Wednesday, July 23, 2025

1 - Birmingham: Μια Πρώτη Στέγη

 Ήταν τέλος του Ιούλη του 1992, δυο μήνες μετά την απόλυση από το στρατό, όταν άρχισε το νέο κεφάλαιο στην ζωή. Σε μια χώρα που δεν είχα ως τότε επισκεφτεί, και με έναν λαό που για την ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα μόνον σκόρπια πράγματα γνώριζα από το φροντιστήριο των αγγλικών, ταινίες του σινεμά, την τηλεόραση, και μερικά βιβλία από τους μεγάλους συγγραφείς που ανέδειξα· πράγματα για την γλώσσα, την ιστορία, τα επιτεύγματα, για την αυτοκρατορία και τον ιμπεριαλισμό της και ενός ζοφερού για πολλούς και ένδοξου άλλους παρελθόντος της, για τις αποικίες, για το δουλεμπόριο και τα εγκλήματα, για τη βιομηχανική επανάσταση, την λογοτεχνία, τη μουσική και, βέβαια ιδιαίτερα για μένα, το ποδόσφαιρο. Και όλα αυτά τα σκόρπια στοιχεία, όπως και η γλώσσα που έμαθα κουτσά-στραβά στο φροντιστήριο και αργότερα μια παραλλαγή της εμπέδωσα στην Αμερική, ενώ ανατροφοδοτούσαν την περιέργεια και τον ενδιαφέρον μου καθημερινά, λίγη βοήθεια περίμενα να μου προσφέρουν σε κείνα τα πρώτα δειλά και άγαρμπα βήματα. Ό,τι και να μου έφερνε η μοίρα, και είχα επίγνωση ότι ήταν στο χέρι ως ένα βαθμό να την πλάσω με κρίση και θέληση, είχα ακόμα πολλά, πάρα πολλά να μάθω, να νιώσω, να βιώσω. Για πολλούς αρκούν να γεμίσουν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής.  

Με τις χίλιες λίρες του τουριστικού συναλλάγματος προσγειώθηκα εκεί που όφειλα: στην καρδιά της Αγγλίας, στα Midlands, στη «δεύτερη πόλη» της, το Birmingham. Βρισκόμουν μόνος, βαρκάρης του εαυτού μου σε ανεμοδαρμένο πέλαγος σε έναν αγώνα πλεύσης προς κάποιο απάνεμο λιμάνι. Με πυξίδα κυρίως το ένστικτο και αγγελίες από την τοπική εφημερίδα, χωρίς ανθρώπινο στήριγμα, χωρίς έξωθεν συμβουλές, έπρεπε να βρω κάπου να νοικιάσω, να βάλω, όπως λένε, μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου -ένα από τα απαραίτητο στοιχεία της ύπαρξης. Η προσωρινή λύση του πανεπιστημιακού ξενώνα ήταν ακριβή και το χρήμα, μέχρι τον πρώτο μισθό στο τέλος του Αυγούστου, με μαθηματική βεβαιότητα θα σωνόταν. Στους ποδαρόδρομους τις πρώτες μέρες, στις γειτονιές και συνοικίες γύρω από το πανεπιστήμιο, μετά από τη δουλειά, όπου από την πρώτη στιγμή όφειλα και ήθελα να επιδείξω την συνέπεια, την ευσυνειδησία και το εργασιακό ήθος που πάντα με διέκριναν, εντυπωσιάστηκα από την πρασινάδα σε κάθε γωνιά, τους περιποιημένους κήπους των σπιτιών, την πολεοδομική τάξη και το συμμάζεμα που επικρατούσε στις γειτονιές. Η διαφορά από τη χώρα που άφησα πίσω, τα σχετικά ανώτερα επίπεδα πλούτου και ποιότητας ζωής ήταν εμφανή, αν και το δείγμα από την αχανή πολιτεία μιας μεγάλης χώρας δεν ήταν αντιπροσωπευτικό για τέτοιου είδους μεγαλόσχημες συγκρίσεις, νωρίς για συμπεράσματα. Εκεί όμως χτυπούσε, όπως μου είπαν, η καρδιά της μέσης Αγγλίας.  

Περπάτησα πολύ εκείνα τα πρώτα αυγουστιάτικα απογέματα, στο φως της μέρας που έλαμπε πέρα από τις ώρες που περιμέναμε το σούρουπο στην Ελλάδα, αλλά το ψύχος του βορρά με περικύκλωνε όταν τελικά έπεφτε ο ήλιος και τα καλοκαιρινό μου ντύσιμο ήταν ελαφρό για την περίσταση. Που να σκεφτώ κάτι τέτοιο όταν έφευγα για τον Βορρά; Μετά από πολλή προσπάθεια και ενώ οι ανησυχίες, στεγαστικής και οικονομικής φύσεως άρχισαν να με ζώνουν, κατάφερα και βρήκα ένα επιπλωμένο, ευρύχωρο, αξιοπρεπές διαμέρισμα -αν όχι και σχετικά πολυτελές- σε μια από τις λιγοστές πολυκατοικίες του Edgbaston, μιας από τις ευπορότερες συνοικίες του Birmingham, όπως θα διαπίστωνα αργότερα. Δεν ξέρω τι ακριβώς με οδήγησε στην συγκεκριμένη επιλογή, αλλά η επιθυμία για αξιοπρεπή διαβίωση σε συνδυασμό με την πίεση χρόνου και την ανησυχία για έλλειψη κατάλληλων διαμερισμάτων ενόψει του φθινοπώρου και του ανοίγματος του πανεπιστημίου, έπαιξαν τον ρολό τους. Η ανωνυμία και ιδιαιτερότητα που θα εξασφάλιζε ένα διαμέρισμα σε ένα πολυώροφο κτίριο εξασφάλιζε στον εσωστρεφή χαρακτήρα κάποια στεγανά από απρογραμμάτιστες και ανεπιθύμητες συναναστροφές. Ενυπήρχε πάντα και το δέλεαρ ενός αναβαθμισμένου περιβάλλοντος διαβίωσης μετά από μήνες σε στρατόπεδα και στον καναπέ του πατρικού. Αναμφίβολα όμως είχα υπερτιμήσει το καθαρό μου εισόδημα μετά από κρατήσεις και τις οικονομικές μου δυνατότητες, υποτιμήσει το κόστος ζωής. Το εγγύς μέλλον σε μια γη αφθονίας προβλεπόταν φτωχικό.  

Η νοικοκυρά και ιδιοκτήτρια, μια ψηλή και ξανθιά Ιρλανδή στα σαράντα της, που στο χλωμό, καλοσχηματισμένο πρόσωπό της, διακρινόταν από το ήλιο που έμπαινε από το παράθυρό το ξανθό χνούδι μιας μάλλον πυκνής τριχοφυΐας. Η ιρλανδέζικη διάλεκτος της, ιδιαίτερη και ατομική, όπως και η προφορά του κάθε ανθρώπου που είχα ανταλλάξει κουβέντες μέχρι τότε, είχε κάπως μετριασθεί και καλλιεργηθεί από ενδεχόμενες σπουδές στην Αγγλία. Στο ραντεβού μας εμφανίστηκε με τον σύντροφό της, έναν πανύψηλο και κομψό άντρα σε σκούρο κουστούμι πάνω άσπρο πουκάμισο χωρίς γραβάτα, και μιαν εξαιρετική εγγλέζικη προφορά από αυτές που άκουγα σε εγγλέζικές ταινίες εποχής και τηλεοπτικά προγράμματα. Συστήθηκε όχι ως συνιδιοκτήτης, αλλά με μιαν επαγγελματική κάρτα ως δικηγόρος. Σκέφτηκα ότι, όντας νεόφερτος στη χώρα και την πόλη, θα ήθελαν να εκτιμήσουν τη φερεγγυότητά και αξιοπιστία μου. Κουβεντιάσαμε τι με έφερε στο Birmingham, τη δουλειά που θα ξεκινούσα στο πανεπιστήμιο, και με έχοντας συμπαθήσει, συμφώνησαν να μου νοικιάσουν το διαμέρισμα με μιαν ελάχιστη συμβολική έκπτωση στο πανάκριβο νοίκι. Μου επέστησαν την προσοχή στο αναπαλαιωμένο, mahogany τραπέζι ενός μικρού δωματίου δίπλα στο υπνοδωμάτιο, που λειτουργούσε ως τραπεζαρία, ένα τραπέζι που κατάλαβα ότι πέρα από υλική είχε και κάποια συναισθηματική αξία για την Ιρλανδέζα. Την καθησύχασα, κάτω από το αφ’ υψηλού (κυριολεκτικά) βλέμμα του συντρόφου της, που σε όλη τη διάρκεια της «συνέντευξης» παρατηρούσε τους τρόπους και την ομιλία μου, και ως εκ τούτου, μου δημιουργούσε μικρο-ταραχές νευρικότητας, που με την σειρά τους διαμόρφωναν ανάλογα την ένταση και έφερναν κομπασμούς στη ροή του λόγου μου. Η ομιλία μου στα αγγλικά χειροτερεύει αισθητά σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμα και σήμερα.

