Thursday, November 28, 2024

49 - Αμέρικα: Στον Δρόμο προς την Συμβίωση

Θα ξαναβρισκόμαστε το καλοκαίρι, στη δεύτερη σε έναν χρόνο επίσκεψη στην πατρίδα, όπου θα γινόταν ο «πρόχειρος» αρραβώνας που είχαμε προσυμφωνήσει. Ήταν ο ελάχιστος όρος που έθετε η μητέρα της για να την επιτρέψει να μεταναστεύσει και να ζήσουμε μαζί τα επόμενα χρόνια (και ποιος ξέρει, ίσως και μιαν ολόκληρη ζωή;) στην Αμερική. Οι καλοκαιρινές διακοπές του 1987, λοιπόν, αναλώθηκαν σε αμοιβαίες οικογενειακές επισκέψεις. Οι δυο μας οδηγήσαμε στα Γιαννιτσά, στο φτωχικό διαμέρισμα του ημιώροφου, όπου η μητέρα της, εργαζόμενη ως καθαρίστρια, ζούσε με την αδερφή της. Ο άντρας της οικογένειας είχε πεθάνει νέος και η σχετική φτώχια που το μεροκάματο της καθαρίστριας έφερε στην οικογένεια των τριών γυναικών, ανάγκασε τα δυο κορίτσια να βγουν στην ζωή και την εργασία από νωρίς. Η κομμουνιστική φλόγα, που ακόμα έκαιγε μέσα μου, αφού φώτιζε τέτοιες βιοπάλες προλετάριων με την μαρξιστική της λάμψη, την ανάγαγε σε αντικείμενο εκτίμησης και θαυμασμού. Ένας μυστικιστικός σεβασμός μέσα μου προς την εργατική τάξη, χάριν στις ιδεολογικές μου ρίζες, διατηρείτο αμείωτος.

Γυρίσαμε και τα γύρω χωριά, την Κρύα Βρύση πριν από όλα, για να περπατήσω τα μονοπάτια της βαθιάς μνήμης, να ξαναθυμηθώ πρωτόγονες αναμνήσεις από τα πρώτα μου βήματά στη ζωή, με την Μάνα, το δημοτικό σχολείο, το βιβλιοπωλείο της γωνιάς, το σπιτικό της κυρίας Μέλης. Στον δρόμο μας ανεβήκαμε και σε άλλα δυο ημιορεινά χωριά της επαρχίας των Γιαννιτσών, όπου συναντήθηκα, ο μορφωμένος και με εκλεπτυσμένους τρόπους πρωτευουσιάνος, με την ευρύτερη οικογένεια της Ε από προηγούμενες γενιές. Η φιλοξενία από γιαγιάδες και θείτσες ήταν καταπιεστική σε σημείο που η αδυναμία μου να αρνηθώ τα εδέσματα που μου προσφέρονταν το ένα μετά το άλλο, προκάλεσε το τρανταχτό γέλιο κάποιας θείας, που παρακολουθούσε την ταλαιπωρία μου, στην οποία ευγένεια και καλοί τρόποι με είχαν υποβάλλει. Γέλασα κι εγώ, ντράπηκα, κοκκίνησα, αλλά συνέχισα να τρώω από τα εδέσματα υπό τον φόβο να μην προσβάλλω τους οικοδεσπότες μου. Σε κείνο το χωριό άκουσα για πρώτη φορά, μετά από τα χρόνια των διακοπών στο κάμπινγκ της Σκοτίνας από Σκοπιανούς τουρίστες, την Σλαβομακεδονική διάλεκτο, που η πλειοψηφία των γεροντότερων συνδαιτημόνων χρησιμοποιούσαν ως κύρια γλώσσα επικοινωνίας, και την οποία η Ε, προς έκπληξή μου, τόσο καταλάβαινε, όσο και μιλούσε όταν απευθυνόταν στους συγγενείς της. Η εμπειρία από εκείνα τα χωριά της μακεδονικής υπαίθρου απομυθοποίησε τα περί ελληνικότητας της Μακεδονίας, και τον με σαθρή ιστορική βάση εθνικισμό που εξαπλώθηκε εκ του μη όντος στις συνειδήσεις των Θεσσαλονικιών (πριν από όλους!) με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση της δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Με καθαρό μυαλό και συνέπεια, και αναφορά στις εμπειρίες από τα μυστικά των χωριών του Βάλτου, πήρα καθαρές και κατηγορηματικές θέσεις σε προσωπικές και, αργότερα, πρώιμες διαδικτυακές συζητήσεις επί του θέματος, που θα γινόταν κεντρικό, παρά τον στείρο και ατελέσφορό χαρακτήρα του, στους πολιτικούς διαλόγους που σε λίγα χρόνια θα φούντωναν· και ενεπλάκην σε ιδεολογικοπολιτικούς καυγάδες που βέβαια η συνεισφορά τους στην πορεία που πήρε το θέμα θα ήταν έτσι κι αλλιώς μηδαμινή. Πολύ ισχυρότερες δυνάμεις υπεράνω όλων μας των κοινών θνητών ενεργούν, ώστε η έκφραση απόψεων εδώ κι εκεί στην εντροπία της πληροφόρησης, που με την εξάπλωση του internet αυξάνεται εκθετικά, ελάχιστα επηρεάζει την κατεύθυνση, την δράση και το αποτέλεσμά τους. Πάντως, ένιωθα μιαν ικανοποίηση ότι «έκανα το κομμάτι» μου, έστω και για χάρη ενός αόριστου ανθρωπιστικού δίκαιου, ή τουλάχιστον για την αποκατάσταση μέσα στοιχειωδών ιστορικών αληθειών. Η Μακεδονία ανήκε σε όλους τους λαούς και εθνότητες που την κατοίκησαν και μοιράστηκαν ανά τους αιώνες. Η γνώση κι επίγνωση της ιστορικής αλήθειας και της θέσης μας στην ιστορία, είναι από μόνες τους σημαντικές επιβραβεύσεις στην ζωή.   

