθισμένους γύρω από ένα τεράστιο οβάλ τραπέζι, όπου πριν από το πρώτο πιάτο, που ήταν σούπα με μια φέτα ψωμί, να υποχρεώνονται να σεβαστούν λίγα λεπτά ευλαβικής προσευχής. Αλκοόλ δεν υπήρχε, ούτε έμπαινε στο σπιτικό του, και ο Tom κατά τη διάρκεια του ‘πάρτι’ περιφερόταν εναλλακτικά με την καράφα ή την τσαγέρα και πρόσφερε με το ψυχρό, αλλά φυσικό του σκωτσέζικο χαμόγελο, χυμό ή τσάι.  Ακολουθούσε η κουβέντα ανάμεσα στους παραβρισκόμενους, από την οποία, χάριν ενός άγραφου πρωτόκολλου, εξαιρούνταν θρησκευτικής, πολιτικής και επαγγελματικής φύσεως θέματα, και η οποία, μη έχοντας επομένως πολλά να διαπραγματευτεί, εξαντλείτο σε παρατεταμένες σιωπές ολοένα και μεγαλύτερης διάρκειας, μέχρι την ουσιαστική διάλυση του ΄πάρτι’. ) Οι αυστηρές θρησκευτικές υποχρεώσεις και προσευχές της M_ina, εξαιτίας ενός καλλιεργημένου από το περιβάλλον φονταμενταλισμό και τελικού εγκλωβισμού της σε αυτόν, από τον οποίο απόδραση και απολύτρωση λόγω μιας βαθιάς ριζωμένης θεοφοβίας φαινόταν αδύνατη, δεν επιδέχονταν συμβιβασμό με κάποιο πιο ευέλικτο ωράριο. Η ώρα της ισλαμικής προσευχής είναι καθορισμένες άνωθεν και αδιαπραγμάτευτες. Ενώπιον του αδιέξοδου, η σχολή, με πρωτοβουλία του Tom, της παραχώρησε έναν μικρό χώρο στην ταράτσα, κοντά στην κορυφή του κλιμακοστάσιου: ώστε να προσεύχεται εκτός της θέας και μακριά από την παρουσία φοιτητών, εργαζομένων, περαστικών και άλλων κοσμικών.

Αν και από την μεριά μου συνειδητά άθεος και με ακλόνητες πεποιθήσεις σε θέματα θεού και θρησκειών, η θρησκόληπτη συμπεριφορά της M_ina δεν με ενοχλούσε, απλώς με παραξένευε και την παρατηρούσα με ενδιαφέρον, μερικές φορές με την κρυφή περιφρόνηση ενός μαρξιστή-ματεριαλιστή.  Και είναι αλήθεια ότι ήθελα να ακούσω από την ίδια επί της ουσίας της πίστης της, την αιτιολόγηση των πεποιθήσεων και του τελετουργικό που κατά κάποιο παραμόρφωναν την παρουσία της και την ανήγαγαν σε σχεδόν παρία. Από συμπάθεια και μόνον προς το πρόσωπό της και σεβασμό προς τις πεποιθήσεις της, όσο αποστεωμένες και να φαίνονταν, απέφυγα να ανοίξω τέτοιου είδους κουβέντες στα περιθώρια της επαγγελματικής μας συνεργασίας. Ήταν ευγενική και υπέθεσα εύθραυστη, ενώ η ίδια με αντιμετώπιζε με σεβασμό, ίσως και δέος. Στα τετ-α-τετ μας δεν απέφευγε να με κοιτάει στα μάτια, επίμονα σαν γοητευμένη -από τις γνώσεις μου ή από κάποια μυστική έλξη (ποιος ξέρει;) με ένα βλέμμα, που, ίσως λαθεμένα, διαισθάνθηκα ότι άγγιζε σφαίρες βαθύτερα κρυμμένων και καταπιεσμένων αισθημάτων. Στο ίδιο βλέμμα και τρόπους έβλεπα όμως βαθιά χαραγμένη την καταπίεση που ασκούσε η θρησκεία της, στο γυναικείο φύλο της ειδικότερα. Για αυτό ήμουν βέβαιος. Έφευγε, κάθε απόγευμα, την ίδια ώρα από το εργαστήριο έχοντας εκπληρώσει στην εντέλεια τόσο τα θρησκευτικά, όσο και τα ερευνητικά της καθήκοντα. Και κάθε φορά, έξω από την πόρτα της σχολής, την περίμενε ο άντρας της. Τον συνόδευε αμίλητη, ακολουθώντας πάντα μερικά βήματα πίσω του, μέχρι το αυτοκίνητο στο διπλανό πάρκινγκ, όπου καθόταν στο πίσω κάθισμα -όπως σε ταξί.

