Ήταν τέλος του Ιούλη του 1992, δυο μήνες μετά την απόλυση από το στρατό, όταν άρχισε το νέο κεφάλαιο στην ζωή. Σε μια χώρα που δεν είχα ως τότε επισκεφτεί, και με έναν λαό που για την ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα μόνον σκόρπια πράγματα γνώριζα από το φροντιστήριο των αγγλικών, ταινίες του σινεμά, την τηλεόραση, και μερικά βιβλία από τους μεγάλους συγγραφείς που ανέδειξα· πράγματα για την γλώσσα, την ιστορία, τα επιτεύγματα, για την αυτοκρατορία και τον ιμπεριαλισμό της και ενός ζοφερού για πολλούς και ένδοξου άλλους παρελθόντος της, για τις αποικίες, για το δουλεμπόριο και τα εγκλήματα, για τη βιομηχανική επανάσταση, την λογοτεχνία, τη μουσική και, βέβαια ιδιαίτερα για μένα, το ποδόσφαιρο. Και όλα αυτά τα σκόρπια στοιχεία, όπως και η γλώσσα που έμαθα κουτσά-στραβά στο φροντιστήριο και αργότερα μια παραλλαγή της εμπέδωσα στην Αμερική, ενώ ανατροφοδοτούσαν την περιέργεια και τον ενδιαφέρον μου καθημερινά, λίγη βοήθεια περίμενα να μου προσφέρουν σε κείνα τα πρώτα δειλά και άγαρμπα βήματα. Ό,τι και να μου έφερνε η μοίρα, και είχα επίγνωση ότι ήταν στο χέρι ως ένα βαθμό να την πλάσω με κρίση και θέληση, είχα ακόμα πολλά, πάρα πολλά να μάθω, να νιώσω, να βιώσω. Για πολλούς αρκούν να γεμίσουν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής.
Με τις χίλιες λίρες του τουριστικού
συναλλάγματος προσγειώθηκα εκεί που όφειλα: στην καρδιά της Αγγλίας, στα Midlands, στη «δεύτερη πόλη»
της, το Birmingham. Βρισκόμουν μόνος, βαρκάρης του εαυτού μου σε ανεμοδαρμένο πέλαγος σε
έναν αγώνα πλεύσης προς κάποιο απάνεμο λιμάνι. Με πυξίδα κυρίως το ένστικτο και
αγγελίες από την τοπική εφημερίδα, χωρίς ανθρώπινο στήριγμα, χωρίς έξωθεν συμβουλές,
έπρεπε να βρω κάπου να νοικιάσω, να βάλω, όπως λένε, μια στέγη πάνω από το
κεφάλι μου -ένα από τα απαραίτητο στοιχεία της ύπαρξης. Η προσωρινή λύση του
πανεπιστημιακού ξενώνα ήταν ακριβή και το χρήμα, μέχρι τον πρώτο μισθό στο
τέλος του Αυγούστου, με μαθηματική βεβαιότητα θα σωνόταν. Στους ποδαρόδρομους
τις πρώτες μέρες, στις γειτονιές και συνοικίες γύρω από το πανεπιστήμιο, μετά
από τη δουλειά, όπου από την πρώτη στιγμή όφειλα και ήθελα να επιδείξω την συνέπεια,
την ευσυνειδησία και το εργασιακό ήθος που πάντα με διέκριναν, εντυπωσιάστηκα
από την πρασινάδα σε κάθε γωνιά, τους περιποιημένους κήπους των σπιτιών, την πολεοδομική
τάξη και το συμμάζεμα που επικρατούσε στις γειτονιές. Η διαφορά από τη χώρα που
άφησα πίσω, τα σχετικά ανώτερα επίπεδα πλούτου και ποιότητας ζωής ήταν εμφανή,
αν και το δείγμα από την αχανή πολιτεία μιας μεγάλης χώρας δεν ήταν
αντιπροσωπευτικό για τέτοιου είδους μεγαλόσχημες συγκρίσεις, νωρίς για
συμπεράσματα. Εκεί όμως χτυπούσε, όπως μου είπαν, η καρδιά της μέσης Αγγλίας.
Περπάτησα πολύ εκείνα τα πρώτα αυγουστιάτικα
απογέματα, στο φως της μέρας που έλαμπε πέρα από τις ώρες που περιμέναμε το
σούρουπο στην Ελλάδα, αλλά το ψύχος του βορρά με περικύκλωνε όταν τελικά έπεφτε
ο ήλιος και τα καλοκαιρινό μου ντύσιμο ήταν ελαφρό για την περίσταση. Που να σκεφτώ
κάτι τέτοιο όταν έφευγα για τον Βορρά; Μετά από πολλή προσπάθεια και ενώ οι
ανησυχίες, στεγαστικής και οικονομικής φύσεως άρχισαν να με ζώνουν, κατάφερα και
βρήκα ένα επιπλωμένο, ευρύχωρο, αξιοπρεπές διαμέρισμα -αν όχι και σχετικά
πολυτελές- σε μια από τις λιγοστές πολυκατοικίες του Edgbaston, μιας από τις ευπορότερες
συνοικίες του Birmingham, όπως θα διαπίστωνα αργότερα. Δεν ξέρω τι ακριβώς με οδήγησε στην
συγκεκριμένη επιλογή, αλλά η επιθυμία για αξιοπρεπή διαβίωση σε συνδυασμό με την
πίεση χρόνου και την ανησυχία για έλλειψη κατάλληλων διαμερισμάτων ενόψει του
φθινοπώρου και του ανοίγματος του πανεπιστημίου, έπαιξαν τον ρολό τους. Η
ανωνυμία και ιδιαιτερότητα που θα εξασφάλιζε ένα διαμέρισμα σε ένα πολυώροφο
κτίριο εξασφάλιζε στον εσωστρεφή χαρακτήρα κάποια στεγανά από απρογραμμάτιστες και
ανεπιθύμητες συναναστροφές. Ενυπήρχε πάντα και το δέλεαρ ενός αναβαθμισμένου
περιβάλλοντος διαβίωσης μετά από μήνες σε στρατόπεδα και στον καναπέ του
πατρικού. Αναμφίβολα όμως είχα υπερτιμήσει το καθαρό μου εισόδημα μετά από
κρατήσεις και τις οικονομικές μου δυνατότητες, υποτιμήσει το κόστος ζωής. Το
εγγύς μέλλον σε μια γη αφθονίας προβλεπόταν φτωχικό.