Την κοινωνικά και ψυχικά επίπονη για τον ντροπαλό εαυτό επίσκεψη στα Γιαννιτσά και τα χωριά καταγωγής της Ε, την ανυπέρβλητη αμηχανία, το πολιτιστικό σοκ, που ένας χαρακτήρας σαν τον δικό μου αισθάνεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους άλλων συνηθειών και κοινωνικής τάξης, την διαδέχτηκε μιαν εξίσου στενάχωρη επίσκεψη στον φτωχικό ημιώροφο διαμέρισμα της κυρίας Μ, σε μια γειτονιά των Γιαννιτσών, αυτή τη φορά με τους γονείς μου. Ήταν το ελάχιστο που απαιτούσε μια γνωριμία οικογενειών ή ένας κατά κάποιο τρόπο αρραβώνας, όσο ανεπίσημα και ιδιωτικά προσπαθούσαμε να τον οργανώσουμε. Η θέληση όμως να συμβιώσουμε ήταν ισχυρή. Φέραμε μαζί λουλούδια και γλυκά, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιστάσεις. Η κυρία Μ μας υποδέχτηκε στο φτωχικό σαλονάκι με τα παλιά έπιπλα και λίγα διακοσμητικά: βαζάκια, δαντέλες, ένα σετ τσαγιού πορσελάνινο στο χαμηλό τραπεζάκι, που φαινόταν ότι είχε κληρονομηθεί από προηγούμενες γενιές, η φωτογραφία του μακαρίτη συζύγου με τις κόρες του, τη μικρή Τ στην αγκαλιά του, την Ε δίπλα του. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που τις τράβηξε δίπλα στο νεκροκρέβατο του και ζήτησε «να είναι καλά κορίτσια για τη μαμά» -η τελευταία και από τις λιγοστές στιγμές με τον εργάτη πατέρα της που θυμόταν και μου διηγήθηκε η Ε, μια φανταστική σκηνή που με συγκινούσε εξίσου με την ταπεινή καταγωγή της. H κυρία Μ μας κέρασε λικέρ, που το ήπιαμε στην υγεία του νέου και όμορφου και, κατά τα φαινόμενα, ταιριαστού ζευγαριού. Παρά το χάσμα στο μορφωτικό επίπεδο και τη μεγάλη διαφορά στο οικονομικό και ταξικό επίπεδο, ο Πατέρας, με την άνεση που το διακρίνει σε κοινωνικές εκδηλώσεις κατά τις οποίες μπορεί να αδράξει εύκολα την πρωτοκαθεδρία, βρήκε πολλά να πει και δηλώσει, αν και όχι προσωπικά στην κυρία Μ, αλλά περισσότερο σχόλια αφ’ υψηλού στο μικρό κι ετερογενές ακροατήριο. Μονοπώλησε, όπως αναμενόταν, το διάλογο, ο οποίος εξελίχτηκε σε μονόλογο. Η Μάνα σφιγμένη και φορώντας ένα μόνιμο πλαστό χαμόγελο δεν είπε πολλά πράγματα, μόνον λίγα και τυπικά. Κατά βάθος ένιωσα ότι δεν ενέκρινε ούτε τον άτυπο αρραβώνα, ούτε την επικείμενη συμβίωση.