Μετά από μια βδομάδα απουσίας της M_ina από το εργαστήριο μας το Μάη του 1993, με έκπληξη βρήκα στο γραμματοκιβώτιο μου στη Σχολή, ένα σύντομο χειρόγραφο γράμμα σε χαρτί που συνήθως χρησιμοποιείται σε ρομαντικής φύσεως αλληλογραφία, καθώς είχε μια εικόνα με λουλούδια στο πάνω τεταρτημόριο. Μου έγραφε για τον ίκτερο από τον οποίο ανάρρωνε, για το μωρό που είχε γεννήσει πριν ξεκινήσει την δουλειά της, και που δεν ήξερα αλλά φανταζόμουν ότι μεγάλωνε, την αρρώστια που και αυτό περνούσε… Το έκλεινε με την ελπίδα και τις «θερμότατες ευχές» της να είμαι καλά. Το βρήκα καλοπροαίρετα παράξενο. Περισσότερη όμως έκπληξη ένιωσα, μαζί με αμηχανία, εν μέρει φυσιολογική σε ανθρώπους σαν του λόγου μου που δυσκολεύονται να εκφράσουν συναισθήματά, με το δεύτερο γράμμα που έλαβα λίγες βδομάδες αφού άφησα τη δουλειά μου στο Birmingham, ενώ η M_ina ήταν ακόμα ήταν στο μισά της διατριβής της. Αυτή την φορά ήταν εκτυπωμένο σε ένα κίτρινο χαρτί, συνταγμένο με προσπάθεια όσο και συναίσθημα από την ψυχή-άβυσσο μιας μουσουλμάνας - σε ατελή Αγγλικά:

To L,

First and foremost, I am very sorry to have written this letter. Please do not be surprised to read further… You might already be on a pleasant journey… to a much more interesting, exciting and challenging future lying ahead - but a different working and life environment.

May I take this opportunity to wish you, again, all the very best in your future life. May you find a much better life over there, and much-much better each time you move into a new environment. I am really sad to not seeing you around anymore. It is not merely because that you have been such a tremendous help to my student life, but, it’s much more special than that. I don't have precise words to express. However, you have been motivating me, ever since I started my research work. I found excellent personality in you. Your dedication to work really admires me and motivated me further. Of course, my husband and kids have been my greatest motivator, all this while. Even though I have small kids around, they really added strength to me - pushing me hard to gain lots of experience over here, and be their best mother.

I will be missing you -a true friend and working mate. Tears did fill my heart when you told me the surprising news that you will be leaving for good. Please forgive me if I have done anything which might have hurt you, or caused any trouble. Whatever is bad in me that you might have encounter, each is my very own weakness -- which I am improving myself. However, those that are excellent - they are the product of my faith. And, I treasure all the worthy guidance, discussions, ideas, suggestions, etc.

 Last, but not least, may we meet again in the future. Perhaps when my family and I are returning home for good (at the airport) …or perhaps you will be on holiday, someday, in my country and give us a visit or just a ring… Only God knows where and when this will be, right? Please accept a tiny and inexpensive but special gift from us - it is not from my country though. You can put artificial flowers in it, or just freshly cut flowers - to freshen and brighten your working desk.

Keep up your excellent personality! It is really wonderful to have known and worked with you.

(Today, I am already 33 yrs 12dys - not much time left to live!)

Συγκινήθηκα λιγάκι, στιγμιαία. Δεν ήξερα τι να γράψω ως απάντηση και πως θα εκλαμβανόταν, και τελικά δεν απάντησα. Πέρα από την έκδηλη ευγνωμοσύνη και σεβασμό, διάφανη στο γράμμα, δεν κατάφερα να λύσω το μυστήριο των πραγματικών αισθημάτων που μπορεί να έκρυβε η βαθιά ψυχή της μουσουλμάνας. Θα έμεναν σκέψεις και αισθήματα κρυμμένα, αλυσοδεμένα στο νου, πίσω από το τσαντόρ της πίστης και του θεού της. Μόνο μέσα από το βλέμμα, εκείνο το «παράθυρο της ψυχής» και το ύφος θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν, αλλά και έμεινα ερμητικά κλεισμένα πίσω από κάποια δυναστική και καταναγκαστική σεμνοτυφία, διστακτική και μυστικιστική. Ας την έχει καλά ο θεός της!

19β - Άνθρωποι του Ισλάμ (Μουσουλμανικό Μωσαϊκό)

