Sunday, April 27, 2025

80 - Ένας Φαντάρος: Η Πρώτη Άδεια

Στο μεταξύ, μετρούσαμε, βρώμικοι και κουρασμένοι, τις αργόσυρτες μέρες μέχρι την ορκωμοσία και τα Χριστούγεννα, και το πρώτο τετραήμερο της καθιερωμένης άδειας μετά την ορκωμοσία. Κοινοί φαντάροι, σαν και του λόγου μου, έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα σε «Χριστούγεννα» ή «Πρωτοχρονιά». Το ίδιο δίλημμα δεν τίθετο για τους προνομιούχους με μέσο. Ας είναι! Το δέλεαρ έστω και μιας μέρας στη Θεσσαλονίκη, όπου υποτίθεται με περίμενε η Ε στην αγκαλιά της με μια λαχτάρα σαν τη δική μου ήταν αρκετό ώστε σε κείνη την φάση τέτοιες διακρίσεις να μην με εξοργίσουν. Διάλεξα «Χριστούγεννα» επειδή ήταν πιο κοντά στο ‘τώρα’ μου, για να είμαι έστω για λίγο-πολύ δυο γεμάτα εικοσιτετράωρα στην πατρίδα μου, λαμβάνοντας υπόψιν ότι το ταξίδι από το Ναύπλιο, με επίγεια μέσα τουλάχιστον, έτρωγε το καλύτερο κομμάτι μιας μέρας άδειας.

Η ορκωμοσία, η ανούσια διαδικασία της, και περισσότερο οι εξαντλητικές πρόβες για τα μάτια επισήμων, αξιωματικών και παπάδων, και μερικών εθνικοφρόνων γονιών περήφανων για τα παλικάρια που, ο μοι γένοιτο, θα έδιναν τις ψυχές τους, αν όχι και τα κορμιά τους, για τα ιερά και όσια της πατρίδας. Περιέργως στο θεάμον κοινό το θηλυκό στοιχείο επικρατούσε. Οι δικοί μου γονείς μάλλον λόγω πεποιθήσεων, λιγότερο λόγω της απόστασης που μας χώριζε, θα απουσίαζαν. Όπως απουσίαζε και η επισήμως σύντροφος ακόμα στην ζωή μου, η Ε, τότε και από κάθε κυριακάτικο επισκεπτήριο που προηγήθηκε, κάτι που αδικαιολόγητα δημιουργούσε μια μικρή αίσθηση εγκατάλειψης. Η μοναδική επίσκεψη, αλησμόνητη και συγκινητική που είχα το πρώτο 40ήμερο της θητείας μου ήταν της θείας Α, που ένα κυριακάτικο πρωϊνό εμφανίστηκε στην πύλη του στρατοπέδου από την Αθήνα, φέρνοντας μαζί της γλυκά για μένα και να κεράσω στους συντρόφους μου, ένα πλεκτό πουλόβερ, και ένα τρανζιστοράκι, για «να περνάει καλά η ώρα μου», που βρίσκεται ακόμα σε ένα ντουλάπι να μου θυμίζει την ευγενική θεία μου και την θητεία.  

Η ταλαιπωρία από την ορθοστασία πριν την έναρξη -ενόψει αναμονής αξιωματούχων, που είτε από σαδισμό, είτε από αδιαφορία, είτε από υπεροψία καθυστερούν την άφιξή τους, και, κατά την διάρκεια της ατέλειωτης κάτω από τον ήλιο του εθνικού περιεχομένου ομιλίας, του αναπόφευκτου αγιασμού και των άλλων συμβολικών παραστάσεων που ακολούθησαν, ξεπέρασαν αυτήν των εξαντλητικών δοκιμών που προηγήθηκαν εκείνης της μέρας, και είχαν ως θύματα (όπως πάντα, έμαθα…) έναν ή δυο φαντάρους που σωριάστηκαν λιπόθυμοι.

Η ορκωμοσία ολοκληρώθηκε, σε ικανοποιητικό βαθμό κατά τα φαινόμενα, για τον Διοικητή και αξιωματικών που πόνταραν στην επιτυχία τέτοιων εκδηλώσεων για κάποια προαγωγή στην ιεραρχία του ΓΕΣ. Και το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, αναγκαστικά ντυμένοι στις αντιερωτικές και αποκρουστικές χακί στολές και το μικρό σακίδιο με τα πολιτικά που είχαμε φέρει μαζί μας στην κατάταξη, ξεχυθήκαμε προς αναζήτηση μεταφορικού μέσου να μας πάει στον προορισμό μας. Δεν υπήρχαν τέτοια μέσα από εκεί πέρα, που δεν θα ενέπλεκαν την ταλαιπωρία ενός, δύο ή περισσοτέρων αργοτάξιδων λεωφορείων ΚΤΕΛ. Ο ταχύτερος τρόπος, για όσους δεν διέθεταν ΙΧ ήταν φυσικά το ταξί, και μαζί με άλλους τρεις Θεσσαλονικείς που είχαν την οικονομική δυνατότητα το είχαμε ήδη αποφασίσει πριν βγούμε από το στρατόπεδο. Οι ταξιτζήδες της περιοχής ήξεραν βέβαια καλά τη δουλειά και πως θα έβγαζαν με τον ευκολότερο δυνατό τρόπο το ψωμί τους, και είχαν παραταχτεί από νωρίς το πρωί, με τα ευρύχωρα «αγοραία» Mercedes τους, έξω από την πύλη του στρατοπέδου. Τον χειμώνα οι φαντάροι του κέντρου εκπαίδευσης, το καλοκαίρι οι τουρίστες είναι οι κύριες πηγές εισοδήματος σε τέτοια μέρη.

O ταξιτζής-μνηστήρας που μας «ψάρεψε» θα χρέωνε μια «στάνταρντ» ταρίφα για τη διαδρομή Ναύπλιο-Θεσσαλονίκη: ένα πεντοχίλιαρο το κεφάλι. «Σειρά! Δεν θα βρείτε φτηνότερα και σε πέντε ωρίτσες θα είμαστε εκεί!» Το ναύλο ήταν ψηλό, όσο λίγο-πολύ και ενός αεροπλάνου από την Αθήνα, αλλά χωρίς αλισβερίσι το δεχτήκαμε. Δεν υπήρχαν δα και πολλά περιθώρια για διαπραγμάτευση με κάποιον ψημένο στο κουρμπέτι. Η πείρα από τέτοιες αναμπουμπούλες και η  καπατσοσύνη του σιναφιού του, ιδιαίτερα αυτών ανάμεσά τους που απασχολούνταν σε περιοχές με στρατόπεδα ή τουρίστες είναι γνωστή, οι εναλλακτικές επιλογές ελάχιστες, η λαχτάρα να φύγουμε για τα σπίτια μας μεγάλη.