Η επίσκεψη μας εκείνο το καλοκαίρι του 1987, που πέρασε αναξιομνημόνευτο από προσωπική και ερωτική σκοπιά, χωρίς τελικά κάποιες ξένοιαστες διακοπές μέσα από την ανάγκη ετερόκλητων γνωριμιών και μιας στοιχειώδους τυπικής σύνδεσης οικογενειών, ανταποδόθηκε μετά από λίγες από την κυρία Μ και την Τ στο ρετιρέ και τη μεγάλη βεράντα μας του διαμερίσματος της Χαριλάου. Τη φιλοξενία των προσκεκλημένων την ανέλαβε φυσικά η Μάνα, με την ψυχρή όμως τυπικότητα που συχνά την διακρίνει για καταστάσεις με τις οποίες αδυνατεί να δεχτεί και εναρμονιστεί, ενώ τις όποιες τυχόν αντιρρήσεις και διαφωνίες τις καταπιέζει. Διαισθάνθηκα ξανά μιαν εντέχνως κρυμμένη αντίθεση και μιαν κατά βάθος απροθυμία να συναινέσει στην εξέλιξη που έπαιρνε η σχέση· να συγκαταθέσει με γνήσιο και θερμό τρόπο, να «δώσει την ευχή της», όπως θα έλεγαν οι παλιοί, σε μια σχέση που για μένα και την Ε τότε αποτελούσε μέχρι τότε ερωτική πεμπτουσία. Σποραδικά σχόλια που πριν και μετά το «λογοδόσιμο» του γιου που ξαφνικά προέκυψε, τη «δέσμευση του, όντως τόσο νέος, τι την χρειάζεται;» όταν έπρεπε να εστιασθεί στην επιστήμη και καριέρα μου, τις «γάμπες της Ε που δεν μου αρέσουν» -παρά την γενική ομορφιά της και, αργότερα, όταν τα πράγματα έπαιρναν μιαν άσχημη πορεία, απαξιωτικά σχόλια «για εκείνη την μάνα της», και τα λοιπά, πρόδιδαν μιαν εσωτερική διαφωνία. Σε αυτά θα πρόσθετα την εμφανή απογοήτευση της από την κατηγορηματική μου άρνηση να επικοινωνήσω και να συνδεθώ (με την προοπτική της σχέσης και, βέβαια, του γάμου) με την άσχημη μεν, αλλά με αξιόλογη προίκα δε, κόρη συναδέρφου και φίλη της. Έκτοτε, ίσως μερικές φορές και από προσωπικές προκατάληψη, διέκρινα την μικροαστική υποκρισία και διπλοπροσωπία στη συμπεριφορά της Μάνας, μέχρι που τα χρόνια και η ηλικία και η αρρώστια, κατέστησαν τέτοιες κρίσεις αχρείαστες, ίσως και σε περιπτώσεις άδικες. Στο τέλος σκεφτόμουν ότι μάνες που έμελλε να γίνουν πεθερές και συμπεθέρες στην Ελλάδα της εποχής, σε ελάχιστες περιπτώσεις προέκριναν και επιδοκίμαζαν, εμφανώς και με ειλικρίνεια, τις επιλογές συντρόφων για τους κανακάρηδες γιους τους.  Καθησυχάστηκα από την προοπτική ότι αργά ή γρήγορα θα δραπετεύαμε στην ανεξαρτησία και ιδιαιτερότητα της Αμερικής, να χαρούμε τον έρωτα μας και να χαράξουμε το μέλλον αποδεσμευμένοι από οικογενειακές εξαρτήσεις και καταναγκασμούς.   

Ο δρόμος, μετά από εκείνες τις αναγκαστικές και γενικά ψυχοφθόρες τυπικότητες κάτω από το βάρος κοινωνικών εθίμων και συνηθειών και των εμμονών και προκαταλήψεων της προηγούμενης γενιάς, άνοιξε την πόρτα στην Ε για να έρθει στην Αμερική να σπουδάσει, να ζήσουμε μαζί, να ξεκινήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας, έστω και πάνω σε σαθρά θεμέλια και ενός αδιάφανου μέλλοντος, χωρίς μεγάλη ακρίβεια και αξιοπιστία προδιαγραμμένου. Το βάρος της απόκτησης του πτυχίου της Ε σηκώθηκε, έστω και με καθυστέρηση ενός χρόνου και πολύ άγχος. Προς το τέλος του 1987, σχεδόν δύο χρόνια μετά τον «έρωτα από την πρώτη ματιά» στο «Μπαλκονάκι» βρεθήκαμε μαζί στην ξενιτιά του Columbus. Ο έρωτας και αγάπη μας σύντομα θα αποκορυφωνόταν.

48 - Αμέρικα: Μια Πολυπόθητη Επίσκεψη

O καιρός μου στον Jones Tower περνούσε στο ίδιο μοτίβο –τυπικό μιας μεταπτυχιακής φοιτητικής «εστίας», όπου πλειοψηφούσαν αλλοδαποί φοιτητές. Οι μέρες κυλούσαν ανάμεσα στη σχολή για παρακολούθηση μαθημάτων, τακτικές περιοδικές επισκέψεις στο ‘Εργαστήριο’ για διαφωτιστικές κουβέντες με τον Ron, ο οποίος ήταν μονίμως απασχολημένος και βιαστικός να τις ολοκληρώνει, και το τέλος τους με έβρισκε πεινασμένο στην καφετέρια για ένα άνοστο γεύμα. Τα απογεύματα και βράδια στο μικρό, ζεστό δωμάτιο, μπροστά στο γραφειάκι δίπλα στο μακρόστενο παράθυρο ενός από τους ψηλούς ορόφους προσηλωνόμουν στη μελέτη και τις σημειώσεις μου. Με ματιές στο campus και την κίνηση από κάτω, περιοδικές οριζοντιώσεις στο στενό κρεβάτι για ονειροπόληση και για να κατεβάσω στο μυαλό ιδέες, που έσπευδα να επεξεργαστώ και καταγράψω σε χαρτί. Οι σελίδες των κίτρινων διαγραμμισμένων σημειωματάριων γέμιζαν η μια μετά την άλλη –γράφονταν και ξαναγράφονταν καθαρογραμμένες. Γέμιζα ντοσιέ από σημειώσεις, κουτιά από μεθοδικά διαβασμένα άρθρα, τα ράφια από βιβλία.  

Στο επίκεντρο των, ας πούμε, εξωσχολικών ονειροπολήσεων βρισκόταν φυσικά η Ε. Έφερνα στο μυαλό μου, ξανά και ξανά, τις ερωτικές περιπτύξεις και εμπειρίες του παρελθόντος, τη θέα του κορμιού της σε κάθε πόζα και στάση. Μετά από κάθε τηλεφώνημα στο μυαλό μου αντηχούσαν οι αναστεναγμοί της. Καμιά φορά περιπλανιόμουν στο μακρινότερο παρελθόν μου, στην Α. Ο πόθος γινόταν οριακός. Αυνανιζόμουν συχνά πριν κοιμηθώ -για να μπορέσω κοιμηθώ. Είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Μετά την ‘πράξη’, ίσως λόγω υποσυνείδητων ενοχών από την εφηβική ηλικία, ίσως λόγω έκκρισης αδρεναλίνης ή άλλων χημικών ουσιών, πιθανόν εξαιτίας συνδυασμού των δύο στην ψυχοφυσιολογία μου, οδηγούμουν σε υπερδιέγερση που δύσκολα κατεύναζα και η οποία εμπόδιζε τον ύπνο μου για ώρες. Ήταν το αντίτιμο που πλήρωνα από την απουσία της συντροφιάς της.