Το Birmingham είχε και έχει μια πολυπληθή μουσουλμανική κοινότητα, στον πυρήνα της προερχόμενη από το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, αλλά η Αιγύπτια Ofra, διαφορετική σέκτας και κληρονομιάς, ήταν η μοναδική και, όπως αποδείχτηκε, η στενότερη προσωπική «επαφή» με μουσουλμάνο. Προηγήθηκε η σουρεαλιστική εμπειρία που πρόσφερε ένας Σαουδάραβας, με τον οποίο μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο στο εργαστήριο της Αμερικής, ένας χαρακτήρας με πλούσια, μαύρα γένια και άγρια βλέμμα, και έντονα χαρακτηριστικά προσώπου που θύμιζαν Osama bin Laden. Αλλά ήταν ευγενικός και είχε φιλικούς τρόπους. Την είσοδο του στο χώρο του γραφείου ντυμένος συνήθως σε ένα λευκό thobe τη συνόδευε μια έντονη μυρωδιά ιδρωμένης μασχάλης που δεν γνωρίζει από αποσμητικό. Ευτυχώς, το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο, καθόμουν στην άλλη άκρη του από τον Σαουδάραβα και κοντά στην πόρτα, ενώ το air-conditioning έκανε στην Αμερική καλή και εντατική δουλειά σε κλειστούς χώρους τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε προκαθορισμένες ώρες της προσευχής, στη διάρκεια της μέρας και κάθε μέρας, άπλωνε ένα χαλάκι που κρατούσε διπλωμένο κάτω από το γραφείο του, και ξεκινούσε, σκυμμένος καταμεσής του δωματίου και στραμμένος προς την ανατολική τζαμόπορτα, με ευλαβική προσήλωση στο ρυθμό και την ακολουθία των κινήσεων, το τελετουργικό του salah. Στην αρχή παραξενεύτηκα από το μυστήριο, όπου στην ησυχία του δωματίου μόνον ο αχός από την τριβή του ρουχισμού του ακουγόταν, και ίσως κακώς ένιωσα ελαφρά προσβεβλημένος από την παραβίαση κάποιας άγραφης δεοντολογίας για τη συμπεριφορά σε κοινόχρηστους χώρους, την περιφρόνηση της παρουσίας μου, και ενδεχόμενα των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων. Με τον καιρό, το συνήθισα, και τελικά με άφηνε αδιάφορο. Την προσευχή του Σαουδάραβα τη διέκρινε μια παθητικότητα και εσωτερικότητα. Ζύγισα στο μυαλό τις ανάλογες, συχνά περισσότερο θορυβώδεις και προσβλητικές για τη συνείδηση και ισοπεδωτικές τελετουργίες της ορθόδοξης εκκλησίας πίσω στην πατρίδα μου, σκέφτηκα και τη δράση μου μέσα από την οργάνωση, με ηχηρές επιδρομές προπαγάνδας για να πείσουμε για δόγμα και ιδέες. Γιατί να με ενοχλούν οι εκδηλώσεις πίστης ενός φουνταμελιστή μουσουλμάνου;    

Πριν και μετά την Ofra, το μεγαλύτερο μέρος των πλέον θρήσκων και ευσεβών της ισλαμικής κοινότητας του Birmingham ζούσαν σε κοινότητες σχετικά στεγανές από τις πιο εύπορες συνοικίες κοσμικών λευκών. Αντιπροσώπευαν μια και δυο γενιές μεταναστών, που από τις αποικίες της βρετανικής αυτοκρατορίας ήρθαν στην Αγγλία για μια καλύτερη μοίρα. Στην πλειοψηφία τους εντάχθηκαν ιστορικά στα κατώτερα εισοδηματικά, φτωχά στρώματα του πληθυσμού, από τα οποία, ως γνωστόν, κάποιος δύσκολα δραπετεύει, ιδιαίτερα όταν δεν διαθέτει ιδεολογικά εφόδια και ανοιχτό μυαλό απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η φτώχια ήταν εμφανής στις συνοικίες γύρω από το κέντρο, που ο πυρήνας της ισλαμικής κοινότητας είχε συγκεντρωθεί και πληθύνει– το Small Heath, το Balsall Heath, το Moseley. Στις περιηγήσεις μου με αυτοκίνητο, καθώς ο αδικαιολόγητος φόβος του ξένου και αμύητου στους παλμούς, τις δομές και πολυπολιτισμικότητα της πολιτείας με ανάγκαζε να αποφεύγω ως περιπατητής εκείνες τις περιοχές, παρατηρούσα με ενδιαφέρον γέροντες, αλλά και νεότερους, με κάτασπρες kurta-pajama, να περιφέρονται γύρω από το κεντρικό τζαμί τις Παρασκευές και ανοιχτόχρωμες, αλλά ομοιόμορφες στα High Streets των συνοικιών, τις γυναίκες, πολλές σε μαύρες ασφυκτικές burka, άλλες σε ποικιλόχρωμα chador, άλλες με niqab στο κεφάλι, οι νεότερες φαινομενικά περισσότερο μοντέρνες (κατά την αδαή γνώμη μου) με hijab σε πιο φανταχτερά χρώματα.

 Οι εργατικές συνοικίες γύρω από το εργοστάσιο αυτοκινήτων και τις βιομηχανίες του Longbridge, η συνοικία της J ανάμεσά τους, κατοικούνταν στην πλειοψηφία τους από λευκούς blue-collars, με πολλές ρατσιστικής υφής προκαταλήψεις απέναντι σε μουσουλμάνους Ασιάτες, αλλά και νέγρους μετανάστες από την Αφρική και Καραϊβική. Θα χρειαζόταν να βυθοσκοπούσα στα εσώτερα της προλεταριακής οικογένειας και οικογενειακού κύκλου της J, για να πάρω μια ιδέα για το μέτρο και τις ρίζες αυτών των προκαταλήψεων. Θα μπορούσαν να γραφούν διατριβές για τα ιστορικά και κοινωνικά αίτια του ρατσισμού στα Midlands της Βρετανίας, κάτι που προϋποθέτει διεξοδική ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα και ανάλυση, και το ελάχιστο δυνατό στην πορεία της διήγησης, είναι να ομολογήσω πρόχειρα δικές μου ριζωμένες προκαταλήψεις απέναντι σε εθνότητες, έθνη, θρησκείες, κατηγορίες ιδεολόγων, επαγγελματικές συντεχνίες, και για το πως διαμορφώθηκαν αυτές στην καθ’ οδόν ζωή από προσωπικές εμπειρίες και την τριβή με τον κόσμο. Ένας συνάδερφος είπε κάτι που το βρήκα σε γενικές γραμμές σωστό: «Ο καθένας μας είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ρατσιστής

19α - Άνθρωποι του Ισλάμ (Ofra)