Το ταξίδι θα έπαιρνε πολλές ώρες -εκείνο τον καιρό μέχρι και δέκα, παρά την ελευθεριάζουσα οδήγηση των ταξιτζήδων. Τις πέρασα στρυμωγμένος στην πίσω θέση, ως ένας από τους μικρότερους στο σώμα, αμίλητος, με ματιές στον ταξιτζή και την τεράστια κοιλιά του, που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά αγγίζοντας στις εισπνοές το τιμόνι, πλάθοντας με την φαντασία μου σενάριο για το βράδυ (επιτέλους!) στην παρέα της E. Μια φωτιά έκαιγε μέσα μου· σαράντα μέρες ήταν πολλές για κάθε νέο άντρα στην ακμή του. Ο στρατός, με διαρκή απόσπαση του μυαλού με ανόητες αγγαρείες που επιχειρούσε, κατάφερνε να  καταπιέσει τα σεξουαλικά ένστικτα, που όμως ξυπνούσαν βίαια μόλις ο φαντάρος έβγαινε από το στρατώνα του, καθώς ο ίδιος στρατός αύξανε τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα μας.

Καθ’ οδόν, ο οδηγός πρότεινε ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα στου Λεβέντη στα Καμένα Βούρλα για καφέ, τσιγάρο, και τις σωματικές μας ανάγκες στου Λεβέντη· σα να μας έκανε χάρη, ενώ αυτό που όλοι θέλαμε ήταν να φτάναμε Θεσσαλονίκη μιαν ώρα αρχύτερα. Άρχιζε να βραδιάζει. Πριν τη Λάρισα, δείχνοντας ένα αυτοκίνητο σταματημένο λίγο πιο πέρα μπροστά μας με τα φλας να αναβοσβήνουν, αναφώνησε με χαρά: «Μπλε ταξί Σαλονικιώτικο από την πατρίδα, παλικάρια μου! Θα σας πάει από εδώ, με το καλό, στα σπίτια σας». Για να προσθέσει: «Λεφτά άλλα δεν θα ζητήσει. Όλα είναι ταχτοποιημένα!» Δεν είπαμε τίποτε. Τι να λέγαμε; Μεταφέραμε τα μπαγάζια στο μπλε ταξί για το άλλο μισό του δρόμου. Δεδομένου ότι οι μέρες των κινητών δεν είχαν ανατείλει ακόμα στην Ελλάδα, κατά το διάλειμμα του καφέ ή από το Ναύπλιο η συνάντηση των ταξί στα μισά της διαδρομής ήταν προφανώς προσυνεννοημένη. Τίποτε το μεμπτό δεν είδαμε στην μοιρασιά πελατών και την τετραπλή ταρίφα, και ευχαριστήσαμε και καληνυχτίσαμε και τους δύο οδηγούς.

Thursday, April 24, 2025

79 - Ένας Φαντάρος: Ψίχουλα Ψυχαγωγίας

Λένε ότι σε περιόδους μιζέριας και δυστυχίας, απλές και ασήμαντες χαρές και η αίσθηση των στοιχειωδών απολαύσεων που προσφέρουν μεγεθύνεται, οι εντυπώσεις που αφήνουν γίνονται εντονότερες από ότι σε άλλες περιστάσεις. Ενώ η προσδοκία αναλαμπών ευτυχίας και μεγαλύτερων χαρών που ενδεχόμενα υπόσχεται το μέλλον γίνεται ασυγκράτητη λαχτάρα. Και όταν τελικά πραγματωθούν αποκτούν διαστάσεις έκστασης. Μερικές από αυτές τις διαπιστώσεις επαληθεύθηκαν στο στρατό και στο κέντρο εκπαίδευσης.

Την τυρόπιτα με το γάλα-κακάο στο διάλειμμα της πρωινής εκπαίδευσης και ψυχοσωματικής ταλαιπωρίας, την περιμέναμε ανυπόμονα και την απολαμβάναμε με όρεξη. Τα βράδια στο ΚΨΜ, που οι μόνες διατάξεις ψυχαγωγίας που περιείχε ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο «ποδοσφαιράκι» και μια τηλεόραση μπροστά από σειρές καθίσματα. Και τα δύο αντικείμενα είχε σφετεριστεί μια κλίκα «παλιών»-νταήδων που δεν σήκωναν μύγα στο σπαθί τους. Αλλά μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα ή δυο κουτάκια μπύρας που αν και χλιαρή, βγαλμένη, ελλείψει ψυγείου, κατευθείαν από τελάρα, κάπως καθάριζε το μυαλό και το απάλυνε από τις σκοτούρες της χαμοζωής στην οποία είχαμε καταδικαστεί και την εξορκίζαμε στα σκαλοπάτια του Λόχου. Η προσφορά της μπύρας ήταν περιορισμένη, ειδικά τα σαββατόβραδα που κάποιος μερακλής ΚΨΜ-τζής, φαντάζομαι όχι με το αζημίωτο, έψηνε περιζήτητα σουβλάκια. Τότε τα τελάρα της μπύρας άδειαζαν πριν οι νεότεροι προλάβουν να αγοράσουν το κουτάκι τους. Ο αλκοολικός φαντάρος της διμοιρίας, ένας κοντό και μυώδες,  υπερκινητικό και ανυπάκουο παλικάρι που το ύφος του έσπειρε γενικά τον φόβο, είχε κάποια πρόσβαση στους διαχειριστές του KΨΜ και προμηθευόταν και κατανάλωνε τελάρα από μπύρες πριν από το βραδινό σιωπητήριο και μετά από αυτό. Οι φήμες έλεγαν ότι όταν σωνόταν η μπύρα έπινε από το after shave του.      

Σε λίγες βδομάδες ήρθε η πρώτη κυριακάτικη έξοδος. Προσδοκούσαμε αυτό το δικαίωμα της φανταρίστικης ζωής με λαχτάρα, για να δούμε, επιτέλους, λίγο κόσμο έξω από τον φράκτη, παρά τις «στολές εξόδου» σαν τσουβάλια επάνω μας και παρά την κάθε προσπάθεια που ο Διοικητής έκανε να μας τη βγάλει από τη μύτη· με λογύδρια περί του απαράβατου κώδικα εξόδου του ένστολου στρατιώτη σε χώρους όπου κινούνται νορμάλ άνθρωποι, της περηφάνιας που πρέπει να μας διακατέχει, όντας ντυμένοι στη στολή του στρατιώτη ανάμεσα στους ντόπιους, και της ευθύνη που αυτό συνεπάγεται στη συμπεριφορά μας κατά τους περιπάτους μας στην πολιτεία, στα καφενεία και εστιατόριά της. Οι Ναυπλιώτες, από τη μεριά τους, τη θέα του φαντάρου, δακτυλοδεικτόμενου από τη στολή και την κακομοιριά της εμφάνισής του, την αντιμετώπιζαν διαφορετικά: τα θελκτικότερα καφέ και εστιατόρια της πόλης μας απαγόρευαν την είσοδο, καθώς απωθούσαν καθαρότερα και αξιοπρεπέστερα μέλη της τοπικής κοινωνίας, και τα καλοκαίρια τουρίστες· ιδιαίτερα τις γυναίκες ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες που στον φαντάρο έβλεπαν ένα σεξουαλικά πεινασμένο ον.