Κανονίσαμε να έρθει για λίγο καιρό γύρω από το ελληνικό Πάσχα. Ήταν η διακαής επιθυμία και των δύο και μετρούσαμε τις μέρες μέχρι το ταξίδι της. Τελικά, τον Μάρτιο μετά τον αποχωρισμό των Χριστουγέννων, κατάφερε και ταξίδεψε κρυφά από τη μάνα της, και αφίχθηκε στο Columbus και στο δωματιάκι μου του Jones Tower. Οι κανονισμοί του «πύργου» ήταν σαφείς: η διανυκτέρευση και φιλοξενία προσώπων στα δωμάτια του δεν επιτρεπόταν. Παραβιάζαμε συνειδητά κανόνες συγκατοίκησης, αλλά δυο ερωτευμένα, όμορφα και αθώα παιδιά, που μπαινόβγαιναν μαζί σε ένα τεράστιο και πολυσύχναστο κτίριο, πως, σκέφτηκα, ήταν δυνατό να δημιουργήσουν υποψίες στους γενικά αδιάφορους επιτηρητές της κεντρικής εισόδου; Οι συνάδερφοι γείτονες του διαδρόμου, με τους οποίους έτσι ή αλλιώς δεν είχα πολλά πάρε-δώσε, καμιά φορά χαμογελούσαν διακριτικά όταν συναντιόμαστε στα ασανσέρ. Κάναμε έρωτα το πρώτο βράδυ, στο άβολο μονό κρεβάτι-καναπέ, που διήρκεσε δευτερόλεπτα. Ήταν μια εκτόνωση. Ακολούθησαν και άλλες ερωτικές περιπτύξεις το δεκαήμερο της παραμονής της Ε, που δεν άφησαν εντυπώσεις στη μνήμη: ήταν υποτονικές και υποβαθμισμένες, όπως πολλές φορές συμβαίνει όταν η πραγματικότητα και οι συνθήκες δεν εναρμονίζονται με τον πόθο και την λαχτάρα. Όταν καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες, όταν το μυαλό φαντάζεται και σχηματίζει εκ των προτέρων ιδανικές καταστάσεις, η ποιότητα των στιγμών στην πράξη σπάνια ανταποκρίνεται στις φαντασιώσεις και προσδοκίες. Ωστόσο, η Ε επέστρεψε στην Ελλάδα με την αγάπη μας αλώβητη, τη σχέση μας, πιστεύαμε, σε στερεότερα θεμέλια, και ξεκάθαρα σχέδια για την ζωή μετά το καλοκαίρι. Από την μεριά μου, για δεύτερη φορά σε λίγο πάνω από ένα χρόνο σχέσης μολύνθηκα με χλαμύδια· καλύτερα ενημερωμένος πλέον για το νόσημα έσπευσα χωρίς πολλά παρατράγουδα να το αντιμετωπίσω και ενημερώσω, πρώτη φορά, την Ε. Το ενδεχόμενο της ερωτικής απιστίας το παράκαμψα.

Wednesday, November 27, 2024

47 - Αμέρικα: Απογείωση

Η αλλαγή του χρόνου από το 1986 στο 1987 πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Στο λίγο καιρό των διακοπών στην Ελλάδα εκτονώνονταν καθημερινά διακαείς πόθοι πολλών μηνών στην αγκαλιά της Ε. Και την παραμονή Χριστουγέννων, όταν βγήκαμε γλυκά ζαλισμένοι από το κρασί έξω από την ταβέρνα όπου πήγαμε με την φίλη Χριστίνα, τον «δεσμό» της, κι άλλους φίλους, άρχιζε να χιονίζει χιόνι πυκνό για πρώτη και τελευταία φορά που θυμάμαι τέτοιες μέρες. Αξέχαστα λευκά και ερωτικά Χριστούγεννα άγγιξαν την τελειότητα, με τις επιθυμίες κορεσμένες. Επικούρειες μέρες με κρασί και λίγους φίλους, παρά την βαριά σκιά ενός ακόμα αποχωρισμού που θα ερχόταν στο τέλος τους. Επέστρεψα με κάπως πιο ανάλαφρη καρδιά από την πρώτο αποχαιρετισμό του Ιούλη. Η σχέση με την Ε πατούσε ακόμα σε στέρεο έδαφος, καθώς η απόσταση που μας χώριζε για μήνες επιβεβαίωσε και στους δυο μας την έλλειψη της συντροφιάς του άλλου, και έφερε τις καρδιές μας πιο κοντά.