Θα μπορούσα να φέρω τη μοναδική βαλίτσα μου από την επομένη κιόλας, αφού πλήρωσα το ενοίκιο και την προκαταβολή. Το αποτέλεσμα της συναλλαγής θα με οδηγούσε σε μερική απόγνωση τις πρώτες βδομάδες, καθώς ξέμεινα με μερικές δεκάδες λίρες για τις βδομάδες μέχρι τον πρώτο μου μισθό, που δεν θα επαρκούσαν ούτε καν για φαγητό, πόσο μάλλον για ένα πανωφόρι, σκεπάσματα, οικιακά σκεύη. Αργότερα, με απέλπιζε η διαπίστωση ότι το καθαρό εισόδημα, μετά βίας θα επαρκούσε για μια στοιχειώδη διαβίωση. Η ποιότητα ζωής που αναζητούσα, οι στοιχειώδεις υλικές ανέσεις που αυτή προϋποθέτει, μια οικονομική άνεση που προσδοκούσα, χωρίς να συμβιβάσω την περιπόθητη οικονομική μου ανεξαρτησία, είχαν μετατεθεί στο μέλλον. Όφειλα στον εαυτό μου επιβίωση, αυτό δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί – το ένστικτο αυτοσυντήρησης λειτουργεί καθολικά. Αλλά και σε βάθος χρόνου όφειλα μιαν ατομική πρόοδο – από τη «θέληση για ισχύ» του Nietzsche, που χτίζεται σταδιακά όταν η συντήρηση και επιβίωση έχουν πλέον εξασφαλιστεί.

Thursday, July 10, 2025

91 - Στον Δρόμο για μιαν Άλλην Πατρίδα

Το χαρίσματα της επιμονής και του πείσματος το διέθετα περίσσια. Μαζί με τα αποθέματα θέλησης, που σώρευσα μέσα μου μετά τη μετάθεση μου από εκείνη την άκρη της Ελλάδας, τελικά θα με έβγαζαν από το τέλμα. Μετά από δεκάδες αιτήσεις, εδώ και εκεί και πιο πέρα, τελικά ένα πανεπιστήμιο από την καρδιά της Αγγλίας με προσκάλεσε για συνέντευξη και, μάλιστα, μου πλήρωσε το εισιτήριο να το επισκεφτώ. Ήταν η πρώτη μου συνέντευξη για δουλειά, σε μια ηλικία που εκ των υστέρων διαπίστωσα όπου πολλοί στην Ευρώπη (και αυτό που λέμε Δύση) έχουν καταφέρει αρκετά στις καριέρες τους.

Στο πολυάριθμο πάνελ της συνέντευξης κάθισα στην κορυφή του τραπεζιού, ενώ δίπλα μου, επικεφαλής του πάνελ, ήταν ένας γηραιός Σκωτσέζος καθηγητής, ο Tom, με ένα μακρύ επιβλητικό πρόσωπο με αναψοκοκκινισμένη επιδερμίδα χωρίς ίχνος ρυτίδων, κάτω από ένα φαλακρό κεφάλι,. Διέκρινα ένα ενθαρρυντικό βλέμμα, βλέμμα συμπάθειας, πίσω από τα χοντρά, μεγάλα γυαλιά του, παρά το συγκρατημένο χαμόγελο. Μου μίλησε για τις γνωριμίες που είχε με μερικούς από τους παλιότερους από το προσωπικό του ‘Εργαστηρίου’ στην Αμερική που είχα εκπονήσει την διατριβή -κοινούς μας γνωστούς. Απέναντί του στο τραπέζι καθόταν ένας νεότερος λέκτορας, ο Mike, τυπικός Εγγλέζος με ξανθό μαλλί, άσπρο πρόσωπο και ξεπλυμένα, γαλανά, μάλλον ψυχρά μάτια, και άσχημα πεταχτά δόντια, που δεν βοηθούσαν στην άρθρωση και κατ’ επέκταση την σαφήνεια στο λόγο του. Μιλούσε γρήγορα σε μια προφορά που απείχε από αυτή που θεωρούσα μέχρι τότε και απολαμβάναμε σε προγράμματα της τηλεόρασης ως γνήσια εγγλέζικη, που όμως ήταν χαρακτηριστική της άρχουσας τάξης. Στη συνέντευξη χρησιμοποιούσα την υβριδική αμερικανίζουσα προφορά που είχα αποκτήσει από τα χρόνια μου στην Αμερική. Μάλιστα, έχοντας στην πορεία της συνέντευξης αντιληφθεί το κύρος που είχε στα μάτια του Tom και του Mike το πανεπιστήμιο αποφοίτησής μου, επαναλάμβανα και καμιά φορά διόρθωνα στην αμερικανική τους εκδοχή ονόματα προσώπων και όρων, και στην προφορά που είχα υιοθετήσει.

Ελλείψει σημαντικού ανταγωνισμού για κείνη την ερευνητική θέση, τουλάχιστον από Βρετανούς υποψήφιους, ένας φάκελος με την προσφορά ενός διετούς συμβολαίου για έρευνα ήρθε σύντομα στο σπίτι. Προηγήθηκε η εύλογη ερώτηση από τον Mike για τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις και για το πόσο νωρίς θα μπορούσα να ξεκινήσω. Δεν χρειάστηκα πολύ σκέψη να δεχτώ, χωρίς παζάρια και όρους. Οι επιλογές μου αναγόταν σε κείνη, ως τη μία και μοναδική, ή μάλλον σε μια και μισή, αν συνυπολόγιζα τη συγκινητική επιστολή που έλαβα ταυτόχρονα από έναν προϊστάμενο της ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ, που επαινούσε τις σπουδές και την αριστεία μου, θεωρούσε ότι διέθετα πολύ περισσότερα προσόντα από αυτά που απαιτούσε η θέση του μηχανικού στην επιχείρησή του, και υπέθεσε ότι στόχευα κάπου ψηλότερα, μολονότι δεν θα είχε κανένα δισταγμό να με συναντήσει και προσφέρει δουλειά εφόσον το επιθυμούσα.

Την προσφορά δουλειάς από το Αγγλικό πανεπιστήμια την δέχτηκα με υπερθετική χαρά. Ένιωσα κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προσωπική αναγέννηση. Ο Πατέρας και η Μάνα δεν είπαν πολλά πράγματα, ούτε καν με συνεχάρησαν. Και τι να έλεγαν; Δεν ήταν στα σχέδιά του ή όνειρά τους για μένα μια δεύτερη μετανάστευση σε λιγότερο από δυο χρόνια από την επιστροφή στα πάτρια. Όταν τους ανακοίνωσα την απόφασή μου, ένιωσα την ανεπαίσθητη μελαγχολία για την οποία έκανε λόγο ο Proust. Τη μελαγχολία που αισθάνεται κάποιος που σταματάει να υπακούει σε καθημερινές εντολές που του σκιάζουν το μέλλον, και αντιλαμβάνεται ότι τουλάχιστον πρέπει να ξεκινήσει τη ζωή του στα σοβαρά, σαν ενήλικας, να επιλέγει το δρόμο που θα ακολουθήσει και να καταστήσει τον εαυτό του αποκλειστικό υπεύθυνο των επιλογών του. Ίσως, η βωβή αντίδραση των γονιών να κάλυπτε μια απογοήτευση που θα έφευγα ξανά για την ξενιτιάς, που δεν θα κυνηγούσα την σιγουριά μιας «πεπατημένης» που είχαν στο νου τους, τη μόνιμη δουλειά του «βρέξει-χιονίσει» στο ρηχό ή βαθύ δημόσιο ή έστω στις παρυφές του, και που με τον καιρό, σιγά-σιγά, θα συνέκλινε στο σκληρό πυρήνα του. Ήταν κατανοητή η στάση τους, με δεδομένες τις εμπειρίες, τους χαμηλούς ορίζοντες των μικροαστών της γενιάς τους, του χωριού της Μάνας, των γερασμένων γειτονιών του Πατέρα. Άλλωστε, η εθνική κουλτούρα και νοοτροπία που είχε διαποτίσει τη γενιά τους, καθώς και τις επόμενες, εξακολουθούσε να υφίσταται και να ομφαλοσκοπεί, να μας θεωρεί λαό περιούσιο, τη ζωή στην Ελλάδα του ήλιου και της θάλασσας και των καλοκαιριών τον επί γης παράδεισο par excellence, τις ομορφιές της, το κλίμα της, το φαγητό της, όπως και το άραγμα, πολλά καλά που οι υπόλοιποι λαοί του κόσμου είχαν κάθε λόγο να φθονούν: «Που θα βρεις, παιδί μου, καλύτερα από την πατρίδα σου; Δεν υπάρχει…»

Ήταν ώρες που η Μάνα φορούσε τα χαρακτηριστικά της μούτρα, τα έκδηλα ανησυχίας και αγωνίας, που έκρυβε και δεν εξέφραζε με λόγια. Από την άλλη μεριά, την έτρωγε και ο καημός για την αδυναμία (ή μάλλον απροθυμία) που έδειχνε ο Αδερφός να εκπληρώσει έγκαιρα τις υποχρεώσεις του προς το πανεπιστήμιο και να πάρει το ζητούμενο πτυχίο. Ο Πατέρας έχοντας συμβιβαστεί με τη απόφασή μου παρά την σιωπηρή, όσο και προφανή διαφωνία, λίγες μέρες πριν την αναχώρηση μου είπε: «Πήγαινε εκεί, στο καλό, κάνε τη δουλειά σου ευσυνείδητα για ένα-δυο χρόνια και στο μεταξύ θα ψάχνουμε να βρούμε κάτι στην Ελλάδα.» Κάτι ανάλογο μου διαμήνυσα και ο Δ σε μια τελευταία έξοδο για ποτό. Διέκρινα στα λόγια του μια μικρή ενόχληση ή στενοχώρια που θα εγκατέλειπα, χωρίς πολλούς δισταγμούς και σκέψεις, τη συνεργασία μας γύρω από τις ερευνητικές μικροδουλειές που σκαρφιζόταν, για μένα και τα άλλα νεότερα παιδιά της ομάδας του από την ακλόνητη μηδενικού ρίσκου ακαδημαϊκή του θέση· μια ομάδα που διευρυνόταν ραγδαία χωρίς όμως σχέδιο και προοπτικές για το μέλλον. Όπως διαισθάνθηκα και μια σχετική ανακούφιση που δεν θα χρειαζόταν να τιμήσει υποσχέσεις και την υποχρέωση, που ανεξήγητα και για ακατανόητους σε μένα λόγους, είχε αναλάβει ως προς το μέλλον μου μετά τη θητεία -να με εξασφαλίσει δουλειά. Από τη μεριά μου, είχα κυριευτεί από έναν αχαλίνωτο ενθουσιασμό για το νέο ξεκίνημα σε έναν άγνωστο τόπο και μια ανεξερεύνητη κουλτούρα, ένα μέλλον που προμηνυόταν συναρπαστικό, όπως και όταν έφευγα για την Αμερική. Ήταν το συναίσθημα του ανθρώπου που βολόδερνε χαμένος σε σκοτεινό δάσος, και τελικά βγήκε σε ένα ξέφωτο και μια ανοιχτωσιά, και τελικά βρήκε κάποιο μονοπάτι να ακολουθήσει. Γεμάτος ελπίδες, προσδοκίες, περιέργεια για τον καινούργιο άγνωστο κόσμο που θα τον υποδεχόταν.