Τα σκαμπανεβάσματα στη σχέση με την J συνεχίστηκαν, όπως συνέβαινε από την πρώτη φάση μαζί. Σε ένα από τα πολλά κενά απόστασης που ακολουθούσαν τις συγκρούσεις μετά τις αποκορυφώσεις πάθους, σε μια από τις βραδιές στο κατάμεστο Ulysses με τα «παιδιά» και τον ελληνικό φοιτητόκοσμο του Birmingham, γνώρισα μια χαριτωμένη κοπέλα, με σκουρόχρωμη επιδερμίδα, σγουρά κορακίσια μαλλιά και μαύρα μάτια, αιγυπτιακής καταγωγής. Την λέγανε Ofra. Στεκόταν στο μπαρ δίπλα μου και μου χαμογέλασε πρώτη. Της ανταπόδωσα το χαμόγελο. Ήταν μικροκαμωμένη, με σχετικά πλούσιο στήθος, ευχάριστα προσιτή και σχετικά εύκολα, χωρίς να χρειαστώ τα δεκανίκια του πιοτού, άνοιξα κουβέντα μαζί της. Πάντα υπάρχει ένα είδος συνάφειας ανάμεσα σε γεωγραφικά και γενετικά συγγενικές ράτσες. Ερχόταν στο Ulysses γιατί έβρισκε τους ρυθμούς της ελληνικής μουσικής οικείους· θύμιζαν την πατρίδα της.

Ξαναβρεθήκαμε με την Ofra δυο φορές ακόμα. Κατάλαβα ότι με άρεσε. Ανάφερε συχνά, μάλλον αυτάρεσκα εξαιτίας μιας λανθάνουσας ανασφάλειας, τα «φυσικά σγουρά μαλλιά της» και την επιδερμίδα της που δεν χρειαζόταν make-up. Την δεύτερη (και τελευταία) φορά που βγήκαμε μαζί, μετά από ένα σύντομο απογευματινό ποτό σε ένα ήσυχο και κοσμοπολίτικο pub του κέντρου την έφερα σπίτι, με κρυφές «πονηρές προθέσεις»: ώστε να νιώσω, πέρα από τα μαλλιά που με άφησε να αγγίξω, την επιδερμίδα, τα στήθη, να μυρίσω τα αρώματα, που όπως μου έλεγε με σκανδαλιστικό χαμόγελα περιτύλιγε το κορμί καθημερινά στο μπάνιο της. Στο pub άρχισα να διαπιστώνω μερικές από τις προκαταλήψεις που είχαν καταλάβει την ψυχή και το πνεύμα της από τη θρησκεία που ασπαζόταν και που, όπως μου έλεγε, ερμήνευε κατά το δοκούν με έναν δικό της, εξατομικευμένο τρόπο, εντός ενός γενικότερου θεολογικού πλαισίου. Βέβαια, αυτές οι κατά το δοκούν ερμηνείες συμβαίνει με τους περισσότερους πιστούς δογμάτων και θρησκόληπτους. Είχα ήδη εκτεταμένη εμπειρία από την υποκρισία της ελληνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, που συνετέλεσε ιστορικά σε μιαν εθνική οπισθοδρόμηση. Την πίστη της στο Ισλάμ την χαρακτήρισε «χαλαρή και φιλελεύθερή», μάλλον για να μην με αποξενώσει ψυχολογικά και αισθηματικά, έχοντας ήδη αναλύσει και κουβεντιάσει τις αδιαπραγμάτευτες απόψεις μου επί του θέματος.

Δεν ήταν, όμως, αρκετά «φιλελεύθερη» η στάση της, όπως και να ερμηνεύεται αυτό, καθώς ο καθένας δίνει επίσης υποκειμενικές ερμηνείες στον όρο «φιλελεύθερος», που συνήθως αντανακλούν το modus vivendi που επέλεξε, συνήθως ακούσια και όχι από «ελεύθερη βούληση». Καραδοκούσε ένα έμφυτος φόβος στην ψυχή της για την οργή και κατάρα του ανώτερου όντος -κατά τις δοξασίες του κορανιού ώστε να αγγίξει αλκοόλ ή αντρικό σώμα, και άλλα καθημερινά και τετριμμένα. Συγκράτησα κι εγώ την κατανάλωσή αλκοόλ εκείνο το απόγευμα, αλλά εξακολουθούσα να διατηρώ ελπίδες ότι θα επιχειρούσε το ξεπεράσει τα φράγματα που έθετε το δόγμα της.

Πίσω στο σπίτι, ξαπλωμένοι δίπλα στο στρώμα μου, ανακάλυψα και άλλες προκαταλήψεις σημαντικότερες από την κατανάλωση αλκοόλ. Όντας η πρώτη φορά επαφής μου με κάποια γυναίκα ισλαμικών πεποιθήσεων, με ξένισαν και τελικά ματαίωσαν κάθε πρόθεση σαρκικής προσέγγισης και επαφής. Ήταν παρθένα, παρά τα είκοσι, εικοσιένα χρόνια της, παραιτημένη σε μεγάλο βαθμό στην προοπτική ενός αρραβώνα και γάμο με ομόθρησκο, κατά προτίμηση από την πατρίδα της, και προσυμφωνημένου ερήμην από την οικογένειά της, χωρίς απαραίτητα την συγκατάθεσή της. Η κρυφή της λαχτάρα και θέληση να νιώσει απελευθερωμένη στον έρωτα είχε συνθλιβεί από το οικογενειακό της περιβάλλον και την θρησκεία του, ιδιαίτερα τον μεγάλο της αδερφό, που όπως μου τον περιέγραψε με έντονα χρώματα, ήταν αυστηρό και φοβερά, και αδίστακτο προς οποιονδήποτε θα σφετεριζόταν την τιμή της αδερφής του. Στα δυο ραντεβού φαινόταν ότι έτρεμε το φυλλοκάρδι της και ζήτησε την κατανόηση μου για την διστακτικότητα της και τις προφυλάξεις μας από τα μάτια του έξω κόσμου.