Με την επιστροφή στο Αμέρικα, τους ρυθμούς μελέτης και αφοσίωσης στο επιστημονικό αντικείμενο, στα μαθήματα και την έρευνα όφειλα να τους συνεχίσω αμείωτους· μάλλον, να τους επιταχύνω. Ήθελα κι έπρεπε (χάριν στην απροσδιόριστη και αφηρημένη αναγκαιότητα που επιβάλλεται σε παιδιά της μικρής και μεγάλης μπουρζουαζίας από γεννησιμιού τους) να «πετύχω» εν μέσω έντονου ανταγωνισμού. Και η επιτυχία για την ώρα εκείνην θα μετριούνταν απτά, με βαθμούς και αποτελέσματα και συνεισφορά: στα μαθήματα, στις διατριβές, στον αριθμό των άρθρων και τον όγκο του έργου που θα έφερε το όνομα μου. Η μετακόμιση τον καινούργιο χρόνο Jones Tower συνοδεύτηκε από τέτοιες «επιτυχίες» που εκτόξευσαν το επιστημονικό ηθικό και την όρεξη για δουλειά σε νέα ύψη. Στα μαθήματα του πρώτου τρίμηνου αρίστευσα. Με μιαν ενδόμυχη περηφάνια παρουσίασα το δελτίο βαθμολογίας του προηγούμενου και του προγράμματος του επόμενου τριμήνου στον Leon να το υπογράψει. Περίμενα ένα κολακευτικό σχόλιο, ίσως κάποια «συγχαρητήρια», αλλά, αφού καλαμπούρισε με μια φράση στα Γαλλικά για το προαιρετικό μάθημα ξένης γλώσσας που επέλεξα και γέλασε το γνώριμο γέλιο του, ενέκρινε το δελτίο υπογράφοντας την λίστα με τίτλους μαθημάτων και πιστωτικών μονάδων. Ο χαλαρός τρόπος του υπέθεσα ότι μπορεί και να υπονοούσε το «δεν περίμενα κάτι λιγότερο από άριστους βαθμούς από εσένα».

Μετά από λίγες βδομάδες είχα μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη: καθώς διερευνούσα την σχετική βιβλιογραφία περί του ερευνητικού θέματος, ξεφυλλίζοντας τελευταία τεύχη σχετικών τεχνικών περιοδικών στην βιβλιοθήκη, το μάτι μου έπεσε σε ένα άρθρο με το επώνυμο του Δ να ακολουθείται από το δικό μου. Ναι, το δικό μου! Τυπωμένο στο πίσω φύλλο του περιοδικού με τα περιεχόμενα! Σίγουρα, σκέφτηκα, αυτό το τεχνικό γεγονός δεν θα διέφευγε της προσοχής κανενός σχολαστικού ερευνητή του ‘Εργαστηρίου’. Ήταν το άρθρο που με κόπο είχαμε συγγράψει, το άρθρο για το οποίο σχεδόν «βόγκηξε το Πανεπιστήμιο» όπως αστειευόταν ο Δ, αλλά το οποίο, στην πρώτη του έκδοση, είχε απορριφθεί από το κορυφαίο περιοδικό κύρους ‘Α’, στο οποίο -αφελώς φιλόδοξοι- το είχαμε υποβάλλει. Θυμήθηκα την απογοήτευση μας με την απόρριψη, και τα αλαζονικά ως και προσβλητικά σχόλια ενός από τους κριτές. Ο Δ το αναθεώρησε με τον επιστημονικό ζήλο και φιλοδοξία και μέθοδο που τον διέκρινε το υπέβαλλε με επιτυχία στο περιοδικό κύρους ‘Β’. Στην αναθεωρημένη έκδοση είχε υποβιβάσει το όνομα μου στην δεύτερη θέση ανάμεσα στους τρεις συγγραφείς, αλλά αυτό δεν με ενόχλησε -ούτε θα έπρεπε. Η ικανοποίηση που με γέμισε και τα ρίγη περηφάνιας που με κυρίευσαν μετά από εκείνη την λάμψη δημοσιότητας –όπως πίστευα, τουλάχιστον, στον χώρο της ερευνητικής κοινότητας που ασχολείτο με παρόμοια θέματα και στην οποία είχα ενταχθεί, ακολούθησαν κύματα αυτοπεποίθησης, κίνητρου και όρεξης για δουλειά. Είχε και κείνη τους αναγνωρισμένους λαμπρούς αστέρες της κι εμένα πλέον ως ανερχόμενο.

Μια παρόμοια αίσθηση, ήμουν βέβαιος, καταλαμβάνει κάθε νέο, επίδοξο επιστήμονα όταν βλέπει το όνομα και τη δουλειά του τυπωμένη σε ένα δημόσιο έντυπο. Έσπευσα να βγάλω αντίγραφα του άρθρου, αρκετά αντίγραφα. Άφησα μερικά στην κορυφή μιας στοίβας από άρθρα και συγγράμματα που συσσώρευα προς μελέτη, στο γραφειάκι στον χώρο που μοιραζόμουν με δυο-τρεις άλλους στο ισόγειο του ‘Εργαστηρίου’ με την κρυφή ελπίδα να τραβήξει την προσοχή και ενδιαφέρον κάποιου. Δεν άκουσα καμιά μνεία στο άρθρο μου για μέρες· ούτε από τον Ron, ούτε από τον Leon, ούτε από κανέναν συμφοιτητές και ερευνητές του ‘Εργαστηρίου’. Δεν με απογοήτευσε. Κάποτε θα ερχόταν μια πιο κραυγαλέα αναγνώριση και από τον κύκλο μου. Μου αρκούσε για την ώρα που το όνομα μου φιγουράριζε κάπου τυπωμένο, το άρθρο μου ένα λιθαράκι, προφανώς ασήμαντο, στο ερευνητικό γίγνεσθαι του τομέα μου, λίγες φράσεις στην ιστορία της προόδου του.  Ήταν βέβαια μια σταγόνα στον ωκεανό της ανθρώπινης γνώσης, δεν είχα ψευδαισθήσεις επί αυτού, αλλά για τον νέο και ακόμα εξαιρετικά φιλόδοξο επιστήμονα, φαινόταν σαν ένα σκαλοπάτι προς την ποθητή αναγνώριση και καταξίωση. Αυτό παρέμενε ακόμα τότε μεγάλη υπόθεση και προσωπικό στοίχημα.