Το λογύδριο του Σύρρη, προς εμένα και έναν ακόμα συνάδερφο που θα απολυόταν, την τελευταία μέρα τη θητείας είχε σεμνότητα, σοβαρότητα και αξιοπρέπεια, που ως τότε δεν είχα απαντήσει στο στρατό. Όρθιος, ελαφρά σκυφτός με τις παλάμες πάνω στο γραφείο του, μας μίλησε για εκπλήρωση του καθήκοντος μας προς την πατρίδα, για τη διάπλαση της προσωπικότητας νέων ανθρώπων στους μήνες της θητείας από την εμπειρία μας στο στρατό. Να μην υποτιμήσουμε πόσο αυτή η εμπειρία θα μας χρησιμεύσει στο τέλος! Ήρθε προς το μέρος μας με τα ροζ απολυτήρια, μας έσφιξε δυνατά το χέρι, με το έντονο βλέμμα του να με έχει διαπεράσει: «Καλοί πολίτες

Η ψυχή του ανθρώπου, μερικές φορές, παίζει περίεργα παιχνίδια με το φάσμα και τη ένταση των συναισθημάτων από το πλήθος στα οποία έχει πρόσβαση. Χωρίς το πρόσωπο μου να εγκαταλείψει ένα χαμόγελο χαράς εκείνο το πρωινό, η τελετή, το λογύδριο, η χειραψία και το βλέμμα του Σύρρη, ελαφρώς, με άγγιξε αντί να με εκνευρίσει -κάτι που συνέβη για πρώτη και τελευταία φορά από έναν αξιωματικό και μάλιστα «χουντικό»! Πως ήταν δυνατό ενάμισης χρόνος, διαγραμμένος από τη ζωή, σε μιαν εξορία, στην εγκατάλειψη, στο κρύο και την βρωμιά, στην ορθοστασία, στο ξεροστάλιασμα σε άσκοπες σκοπιές, σε άχαρες, καταναγκαστικές αγγαρείες, μέρες οργής και μίσους προς ανάλγητους αξιωματικούς και «βύσματα», να μου είχε αφήσει ένα μικρό κενό μέσα μου και μια δόση νοσταλγίας; Η χειραψία από τον καραβανά ταγματάρχη ήταν χαλαρή και αδύναμη, το «καλός πολίτης» μασημένο –δεν περίμενα τίποτε περισσότερο.

Η ψυχή αγαλλίασε, η ελπίδα και αισιοδοξία και η νεανική ορμή, η αίσθηση της προσδοκίας, γέμισαν την ψυχή. Η ζωή γύρισε σελίδα. Ήταν το τέλος του δεύτερου μεγάλου κεφαλαίου της ζωής, κάπου ανάμεσα στο καλοκαίρι και το φθινόπωρό της.  

Monday, July 7, 2025

90 - Άνοιξη 1992: Πάλη για Νέο Ξεκίνημα

Σε εκείνη την τελευταία φάση της θητείας, ξαναβρήκα, με βαριά και αργά βήματα είναι αλήθεια, την όρεξη και το μεράκι να καταπιαστώ με την επιστήμη που σπούδασα, από το σημείο που την άφησα στην Αμερική· να μαζέψω υπολείμματα ιδεών, να γράψω κάποιο τεχνικό άρθρο, «να βάλω ένα ακόμα λιθαράκι» -κάπως αόριστα, με μηδενικές επιπτώσεις στην τροχιά του κόσμου που κινείται γύρω μας, περισσότερο προς όφελος του ατομικού γίγνεσθαι. Ιδέες και φιλοδοξίες περί κάποιας ευρείας επιστημονικής αναγνώρισης και καθιέρωσης είχαν αρχίσει να συνθλίβονται.

Χρειαζόταν καιρός για να ξεσκουριάσει το μυαλό. Τέτοιας κατηγορίας γνώσεις, φαινομενικά άσχετες με την παραγωγική πραγματικότητα, της Ελλάδας ιδιαίτερα, δεν πάνε χαμένες όπως θα διαπίστωνα αργότερα. Ο νους καταφέρνει με τα χρόνια και την σχετική εξασθένιση της δημιουργικότητας και καινοτομίας του ενός μέρους του να την εξισορροπεί από το βάρος της εμπειρίας και των γνώσεων, έτσι ώστε στην πορεία προς την ωρίμανση η πνευματική ισχύς και έργο που αυτή παράγει να διατηρείται αμείωτη. Ακόμα και μέχρι ενός σημείου ενισχύεται.

Ξαναπέρασα από τον Δ, ο οποίος, με το που θα κόντευα να πάρω το απολυτήριο, θα μου έδινε απασχόληση στο μικρό, βραχυχρόνιο ερευνητικό πρόγραμμα που του είχε ανατεθεί (από τον κρατικό κορβανά, πάντα, και με αρκετές λοβιτούρες) όπου τελικά εντάχθηκα «έναντι πινακίου φακής». «Υποσχέθηκα να μην σε αφήσω ούτε μια μέρα άνεργο!» μου είπε τότε πατερναλιστικά, χωρίς να διευκρινίσει αν μια τέτοια υπόσχεση την είχε δώσει στον εαυτό του ή σε μένα. Δεν είχε βέβαια κανέναν λόγο και υποχρέωση να δίνει τέτοιου είδους υποσχέσεις σαν να μου χρωστούσε κάτι. Απαράλλαχτος μετά από πέντε-έξι χρόνια από τότε που τον άφησα για την Αμερική ο Δ διατηρούσε το πνεύμα και την ζωντάνια να κάμει ακόμα μεγαλόσχημα πλάνα ολοταχώς προς στην κορύφωση μιας λίγο-πολύ εξασφαλισμένης ακαδημαϊκής καριέρας. Πλάνα, βέβαια, που όσο εύκολο ήταν να  σχεδιαστούν στο νου και πάνω στο χαρτί, άλλο τόσο δύσκολο να υλοποιηθούν απέναντι στην αντίξοη πραγματικότητα. Αυτό είχα κρίνει τουλάχιστον από τις απόψεις και την κριτική που ο ίδιος ασκούσε απέναντι στο άμεσο περιβάλλον των υποτίθεται συνεργατών του και από όσα είχα δει και ακούσει στο λίγο χρόνο στο πανεπιστήμιο πριν και μετά την επιστροφή μου. Η λογική μου είχε εκτιμήσεις ότι οι πιθανότητες πραγμάτωσης τέτοιων φιλόδοξων και κερδοφόρων σχεδίων ήταν αμελητέες. Φαινόταν αυτό άλλωστε στις σκεπτικές ματιές και την καμιά φορά κακοπροαίρετη διάθεση του περιβάλλοντός του.

Το βουνό της πρώτης απασχόλησης και της οικονομικής αυτοδυναμίας, που η κατάκτηση του για πολλούς σημαίνει την προσωπική και οικογενειακή «προκοπής», για άλλους απλά μια επαγγελματική καριέρα για την συντήρηση του εαυτού και ενδεχόμενα μιας μελλοντικής δικής μου οικογένειας, μετά την επιστροφή στην Θεσσαλονίκη ορθωνόταν στο μεγαλείο του για να το σκαρφαλώσω, ψηλό και κακοτράχαλο και ανεξερεύνητο. Η προσπάθεια που απαιτούσε ένα τέτοιο εγχείρημα αναμενόταν τεράστια· δίχως ανάλογη εμπειρία, χωρίς άξιου λόγου διασυνδέσεις, με ανύπαρκτο χώρο πλεύσης ανάμεσα στις συμπληγάδες εκείνων που θεωρούσαν ότι είχα μεν πολλά, μολονότι επί το πλείστον άχρηστα για την ελληνική πραγματικότητα προσόντα και εφόδια, και εκείνους που από πόστα και θέσεις ήδη περίοπτες και κυρίως ρίζες στο σύστημα, θα με αντιμετώπιζαν ανταγωνιστικά, είτε απέναντι τους, είτε απέναντι σε ανθρώπους του κύκλου τους. Στην ελληνική οικονομική πραγματικότητα της δεκαετίας του ‘90, στην αποβιομηχανισμένη και εσαεί τεχνολογικά εξαρτημένη Ελλάδα, οι λιγοστές ευκαιρίες απασχόλησης με σημασία και περιεχόμενο, για έναν νέο με κάποιο στοιχειώδες ταλέντο και επιδεξιότητες σε ένα ή δυο τομείς και αρκετά τυπικά προσόντα, προσφερόταν σχεδόν αποκλειστικά από το κράτος και τις υπηρεσίες του. Ένα κράτος, κατά γενική εκτίμηση, υδροκέφαλο, γραφειοκρατικό, αντιπαραγωγικό, και σε μεγάλο βαθμό παρασιτικό, όπου κυριαρχούσε ο νεποτισμός, η οικογενειοκρατία, το ρουσφέτι, οι πελατειακές σχέσεις με την πολιτική εξουσία, η αναξιοκρατία, η καχυποψία προς κάποιον παρείσακτο και ξενόφερτο που ήρθε «έξω από το σύστημα» για να χτυπήσει την πόρτα του. Μια γενική εκτίμηση για μια κοινωνική νοοτροπία, που μια γενιά αργότερα από τότε, εξακολουθεί να είναι αποδεκτή τόσο από τους εντός, όσο πλέον και από τους εκτός του συστήματος. Τα μικροαστικά δόγματα των γονιών και της οικογένειας περί «αξιοκρατίας», το «ένας καλός ποτέ δεν πάει χαμένος» είχαν ξεφτίσει. Εμποτίζονταν συχνά από σοβαροφανείς, αλλά στην ουσία κούφιες ομιλίες πολιτικών ηγετών, ενώ για πολλούς ακούγονταν πλέον ως άνοστα αστεία στο ταξικό και παραμορφωμένο σύστημα όπου πολλοί νέοι έδιναν αγώνα για αξιοπρεπείς δουλειές.

