Στο μεταξύ, μετρούσαμε, βρώμικοι και κουρασμένοι, τις αργόσυρτες μέρες μέχρι την ορκωμοσία και τα Χριστούγεννα, και το πρώτο τετραήμερο της καθιερωμένης άδειας μετά την ορκωμοσία. Κοινοί φαντάροι, σαν και του λόγου μου, έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα σε «Χριστούγεννα» ή «Πρωτοχρονιά». Το ίδιο δίλημμα δεν τίθετο για τους προνομιούχους με μέσο. Ας είναι! Το δέλεαρ έστω και μιας μέρας στη Θεσσαλονίκη, όπου υποτίθεται με περίμενε η Ε στην αγκαλιά της με μια λαχτάρα σαν τη δική μου ήταν αρκετό ώστε σε κείνη την φάση τέτοιες διακρίσεις να μην με εξοργίσουν. Διάλεξα «Χριστούγεννα» επειδή ήταν πιο κοντά στο ‘τώρα’ μου, για να είμαι έστω για λίγο-πολύ δυο γεμάτα εικοσιτετράωρα στην πατρίδα μου, λαμβάνοντας υπόψιν ότι το ταξίδι από το Ναύπλιο, με επίγεια μέσα τουλάχιστον, έτρωγε το καλύτερο κομμάτι μιας μέρας άδειας.
Η ορκωμοσία, η ανούσια διαδικασία της, και περισσότερο οι εξαντλητικές
πρόβες για τα μάτια επισήμων, αξιωματικών και παπάδων, και μερικών εθνικοφρόνων
γονιών περήφανων για τα παλικάρια που, ο μοι γένοιτο, θα έδιναν τις ψυχές τους,
αν όχι και τα κορμιά τους, για τα ιερά και όσια της πατρίδας. Περιέργως στο
θεάμον κοινό το θηλυκό στοιχείο επικρατούσε. Οι δικοί μου γονείς μάλλον λόγω πεποιθήσεων,
λιγότερο λόγω της απόστασης που μας χώριζε, θα απουσίαζαν. Όπως απουσίαζε και η
επισήμως σύντροφος ακόμα στην ζωή μου, η Ε, τότε και από κάθε κυριακάτικο επισκεπτήριο
που προηγήθηκε, κάτι που αδικαιολόγητα δημιουργούσε μια μικρή αίσθηση
εγκατάλειψης. Η μοναδική επίσκεψη, αλησμόνητη και συγκινητική που είχα το πρώτο
40ήμερο της θητείας μου ήταν της θείας Α, που ένα κυριακάτικο πρωϊνό εμφανίστηκε
στην πύλη του στρατοπέδου από την Αθήνα, φέρνοντας μαζί της γλυκά για μένα και
να κεράσω στους συντρόφους μου, ένα πλεκτό πουλόβερ, και ένα τρανζιστοράκι, για
«να περνάει καλά η ώρα μου», που βρίσκεται ακόμα σε ένα ντουλάπι να μου θυμίζει
την ευγενική θεία μου και την θητεία.
Η ταλαιπωρία από την ορθοστασία πριν την έναρξη -ενόψει αναμονής
αξιωματούχων, που είτε από σαδισμό, είτε από αδιαφορία, είτε από υπεροψία καθυστερούν
την άφιξή τους, και, κατά την διάρκεια της ατέλειωτης κάτω από τον ήλιο του
εθνικού περιεχομένου ομιλίας, του αναπόφευκτου αγιασμού και των άλλων συμβολικών
παραστάσεων που ακολούθησαν, ξεπέρασαν αυτήν των εξαντλητικών δοκιμών που
προηγήθηκαν εκείνης της μέρας, και είχαν ως θύματα (όπως πάντα, έμαθα…) έναν ή
δυο φαντάρους που σωριάστηκαν λιπόθυμοι.
Η ορκωμοσία ολοκληρώθηκε, σε ικανοποιητικό βαθμό κατά τα φαινόμενα, για τον
Διοικητή και αξιωματικών που πόνταραν στην επιτυχία τέτοιων εκδηλώσεων για
κάποια προαγωγή στην ιεραρχία του ΓΕΣ. Και το πρωί της παραμονής των
Χριστουγέννων, αναγκαστικά ντυμένοι στις αντιερωτικές και αποκρουστικές χακί
στολές και το μικρό σακίδιο με τα πολιτικά που είχαμε φέρει μαζί μας στην
κατάταξη, ξεχυθήκαμε προς αναζήτηση μεταφορικού μέσου να μας πάει στον
προορισμό μας. Δεν υπήρχαν τέτοια μέσα από εκεί πέρα, που δεν θα ενέπλεκαν την
ταλαιπωρία ενός, δύο ή περισσοτέρων αργοτάξιδων λεωφορείων ΚΤΕΛ. Ο ταχύτερος
τρόπος, για όσους δεν διέθεταν ΙΧ ήταν φυσικά το ταξί, και μαζί με άλλους τρεις
Θεσσαλονικείς που είχαν την οικονομική δυνατότητα το είχαμε ήδη αποφασίσει πριν
βγούμε από το στρατόπεδο. Οι ταξιτζήδες της περιοχής ήξεραν βέβαια καλά τη
δουλειά και πως θα έβγαζαν με τον ευκολότερο δυνατό τρόπο το ψωμί τους, και
είχαν παραταχτεί από νωρίς το πρωί, με τα ευρύχωρα «αγοραία» Mercedes τους, έξω από την πύλη του στρατοπέδου. Τον
χειμώνα οι φαντάροι του κέντρου εκπαίδευσης, το καλοκαίρι οι τουρίστες είναι οι
κύριες πηγές εισοδήματος σε τέτοια μέρη.