Wednesday, November 20, 2024

46 - Αμέρικα: Το Εργαστήρι

Λίγες μέρες μετά την άφιξη στο Columbus και την εγκατάσταση στο Morrison Tower, με το ξεκίνημα της ακαδημαϊκής χρονιάς και της υποτροφίας επισκέφτηκα το ‘Εργαστήριο’ –το αυτόνομο και οικονομικά αυτοδύναμο παράρτημα της Σχολής. Στεγαζόταν σε ένα μακρόστενο, διώροφο, λευκό κτίριο, κτισμένο κατά το ξεκίνημα του παγκόσμιου πολέμου χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χάρη -δεν χρειαζόταν προσωπικότητα για τον σκοπό που εξυπηρετούσε. Βρισκόταν έξω και μακριά από το κυρίως campus, σχεδόν μια ώρα περπάτημα από το τον Morrison Tower. ‘Ένα πρωϊνό του Σεπτέμβρη, περπάτησα τις απέραντες εκτάσεις πράσινου ανάμεσα σε σκόρπια κτίρια, την γέφθρα πάνω από τον Olentangy ποταμό και ένα πλατύ αυτοκινητόδρομο δρόμο χωρίς διαβάσεις, για να γνωριστώ με έναν από τους κύριους ανθρώπους της θητείας μου στην Αμερική: τον advisor μου Leon P, Jr. Toν συνάντησα στο γραφείο του στον πάνω όροφο, σε ένα στενάχωρο δωμάτιο με λίγο φως από ένα παράθυρο, να κάθεται σε μια ξύλινη, παμπάλαια περιστρεφόμενη καρέκλα, πιθανόν της ίδιας ηλικίας με το κτίριο, που έτριζε σε κάθε περιστροφή, πίσω από ένα γραφείο και ένα τραπέζι πνιγμένα κάτω από στοίβες περιοδικών και συγγραμμάτων. Μια μικρή βιβλιοθήκη στον τοίχο απέναντι στοίβαζε ακατάστατα τοποθετημένες σειρές βιβλίων και τεχνικών εκθέσεων.

Η λέξη «σεμνό» υπερτιμούσε το γραφείο ενός καθηγητή πανεπιστημίου, διευθυντή μάλιστα ενός ‘Εργαστηρίου’ με εθνική εμβέλεια, στο οποίο θα αφιέρωνα ενέργεια και μέρες σκληρής δουλειάς τα επόμενα χρόνια. Συγκρίσεις με τα απλόχωρα γραφεία-«έδρες» καθηγητών του Αριστοτέλειου που έτυχε να επισκεφτώ, πολλά διακοσμημένα με standards γραφείων διοικητών μεγάλων επιχειρήσεων, ήταν αναπόφευκτες στο μυαλό μου. Η νευρικότητα που με είχε κυριεύσει από τη στιγμή που είχα ξεκινήσει την πεζοπορία για να τον γνωρίσω, κορυφώθηκε όταν η ευγενική γραμματέας στην είσοδο του ‘Εργαστηρίου’ μου έδειξε που θα έβρισκα τον Leon (έτσι απλά και χωρίς τίτλους) αποκλιμακώθηκε αισθητά με τη θέα της κατάστασης του γραφείου του· και τελικά μηδενίστηκε όταν αντίκρυσα ένα φιλικό πρόσωπο με μεταδοτικό χαμόγελο.  Ο Leon ήταν κάποιας ηλικίας, πάνω από εξήντα χρονών τότε, με καστανόξανθα αραιά μαλλιά, χτενισμένα με χωρίστρα από το πλάι, και ένα πλατύ, ρυτιδωμένο μέτωπο. Τα μάτια του, πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά, γελούσαν και αυτά. Με υποδέχτηκε με μια ζεστή χειραψία, χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του. Αυτό δεν με ενόχλησε. Η έλλειψη τύπων ήταν καταπραϋντική. Αντίθετα, περίστρεψε την καρέκλα για να με αντικρύσει ευθέως, τεντώθηκε προς τα πίσω με τα χέρια του πίσω από τον αυχένα, άπλωσε τα πόδια μπροστά του και με ρώτησε στα ελληνικά: ‘Τί κάνεις, L;’ H συστολή μου δεν μου επέτρεψε να τον ρωτήσω για τις δύο ελληνικές λέξεις στην εισαγωγή του, αλλά παρά τα λίγα λόγια μου και καθώς χαμογελούσα εξίσου εύκολα με τον Leon, από τη ζεστασιά της φυσιογνωμίας του και του λόγου που διέσπειρε με ελαφρά αστειάκια και γέλιο, συμπέρανα ότι με είχε συμπαθήσει. Αλλά και η δική μου πρώτη εντύπωση ήταν αυτή της οικειότητας και συμπάθειας, επιπλέον, βέβαια, ενός αυθόρμητου σεβασμού, αν όχι και δέους. Τη σύντομη κουβέντα περί προγράμματος σπουδών, περί μαθημάτων επιλογής, περί χρονοδιαγραμμάτων, και τα λοιπά, την ολοκλήρωσε με την κολακευτική φράση: “Ι never understood why Greek students are some of our best.” Και με οδήγησε στο παραδίπλα γραφείο για να με συστήσει στον μόνιμο «ερευνητή» του ‘Εργαστηρίου’, που θα μου ανέθετε και επέβλεπε την ερευνητική δουλειά –τον Ron. Θα βρισκόταν αυτή η δουλειά και τα αποτελέσματά της (και όφειλαν να βρίσκονται περισσότερο από τα μαθήματα που θα παρακολουθούσα και το μάζεμα διδακτικών μονάδων – ένας αναγκαίος περισπασμός), στο επίκεντρο της φοιτητικής ζωής και δραστηριότητας μέχρι την απόκτηση του ποθητού μεταπτυχιακού. Here is a bright young Greek man, RonFor you to assign him the most difficult subject you can think of.”