Δεν είχα, όμως, άλλη επιλογή από το να δώσω αυτόν τον αγώνα, να ξεκινήσω εκείνη τη δύσκολη αναρρίχηση, σακατεμένος από ενάμιση χρόνο θητείας και χωρίς δεκανίκια, πέρα τις κάποιες «περγαμηνές» που είχα φέρει από την Αμερική. Χάριν στις ματεριαλιστικές μου αντιλήψεις, είχα αντιληφθεί την αξία της οικονομικής αυτοδυναμίας και της ανεξαρτησίας και της συσχέτισης της με τον βαθμό της απελευθέρωσης από οικογενειακά και εν μέρει κοινωνικά δεσμά που αυτές δίνουν στον άνθρωπο, εν τέλει της ατομικής ελευθερίας. Θα περνούσε καιρός μέχρι να διαβάσω στον Joyce, αυτό που τελικά με παρακίνησε τότε και για ένα μεγάλο μέρος της ενεργού ζωής περισσότερο από κάθε τι άλλο: “Do you know what is the pride of the English? I will tell you, he said solemnly, what is his proudest boast. I paid my way. I never borrowed a shilling in my life. Can you feel that? I owe nothing. Can you? 

Από την άλλη μεριά η ανεργία αποτελούσε κοινωνικό στίγμα, αν και όχι -για τα ελληνικά δεδομένα πάντα- και η αεργία, κάτι που στην καθομιλουμένη σήμαινε ότι μπορούσε να έχει κάποιος μια θέση ή θεσούλα και την ταμπέλα του εργαζόμενου, κάτω από το μεγάλο πλατάνι του δημοσίου, χωρίς απαραίτητα σοβαρό αντικείμενο απασχόλησης. Επιπλέον, και αυτό είναι μια παγκόσμιας ισχύος αλήθεια, παρατεταμένος χρόνος εκτός εργασίας και ο ρυθμός και ο αριθμός αποτυχημένων αιτήσεων για απασχόληση -οι απορρίψεις από εργοδότες, λειτουργούν σε βάρος του άνεργου που ψάχνει για δουλειά, τόσο αντικειμενικά, μειώνοντας τις πιθανότητες ή και την ποιότητα απασχόλησης στο μέλλον, όσο και ψυχολογικά, σπρώχνοντας τον στο περιθώριο της κοινωνίας, καθώς η εργασία είναι μια κοινωνική διαδικασία αυτοεπιβεβαίωσης, μέχρι και στα όρια της απόγνωσης, όπως έβλεπα να συμβαίνει με τον συνάδερφο Φ που τον άφησα απεγνωσμένο στα Βρυσικά, και άλλους στον δρόμο μου.

Απτόητος από τα εμπόδια και απογοητεύσεις που ήμουν βέβαιος ότι θα συναντούσα στο δρόμο μου (και τελικά πράγματι συνάντησα σε μεγαλύτερη από όσο περίμενα κλίμακα) ξεκίνησα τον αγώνα για να βρω δουλειά: με εξαιρετικό ζήλο, πείσμα και επιμονή, με μέθοδο και οργάνωση, προτερήματα που από μικρό με διέκριναν, εις βάρος, δυστυχώς, της αυτοπεποίθησης, της κοινωνικότητας, της κατηγορηματικότητας και του θάρρους, του ευθαρσή λόγου, εν ολίγοις τις κραυγαλέες αδυναμίες μου σε δημόσιες και κοινωνικές σχέσεις -του «χωσίματος», όπως γραφικά το συνόψιζε η Μάνα. Έγραψα και ξανάγραψα και, από υποκειμενική σκοπιά πάντα, «τελειοποίησα» το βιογραφικό μου σημείωμα και ό,τι είχα καταφέρει στην ζωή μέχρι την αρχή της στρατιωτικής θητείας, που είχε βάλει τα φρένα σε κάθε προσωπική πρόοδο. Έγραψα και έστειλα πολλά, δεκάδες γράμματα, σε επιχειρήσεις και υπηρεσίες και οργανισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε ό,τι πίστευα ότι έστω και ελάχιστα άπτονταν των ικανοτήτων και επιδεξιοτήτων μου. Επέλεγα τις θέσεις για αίτηση απασχόλησης με χαλαρά, καμιά φορά αλλοπρόσαλλα, γεωγραφικά και άλλα κριτήρια, που ίσως για πολλούς αποδέκτες μαρτυρούσε έναν βαθμό απόγνωσης. Έκανα αιτήσεις σε πανεπιστήμια της Αμερικής: στην Arizona επειδή ένας Έλληνας καθηγητής εκεί είχε κάποιο σύνδεσμο με το ‘Εργαστήριο’ και τον Leon, στο Michigan επειδή έτυχε να συμφάω στο πρώτο μου συνέδριο με τον Έλληνα καθηγητή εκεί, για κάποιο άγνωστο λόγο στο Newfoundland, στο ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, σε δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς στην Ελλάδα, έστειλα διερευνητικές επιστολές με το βιογραφικό μου στο ΕΜΠ και άλλα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και Βρετανία και εξωτικά μέρη του κόσμου, όπως και σε ελάχιστες ελληνικές επιχειρήσεις που έψαχναν μηχανικούς, όπως η ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ, νυν πτωχευμένες και εξαφανισμένες· αιτήσεις συνήθως στοχευμένες, ανταποκρινόμενος στις διαφημίσεις κάποιων θέσεων, άλλες φορές στα «τυφλά». Με μια έννοια προσπαθούσα, μάλλον απεγνωσμένα, να πουλήσω το ατομικό «κεφάλαιο» γνώσης και επιδεξιοτήτων που είχα αποκομίσει· με μιαν άλλην έννοια «εξέδιδα» τον εαυτό μου στο δημόσιο χώρο της αγοράς εργασίας. Οι απορρίψεις των αιτήσεων ερχόταν η μια μετά την άλλη. Πολλές φορές, αντί για μιαν εύσχημα αρνητική απάντηση, η σιωπή. Η σιωπή και τα ερωτηματικά που αυτή έκρυβε με απογοήτευαν περισσότερο.

Thursday, July 3, 2025

89γ - 'Ενας Φαντάρος: Επίλογος ενός Χαμένου Καιρού (Τελευταίες Απέλπιδες Προσπάθειες)

Από τη μεριά μου, έψαχνα να ξαναβρώ μιαν αισθηματική υπόσταση, ένα αξιόπιστο και μακροπρόθεσμο συναισθηματικό στήριγμα, με δυο λέξεις: αγάπη και έρωτα. Να ξαναχτίσω μια σταθερή και στέρεα βάση εκ του μηδενός. Οι διέξοδοι που μου πρόσφερε η Θεσσαλονίκη, μετά από τόσα χρόνια απουσίας, ήταν περιορισμένες. Oι έμφυτες συστολές δεν βοηθούσαν. Μοιραία κατέφυγα σε σπασμωδικές και απελπισμένες ενέργειες. Η Α, ο νοσταλγικός πρώτος έρωτας πρόβαλε ως εφικτή προοπτική, και δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση που, αν και συμβατική, θα εξάλειφε έναν από τους δυο κυρίαρχους παράγοντες της προσωπικής ανασφάλειας. Ένα Σαββατοκύριακο κατέβηκα στα Χανιά. Στο τηλέφωνο ακούστηκε διστακτική, αλλά δεν ήθελε να μου αρνηθεί την ξαφνική επίσκεψη και, με λίγο ενθουσιασμό, προσποιήθηκε χαρά που θα με έβλεπε. Ήξερα ότι διατηρούσε μια σχέση με έναν Αθηναίο συνάδερφο της– που εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι ήταν σοβαρή, τουλάχιστον από την μεριά της, αλλά τέτοιους ενδοιασμούς τους ξεπέρασε χωρίς πολλές σκέψεις. Το απαιτούσαν επιτακτικά οι υπαρξιακές μου συνθήκες. Ο πόθος για γυναίκα, και μάλιστα με το ερωτικό πάθος της Α που ένιωσα από πρώτο χέρι, ήταν έντονος.