Φυσικά δεν καταλάβαινα τίποτε από όλα αυτά. Δεν έβλεπα τίποτε περισσότερο από έναν ιστορικά εγκάθετο πολιτιστικό παραλογισμό από μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες, και πήρα μόλις λίγα λεπτά για ένα αξεπέραστο φράγμα να υψωθεί ανάμεσα σε μένα και στο μέχρι πρότινος αντικείμενο του πόθου μου. Φοβήθηκα, είναι αλήθεια, και τον αδερφό της που, από τις διηγήσεις της Ofra, είχα βεβαιωθεί ότι εκλάμβανε θέματα οικογενειακής τιμής εξαιρετικά σοβαρά. Άπρακτος, την άφησα στο πάπλωμα του δωματίου μου και πήγα να κάνω ένα μπάνιο, περισσότερο για να σβήσω τη φωτιά μέσα μου από την διέγερση, και λιγότερο για να παρουσιάσω στην Ofra δείγματα της σαρκικής απελευθέρωσης που διέκρινε την μισο-εξευρωπαϊσμένη φυλή μου, από τον μουσουλμανικό κόσμο. Έβγαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα στο ζεστό νερό της μπανιέρας με μόλις λίγα αραιά συννεφάκια από το αφρόλουτρο να καλύπτουν το επίμαχο μέρη του σώματος. Η διέγερση από την παρουσία και μόνο της Ofra δίπλα μου στο πάπλωμα είχε προκαλέσει, μαζί με τις φρούδες φαντασιώσεις των, όπως αποδείχτηκε, απίθανων σεξουαλικών περιπτύξεων με μιαν εξωτική ύπαρξη, φυσιολογικά μια στύση, που οι διαθλαστικές ιδιότητες του νερού την μεγέθυναν ενώ οι αφροί στο λουτρό ήταν αδύνατο να καλύψουν. Άφησα, για τον λόγο που ανάφερα, την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή. Προς έκπληξή μου, σε λίγο εμφανίστηκε η Ofra, στάθηκε πάνω από τη μπανιέρα, και στην προσπάθεια να μου μιλήσει κοιτάζοντας με στα μάτια δεν απέφυγε παρατεταμένες ματιές κάτω από την επιφάνεια του νερού. Το πρόσωπο της σκεπάστηκε από ένα ύφος απορίας και ίντριγκας και κόμπιασε στα λόγια της. Υπέθεσα ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ζωντανά αντρικά γεννητικά όργανα. Would you like to join me in the bath?τη ρώτησα. Μου χαμογέλασε με απορριπτικό χαμόγελο και βγήκε από το μπάνιο με μια αινιγματική έκφραση στο πρόσωπό της. Δεν την ξαναείδα από τότε, ούτε στο Ulysses, ούτε πουθενά στην πόλη. Δεν την είχα αγγίξει είτε φιλήσει, και η μόνη επαφή με το σώμα της ήταν ένα ελαφρό ανακάτεμα των ‘naturally curly hair’ για τα οποία ήταν περήφανη.

Sunday, November 16, 2025

18 - Επίδοξος Manager (Αλήθεια;)

Είχα μπει στον δεύτερο και τελευταίο χρόνο της εργασιακής μου σύμβασης με το πανεπιστήμιο. Η ερευνητική προσφορά στο αντικείμενο που μου ανατέθηκε προσέγγιζε από κάθε άποψη, πρακτική, πειραματική, θεωρητική, ένα σημείο κορύφωσής. Ένιωθα ότι αργά ή γρήγορα θα εξαντλούσα τα υπόλοιπα στενά περιθώρια κάποιας σημαντικής ή καινοτόμου  συνεισφοράς. Η έρευνα φαινόταν ότι πλησίαζε ένα σημείο κορεσμού στο στενό αντικείμενο που διαπραγματευόμουν: τόσο σε μένα και στο ακροατήριο στο οποίο απευθυνόταν (βιομηχανικοί χρηματοδότες και η μικρή ακαδημαϊκή κοινότητα που έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον). Όφειλα στον εαυτό μου κυρίως και το αρκετό μέλλον που ακόμα είχα μπροστά να αναζητήσω καινούργιες λεωφόρους στη σταδιοδρομία μου να ακολουθήσω στην σταδιοδρομία -πέρα από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης. Με άλλα λόγια, αργά ή γρήγορα έπρεπε να αρχίσω το ψάξιμο για δουλειά, λίγο-πολύ από το σημείο που είχα άφησα στο τέλος της θητείας. Η ζωή δεν κοντοστέκεται να περιμένει και η δουλειά είναι στον πυρήνα της φάσης ωριμότητας που εισερχόμουν.