O Ron ήταν διαφορετικής κοπής. Ψηλός, με αθλητικό σώμα τενίστα, του σπορ που ήταν όπως μου είπε το κύριο χόμπι του, ψυχρά μπλε μάτια πίσω από στρόγγυλα γυαλιά, και ένα  συγκρατημένο χαμόγελο κάτω από ένα standard, ίσιο και μακρύ μουστάκι. Το επίθετο και το πρόσωπο με τα ανασηκωμένα ζυγωματικά, πρόδιδαν ανατολικοευρωπαϊκή καταγωγή, που την επιβεβαίωσε με τις πρώτες του κουβέντες που ανταλλάξαμε: οι πρόγονοι του προέρχονταν από την μέχρι τότε Τσεχοσλοβακία. Παρεμπιπτόντως, μου έλυσε την απορία για τα λίγα ελληνικά με τα οποία με υποδέχτηκε ο Leon: ο πατέρας του προερχόταν από την Ελλάδα. Η μετανάστευση ευρωπαίων και Ελλήνων στην Αμερική είχε ιστορία χαμένη στα βάθη του αιώνα που διανύαμε, ακόμα και προηγούμενων.

Η συζήτηση με τον Ron διάρκεσε περισσότερο. Μου ανάλυσε, με όχι πολλή μεταδοτικότητα, το επί τάπητος πρόβλημα, που κατ’ αρχήν θα πάλευα και θα «βοηθούσα» στην διερεύνηση του. Δεν ήταν απλό και οι θεωρητικές γνώσεις μου, παρά τις αριστείες του παρελθόντος, επί του θέματος ελάχιστες. Έφυγα αρκετά μπλεγμένος, σχεδόν πελαγωμένος, με το αντίγραφο μιας τεχνικής έκθεσης για μια, υποτίθεται, πρώτη ανάγνωση και επιφανειακή γνωριμία με το ερευνητικό μου αντικείμενο. Ένα ψηλό βουνό σε μιαν εξειδικευμένη γνώση που θα έπρεπε να σκαρφαλώσω άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου. Δεν υπήρχε όμως λόγος πανικού! Στο τέλος κάτι χρήσιμο πάντα βγαίνει, μου είπε ενθαρρυντικά ο Ron, που είχε διαισθανθεί την αγωνία του πρωτάρη. Και έτσι αποδείχτηκε εκ των υστέρων: οποιαδήποτε ερευνητικό έργο, αποτέλεσμα συνεργίας, μελέτης και ιδεών, παράγει κάποια αποτελέσματα, αν και οι επιπτώσεις και η συνεισφορά στην ανθρώπινη γνώση και τον πολιτισμό είναι δύσκολα μετρήσιμη. Το θέμα ήταν θεωρητικό, πιθανότατα σε ασήμαντη σχέση με την ουσιαστικά ανύπαρκτη ελληνική ερευνητική πραγματικότητα. Ίσως και να μην άπτονταν με τα τεχνολογικά ρεύματα της εποχής από το οποία βούιζε ο επιστημονικός μου χώρος, ωστόσο ο ρόλος μου, επαγγελματικός και κατά προτίμηση ακαδημαϊκός, όπως διαφαινόταν σε ένα μακρινό μέλλον, λίγο με απασχολούσε τότε.

Όπως δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα μια συνειδησιακή σύγκρουση με τις ιδεολογικές και πολιτικές μου αρχές και ρίζες: τα ερευνητικά προγράμματα όπου με είχαν εντάξει χρηματοδοτούνταν από το περίφημο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, στα πλαίσια του ανταγωνισμού εξοπλισμών με την Σοβιετική Ένωση. Ο Ron μου είχε εξηγήσει με ένα χαμόγελο για τα bad guys, τους Σοβιετικούς εν προκειμένω, που επιβουλεύονταν τον κόσμο και την ελευθερία τους και, επί του πρακτέου, για τις δυνατότητες που είχαν αναπτύξει ώστε τα οπλικά τους συστήματα να διαφεύγουν την ανίχνευση και αναγνώριση από ραντάρ ή, αντίστροφα, τις προσπάθειες που η Αμερική κατέβαλε ώστε τα δικά της αεροπλάνα, καράβια, πύραυλοι, όπλα, να μη γινόταν ανιχνεύσιμα από τα ραντάρ του εχθρού.  Ίσως, παρά τη θέληση μου και παρά τις όποιες αρχικές, αγνές και ρομαντικές προθέσεις μου, περιθώρια για αναθεώρηση και πισωγυρίσματα προς αναζήτηση άλλων διαφορετικών επιπέδων και μονοπατιών δεν υπήρχαν. Είχα μπει σε έναν χορό και όφειλα, κυρίως για το καλό του οποιουδήποτε μέλλοντος και καριέρας, να τον χορέψω.