Παρόλα αυτά, έβρισκα στα κυριακάτικα πρωινά της εξόδου στις καφετέριες της ηλιόλουστης προκυμαίας ευχάριστη διέξοδο από την καταθλιπτικότητα του στρατοπέδου. Ανέπνεα, όπως λένε, για λίγες πολύτιμες ώρες το δροσερό αεράκι μιας μικρής ελευθερίας. Μικροχαρές της ανθρώπινης ζωής, ένα καφεδάκι μπροστά στην θάλασσα, το διάβασμα της εφημερίδας, το χάζεμα των ανθρώπων στον ανέμελο πρωινό περίπατό τους μπροστά μας με φόντο το Μπούρτζι, αποκτούσαν εκείνες τις στιγμές σημασία και ομορφιά· αναδύονταν από την ασημαντότητα στην οποία η επανάληψη και η συνήθεια τις είχαν αναγάγει στο παρελθόν. Τα βραδάκια μια impromptu παρέα, που σχηματιζόταν μέσα από τυχαία συναπαντήματα στα δρομάκια του Ναυπλίου, κατέληγε σε κάποιο φιλικό, φιλόξενο, απομακρυσμένο ταβερνάκι, στρυμωγμένο σε κάποιο σοκάκι πίσω από την πλατεία, κάτω από τα τείχη ή, αν αυτό δεν πρόκυπτε, σε κάποιο σνακ-μπαρ για σουβλάκια, όρθιοι ή σε κάποιο παγκάκι του μικρού πάρκου.   

Αλλά ο χρόνος σε αυτές τις εξόδους στην ελευθερία της πόλης και μιας αληθινής ζωής, περνούσε τόσο γρήγορα, όσο αργά περνούσαν οι ώρες στις σκοπιές που μας περίμεναν στο τέλος της. Έπρεπε να επιστρέψουμε άρον-άρον στο στρατόπεδο για τη βραδινή αναφορά.  

Tuesday, April 22, 2025

78 - Ένας Φαντάρος: Ασκήσεις Αβάστακτες, Υπηρεσίες Ανόητες

Σε λίγες μέρες από την έναρξη της βασικής εκπαίδευσης έδωσαν στον καθένα, πλην Μουσουλμάνων, το ημιαυτόματο όπλο του, και μας δίδαξαν πως να τα χρησιμοποιούμε· μας ενημέρωσαν για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά του· μας έδειξαν πως να το κα περιποιούμαστε και το καθαρίζουμε και να το βλέπουμε σα έναν αχώριστο σύντροφο. Περπατήσαμε πεζοπορίες πολλών χιλιομέτρων για τα πεδία βολής, με το όπλο να βαραίνει τον ώμο, ένα σακίδιο με αχρείαστα κλαπατσίμπαλα στην πλάτη, το κράνος με την ανυπόφορη φαγούρα που έφερνε στο κεφάλι, τα άρβυλα να χτυπάνε αστράγαλο και δάχτυλα, όσο και αν προσπαθούσαμε να μαλακώσουμε το δέρμα τους στιλβώνοντάς τα μια και δυο φορές τη μέρα. Το κορμί μου, το σχετικά καλομαθημένο σε προηγούμενες φάσεις της ζωής, με εξέπληξε με την αντοχή στην κούραση και τον πόνο σε κείνες τις πεζοπορίες, όταν νεότεροι από μένα γκρίνιαζαν και βλαστημούσαν αγανακτισμένοι, αν δεν είχαν καθ’ οδόν καταρρεύσει.

Με εκείνο το όπλο, το ανυπόφορο κράνος, ένα γεμάτο γεμιστήρα στη σφραγισμένη θήκη του, τον οποίο «επ’ ουδενί λόγω» δεν έπρεπε να επιχειρούσαμε να ανοίξουμε, παίρναμε τον δρόμο μας για σκοπιά σε ένα από τον δυσανάλογα μεγάλο για την έκταση και τοποθεσία του στρατοπέδου αριθμό φυλακίων που ήταν διεσπαρμένα σε απόμακρες γωνιές στην περίμετρο του στρατοπέδου, αλλά και σε επίκαιρες θέσεις εντός του. Η εξήγηση ήταν απλή: έπρεπε, τους εγκλεισμένους μέσα, να μας διατηρούν συνεχώς απασχολημένους: για ψυχολογικούς λόγους και την υποτίθεται σκληραγώγηση και το σπρώξιμο στα όρια των αντοχών μας. Συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ σε όσους από εμάς δεν είχαν σχέσεις γνωριμίας, άμεσες ή έμμεσες, διαμέσου κάποιας εξωτερική διαμεσολάβησης, και «πρόσβαση» σε αξιωματικούς του Λόχου ή του Κέντρου, για όσους, με λίγες λέξεις δεν είχαν ή δεν ήταν «βύσματα». (Η λέξη «βύσμα» μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως υποκείμενο, είτε ως αντικείμενο για να χαρακτηρίσει έναν άνθρωπο ή αυτό το χρήσιμο στην διάθεση του κατά την διάρκεια της θητείας του).