Ο Γιώργος Μ, λέκτορας σε μια από τις σχολές επιχειρηματικής διοίκησης, με τουπέ και αυτοπεποίθηση, μεγάλη σιγουριά στον εαυτό και τον ρόλο του στον κόσμο, και αποκρυσταλλωμένα σχέδια στη ζωή, είχε καλές προθέσεις όταν με συμβούλευσε να παρακολουθήσω μαθήματα στο Business Administration πρόγραμμα που πρόσφερε το πανεπιστήμιο. Θα μου έκαναν και έκπτωση στα αλμυρά δίδακτρα! Μέχρις τότε, εν μέρει λόγω ιδεολογικών προκαταλήψεων και επιστημονικής ακαμψίας, που η αποκλειστική απασχόληση σε ακαδημαϊκούς χώρους δεν επιτρέπει να ξεπεραστούν εύκολα, τις σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων τις θεωρούσα όχημα για εκείνους που είχαν σκοπό να υποτάξουν την καριέρα τους, τα προσόντα, τη γνώση και δεξιότητες και ενέργεια τους, στην υπηρεσία του κεφαλαίου, στην αύξηση της παραγωγικότητας της εκμεταλλεύσιμης εργασίας, χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον ανθρώπινο παράγοντα, της κερδοφορίας σε καθεστώς ανταγωνισμού, με απώτερο σκοπό προσωπικό πλουτισμό και το κοινωνικό status από όσο το δυνατό μεγαλύτερη αρπαγή της υπεραξίας που η εργασία παράγει. Οι μνήμες από την «μαρξιστική» παρέμβαση στο μάθημα Διοίκησης Επιχειρήσεων που παρακολούθησα στην σχολή ήταν νωπές. Από την άλλη μεριά, σκέφτηκα, ότι θα μου δινόταν μια ίσως μοναδική ευκαιρία να μάθω τα τεχνάσματα της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, τι κρυβόταν πίσω από την ακατανόητη στις μάζες jargon και τα ακρωνύμια που χρησιμοποιούσα οι οικονομικές αυθεντίες στις αναλύσεις τους στα μέσα, οι τραπεζίτες και οικονομικοί σύμβουλοι στις εκ του πονηρού προτάσεις για επενδύσεις, τον μυστικισμό που περίβαλε τα χρηματιστήρια και τις αγορές. Ίσως, θα μπορούσα όλα όσα μάθαινα να τα συσχετίσω με την γνώση της μαρξιστικής οικονομίας που κατείχα σχετικά καλά. 

Τελικά αποφάσισα να παρακολουθήσω τουλάχιστον το πρώτο σκέλος και χρόνο του προγράμματος, ένας φτωχός επιστήμονας εγώ, μηχανικός ανάμεσα σε επίδοξους managers που στόχευαν εξέλιξη στις εταιρίες τους και, αντίστοιχα, σε ταξικό και κοινωνικό status, ως έναν αυτονόητο σκοπό, καθώς αυτό στον καπιταλισμό μετριέται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από το εισόδημα και την περιουσία που κάποιος αποκομίζει, με μια λέξη από το χρήμα. Αν και παράταιρος και εκκεντρικός σε εκείνη την τάξη, λόγω καταγωγής και τεχνικής απασχόλησης, παρόλα αυτά σχετικά διακρίθηκα και κέρδισα το σεβασμό από «συμμαθητές» -στην πλειοψηφία τους ώριμοι επαγγελματίες και μικρό-manager σε επιχειρήσεις, αλλά και τους δασκάλους -μέχρι και τον ιδιόρρυθμο διευθυντή του προγράμματος. Ο τελευταίος, αν και με δέχτηκε απρόθυμα στο πρόγραμμά του, και  δεν μου πρόσφερε την πλήρη απαλλαγή των διδάκτρων που είχε επιτυχώς διεκδικήσει και απόλαυσε ο Γιώργος Μ, στο τέλος του πρώτου χρόνου, κοντά στη λήξη και της σύμβασης, με συνεχάρη για τις αποδόσεις μου και με παρότρυνε να συνεχίσω και μάλιστα χωρίς δίδακτρα. Ήταν όμως αργά. Αναγκάστηκα, κάτω υπό οικονομική και επαγγελματική πίεση, να περάσω σε ένα άλλο στάδιο στη δουλειά και τη ζωή μου.

Στα «Χρηματοοικονομικά», πάντως, έμαθα ό,τι χρειαζόμουν. Αποκόμισα χρήσιμα στοιχεία γύρω από το πως κινείται ο τροχός της οικονομίας και τα εφάρμοσα αποτελεσματική στην ατομική μου «μικροοικονομία». Δεν ήταν χάσιμο χρόνου και χρημάτων. Φιλοδοξίες καριέρας manager σε καπιταλιστική επιχείρηση ποτέ πραγματικά δεν είχα. Αργότερα θα επιβεβαιωνόταν από την ίδια την επαγγελματική καριέρα μου ότι, ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο σε μια ξένη χώρα εκπληρούσα, ούτε, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα που ένας τέτοιος ρόλος απαιτεί. Πολλοί λένε ότι οι ηγέτες δεν γίνονται, αλλά γεννιούνται. 