O ταξιτζής-μνηστήρας που μας «ψάρεψε» θα χρέωνε μια «στάνταρντ»
ταρίφα για τη διαδρομή Ναύπλιο-Θεσσαλονίκη: ένα πεντοχίλιαρο το κεφάλι. «Σειρά!
Δεν θα βρείτε φτηνότερα και σε πέντε ωρίτσες θα είμαστε εκεί!» Το ναύλο ήταν ψηλό,
όσο λίγο-πολύ και ενός αεροπλάνου από την Αθήνα, αλλά χωρίς αλισβερίσι το δεχτήκαμε.
Δεν υπήρχαν δα και πολλά περιθώρια για διαπραγμάτευση με κάποιον ψημένο στο
κουρμπέτι. Η πείρα από τέτοιες αναμπουμπούλες και η καπατσοσύνη του σιναφιού του, ιδιαίτερα αυτών ανάμεσά
τους που απασχολούνταν σε περιοχές με στρατόπεδα ή τουρίστες είναι γνωστή, οι εναλλακτικές
επιλογές ελάχιστες, η λαχτάρα να φύγουμε για τα σπίτια μας μεγάλη.
Το ταξίδι θα έπαιρνε πολλές ώρες -εκείνο τον καιρό μέχρι και δέκα, παρά την
ελευθεριάζουσα οδήγηση των ταξιτζήδων. Τις πέρασα στρυμωγμένος στην πίσω θέση,
ως ένας από τους μικρότερους στο σώμα, αμίλητος, με ματιές στον ταξιτζή και την
τεράστια κοιλιά του, που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά αγγίζοντας στις εισπνοές το
τιμόνι, πλάθοντας με την φαντασία μου σενάριο για το βράδυ (επιτέλους!) στην
παρέα της E. Μια φωτιά έκαιγε
μέσα μου· σαράντα μέρες ήταν πολλές για κάθε νέο άντρα στην ακμή του. Ο
στρατός, με διαρκή απόσπαση του μυαλού με ανόητες αγγαρείες που επιχειρούσε, κατάφερνε
να καταπιέσει τα σεξουαλικά ένστικτα,
που όμως ξυπνούσαν βίαια μόλις ο φαντάρος έβγαινε από το στρατώνα του, καθώς ο ίδιος
στρατός αύξανε τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα μας.
Καθ’ οδόν, ο οδηγός πρότεινε ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα στου Λεβέντη στα Καμένα Βούρλα για καφέ, τσιγάρο, και τις σωματικές μας ανάγκες στου Λεβέντη· σα να μας έκανε χάρη, ενώ αυτό που όλοι θέλαμε ήταν να φτάναμε Θεσσαλονίκη μιαν ώρα αρχύτερα. Άρχιζε να βραδιάζει. Πριν τη Λάρισα, δείχνοντας ένα αυτοκίνητο σταματημένο λίγο πιο πέρα μπροστά μας με τα φλας να αναβοσβήνουν, αναφώνησε με χαρά: «Μπλε ταξί Σαλονικιώτικο από την πατρίδα, παλικάρια μου! Θα σας πάει από εδώ, με το καλό, στα σπίτια σας». Για να προσθέσει: «Λεφτά άλλα δεν θα ζητήσει. Όλα είναι ταχτοποιημένα!» Δεν είπαμε τίποτε. Τι να λέγαμε; Μεταφέραμε τα μπαγάζια στο μπλε ταξί για το άλλο μισό του δρόμου. Δεδομένου ότι οι μέρες των κινητών δεν είχαν ανατείλει ακόμα στην Ελλάδα, κατά το διάλειμμα του καφέ ή από το Ναύπλιο η συνάντηση των ταξί στα μισά της διαδρομής ήταν προφανώς προσυνεννοημένη. Τίποτε το μεμπτό δεν είδαμε στην μοιρασιά πελατών και την τετραπλή ταρίφα, και ευχαριστήσαμε και καληνυχτίσαμε και τους δύο οδηγούς.