Ενός φαντάρου οι λιγοστές στιγμές που βρίσκεται μόνος με τον εαυτό του πίσω από τους φράκτες του στρατοπέδου εμπεριέχονται στο δίωρο ή τρίωρο ή και καμιά φορά τετράωρο της σκοπιάς. Τα λεπτά και οι ώρες της περνούσαν απελπιστικά αργά και με το μόνο που θα μπορούσε να κάνει κάποιος τον πρώτο καιρό: να σκέφτεται. Οι πορτοκαλεώνες από τη μια μεριά, οι σειρές κυπαρισσιών μπροστά από ακάλυπτους χώρους με αγριόχορτα, τα πάντα από την πίσω μεριά του φράκτη σχημάτιζαν άμορφους σκοτεινούς όγκους. Η υγρασία του Ναυπλίου τον χειμώνα που πλησίαζε διαπερνούσε το μεδούλι, η καταχνιά έκρυβε τον έξω κόσμο, το στερέωμα, τα άστρα και το φεγγάρι. Είμασταν αποκλεισμένοι ακόμα και από τη φύση. Το αλύχτισμα σκυλιών από κάπου μακριά ή ο ήχος από το σύρσιμο κάποιου μικρού ζώου στα αγριόχορτα ήταν οι μόνοι θόρυβοι που διέκοπταν την απόλυτη ησυχία των περίχωρων μιας πόλης που κοιμόταν. Περιστασιακά, καταμεσής της νύχτας, ο ήχος από κάποια ανάλαφρα βήματα, το σπάσιμο ενός κλαδιού από την άλλη μεριά του φράκτη, μαρτυρούσαν την κίνηση ανθρώπινων σωμάτων: «παλιοί» φαντάροι που είχαν ξεγλιστρήσει από τη βραδινή αναφορά, μετά από κάποια συνεννόηση με κάποιο τακίμι υπαξιωματικό, και έψαχναν λαθραία είσοδο πίσω στο στρατόπεδο και το κρεβάτι τους. Κάπου στο Ναύπλιο θα διασκέδασαν και μέθυσαν το βράδι τους. Οι κακοήθεις ή τα «πειραχτήρια» από τους εξοδούχους, ιδιαίτερα αν είχαν καταναλώσει μπύρες ή ρετσίνες ή πιει από το ποτήρι κάποιας ερωτικής ματαίωσης ή η βραδιά έξω είχε αποδειχτεί περισσότερο βαρετή από τις παρέες των φαντάρων και την τηλεόραση στο ΚΨΜ, όπως συνέβαινε συχνά, εκτονώνονταν πετώντας πετραδάκια σε φυλάκια ή εφεύρισκαν περίεργους ήχους για να εκφοβίσουν «ψαρωμένους» νεοσύλλεκτους. Μπορεί μερικά από αυτά τα «καψόνια» να ήταν προσχεδιασμένα στα πλαίσια της σκληραγώγησης της φανταρίστικης ψυχής. Θρύλοι κατασκευασμένοι κυκλοφορούσαν για τον «τρελό» του Ναυπλίου, που κάθε νύχτα έκανε το γύρω του στρατοπέδου, για να προκαλέσει και να εκφοβίσει φρουρούς στα πιο απόμακρα και σκοτεινά σημεία του. Σπάνια τέτοια περιστατικά και τέτοιοι μύθοι πτοούσαν τους ωριμότερους από εμάς. Πιο συχνά, οι βηματισμοί που διακρίνονταν μέσα στα σκοτάδια και την ησυχία ήταν αυτοί της περιπόλου. Η αναμονή της ανά πάσα στιγμή συνήθως μας κρατούσε ξύπνιους και σε εγρήγορση. Καμιά φορά, όμως, η μορφή του αξιωματικού υπηρεσίας ξεγλιστρούσε αθόρυβα πίσω από την σκοπιά ενώ ονειροπολούσαμε, και μας αιφνιδίαζε: «Αλτ! Τις ει;»· «Έφοδος!»· «Αλτ! Προχώρα στο παρασύνθημα!»· «…»· «Ελεύθερος προς υπογραφή…»

Έτσι ή αλλιώς, ήταν αδύνατο να αποκοιμηθεί κάποιος μπάστακας στην παγωνιά της νύχτας. Η κύρια έγνοια ήταν να κρατήσει τα δάκτυλα των ποδιών του ζεστά, τις αρθρώσεις του γρασαρισμένες με συνεχείς κινήσεις. Τι θα μπορούσε να περάσει από το νου εκείνες τις ατέλειωτες μοναχικές ώρες στα σκοτάδια; Πέρα από την ανακύκλωση σκόρπιων αναμνήσεων από την προηγούμενη ζωή στην Αμερική, την απαρίθμηση των ημερών που πέρασαν και αυτών που έμεναν μέχρι την πρώτη άδεια τα Χριστούγεννα, ελάχιστες ήταν συνεκτικές σκέψεις και ιδέες προκύπταν· ελάχιστοι είναι και αυτοί που καταφέρνουν και σκέφτονται κάτι τις δημιουργικό υπό τις συνθήκες. Το μυαλό μισο-κοιμάται, ίσως και με τον καιρό να αργοπεθαίνει. Περισσότερο κάτι ερωτήματα χωρίς απάντηση πηγαινοέρχονταν στο μυαλό μου: «Γιατί βρίσκομαι και τι κάνω σε αυτήν την άκρη;» ή «Πως και πότε αυτή η απαίσια κατάσταση θα αλλάξει προς το καλύτερο;» ή «Θα υπάρξει ζωή στο τέλος αυτής της θητείας;» συγκρούονταν με τη θύμηση των προηγούμενων, περισσότερο φωτεινών φάσεων της ζωής και δημιουργούσαν φουρτούνες συναισθημάτων: λύπης, ματαίωσης, αγανάκτησης με τον εαυτό μου, θυμού και μίσους προς τον κόσμο γύρω μου, των «βυσμάτων», του διοικητή, των αξιωματικών, άξεστων «παλιών»·. Στο τέλος, στενοχώρια, απόγνωση και απελπισία. Η Πανδώρα βιάστηκε και βούλωσε το πιθάρι της πριν η Ελπίδα δραπετεύσει.

Τσέκαρα το ρολόι μου δεκάδες φορές στη διάρκεια κάθε βάρδιας. Καθώς πλησίαζε το τέλος της, ένα αντιφατικό μίγμα ανακούφισης και ανάτασης από τη μια, και, από την άλλη, ανησυχίας και άγχους για την συνέπεια αυτού που θα με αναπλήρωνε στην φύλαξη του τίποτε, κυριαρχούσε μέσα μου. Η ανατροφή με είχε κάνει ακριβή στην ώρα μου και τυπικό, μέχρι ανοησίας, στις υποχρεώσεις μου, αλλά είχα πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι τέτοιες αρετές, σε γενικές γραμμές, δεν αποτελούν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του μέσου Έλληνα. Τελικά, καμιά φορά μετά κόπων και βασάνων, ο αντικαταστάτης μου ερχόταν. Ακόμα και αν εμφανιζόταν καθυστερημένος, παραμέριζα τον θυμό μου· στο κάτω-κάτω της γραφής είμασταν σύντροφοι στην κακομοιριά και την δυστυχία της θητείας. Τα πιασμένα πόδια μου την έκαναν βιαστικά για τον θάλαμο και το κρεβάτι, κάτω από δυο-τρεις κουβέρτες, για λίγες ώρες μονάκριβου ύπνου. Χρόνος και κουράγιο για να βγάλω τα ρούχα μου δεν υπήρχε και η υγρασία και το κρύο είχα διαπεράσει βαθιά το σώμα μου. Αλλά ο ύπνος ερχόταν δύσκολα.

Υπήρχαν λιγότερο αξιοπρεπείς υπηρεσίες από την σκοπιά, μολονότι όχι τόσο κουραστικές. Υπήρχε η φύλαξη των τουαλετών (δεν κατάλαβα ποτέ από τι), υπήρχαν οι συλλογές γοπών από το προαύλιο του λόχου, υπήρχαν οι αγγαρείες στα μαγειρεία κάτω από τις άγριες φωνές ενός συνήθως «παλιού» και ντόπιου μάγειρα, υπήρχε ο εφιάλτης της αποκομιδής των σκουπιδιών, όπου δυο φαντάροι πάνω στο καμιόνι, βουτηγμένοι μέχρι το γόνατο στα αποφάγια από το παστίτσιο της προηγούμενης μέρας, και άλλοι δυο από κάτω, αγωνίζονταν να σηκώσουν και αδειάσουν υπερχειλισμένος κάδους από μαγειρείων, ασήκωτους και γλοιώδεις… Τέτοιες όμως αγγαρείες, είτε ήταν αποφευκτές με λίγη ευστροφία την κατάλληλη στιγμή, είτε ως ομαδικές δραστηριότητες δεν απαιτούσαν πολλήν ατομική αφοσίωση, εν ολίγοις, ήταν επιδεκτικές στην παροιμιώδη «λούφα».