17 - Ένας Φίλος από τα Παλιά

Τουλάχιστον ανακτήσαμε ένα μέρος του «βασιλείου των αισθήσεων», που είχε εξαρχής κτίσει η γνωριμία με την J· ζωντάνευσε μια φωτιά πίσω από εκείνο το γαλανό φλεγματικό ύφος, και ο αμοιβαίος πόθος βρήκε και πάλι ανταπόκριση στον άλλον. Από την άλλη μεριά, τα οικονομικά παρουσίαζαν, μετά την μετακόμιση στο άθλιο διαμέρισμά, κάποια μικρή αν όχι θεαματική βελτίωση. Το φθινόπωρο του 1994 θα έφερνε και άλλες αλλαγές που θα με μετατόπιζαν λίγο ακόμα πιο πέρα από ένα, όπως έβλεπα, αξιολύπητο τέλμα και την κακομοιριά.

 Ένας πρώην φίλος και σύντροφος από την φοιτητική παρέα, ο Α, θα κατέφθανε στην Αγγλία μαζί με την επίσημη κοπελιά του, την λαμπρή και κομψή Π, που εμφανισιακά ξεπερνούσε το επίπεδο της κοινής φοιτητικής γκόμενας. Η Π το προτελευταίο έτος είχε εγκαταλείψει την αγκαλιά του άλλου κοινού φίλου, του Λ, του οποίου ήταν φιλενάδα και συντοπίτισσα (από «φιλοτομαρισμό» εκ μέρους και των δυο, κατά τον Λ) για να πέσει σε κείνη την οικονομικά ασφαλέστερη και με καλύτερες προοπτικές του Α. Ο τελευταίος, φυσικά, δεν δίστασε να αδράξει την ευκαιρία, το «κελεπούρι», πιθανόν από «φιλοτομαρισμό» και αυτός κινούμενος. Εκείνη, η ας την πούμε δραπέτευση της Π με τον νέο της ευκατάστατο εραστή, έγινε αντικείμενο κριτικής και κουτσομπολιών στους κύκλους της οργάνωσης και της σχολής, και αιτία για τον τερματισμό της έως τότε ισχυρής φιλίας ανάμεσα στο Λ και τον Α, που είχε στεριώσει από το πρώτο έτος των σπουδών μας. Την περίοδο εκείνων των ερωτικών αψιμαχιών προετοίμαζα την αναχώρησή μου για την Αμερική, αλλά πριν φύγω πρόλαβα και εξέφρασα συμπάθεια και κατανόηση μου προς τον Λ, έχοντας επίγνωση της ακεραιότητας του χαρακτήρα του, σε αντίθεση με μιαν ομολογουμένως φιλαυτία που είχα από νωρίς διακρίνει στον Α. Από την άλλη, δεν είχα πολύ-καταλάβει το μέγεθος του ντόρου περί του τελευταίου ερωτικό «τρόπαιο» του Α (και του Λ, πριν από αυτόν). Την Π μόνον εξωτερικά και επιφανειακά γνώριζα και δεν την θεωρούσα εξαιρετικά ελκυστική. Ήταν ψηλή με καλλίγραμμο κορμί, αλλά η αραιή οδοντοστοιχία πίσω από ένα σπάνιο χαμόγελο και η μπάσα φωνή, αφαιρούσαν μονάδες από την παρουσία της –στα μάτια μου τουλάχιστον. Η γενική αντιπάθεια, δική μου και άλλων, πήγαζε κυρίως από τον υπεροπτικό αέρα και την αυταρέσκεια της, που ωστόσο έκανε την προσωπικότητά ταιριαστή με αυτή του Α. Εν ολίγοις, ήταν και οι δυο τους καλοαναθρεμμένα καλόπαιδα εύπορων, μεσοαστικών οικογενειών, αν και αυτή του Α επαρχιακής καταγωγής, και, άρα, το έδαφος ήταν γόνιμο για κατάληξη σε συζυγική σχέση και κτίσιμο οικογένειας. 

Δέχτηκα εκείνο το φθινόπωρο με χαρά την πρόταση του Α για συγκατοίκηση, δυο μόλις μήνες αφού είχα εγκαταλείψει το διαμέρισμα που μοιραζόμουν με τον καλοπροαίρετο και φιλότιμο George και μετακομίσει στο διαμέρισμα-«στάβλο». Η έντονη μου επιθυμία να δραπετεύσω από εκείνη την σκοτεινή τρύπα ξεπερνούσε κατά πολύ τις αντίρροπες δυνάμεις, κυρίως από τις ενοχές προς τον George, τις οικονομικές συνέπειες από την διακοπή του εξάμηνου συμβολαίου στο διαμέρισμα που νοίκιαζα, και λιγότερο ένα αίσθημα μειονεξίας απέναντι στον Α. Και έφυγα. Κυριολεκτικά δραπέτευσα κρυφά, αργά ένα βράδυ, όταν τα φώτα στο αρχοντικό του ραντιέρη δίπλα είχαν σβήσει και η γειτονιά κοιμόταν. Φόρτωσα τα λίγα πράγματά μου στο Vauxhall, μόνος και χωρίς βοήθεια: δεν ήθελα κανείς να γίνει μάρτυρας της ζωής μου στο παράπηγμα τον τελευταίο καιρό. Ο Α προσφέρθηκε να με δικαιολογήσει στον ενοικιαστή με ένα τηλεφώνημα λίγες μέρες μετά την δραπέτευσή μου χρησιμοποιώντας ένα ευφάνταστο ψέμα – μιαν δήθεν επείγουσα οικογενειακή υπόθεση, που με ανάγκασε να φύγω ξαφνικά. Δεν κατάφερε να πετύχει την επιστροφή των δύο ενοικίων που είχα προκαταβάλει από τον στριφνό ιδιοκτήτη.