Η νοικοκυρά και ιδιοκτήτρια, μια ψηλή και
ξανθιά Ιρλανδή στα σαράντα της, που στο χλωμό, καλοσχηματισμένο πρόσωπό της,
διακρινόταν από το ήλιο που έμπαινε από το παράθυρό το ξανθό χνούδι μιας μάλλον
πυκνής τριχοφυΐας. Η ιρλανδέζικη διάλεκτος της, ιδιαίτερη και ατομική, όπως και
η προφορά του κάθε ανθρώπου που είχα ανταλλάξει κουβέντες μέχρι τότε, είχε κάπως
μετριασθεί και καλλιεργηθεί από ενδεχόμενες σπουδές στην Αγγλία. Στο ραντεβού
μας εμφανίστηκε με τον σύντροφό της, έναν πανύψηλο και κομψό άντρα σε σκούρο
κουστούμι πάνω άσπρο πουκάμισο χωρίς γραβάτα, και μιαν εξαιρετική εγγλέζικη
προφορά από αυτές που άκουγα σε εγγλέζικές ταινίες εποχής και τηλεοπτικά προγράμματα.
Συστήθηκε όχι ως συνιδιοκτήτης, αλλά με μιαν επαγγελματική κάρτα ως δικηγόρος. Σκέφτηκα
ότι, όντας νεόφερτος στη χώρα και την πόλη, θα ήθελαν να εκτιμήσουν τη
φερεγγυότητά και αξιοπιστία μου. Κουβεντιάσαμε τι με έφερε στο Birmingham, τη δουλειά που
θα ξεκινούσα στο πανεπιστήμιο, και με έχοντας συμπαθήσει, συμφώνησαν να μου
νοικιάσουν το διαμέρισμα με μιαν ελάχιστη συμβολική έκπτωση στο πανάκριβο νοίκι.
Μου επέστησαν την προσοχή στο αναπαλαιωμένο, mahogany τραπέζι ενός μικρού δωματίου δίπλα στο
υπνοδωμάτιο, που λειτουργούσε ως τραπεζαρία, ένα τραπέζι που κατάλαβα ότι πέρα
από υλική είχε και κάποια συναισθηματική αξία για την Ιρλανδέζα. Την
καθησύχασα, κάτω από το αφ’ υψηλού (κυριολεκτικά) βλέμμα του συντρόφου της, που
σε όλη τη διάρκεια της «συνέντευξης» παρατηρούσε τους τρόπους και την ομιλία
μου, και ως εκ τούτου, μου δημιουργούσε μικρο-ταραχές νευρικότητας, που με την
σειρά τους διαμόρφωναν ανάλογα την ένταση και έφερναν κομπασμούς στη ροή του
λόγου μου. Η ομιλία μου στα αγγλικά χειροτερεύει αισθητά σε τέτοιες περιπτώσεις,
ακόμα και σήμερα.
Θα μπορούσα να φέρω τη μοναδική βαλίτσα μου από
την επομένη κιόλας, αφού πλήρωσα το ενοίκιο και την προκαταβολή. Το αποτέλεσμα της
συναλλαγής θα με οδηγούσε σε μερική απόγνωση τις πρώτες βδομάδες, καθώς ξέμεινα
με μερικές δεκάδες λίρες για τις βδομάδες μέχρι τον πρώτο μου μισθό, που δεν θα
επαρκούσαν ούτε καν για φαγητό, πόσο μάλλον για ένα πανωφόρι, σκεπάσματα,
οικιακά σκεύη. Αργότερα, με απέλπιζε η διαπίστωση ότι το καθαρό εισόδημα, μετά
βίας θα επαρκούσε για μια στοιχειώδη διαβίωση. Η ποιότητα ζωής που αναζητούσα,
οι στοιχειώδεις υλικές ανέσεις που αυτή προϋποθέτει, μια οικονομική άνεση που
προσδοκούσα, χωρίς να συμβιβάσω την περιπόθητη οικονομική μου ανεξαρτησία, είχαν
μετατεθεί στο μέλλον. Όφειλα στον εαυτό μου επιβίωση, αυτό δεν χρειάζεται καν
να ειπωθεί – το ένστικτο αυτοσυντήρησης λειτουργεί καθολικά. Αλλά και σε βάθος
χρόνου όφειλα μιαν ατομική πρόοδο – από τη «θέληση για ισχύ» του Nietzsche, που χτίζεται
σταδιακά όταν η συντήρηση και επιβίωση έχουν πλέον εξασφαλιστεί.