Friday, April 18, 2025

77 - Ένας Φαντάρος: Λόχος Νεοσυλλέκτων (Η Συνέχεια)

Στην πρώτη πρωινή επιθεώρηση επικράτησε στον θάλαμο το άγχος και τα νεύρα των πρωτάρηδων, των «ψαριών», πέρασε όμως σχετικά ανώδυνα, χωρίς έντονες παρατηρήσεις και δυνατές φωνές πέρα από τις εντολές για προσοχή, ημιανάπαυση, κτλ. και τις αναφορές. Τις αναστολές μου να «αναφέρομαι» σε ανώτερους με δυνατή φωνή τις ξεπέρασα. Ομολογουμένως, η μόρφωση και η καλλιέργεια, μαζί με την ποιότητα της φωνής, βοηθούσαν να αρθρώνω πέντε λέξεις στην ημι-καθαρεύουσα του στρατού, χωρίς κομπιάσματα και λάθη και με την σωστή στίξη και παλμό, κάτι που μερικοί νιόβγαλτοι από κάποιο σχολείο της επαρχίας δυσκολεύονταν. Κάτι ανάλογο ίσχυε και για την προσαρμοστικότητα σε ένα περιβάλλον με ρυθμούς παντελώς ξένους ως προς το ότι είχαμε συνηθίσει στις πρότερες μας ζωές. Τις καθημερινές «υποχρεώσεις» του φαντάρου: τις αγγαρείες του κοινοβίου, τη συλλογή γοπών από το προαύλιο, την ταξινόμηση και τακτοποίηση κάποιας άχρηστης σαβούρας, τις αποψιλώσεις, τις σκοπιές στα φυλάκια, την υπηρεσία σε εστιατόρια και μαγειρεία, συνήθως κάτω από τις διαταγές «παλιών» βαρεμένων από μήνες θητείας, που εκμεταλλεύονταν δεόντως θέσεις-κλειδιά για την εύρυθμη λειτουργία του στρατοπέδου που κατείχαν, τις ατέλειωτες παρελάσεις και χαιρετισμούς, όλα αυτά τα εκτελούσα μηχανικά, ανεκτικά, στωικά· τις περισσότερες φορές βέβαια καταναγκαστικά, νευριάζοντας και αγκομαχώντας, με το αίμα να βράζει από ματαίωση και την άδικη μοίρα, χωρίς να έχω αποκτήσει συνείδηση της αναγκαιότητας τους και γενικά της σκοπιμότητας αυτής τη δοκιμασίας στις ζωές μας -και που ποτέ δεν θα αποκτούσα.

Τα πρωινά κηρύγματα του λοχαγού, του ταγματάρχη και, τα χειρότερα ανάμεσά τους, του αντιπαθέστατου διοικητή του Κέντρου, πολλές φορές διαρκούσαν ώρες, με τους φαντάρους μπάστακες σε «ημι-αναπαυτική ορθοστασία». Ήταν μια βασανιστικά επαναληπτική απαρίθμηση των καθηκόντων μας -χωρίς εις βάθος τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς τους. Κάθε φράση ξεκινούσε από το «πρέπει να» και, για να εξηγηθεί το πρέπει, συχνά εφάπτονταν θεμάτων όπως περί «ιερών και οσίων», της πατρίδας και του έθνους που διάφοροι επιβουλεύονταν· κηρύγματα από άθλιους συνήθως ρήτορες, ώστε να δικαιολογηθεί ένα κακόγουστο οικοδόμημα που είχε χτιστεί ως προμαχώνας υπεράσπισής βωμών και εστιών· δεν απείχαν πολύ σε περιεχόμενο από επετειακές ομιλίες δασκάλων, σαν αυτές του παππού σε ομήγυρη παιδιών δημοτικού και των κηδεμόνων τους. Αν ο κύριος ή επιμέρους σκοπός εκείνων των κηρυγμάτων ήταν η αναβάθμιση του καταρρακωμένου ηθικού νέων, που το «έθνος» καταδίκασε σε κείνη φυλακή και οι περισσότεροι από μέσα και μεταξύ τους έβριζαν θεούς και δαίμονες, τότε αποτύγχαναν και ως προς την μορφή και ως προς το περιεχόμενό.

Ανάμεσα στους πολλούς που στέκονταν και άκουγαν αδιάφοροι λόγους κενούς ουσίας και νοήματος , ήταν και μερικοί, όπως εγώ, που η ιδεολογική συγκρότηση τους έκαμε να αναρωτιούνται για την σημασία, την σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα του συνόλου του εγχειρήματος που λέγεται «ελληνικός στρατός», στη μορφή τουλάχιστον που το βιώναμε σε κείνη την καμπή της ιστορίας. Τέτοια ερωτηματικά, φυσικά, δεν έβρισκαν απάντηση και διέξοδο κάτω από τις περιστάσεις: η ελευθερία μας είχε περιοριστεί, είχαμε καταδικαστεί σε δεκαοκτάμηνη φυλάκιση χωρίς τεκμήρια ενοχής, χωρίς η φυλάκιση αυτή να εξαργυρώνει κάποια ένοχη πράξη ή να διορθώνει κάποιο σφάλμα, πέρα από το ότι είχαμε την ατυχία να γεννηθούμε άρρενες Έλληνες.