Στο αεροδρόμιο των Χανίων με υποδέχτηκε ο κοινός φίλος μας Λ, για να μου πει ότι η Α είχε ανέβει στην Αθήνα, όπως συνήθιζε τα Σαββατοκύριακα, για να δει «τον μαλάκα, τον δικό της». Σκέφτηκα ότι στην εντιμότητα και ειλικρίνεια που διέκρινε την Α, στην απαρέγκλιτη αφοσίωσή της που επέτρεπε απιστίες μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν θα παρακινδύνευαν την ισορροπία της αισθηματικής της ζωής, δεν μπορούσε να τον απαρνηθεί, έστω και για ένα Σαββατοκύριακο, και συνεπώς με απέρριψε. Απογοητεύτηκα, έπεσα προσβεβλημένος από τα σύννεφα, με πλήρη επίγνωση ότι ένα ελπιδοφόρο λιμάνι που θα μπορούσα να προσδεθώ, είχε χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Ο Λ με την εγκάρδια φιλία, το πρόσχαρο ύφος και χιούμορ του, και τη φιλοξενία που μου πρόσφερε, έκανε ό,τι μπορούσε για να μετριάσει την έκδηλη απογοήτευση μου, να επουλώσει τον πόνο από ένα προσβλητικό χτύπημα που καταλάβαινε ότι ένιωθα. Αν και προσποιήθηκα ότι ήμουν εντάξει, αν και ισχυριζόμουν ότι στα Χανιά δεν κατέβηκα μόνον για την Α, ξέραμε και οι δυο τον κύριο λόγο που κατέβηκα στον τόπο του. Την άλλη μέρα έφυγα «άπρακτος», άδειος από αισθήματα, παρά από εκείνα της αγάπης και ευγνωμοσύνης προς το Λ. Θα περνούσαν χρόνια μέχρι να επικοινωνήσω ξανά με την Α.

Συνέχισα, λοιπόν, να παραπατάω στο ίδιο κατηφορικό μονοπάτι μιας συναισθηματικής απελπισίας, αν και με σχετικά μεγαλύτερη κινητικότητα και ελευθερία που οι τελευταίοι χαλαροί μήνες της θητείας μου επέτρεπαν. Σε κάτι κιτάπια βρήκα το τηλέφωνο μιας Κατερίνας, της μακρομαλλούσας ξανθιάς, κοπελιάς του συντρόφου και φίλου από το πανεπιστήμιο Ν, που βρισκόταν ακόμα στην Αμερική. Κλείσαμε ραντεβού και βρεθήκαμε ένα βράδι σε ένα από τα disco-bar της Βασιλίσσης Σοφίας, κατά τη μεριά της Λέσχης Αξιωματικών, παρά τη βάρδια στη σκοπιά που με περίμενε τις πρωινές ώρες. Μετά από αρκετά Jack Daniels, βρεθήκαμε σε μια γωνιά του bar να φιλιόμαστε σαν κεραυνοβολημένοι από κάποιον έρωτα εν τη γενέσει του ή απελπισμένοι από την για καιρό απουσία του, καθώς κάτι τις άλλο σαρκικό στη φύση ήταν και για τους δυο το κύριο ζητούμενο. Καταλήξαμε μετά τα μεσάνυχτα στο στρώμα της σε ένα διαμέρισμα της Αγίας Τριάδας. Στην πορεία, μετά από τα χάδια κάτω από την μπλούζα και σε γυμνά πόδια, κάπου κολλήσαμε, είτε λόγω ενοχών εκ μέρους της, είτε λόγω της πίεσης που ασκούσε ο χρόνος. Το άφησα εκεί, επέστρεψα στη βάρδια μου. Την Κατερίνα δεν θα την ξανάβλεπα.     

Η όμορφη ξαδέλφη εξ αγχιστείας, η Φ, που κόρταρα σε μια μικρής διάρκειας στείρα περίοδο της φοιτητικής ζωής, και στο οποίο κόρτε είχα βρει μια δειλή (λόγω ηλικίας), αλλά γνήσια ανταπόκριση, πριν τη βάναυση επέμβαση του οικογενειακού περιβάλλοντος, ήταν μια άλλη άκρη που έπιασα με την ελπίδα μιας αισθηματικής αναζωπύρωσης, έστω προσωρινής. Είχε τελειώσει το Λύκειο και αφήσει την οικογενειακή της στέγη στη Θεσσαλονίκη, τον αυστηρό πατέρα της και τη μισητή της θετή μάνα (τη θεία μου), και εγκαταστάθηκε στην πόλη της καταγωγής της, τη Λάρισα, επιβιώνοντας χάριν στην μέριμνα με την οποία αγκάλιαζε το ελληνικό κράτος ανύπαντρες θυγατέρες, ανεξαρτήτως ηλικίας και ικανοτήτων προς εργασία. Τη φανταζόμουν πανέμορφη, μεστή, ώριμη γυναίκα πλέον, απελευθερωμένη από τον καταπιεστικό οικογενειακό πατερναλισμό· με τα ίδια θελκτικά χείλη, αντίγραφο αυτών της Sophia Loren, που είχα την τύχη να γευτώ. Βρήκα τον αριθμό τηλεφώνου της στη Λάρισα στους καταλόγους του ΟΤΕ. Χάρηκε που με άκουσε, όπως μαρτύρησε ο τόνος μιας γνήσιας ευχάριστης έκπληξης στη φωνή της.  Δέχτηκε με χαρά να με δει στη Λάρισα· θα γινόταν ευκαιρία να δω την παράσταση του ερασιτεχνικού θεατρικού θιάσου που ήταν μέλος της, σε ένα θα διαδραμάτιζε μικρό ρόλο, χωρίς πολλά λόγια. Η παράσταση με άφησε αδιάφορο. Την ηθοποιία, με βάση τη μικρή εμπειρία που είχα από έργα του ΚΘΒΕ που παρακολουθούσα ως φοιτητής, την έκρινα κάτω του μετρίου. Δεν είχε σημασία. Ο κύριος λόγος της καθόδου μου στη Λάρισα δεν ήταν η θεατρική παράσταση, ενώ οι σκέψεις γύρω από το πως θα εξελισσόταν η βραδιά που θα ακολουθούσε στριφογύριζαν στο νου μου.

Μετά το τέλος του έργου βγήκαμε στα μπαρ της Λάρισας, όσο το δυνατό μακριά από αδιάκριτες παρουσίες μιας μικρής σχετικά κοινωνίας. Ήπιαμε συγκρατημένα. Δέχτηκε να έρθει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που είχα κλείσει για το βράδι, όπου ξανάνιωσα τα χείλη της, το σχήμα και την υφή του τέλειου στήθους κάτω από μια μπλούζα χωρίς σουτιέν. Μια βραδιά που υποσχόταν πολλά, δυστυχώς, τερματίστηκε σε εκείνα τα προκαταρκτικά χάδια και φιλιά, όπως και πριν μια δεκαετία. Της έκανα ένα κομπλιμέντο για το στήθος της: ότι ήταν το καλύτερο που είχα δει και αισθανθεί στη χούφτα μου, με τον αέρα κάποιου έμπειρου σε τέτοια θέματα. Την ευχαρίστησα που με επέτρεψε να το θωπεύσω μια ακόμη φορά. Το μέγεθος της γελοιότητας εκείνου το σχολίου θα το αντιλαμβανόμουν αργότερα στον γυρισμό στην Θεσσαλονίκη.

Με την ίδια δειλία, την ίδια αθώα, παρθενική αμηχανία εκείνου του βραδιού στο φοιτητικό διαμέρισμα της Ντ. όπου την είχα φέρει ως μαθήτρια, τράβηξε ευγενικά τα χέρια μου κάτω από την μπλούζα, με σήκωσε όρθιο από το κρεβάτι όπου είχαμε πλαγιάσει, μου έδωσε ένα παρατεταμένο φιλί γεμάτο πάθος στα χείλη και με καληνύχτισε. Ούτε από τη Φ θα ξανάκουγα, ούτε θα ξανασυναντιόμαστε στη ζωή. Έμαθα αργότερα, όταν κατά καιρούς σκάλιζα το παρελθόν στο διαδίκτυο, ότι η Φ συνδέθηκε με έναν ηθοποιό, του κυκλώματος της λαϊκής, και μάλλον κακόγουστης κωμωδίας που απευθυνόταν σε ακαλλιέργητες αισθητικά μάζες και μικρά παιδιά, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του από δευτερεύοντες ρόλους σε δεύτερης διαλογής sitcom της ελληνικής τηλεόρασης. Ήταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία από την Φ, φαλακρός και άσχημος. Τι θα ερχόταν στο νου κάποιου; Ίσως η Φ να έλπιζε ότι η καριέρα του να την βοηθούσε και την ίδια να εξελιχθεί σε σταρ, περισσότερο με το star quality πρόσωπο και λιγότερο με τα υποκριτικά προσόντα που διέθετε. Τελικά συμβίωσαν χωρίς να παντρευτούν, ώστε να εξακολουθεί να εισπράττει και μετά το θάνατο του πατέρα την περίφημη σύνταξη των «άγαμων θυγατέρων», ενώ οι ρόλοι της περιορίστηκαν σε ξεχασμένες εμφανίσεις, με το μπουλούκι του άντρα της στις περιοδείες του σε επαρχιακές πόλεις. 