Τελικά η ζωή, στο ματεριαλιστικό της κομμάτι, βελτιώθηκε σημαντικά στην αξιοπρεπέστερη μονοκατοικία που μοιραζόμαστε με τον Α και για την οποία δεν θα ντρεπόμουν πλέον. Είχα κατανοήσει την σημασία του οικιακού περιβάλλοντος στο ηθικό του ανθρώπου. Βολεύτηκα στο μικρότερο από τα δύο υπνοδωμάτια· δεν τίθετο καν θέμα διαπραγμάτευσης στη μοιρασιά των χώρων με τον συμφεροντολόγο, όπως αναμενόταν. Ωστόσο, τα περισσότερα σαββατοκύριακα το σπίτι βρισκόταν στη διάθεσή μου, καθώς ο Α κατέβαινε στο Bristol όπου η Π έκανε το δικό της “μαστεράκι” (απαραίτητη «επένδυση» μεσοαστών Ελλήνων στα βλαστάρια τους ώστε να τους εξασφαλίσουν τα απαραίτητα προσόντα για να τους φτάσουν και ξεπεράσουν κοινωνικά), ενώ τις λίγες φορές που η Π ανέβαινε στο Birmingham, προσπαθούσα να αποφύγω την συναναστροφή τους. Ούτε και κείνοι την επεδίωκαν: έδειχναν ή και πραγματικά ήταν ερωτευμένοι, και απέδιδαν τη δέουσα αξία στην ιδιαιτερότητα της αγάπης τους και την καλή ζωή για έναν χρόνο στην Αγγλία.

Ένα σαββατόβραδο θόρυβοι από το διπλανό δωμάτιο, ένα ρυθμικό τρίξιμο του κρεβατιού, ήχοι  από την κρουστική επαφή δύο σαρκών, και άρρυθμοι, υπόκωφοι αναστεναγμοί, από την προσωπική εμπειρία τουλάχιστον, δεν στοιχειοθετούσαν ερωτικό παροξυσμό, αλλά ερωτική πράξη συνήθειας χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση. Ίσως, βέβαια, να υπήρχε συγκράτηση εν γνώσει της παρουσίας μου στο διπλανό δωμάτιο και της κακής ηχομόνωσης. Ανακάλεσα από την μνήμη τα ακούσματα των γειτόνων μας στο πατρικό σπίτι· πόσο τα προσδοκούσα τα μοναχικά σαββατόβραδα της εφηβείας, πόσο οι αναστεναγμοί της γειτόνισσας με διέγειραν καν αναβάθμιζαν την αυτοικανοποίηση. Σε αντιδιαστολή οι ήχοι από το διπλανό δωμάτιο εκείνο το βράδι δεν κατάφεραν να με διεγείρουν στο ελάχιστο. Μετά από μερικά σαββατοκύριακα, τις μεταμεσονύχτιες ώρες έφερα την J στο δωμάτιο μου. Το βυθισμένο στο σκοτάδι σπίτι και η ησυχία μου έλεγαν ότι ο Α και η Π κοιμόταν δίπλα. Ο έρωτας με τη J είχε την γνώριμη ένταση και πάθος και κλιμακούμενοι ρυθμικοί αναστεναγμοί της, που πάντα ενεργούσαν ως θετική ανάδραση στο libido και την ενέργειά μου, παρά τις προσπάθειες να την σιγάσω σίγουρα διαπέρασαν την λεπτή μεσοτοιχία. Κατόπιν σκέφτηκα ίσως να δώσαμε μερικά μαθήματα έρωτα στο ζευγάρι της διπλανής κρεβατοκάμαρας. Το επόμενο πρωινό που θα συνόδευα την J στο σπίτι της, βρήκαμε τον Α και την Π να κάθονται ήσυχα στον καναπέ του καθιστικού και να βλέπουν τηλεόραση. Τους σύστησα γρήγορα και μηχανικά την J, και φύγαμε χωρίς πολλές κουβέντες. Σα να διέκρινα στο πρόσωπό τους έκφραση που μαρτυρούσε αντίληψη του τι είχε διαδραματιστεί ανάμεσα σε μένα και την J την προηγούμενη νύχτα, κάτι τις σαν πονηρό χαμόγελο. Ήμουν βέβαιος ότι μας άκουσαν και ένιωσα το αίσθημα ενός μικρού θριάμβου, μιαν προσωρινή ανύψωση του αντρικού εγώ, ίσως παιδαριώδη, στα μάτια και των δύο συγκατοίκων μου, όπως νιώθει κάποιος μετά από μια νίκη σε μια μονομαχία. Από μιαν άλλη άποψη, θα μπορούσε να είναι η σύγκριση του πάθους ενός εργατοκόριτσου της Αγγλίας, με τη χλιαρή και άχρωμη και συμβατική ερωτική συμπεριφορά δύο καλοαναθρεμμένων μικροαστών.