Wednesday, April 9, 2025

76 - Ένας Φαντάρος: Λόχος Νεοσυλλέκτων (Πρώτη Μέρα)

 Ο χρόνος κυλάει τέτοιες μέρες με ταχύτητα αντιστρόφως ανάλογη της συχνότητας και του μεγέθους εμποδίων και δυσκολιών που εμφανίζονται καθ’ οδόν. Και αυτά μου φάνηκαν πολλά και ψηλά εκείνες τις πρώτες μέρες. Στις χαοτικές σκηνές από τη διάθεση στρατιωτικών κλαπατσίμπαλων και ρούχων που δεν μας ταίριαζαν, και για να μη χαθεί χρόνος στην γραμμή στρατολόγησης, οι αποθηκάριοι μας προγκούσαν να παίρναμε τσάκα-τσάκα ότι βρίσκαμε από αραδιασμένους σωρούς  που λίγο-πολύ μας ταίριαζε στο (ελληνικό) «περίπου». «Αν δεν σας κάνει κάτι θα τα βρείτε αργότερα με ανταλλαγές μεταξύ σας…» Αν είναι δυνατόν, σκέφτηκα. Προηγουμένως, τσιτσιδωμένοι σε μια αίθουσα, στημένοι κατά μήκος ενός τοίχου και την αξιοπρέπειά μας στο ναδίρ νιώσαμε τις αδιάκριτες ματιές και δάκτυλα κάποιου γιατρού αξιωματικού να επεξεργάζεται απόκρυφά μέρη του σώματος, ενώ εμείς ρίχναμε λοξές ματιές γύρω μας. Στην αξιοπρεπέστερη στιγμή της διαδικασίας, ένας γραφιάς συμπλήρωσε το φάκελό μας με βιογραφικά στοιχεία: μόρφωση, πρακτικές δεξιότητες, αλλά και χόμπι. Θα είχαν μηδαμινή επίδραση στη συνέχεια της θητεία, αλλά τότε καλλιέργησαν κάποιες ελπίδες για καλύτερη μεταχείριση και κάποιο αξιοκρατικό «βόλεμα».

Πριν φτάσουμε στο οίκημα που θα μας στέγαζε στις σαράντα μέρες της «βασικής εκπαίδευσης», τη διμοιρία μου και τον λόχο μας, η καρδιά είχε πετρώσει. Ένιωσα φαντάρος, κάτι λιγότερο από άνθρωπος, μόριο μιας ομοιόμορφης και άβουλης μάζας που όφειλε να υπακούει τυφλά, χωρίς αντίλογο, σε διαταγές. Στο θάλαμο ντυμένοι στα χακί σταθήκαμε όρθιοι, μπροστά στα κρεβάτια μας για την πρώτη γνωριμία με τον ανθυπολοχαγό -επικεφαλής της διμοιρίας μας. Ένας άγριος και μάγκας αρχιλοχίας («μονιμάς», μπορεί και καραβανάς) και από πίσω του ένας ΛΥΒίτης, υποψήφιος βαθμοφόρος από προηγούμενη σειρά, όπως θα μάθαινα όταν, λίγο καιρό αργότερα, θα ερχόμουν στη ίδια θέση, με δυνατά προστάγματα μας έδιναν ως επί το πλείστον ακατανόητες οδηγίες για τη ρουτίνα της καινούργιας μας ζωής. Προβάραμε τις στάσεις προσοχής και ημιανάπαυσης, τον χαιρετισμό και πως θα αναφερόμαστε σε ανώτερους μας, με τον αρχιλοχία να απαιτεί από τον καθένας καθαρή και βροντερή φωνή. Αν η φωνή κάποιου νεοσύλλεκτου, που είτε η φύση τον έπλασε νηφάλιο, είτε  οι συνθήκες τον είχα σαστίσει και παγώσει, δεν ξεπερνούσε το κατώφλι της απαιτούμενης έντασης, ο αρχιλοχίας γυρνούσε προς το μέρος ΛΥΒίτη και με ένα ύφος δυσαρέσκειας και εκνευρισμού ή κάποιο περιφρονητικό χαμόγελο, ρωτούσε: «Άκουσες, ρε, τίποτε; Λες να έχουν πάθει τα αυτιά μου;» Και το σκηνικό επαναλαμβανόταν και μια και δυο και τρείς φορές σε αυξανόμενη κλίμακα έντασης, μέχρις ο ταλαίπωρος φαντάρος να μαζέψει ότι αποθέματα κουράγιου και δύναμης του είχαν απομείνει και η φωνή του να ξεπεράσει το κατώφλι που θα ικανοποιούσε τον αρχιλοχία.   

Ο γύρος των αναφορών και των συστάσεων είχε λήξει, αλλά ούτε το παλικάρι που θα μοιραζόμουν την κουκέτα, χτυπημένος (και αυτός!) από κάποιο αστροπελέκι δίπλα μου, κατάφερα να προσέξω την φυσιογνωμία, ούτε το όνομα του και κανενός άλλου να συγκρατήσω. Ο μόνος γνώριμος ανάμεσα στην καμιά σαρανταριά φαντάρους της διμοιρίας ήταν ενός πρώην συμφοιτητής. Από μια γρήγορη ματιά στις φάτσες γύρω μου συμπέρανα ότι ήμουν από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος, σε ηλικία –«παππούς» στην αργκό των φαντάρων. Και βέβαια, με τυπικούς, πιθανότατα και ουσιαστικούς όρος, ο περισσότερο μορφωμένος. Αυτές οι διαπιστώσεις δεν με έκανε να νιώσω καλύτερα.

Μετά από μιαν ολόκληρη ώρα βασανιστικής αναμονής, στεκάμενοι σε ημιανάπαυση, αμίλητοι, κουρασμένοι, πιασμένοι από την ορθοστασία, καταρρακωμένοι από την ένταση μιας υπερθετικά δύσκολης μέρας, τα νεύρα μας (μάλλον εκ προμελέτης) δοκιμασμένα από φωνές και διαταγές, εμφανίστηκε ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντούρος. Θα ήταν στην ίδια ηλικία με εμένα, μελαχρινός, ντούρος, με φαρδιούς ώμους, βροντερή και επιβλητική, αλλά περιέργως συμπαθητική φωνή. Θα αναλάμβανε τις ερχόμενες σαράντα μέρες τα ηνία της διμοιρίας και της βασικής μας εκπαίδευσης, με τον αρχιλοχία και ένα ή δυο αποσπασμένους στον λόχο μας ΛΥΒίτες. Μετά τον χαιρετισμό και την αναφορά από τον καθένα μας σε στάση προσοχής μπροστά στον ανθυπολοχαγό, κατά το πρωτόκολλο που μας δίδαξαν, και καθώς στεκόμαστε σύξυλοι προσοχή κατά την αποχώρηση του από το θάλαμο, ο Κωνσταντούρος έριξε μια λοξή ματιά προς το μέρος μου με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Το ερμήνευσα ως χαμόγελο συμπάθειας και στοιχειώδους σεβασμού, τηρουμένων πάντα των περιθωρίων που η στρατιωτική ιεραρχία και το ανελαστικό πρωτόκολλο επέτρεπε για την ανάπτυξη τέτοιων αισθημάτων -ανωτέρων προς κατωτέρους τους. Το επόμενο πρωί μου έκανε εντύπωση ότι θυμόταν και πρόφερε σωστά το επίθετό μου, πριν φτάσει η σειρά μου να αναφερθώ.