Στην επιστροφή μου από την Λάρισα με το τραίνο, μια χαριτωμένη κοπέλα με μίνι φούστα κάθισε απέναντι μου. Είμαστε μόνοι στην καμπίνα. Φλέρταρε χαμογελώντας και δαγκώνοντας τα χείλη, καθώς της διηγούμουν ιστορίες από τον στρατό και την Αμερική, με κλεφτές ματιές στα καλοσχηματισμένα πόδια της. Πριν κατέβει στο Πλατύ, μου έδωσε το τηλέφωνό της στη Βέροια όπου έμενε με την οικογένειά της. Της τηλεφώνησα αφού επέτρεψα ανυπόμονα να περάσουν λίγες μέρες, ώστε να μη σπιλωθεί η εντύπωση που πίστευα, ίσως αφελώς, ότι της άφησα: του έμπειρου και κοσμογυρισμένου, που έφαγε τη ζωή με το κουτάλι (και αρκετές από τις γυναίκες που αυτή η ζωή καθ’ οδόν προσφέρει). Δεν κατάφερα να την πείσω να βρεθούμε άμεσα, μολονότι η απόκριση της δεν ήταν απορριπτική, αλλά κάποια μεσοβέζικη, αδιευκρίνιστη δέσμευση. Το άφησε και αυτό εκεί: τί είχα και τι θα έχανα…

Το κορίτσι του τραίνου ήταν η τελευταία προσπάθεια να βρω κάποιο ερωτικό αποκούμπι στην πατρίδα και από την ίδια την πατρίδα. Κάνοντας απολογισμό των επιτυχιών σε έρωτα και αισθήματα στους δεκαοχτώ μήνες της θητείας, τον βρήκα απελπιστικά φτωχό: ευκαιρίες χαμένες, αναξιοποίητες, μισοτελειωμένες, χωρίς κορύφωση, πόσο μάλλον ολοκλήρωση. Ίσως, η ιδιοσυγκρασία και νοοτροπία μου να μην ήταν συμβατές με τις διαδομένες θεωρίες και πρακτικές στη σφαίρα του ετερόφυλου έρωτα στην Ελλάδα των ‘90. Βρέθηκα στο ίδιο αισθηματικό και επαγγελματικό κενό με αυτό στην έναρξη της θητείας. Η μόνη παρηγοριά, όχι ευκαταφρόνητη, ήταν ότι αυτό το μαρτύριο τελείωνε.

89β - 'Ενας Φαντάρος: Επίλογος ενός Χαμένου Καιρού (Γ' Σώμα Στρατού)

Τουλάχιστον βρέθηκα πίσω στην πατρίδα μου, στη Θεσσαλονίκη. Κοιμόμουν σε καθαρό και ζεστό στρώμα. Έτρωγα σπιτίσιο φαγητό, καλομαγειρεμένο από την Μάνα. Ακόμα και τα λίγα βράδια που καλούμουν να εκπληρώσω τα τελευταία στοιχειώδη φανταρίστικα χρέη, που ήταν σκοπός σε μια γωνιά του στρατοπέδου που η δήθεν φύλαξη μας είχε ανατεθεί, οι ώρες περνούσαν εύκολα παρατηρώντας ξενύχτηδες φοιτητές που περνούσαν κάτω από τον φράκτη στη Λεωφόρο Στρατού ή κατέβαιναν την Καυταντζόγλου. Θα έρθει και τούτων η ώρα, σκεφτόμουν χαιρέκακα. Ξεκινούσα το δίωρο της υποχρέωσής μου πηδώντας πάνω από φράκτη σε μια σκοτεινή γωνιά του στρατοπέδου, πίσω από το κτίριο της ΕΡΤ, για να αντικαταστήσω τον σκοπό που φύλαγε εκείνη την γωνιά και με περίμενε. Και μετά από ένα χαλαρό δίωρο, χωρίς έγνοιες περιπόλων (δεν συνέβαιναν), με λίγη μουσική από το τρανζιστοράκι της θείας να μου κρατάει παρέα, έπαιρνα μετά από ένα εξίσου εύκολο και αθέατο πήδημα πάνω από τα κάγκελα της περίφραξης το δρόμο για το σπίτι.

Δεν είμαστε πολλοί οι φαντάροι σε εκείνη την κυρίως πολιτική υπηρεσία «στρατιωτικών έργων». Ο κοντούλης και χοντρούλης έφεδρος λοχίας Γιάννης, μια σειρά παλιότερος μου, ήταν ένα ευπροσήγορο, καλοπροαίρετο και γελαστό παιδί με κουλτούρα και χιούμορ, γνωστός από τη Σχολή και τη συνδικαλιστική του δράση με την νεολαία της ρεβιζιονιστικής αριστεράς: συνοδοιπόρος σε αρκετά πολιτικά ζητήματα απέναντι στον κοινό εχθρό, που μέχρι τότε ήταν η συντηρητική παλιοδεξιά. Αφού με μύησε σε πραχτικές που θα ξαλάφρωναν το υπόλοιπο της θητείας και θα μου εξασφάλιζαν μέγιστο ελεύθερο χρόνο εκτός στρατοπέδου, μου ζωγράφισε, με ομολογουμένως φωτογραφική ακρίβεια, τις ιδιοσυγκρασίες των μορφών της Διεύθυνσης: αφενός του διευθυντή συνταγματάρχη [Σ], και αφετέρου του υποδιευθυντή καραβανά ταγματάρχη [Κ], που βρισκόταν λίγους μήνες πριν από την αποστρατεία του, καθώς και άλλων χαρακτήρων της Υπηρεσίας, στην πλειοψηφία κηφήνων, εργαζομένων εκεί ως δημόσιοι υπάλληλοι.

Ο (κατά τον λοχία Γιάννη) «χουντικός» [Σ], όταν παρουσιάστηκα μετά την μετάθεση μου από τα Βρυσικά, καθόταν σε μια μεγάλη δερμάτινη περιστρεφόμενη καρέκλα πίσω από ένα μεγαλοπρεπές διευθυντικό γραφείο, με το εθνόσημο πάνω από το κεφάλι του. Είχε επιβλητική φυσιογνωμία και λόγο και μια έντονη διαπεραστική ματιά. Το μουστάκι του, η βλοσυρότητα και αυστηρότητα του ύφους του, ο τόνος της φωνής, του προσέδιδαν κύρος και σεβασμό, αδιαμφισβήτητα ακόμα και για έναν, όπως εγώ, προκατειλημμένο και πλήρως απογοητευμένο από την πλειοψηφία των αξιωματικών. Αν και στα μάτια μου, όπως και αυτά του λοχία, έδινε πράγματι την εντύπωση φασίστα με «χουντικό» παρελθόν, ωστόσο τέτοιες, πιθανόν βάσιμες υποθέσεις δεν αφαιρούσαν πολύ από το βάρος της προσωπικότητας του, ίσως και να την ενίσχυαν. Φαινόταν ότι με σεβόταν, λόγω μόρφωσης ή, ίσως, και ως περήφανος Μακεδόνας ο ίδιος, λόγω και της δικής μου πατρικής καταγωγής, και δεδομένου ότι η πλειοψηφία των ανώτερων αξιωματικών του στρατού προερχόταν από την λεγόμενη παλιά Ελλάδα. Εκτός από εθνικιστής (αναγκαία συνθήκη για οποιαδήποτε καριέρα στο στρατό) ήταν και φλογερός τοπικιστής. Καταγόμενος από τη Δυτική Μακεδονία, την Καστοριά, μιλούσε με περηφάνια για τον τόπο του, για τις παραγωγικές δυνατότητες που μπορούσε να αναδείξει αν το υδροκέφαλο κέντρο έδειχνε ενδιαφέρον και τον στήριζε. Θα μπορούσε να γίνει η «Ελβετία των Βαλκανίων», έλεγε. Υπέθεσα ότι ο ίδιος και άλλοι συμπατριώτες του ένιωθα παραμερισμένοι από «παλαιοελλαδίτες» που, για ιστορικούς λόγους, κατείχαν ψηλά και καίρια πόστα στο στράτευμα και τα σώματα ασφαλείας και κινούσαν τα νήματα σε αυτά.

 Έδειξε εξαρχής ενδιαφέρον, ρωτώντας για την προέλευση του επιθέτου μου. Μάλλον εκτίμησε την καταγωγή μου, από το Μελένικο και τις άλλες χαμένες πατρίδες, τους δρόμους που από την αγαπημένη και παραμελημένη Μακεδονία του έφεραν και τους δυο μας στη Θεσσαλονίκη. Η απόλυτη ελληνικότητα και εθνική καθαρότητά της για τον [Σ] δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση, σε κάτι που δεν ήταν κατάλληλες οι ώρες να φέρω αντίρρηση. Και με σεβόταν και εμπιστευόταν αρκετά, ώστε, κατ’ ιδίαν πάντα, να επικρίνει με στόμφο την έλλειψη εργασιακού ήθους και ευσυνειδησίας πολλών από τους πολιτικούς υπαλλήλους, υφιστάμενούς του, που όμως δεν μπορούσε να επιβληθεί και πειθαρχήσει, όπως σε βαθμολογικά κατώτερους του στο στρατό· ή να στηλιτεύει την μπαγαποντιά και τα μικροσυμφέροντα των διάφορων εργολάβων που έτρωγαν όσο μπορούσαν από στρατιωτικά κονδύλιο, χωρίς το αζημίωτο για διευκολύνσεις εκ των έσω. «Αυτός ο άθλιος εργολάβος, μετά από όσα του δώσαμε, μου ζητάει άλλες 10000 δραχμές, για να γκρεμίσει την καλύβα του Καραγκιόζη! Μισής ώρας δουλειά!» Αναγνώριζε τη μόρφωση και τις γνώσεις μας, που ξεπερνούσαν αυτές του μέσου υπαλλήλου ή και των εφέδρων αξιωματικών-μηχανικών στην δούλεψη της υπηρεσίας που του ανέθεσαν την διεύθυνση, και μας ανέθετε μικροδουλειές που πίστευε ότι θα τις διεκπεραιώναμε καλύτερα και γρηγορότερα: για παράδειγμα, να κάνουμε μελέτες για κάτι αλεξικέραυνα σε απομακρυσμένα φυλάκια των συνόρων ή, σε ένα από τα δυο PC της μονάδας, να καταρτίσουμε  προϋπολογισμούς μικροέργων, επί των οποίων ο υπάλληλος που είχε τυπικά αναλάβει, επενέβαινε για να διορθώσει τις δαπάνες τεχνητά προς τα πάνω – προφανώς προς όφελος του εργολάβου που τελικά θα το αναλάμβανε (ή και του ίδιου!) «Έτσι γίνονται οι δουλειές εδώ, φίλε μου, τι να κάνουμε…», μου έλεγε ο πονηρός υπάλληλος όταν εξέφραζα απορίες ή κοιτούσα σκεπτικός ανοικονόμητα φουσκώματα αριθμητικών πόσων και σχετικές διορθώσεις που μου υπαγόρευαν πάνω από το κεφάλι μου. Γινόμουν πλέον ο χειριστής, για λογαριασμό διεφθαρμένων και τεμπέληδων του υπολογιστή και του λογισμικού, χωρίς αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις και για το περιεχόμενο της έκθεσης και του προϋπολογισμού.  

Ο καραβανάς ταγματάρχης ήταν άνθρωπος από ένα εντελώς διαφορετικό ανέκδοτο όσων στρατιωτικών είχα γνωρίσει μέχρι τότε και, βέβαια, του [Σ] του οποίου ήταν υποδιευθυντής. Τόσο υψηλόβαθμο καραβανά δεν είχα συναντήσει στη διάρκεια της θητείας μου. Βρισκόταν στα πρόθυρα της αποστρατείας, κάτι που εξηγούσε την αδιαφορία του ως προς κάθε τι υπηρεσιακό και μια γενική οκνηρία και βαριεστημάρα που καλλιέργησαν χρόνια σε στρατώνες. Στους μήνες που πέρασα από εκείνη την υπηρεσία δεν κατάλαβα ποιον ακριβώς ρόλο διαδραμάτιζε στη λειτουργία της, πέραν από τον διακοσμητικό του υποδιευθυντή, που σήμαινε υπογραφές εγγράφων και εντολές απουσία του διευθυντή. (Ο Πατέρας πάντα έλεγε ότι οι καραβανάδες έχουν έντονα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι σε αξιωματικούς απόφοιτους της Σχολής Ευέλπιδων. Τέτοια κόμπλεξ, ανάλογα με αυτά ώριμων αξιωματικών φανερωνόταν σε υπερθετικό βαθμό κάθε φορά που ένας καραβανάς χρειαζόταν να συναναστραφεί με νέους φαντάρους, σπουδαγμένους και νοήμονες.

 Ήταν, θα λέγαμε, ένα ακόμα άξεστο ανθρωπάκι ο ταγματάρχης [Κ]. Χαμηλού αναστήματος, με κοιλιά που ξεχείλωνε ένα στενό φαιοπράσινο χιτώνιο. Όπως τον είχε περιγράψει ο Γιάννης, όσο φαινόταν αδιάφορος για την πορεία των έργων της Διεύθυνσης και την πειθαρχία των κληρωτών της σαν και μένα, που είχε την ευθύνη, άλλο τόσο ήταν «άκακος». Με πλησίασε αρκετές φορές με την ένταξή μου στην υπηρεσία, για λόγους που αποκαλύφθηκαν σύντομα. Το στρογγυλό πρόσωπό, το ρυτιδωμένο κούτελο με τα μικρά μάτια, τα ροδοκόκκινα μάγουλα με λίγες ρυτίδες, ήταν σχεδόν πάντα ιδρωμένα, ίσως από νευρικότητα, πιθανότερο εξαιτίας της βαριάς στολής που φορούσε. Έβαφε επιμελώς τα κοντά μαλλιά του, με ένα τεχνητό και αφύσικο, καστανοκόκκινο χρώμα, που οι ρανίδες ιδρώτα στο μέτωπο και τις φαβορίτες πρόδιδαν, εν αγνοία του, την βαφή των μαλλιών με φαιδρό τρόπο, δίνοντας βάση για καλαμπούρια πίσω από την πλάτη του. Γιατί ένας άνθρωπος σε τέτοια θέση προσπαθεί να δείχνει νεότερος σε ανθρώπους που είτε γνώριζαν την ηλικία του, είτε εύκολα μπορούσαν να την εκτιμήσουν; Σε ποιους και γιατί ήθελε να δείχνει νεότερος, λίγο καιρό πριν την σύνταξη;

Όποτε μου μιλούσε, τα λεπτά χείλη του φορούσαν το χαμόγελο μιας άτολμης πονηράδας, σχεδόν αθωότητας, σα να φοβόταν μην ξεστομίσει κάποια ανοησία σε κάποιον που έμαθε και ήξερε απείρως περισσότερα από τον ίδιο. Ίσως, για να επιβεβαιώνει την ανωτερότητά του στην ιεραρχία και να αποκαταστήσει κάποια μορφή στρατιωτικής πειθαρχίας, και μαζί με αυτή το μέγεθος του κόμπλεξ και τη γενικότερη αμορφωσιά του, την κάθε πρόταση του, μετά από μια σύντομη παύση, την ολοκλήρωνε με ένα ‘ρε’.

Έχοντας παρατηρήσει, κρυμμένος συνήθως πίσω από κάποιον υπάλληλο που χρειαζόταν τη βοήθειά μου στη χρήση του μοναδικού υπολογιστή στο μικρό δωματιάκι, τελικά μου αποκάλυψε άγαρμπα και διστακτικά για έναν ταγματάρχη τον καημό του. Είχε μια μοναχοκόρη, ένα λεπτό, μικροκαμωμένο, εύθραυστο κορίτσι, με χαριτωμένη φυσιογνωμία και γλυκούς τρόπους, σε αντίθεση με την τραχύτητα και αγένεια που διέκρινε τον πατέρα της. Είχε τελειώσει το Λύκειο και, μάλλον, εξαιτίας χαμηλής νοημοσύνης δεν μπόρεσε να εισαχθεί σε κάποια σχολή του δημόσιου πανεπιστημίου. Ο πατέρας, όπως και κάθε πατέρας από την κάστα των αξιωματικών και άλλων κρατικοδίαιτων υπαλλήλων, εκτιμούσε την αξία της εκπαίδευσης γενικά ή, μάλλον και κατά προτίμηση, κάποιου χαρτιού, κάποιου πτυχίου. Την ανάγκασε να εγγραφεί και να παρακολουθήσει, με κατά τα φαινόμενα αρμυρά για τον μισθό του δίδακτρα,  πληροφορική ή κάτι που έχει να κάνει με την χρήση υπολογιστών σε ένα από τα «ιδιωτικά κολλέγια» της πόλης. Δύσκολο να φανταστώ, σε ένα σπιτικό με επικεφαλής έναν αξιωματικό, έλλειψη πειθαρχίας και ανυπακοή από μια μοναχοκόρη στα προστάγματά του. Μη έχοντας το νοητικό υπόβαθρο, εκείνο το συμπαθητικό κοριτσάκι αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες να διαπραγματευτεί και να ολοκληρώσει το θέμα, εν είδη διπλωματικής εργασίας, που της είχε ανατεθεί από το ιδιωτικό κολλέγιο.

Την συνάντησα μετά από μεσολάβηση του πατέρα, στο κυλικείο του πάρκου απέναντι από το Σώμα Στρατού – για μια πορτοκαλάδα, για να γνωριστούμε, αλλά, κυρίως, για να συζητήσουμε την εργασία της. Δεν μου διέφυγε ότι τα μάτια της, αμυγδαλωτά στο σχήμα και με ανοιχτόχρωμη ίριδα, αθώα, που όμως το βλέμμα τους, όπως και του πατέρα της, δεν απέπνεαν εξυπνάδα, εξέφραζαν ένα δέος και θαυμασμό προς εμένα: για το παρελθόν του «αριστούχου με πολλά πτυχία που σπούδασε έξω». Πιθανόν να την είχα επίσης γοητεύσει, καθώς, χάριν στις βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης, την προσωπική περιποίηση και καθαριότητα, την υγιή και πλούσια κόμη, χωρίς πλέον στρατιωτικούς περιορισμούς και κουρέματα από ερασιτέχνες συναδέρφους «με την μηχανή» και πάλι να εκδηλώνει το προσωπικό στυλ μου. Εν ολίγοις, εισερχόμουν και πάλι σε μια φάση ακμής στην εμφάνιση και επανάκτησης μιας νεανικής ομορφιάς. Εγκρατής και, για τους συμβατικούς λόγους που επέβαλλε η θητεία, αξιοπρεπής, κράτησα αποστάσεις, μολονότι στο φόντο των σκέψεών ήταν αδύνατο να μην υποθέσω ότι ανάμεσα στις προθέσεις του ταγματάρχη ήταν να εξασφαλίσει και έναν καλό γαμπρό για την κόρη της. Με άκουγε με προσοχή με το κεφάλι γερμένο, κρεμασμένη από τα χείλη και τις λέξεις μου, η ίδια με λίγα λόγια να μου εξηγεί απλά τις γενικές απαιτήσεις του κολλεγίου από εκείνη την διαβολεμένη εργασία.

Μου έδωσε σε ένα floppy disk, την αρχή που είχε καταφέρει να συγκροτήσει μέχρι τότε, και από εκείνη τη συνάντησή μας, συχνά κάτω από την ενοχλητική επιτήρηση του πατέρα της πίσω από την πλάτη και πάνω από το κεφάλι μου και τον έλεγχο της «προόδου» και την αγωνία του ενόψει της προθεσμίας παράδοσης, ολοκλήρωσα την εργασία της στο PC της υπηρεσίας, με πολλές αερολογίες, αλλά και το μίνιμουμ των λέξεων που ζητούσε. Της άγγιξα το μικρό, αδύναμο χέρι με τα λεπτά, σχεδόν παιδικά, δάχτυλα, περισσότερο συγκαταβατικά και καθησυχαστικά, παρά με κάποια ερωτική διάθεση. Την ξαναείδα, στο ίδιο μέρος, όταν είχε ολοκληρωθεί η εργασία για να με ευχαριστήσει: η εργασία είχε βαθμολογηθεί με «άριστα» και το γεγονός είχε φέρει ένα χαμόγελο ανακούφισης και ένα φούσκωμα περηφάνιας στον ταγματάρχη (για την κόρη και το πτυχίο της), που όμως δεν ένιωσε την ανάγκη ή (το πιθανότερο) δεν ήξερε πως να με ευχαριστήσει. Συμφωνήσαμε να διατηρήσουμε επαφή, αλλά τα σχέδια μου για το μέλλον είχαν ήδη διαγραφεί και την είχαν συναρπάσει. Ήξερα κατά βάθος ότι μια σχέση με την κόρη του ταγματάρχη δεν επρόκειτο να ευδοκιμήσει. Ο πατέρας της εξακολουθούσε να με γεμίζει με απέχθεια και φόβο, από άξεστους τρόπους και μιαν κατά πάσα πιθανότητα άχαρη και τυραννική για τους φαντάρους στις διαταγές του στρατιωτική καριέρα. Αδύνατον να τον διανοηθώ πεθερό.