Περπατήσαμε ως τα εστιατόρια του Κέντρου και φάγαμε γρήγορα, χωρίς πολλές κουβέντες. Είμαστε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Πριν τη νυχτερινή κατάκλιση γνώρισα και αντάλλαξα δυο λόγια με το φαντάρο που θα μοιραζόμαστε την κουκέτα. Ήταν ένα καλό και σεμνό, με ήπιους τρόπους παιδί, που είχε πάρει κάποιο πτυχίο και, συνεπώς, κάποιο μορφωτικό επίπεδο. Παρά τον κλονισμό ψυχής και νεύρων από τα διαδοχικά σοκ της πρώτης μέρας, καταφέραμε και συνεννοηθήκαμε για μερικά πρακτικά θέματα. Πως θα βοηθούσαμε, αν χρειαζόταν, ο ένας τον άλλον στο στρώσιμο του κρεβατιού, πως θα γινόταν ο ένας μας σκιά του άλλου στην επίπονη πρωινή προετοιμασία. Δέχτηκα να κοιμηθώ στο πάνω κρεβάτι, αν και αυτό συνήθως προοριζόταν για τους νεότερους, σε ηλικία και σειρά κατάταξης.  

Η κούραση μου ήταν πρωτόγνωρη παρά την υπερένταση, αλλά η λίγη ξεκούραση που λαχταρούσα θα αναβαλλόταν για δυο τουλάχιστον ώρες μετά το σιωπητήριο. Ο ΛΥΒίτης της νυχτερινής βάρδιας, ένας ασήμαντο στο λόγο, το πνεύμα και το δέμας επαρχιώτης, που διέθετε και ασκούσε την λίγη εξουσία που ο «βαθμός» του δεκανέα του έδινε, με όρισε θαλαμοφύλακα εκείνη την πρώτη νύχτα - ως έναν από τους ωριμότερους και, συνεπώς, πλέον αξιόπιστους. Θα ήταν δύσκολη η πρώτη νύχτα, μου είπε· πολλά συμβαίνουν. Μερικοί θα ψάξουν ευκαιρία να την κοπανήσουν από το κτίριο και το στρατόπεδο, άλλοι ξυπνάν ταραγμένοι από εφιάλτες. Συνέβησαν χρήσεις ναρκωτικών, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμοί, λιποταξίες, διαπληκτισμοί, ακόμα και φονικά. Όφειλα να κρατήσω προσεκτικό λογαριασμό οποιασδήποτε κινητικότητας εντός και εκτός θαλάμου, να ρωτούσα όποιον σηκωνόταν να πάει τουαλέτα «αν πάει για ψιλό ή για χοντρό», να του έδινα όχι παραπάνω από ένα λεπτό για το πρώτο και πέντε λεπτά για το τελευταίο, να ειδοποιούσα αμέσως τον υπαξιωματικό υπηρεσίας στο γραφειάκι του λόχου για κάθε αλόγιστη καθυστέρηση· να επικοινωνούσα με τον «τουαλετοφύλακα» της βάρδιας (μια αγγαρεία που αργότερα έμαθα κυρίως επιφυλασσόταν για τους λίγους φουκαράδες Μουσουλμάνους της σειράς καθώς δεν απαιτούσε χρήση όπλου) με κάτι σαν νεύμα ή κλείσιμο ματιού για να έχει το νου του σε κάθε παράξενο τύπο που θα ζητούσε χρήση τουαλέτας .

 Έμεινα άγρυπνος μέχρι τα μεσάνυχτα να αφουγκράζομαι τις αναπνοές και τα ροχαλητά και τα λίγα παραμιλητά στη ζεστή και ασφυκτική κλεισούρα του θαλάμου, που μύριζε από τα χνώτα και τον ιδρώτα πενήντα περίπου άπλυτων και κουρασμένων φαντάρων, περιμένοντας ανυπόμονα τη βάρδια μου των τεσσάρων ωρών να τελειώσει, υπομένοντας το μαρτύριο της καταναγκαστικής αγρύπνιας ενός καταπονημένου κορμιού.

Στον προθάλαμο ήταν αραδιασμένες σε σειρές οι αρβύλες της διμοιρίας που ανέδυαν τη μυρωδιά του βερνικιού. Βολιδοσκόπησα το δικό μου ζευγάρι. Η ιδέα να μπερδευόταν με κάποιου άλλου το πρωί στην αναμπουμπούλα πριν από την επιθεώρηση από (ναι!) τον ίδιο το διοικητή υπολοχαγό, τη σοβαρότητα της οποίας μας είχαν ρητά επιστήσει αποβραδίς, με ανησυχούσε. Το νούμερο της αρβύλας που μου είχαν δώσει ήταν, δόξα τω Θεώ, το σωστό και μου ταίριαξε, αλλά η πιθανότητα ενός συμβάντος κάποιος να πάρει και φορέσει τα άρβυλά μου κάποιος από πενήντα φαινομενικά όμοια ζευγάρια δεν ήταν μικρή.

 Έξω έκανε ψύχρα, αλλά να έβγαινα να πάρω λίγο δροσερό αέρα έξω από το κτίριο και να νιώσω την ξάστερη νοεμβριάτικη νύχτα είχε και αυτό απαγορευτεί ρητά. Η βάρδια πέρασε χωρίς κάποιο αξιοσημείωτο επεισόδιο, πέρα από τη δυσκολία που αντιμετώπισα να ξυπνήσω τον αντικαταστάτη μου που στο βαθύ του ύπνο αγνόησε πολλά σκουντήματα. Μετά από λίγο καιρό διαπίστωσα ότι οι  2-6πμ βάρδιες ήταν οι χειρότερες από πολλές απόψεις. Και η σταθερή ανάθεσή τους από προνομιούχους ή καραβανάδες των «γραφείων» στις πλάτες μιας ομάδας σεσημασμένων «κορόιδων» χωρίς προσβάσεις, χωρίς μέσα και λόγο, ώστε να «βγαίνουν οι υπηρεσίες» από αποδεκατισμένες μονάδες, ήταν αφορμές οργής και έντονης αγανάκτησης, χωρίς όμως αντίκτυπο. Η απειθαρχία φυσικά δεν αποτελούσε επιλογή. Οι έχοντες σώας τας φρένας βρισκόταν στην δίνη αντιφατικών Catch 22 καταστάσεων.