Wednesday, July 2, 2025

89α - 'Ενας Φαντάρος: Επίλογος ενός Χαμένου Καιρού (Άνθρωποι της Θητείας)

Τέλος καλό, όλα καλά, θα μπορούσε να πει κανείς. Δεν χρειάζονταν τόσες αγανακτήσεις και οργή, τέτοια μελαγχολία και θλίψη, και, στο κάτω-κάτω της γραφής, ουδέν κακόν αμιγές καλού θα αντέτεινε άλλος. Αλλά, σε ό,τι αφορούσε στον εαυτό μου τουλάχιστον, δυο αλήθειες φαίνονταν αδύνατο να αμφισβητήσω. Πρώτα, τον χαμένο χρόνο, την άσκοπη, μη δημιουργική ανάλωση ενέργειας και μάλιστα κάτω από το ψυχολογικό βάρος της ματαίωσης και μιας ματαιότητας και ενός μηδενισμού που φαντάζομαι ένα καθεστώς δουλείας μπορεί να ασκήσει στον άνθρωπο. Η αίσθηση του χρόνου, της διάρκειας και ροής του, μπορεί να είναι διαφορετική στα νιάτα, αλλά δεν παύει, έστω και εκ των υστέρων, εκείνη η χρονιά να αναλογεί σε ένα μη αμελητέο κομμάτι μιας πεπερασμένης ζωής. Δεύτερο, δεν ήταν μόνον ο μετρήσιμος σε μήνες και χρόνια χρόνος που χάσαμε, δεν ήταν απλά ένα διάλειμμα αδράνειας του πνεύματος και καταπίεσης της δημιουργικότητας και παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Η μάχη για να ξανασταθώ στα πόδια μου, από επαγγελματική και -εξίσου σημαντικό!- αισθηματική άποψη ξεκινούσε από διαφορετική αφετηρία από κείνη που άφησα όταν τέλειωνα το σχολείο, από ένα χαμηλότερο επίπεδο πνευματικής ενέργειας και ψυχικών πόρων. Χρειαζόμουν άμεσα διεξόδους που δεν ήταν εμφανείς.

Μου έλεγαν άνθρωποι, συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και παιδείας και από τις λιγοστές εμπειρίες ζωής που κουβαλούσαν, κάτι που ήταν και το συχνό ρεφραίν αυτών που μας εκπαίδευαν στα όπλα για κάποιον φανταστικό πόλεμο: ότι ο στρατός είναι ένα σχολείο, για πολλούς πανεπιστήμιο. Στην Ελλάδα ιδιαίτερα, αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που λέγεται «σχολείο της ζωής», όπου μαθαίνεις πράγματα που κανένα άλλο σχολείο δεν μπορεί να σου μάθει και στο οποίο, πολλοί από αυτούς που το επικαλούνται, χρωστάνε δήθεν πολλά για κάποιες επιτυχίες στη ζωή τους, επιτυχίες που όμως σχεδόν πάντα κρίνονται με υποκειμενικά κριτήρια. Στις ατέλειωτες ώρες κατανάλωσης άεργης ισχύος, στη σκοπιά, στο θάλαμο, σε αγγαρείες χωρίς αιτία και σκοπό, στην συντήρηση και την ταξινόμηση σωρών σαβούρας, αναλογιζόμουν πολλές φορές τι έμαθα και τι αποκόμισα από εκείνη την περίοδο. Δυσκολεύτηκα να απομονώσω δυο ή τρία απτά χρήσιμα για το υπόλοιπο της ζωής πράγματα. Η αξία από την εργασία ή κάποια δραστηριότητα, σωματική ή πνευματική, είτε αποκρυσταλλώνεται σε ένα αντικείμενο, έργο και αποτέλεσμα, είτε, ως γνώση και επιδεξιότητα, επενδύεται από τον άνθρωπο στη συνέχεια της πορείας του. Αν κάποια, τέτοιου είδους αξία, είχε δημιουργηθεί στο χρόνο της θητείας δεν κατάφερα να την αποτιμήσω. Ίσως μερικές διαπιστώσεις από αντανακλάσεις της ελληνικής κοινωνίας και των σχέσεων της στο στράτευμά της, ίσως μια αλλαγή, «σφυρηλάτηση» του χαρακτήρα (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ποιος και πότε θα το κρίνει;), μια σημαντική απώλεια ανθρώπινων ευαισθησιών, μια σκλήρυνση του χαρακτήρα. Κανείς δεν ξέρει… Μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας και η πολιτική εξουσία ανάμεσά της, με την δόση υποκρισίας που την διακρίνει, θα ισχυριστεί ότι με την θητεία εκπληρώνουμε το «καθήκον μας προς την πατρίδα», ξεπληρώνουμε ένα χρέος μας προς αυτήν· που μας σπούδασε, μας δίνει γη και τόπο να κτίσουμε τα σπίτια και τις ζωές μας, μας προσφέρει ασφάλεια από πραγματικές ή φανταστικές επιβουλές, μας αγκαλιάζει εμάς του ομόγλωσσους και ομόθρησκους ομοεθνείς στους κόλπους της. Μήπως, όμως, υπάρχουν καλύτεροι και πρόσφοροι και αμοιβαία περισσότερο προσοδοφόροι τρόποι για την αποπληρωμή αυτού του χρέους;      

Βέβαια, ότι συμβαίνει στις ζωές μας, συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους, στις σχέσεις και την κοινωνία με αυτούς. Αυτό από μόνο του, για κάθε ανθρώπινο όν έχει ενδιαφέρον, αν όχι και μια αόριστη και απροσδιόριστη αξία. Σε τέτοιες περιπτώσεις με παρηγορεί η θύμηση του ρητού: homo sum, humani nihil a me alienum puto. Στο στρατό, όπως και στο σχολείο, το Πανεπιστήμιο, στους χώρους δουλειάς, σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον, ανακαλύπτει και συναναστρέφεται με ένα καλειδοσκόπιο υπάρξεων και των χαρακτήρων τους, που στην ποικιλοχρωμία απαρτίζει την ζωή στον κόσμο, που έχουμε την τύχη, για ένα απειροστό χρονικό διάστημα, να τον γευτούμε με την παρουσία μας σε αυτόν. Μια συλλογή από χαρακτήρες αποθηκευμένη στη μνήμη, όπως οι φωτογραφίες σε ένα σκονισμένο άλμπουμ το οποίο τυχαία ανατρέχουμε ανάμεσε σε μεγάλες περιόδους αδιαφορίας και λήθης. Κυνικούς συμφεροντολόγους, όπως ο Δ, που καυχιόνταν για τα μέγα-«βύσματα» τους· άλλοι, όπως ο Καραγιάννης, που ενώ είχαν «βύσμα» και την σκαπούλαραν εις βάρος συναδέρφων σε κάθε ευκαιρία, ωστόσο είχαν απομεινάρια ηθικής και μια απολογητική συνείδηση; τεμπέληδες και «λουφαδόρους», σαν τον Κοντολιό, που δεν δίσταζαν να κρυφτούν σε μια γωνιά για να μην επιλεχθούν για τις χειρότερες αγγαρείες, όπως η περισυλλογή των αποφαγιών από τα μαγειρεία ή το καθάρισμα των τουαλετών· κομπλεξικοί και αγροίκοι μέχρι και σαδιστές, όπως ο ανθυπολοχαγός που με ράβδωσε την πλάτη χωρίς λόγο· άκαμπτοι και πορωμένοι μιλιταριστές και καριερίστες, όπως ο διοικητής του Κέντρου στο Ναύπλιο και διάφορα άλλα πειθήνια όργανα κάτω από τις διαταγές του, που η διοίκηση που ασκούσε και το στυλ της επιβάρυναν ψυχικά τον κοινό φαντάρου χωρίς διέξοδο αντίδρασης και παραπόνων -δηλαδή όλους, πλην των γνωστών και γνωστών-αγνώστων που εξυπηρετούσε με άδειες και άλλες διευκολύνσεις· άξεστοι και ακαλλιέργητοι χαρακτήρες, καλοί από τη φύση τους, αλλά στρεβλωμένοι από μικρές δόσεις εξουσίας που ο στρατός τους παρείχε, όπως ο έφεδρος Λοχίας στα Βρυσικά· άλλοι σπουδαγμένοι, όπως ο Φ, που βεβαρημένοι με έμφυτες ή επίκτητες από το οικογενειακό περιβάλλον αδυναμίες, τους οδήγησε σε μια αυτό-απομόνωση, σε ψυχικά αδιέξοδα, στην εξάλειψη μπρος σε μάτια τρίτων κάθε ίχνους αξιοπρέπειας, και τους ώθησε, ποιος ξέρει, στα όρια της τρέλας· άλλοι, η σπανιότερη των περιπτώσεων, πραγματικά καλλιεργημένοι, με τα πόδια στέρεα στο έδαφος, πράοι, πρόσχαροι, καλοπροαίρετοι, πηγή αισιοδοξίας, που ήξεραν που πατούσαν και τι γύρευαν, στην επαγγελματική και οικογενειακή σφαίρα, όπως ο Γιώργος ο Χ.