Monday, April 7, 2025

75 - Ένας Φαντάρος: Στο Ναύπλιο ένα Πρωϊνό

 Η μέρα έφτασε. Η μελαγχολία είχε ήδη μετα σε βαθιά κατάθλιψη. Ο Πατέρας, χωρίς να κρύβει μιαν ικανοποίηση για την πορεία που έπαιρνε η ζωή μου μετά την επιστροφή από τα ξένα, μας οδήγησε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως μου, στο Ναύπλιο. Καθόμουν στην γωνιά του πίσω καθίσματος, αμίλητος και σκυθρωπός, κοιτάζοντας αδιάφορα την φύση να τρέχει πίσω από το παράθυρο. Η Μάνα στο κάθισμα του συνοδηγού, όπου την ανάγκασα να καθίσει παρά την ακατανόητη επιμονή της να κάτσω εγώ μπροστά, μπορεί να μην έδειχνε ευδιάθετη, αλλά, ίσως προκατειλημμένος, διάβαζα στο πρόσωπο και την συμπεριφορά  και εκείνης μιαν βαθιά ικανοποίηση που θα εκπλήρωνα άλλη μιαν υποχρέωση, θα αποτίναζα ένα ακόμα βάρος (όπως της άρεσε να λέει σε τέτοιες περιπτώσεις) στο δρόμο προς την μικροαστική καταξίωση ενός νομοταγούς και κομφορμιστή «ακαδημαϊκού» πολίτη. Οποιαδήποτε θέση στο δημόσιο και ανέλιξη μέσα από αυτό προϋπόθετε φυσικά απολυτήριο από το στρατό –το απολυτήριο ήταν κάτι εκ των ων ουκ άνευ. Καμιά έγνοια ή στενοχώρια εκ μέρους των γονιών για την ψυχολογική μου κατάσταση, καμιά δύσκολη ερώτηση για τις σκέψεις και το ύφος μου. Η εκπλήρωση μιας θητείας -το στεγνό, πρακτικό «καθήκον» προς τον εαυτό μου (και για πολλούς προς την πατρίδα!)- και οι επιπτώσεις της στον ψυχική υγεία και υλική ευημερία του καθενός δεν χρειαζόταν να διυλίζεται μέσα από αδιέξοδους διαλόγους και αναφορά στην ανώμαλη ψυχική κατάσταση των στιγμών. Στα μάτια των γονιών ήμουν φτιαγμένος από σίδερο, είχα, κατά βάθος, πλήρη συνείδηση της αναγκαιότητας και ατσάλινη θέληση να φέρω αυτό το καθήκον σε πέρας, χωρίς πολλές ψυχικές αναταράξεις. Ό,τι και να ήταν αυτό που μου συνέβαινε θα περνούσε…  

Ήταν μια άχαρη Κυριακή του Νοέμβρη -αποφράδα. Φτάσαμε στο Ναύπλιο από το προηγούμενο βράδι της κατάταξής μου. Φάγαμε ψαρικά σε ένα εστιατόρια από τα λίγα ανοιχτά, άδειο από πελάτες, με τον Πατέρα να αραδιάζει το οικείο ρεπερτουάρ συμβουλών περί «φιλότιμου», περί αξιοπρεπούς και δυναμικής αντίδρασης σε προσβολές και επιβουλές. Τον άκουγα αμίλητος με το μυαλό μου να στριφογυρίζει στον στρόβιλο μιας αγωνίας για το σκοτεινό και άγριο άγνωστο. Στο Γ΄ κατηγορίας ξενοδοχείο που επέλεξε -πάντα έψαχνε Γ΄ κατηγορίας καταλύματα για κάποια ανάγκης προσωρινής διαμονής- δεν μπόρεσα να κοιμηθώ παραπάνω από λιγοστές ώρες. Το άθλιο πρωϊνό του ξενοδοχείου έγινε κόμπος στο στομάχι, οι κινήσεις μου ρομποτικές, το μυαλό σκεπασμένο από θολούρα. Με άφησαν λίγα λεπτά (μάλλον πολλά λεπτά, εξαιτίας της υπερβολικής και μη υγιούς τυπικότητας που είχε η Μάνα με ραντεβού και υποχρεώσεις) πριν από την προκαθορισμένη προθεσμία στην πύλη του στρατοπέδου. Ούτε που χαιρετηθήκαμε. Δεν ενοχλήθηκαν, ήταν ευχαριστημένοι. Φύγανε. Δεν προσδοκούσαν τίποτε λιγότερο από μένα, παρά υπακοή και αγόγγυστη υποταγή στο κάλεσμα της μοίρας. Την είδαν και απήλθαν.

Περίμενα έξω από την πύλη μαζί με δυο-τρεις άλλους τυπικούς, πίνοντας τον φραπέ που είχα πάρει καθ’ οδόν. Εκατέρωθεν της πύλης κατά μήκος του δρόμου ο πέτρινος φράκτης του στρατοπέδου κατέληγε σε υπερυψωμένα φυλάκια στις γωνίες του. Ανάμεσα στο χώρο του στρατοπέδου και τον δρόμο μια σειρά από ασβεστωμένες αγέρωχες λεύκες μπλόκαραν τη θεά του εσωτερικού χώρου από τους περαστικούς. Μέσα από το άνοιγμα της πύλης διέκρινα έναν δρομάκι άδειο από ένστολους ανθρώπους που οδηγούσε σε ένα λευκό κεντρικό κτίριο ανάμεσα σε πεύκα και την γαλανόλευκη στο ιστό του προαυλίου. Ήταν το διοικητήριο.

Ήμουν από τους πρώτος εκείνο το μαλακό ηλιόλουστο πρωϊνό, αλλά σιγά-σιγά, κατά μήκος του χωματένιου, επιμελώς αποψιλωμένου από αγριόχορτα πεζοδρομίου, ΙΧ και ταξί, σταματούσαν, άλλα περίμεναν παρκαρισμένα παραπέρα μέχρι κάποιο κάλεσμα και έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, άλλα έφευγαν αμέσως, έχοντας παραδώσει και άλλους νεοσύλλεκτους σαν και μένα στην ίδια κακή μοίρα. Τα πρόσωπα όλων σκυθρωπά και αμίλητα, μάρτυρες της νευρικότητας και ανησυχίας της πρώτης μέρας. Οι δυο φρουροί της πύλης, καμιά φορά με την προσοχή τους αποσπασμένη από τη σοβαρότητα του καθήκοντος της φύλαξης, μακριά από το βλέμμα του υπαξιωματικού της υπηρεσίας, έριχναν περιπαιχτικά, ίσως σαρδόνια, χαμόγελα προς την μεριά του μικρού νεανικού πλήθους έξω από την πύλη, σα να του έλεγαν: «Που να ξέρετε τι σας περιμένει!»

Κάποιος έκανε την αρχή. Είχε το κουράγιο και διάβηκε την πύλη, δείχνοντας στον αξιωματικό την ταυτότητα και το φύλλο κατάταξης. Μέτρησα δέκα-δώδεκα νεοσύλλεκτους να έχουν περάσει την πύλη και, μετά την κορύφωση των ρυθμών της καρδιάς και ένα έντονο φτερούγισμα στο στομάχι, όπως συμβαίνει στις κρίσιμες στιγμές μιας μεγάλης αρχής, ακολούθησα αυτό που επέβαλλε η ανάγκη. Μπήκα σε έναν αθέμιτο χορό και θα τον χόρευα. Μάζεψα κι εγώ το απαραίτητο κουράγιο και θάρρος, αναπλήρωσα τα εξαντλημένα αποθέματά τους, ξεπέρασα τα φράγματα που έθετε η έμφυτη δειλία μου. Πέρασα την πύλη μαζί με άλλους αγνώστους, μελλοντικούς συντρόφους στο βάσανο της θητείας. Ήταν η πρώτη από πεντακόσιες-σαράντα-έξι μέρες.