Ο  Ψυχρός Πόλεμος, όμως, βρίσκονταν στα τελευταία του στάδια, αν και ακόμα μας χρηματοδοτούσε και θα βγάζαμε το ψωμί μας από αυτόν για λίγο καιρό ακόμα. Και το ιδεολογικό ζήτημα, ήδη αδύναμο κάτω από την επίδραση ανακατατάξεων στον κόσμο του 1986, τον κόσμο του Reagan και του Gorbachev και της Thatcher, σιγόσβηνε μέσα μου, από δευτερεύον έγινε τριτεύον, μέχρι που ένας ερευνητικός αυτοσκοπός να το θέσει προσωρινά τουλάχιστον στο περιθώριο. Προείχε πλέον η επιστήμη και η καριέρα – η «Θέληση για Ισχύ» ή, έστω, για επιβίωση σε μιαν ανταγωνιστική καπιταλιστική κοινωνία. Ο μαρξισμός μου θα έδινε πρόσκαιρα την θέση του, μέσα από την δίνη των επιστημονικών ενασχολήσεων σε ένα σολιψισμό.

Sunday, November 17, 2024

45 - Αμέρικα: Μια Ακόμη Εφήμερη Φιλία

 Σε μια από τις εξόδους από το δωμάτιο για ξέσκασμα, κάτω στην αίθουσα ψυχαγωγίας, με την τηλεόραση και το μπιλιάρδο και το τραπέζι του ping-pong, συνάντησα την άλλη μοναδική και μοναχική ψυχή του Morrison Tower: τον Κ τον Τ. Ξερακιανός, μελαχρινός, με θαμνώδη φρύδια και πλούσιο και ανέμελο καλλιτεχνικό μαλλί, ένα πονηρό μειδίαμα, επίδοξος μέγα-αρχιτέκτονας με αισθητικές ευαισθησίες. Φαινόταν και παρουσιαζόταν περισσότερο ως καλλιτέχνης, παρά ως μηχανικός, όπως αρμόζει σε αρχιτέκτονες. Πόντιος με ασορτί ποντιακό επίθετο, και ανάλογη αίσθηση του χιούμορ και αρκετά κοινά στοιχεία με το δικό μου, και κυρίως ένα άνετο και χαλαρό ύφος. Το χιούμορ, η καταγωγή και των δυο μας από τη Θεσσαλονίκη, κάποια μακρινή σύνδεση που είχε ο πανεπιστημιακός πατέρας του με τον δικό μου, πρωτίστως όμως η ξενιτιά που ασκεί μια ισχυρή δύναμη συνάφειας ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται  την ίδια καταγωγή, γλώσσα και κληρονομιάς, μας ένωσε φιλικά.

Υπό την πίεση της προσαρμογής σε έναν καινούργιο κόσμο με διαφορετικούς ρυθμούς και έθιμα, η μικρή και σύντομη φιλία με τον Κ έγινε ένα προσωρινό διέξοδο γέλιων και διασκέδασης, που αλάφρυνε κάπως την πίεση των σπουδών και της προσαρμογής στην ξενιτιά. Απολάμβανα τη μίμηση της βραχνής φωνής του Γκουσγκούνη, του ινδάλματος του ελληνικού πορνό σινεμά, ένδειξη κοινών εμπειριών από τα εφηβικά μας χρόνια, την ελαφρότητα των πορδολογιών και μπουρδολογιών και άλλων ανεκδότων του, σάρκαζα την μαθηματική ρηχότητα και έλλειμμα πρακτικότητας που διέκρινε τον ίδιο και γενικά την φαμίλια των αρχιτεκτόνων, σε μια φάση που η αρχιτεκτονική δημιουργία και το σχέδιο, όπως ο ίδιος μου έδειξε σε μια επίσκεψη στη σχολή του, στηριζόταν ολοένα και περισσότερο στη χρήση υπολογιστών και αργότερα τεχνητής νοημοσύνης.

Κυνηγήσαμε με τον Κ χωρίς ιδιαίτερο ζήλο και σύστημα το γυναικείο φλερτ σε μπαρ του Columbus, όπου με επέπληττε για την τάση μου να μεθώ προκειμένου να ξεπεράσω τις αναστολές μου, πίνοντας, για παράδειγμα, την light αμερικάνικη μπύρα με καλαμάκι. Κατά βάθος με ικανοποιούσε η ζήλια που ένιωθε και ο ίδιος κατέβαλε προσπάθεια να αποκρύψει, για τον έρωτα που άφησα πίσω και τα σχέδια να τον φέρω κοντά μου. Από τη μεριά μου, όσο και να κορόιδευα την αμερικανική προφορά στα πολύ καλύτερα από τα δικά μου αγγλικά, ελαφρώς φθονούσα την επικοινωνιακή του άνεση και λιγότερο, μολονότι πρόωρα για κάτι τέτοιο, την αμερικάνικη υπηκοότητα που είχε αποκτήσει έχοντας γεννηθεί σε αμερικανικό έδαφος· και η οποία βέβαια θα του άνοιγε τις προοπτικές της μεγάλης χώρας, θα του επέτρεπε να αποφύγει τη στρατιωτική θητεία, το ακόμα μακρινό μαύρο σύννεφο στον ορίζοντα του ουρανό μου, που όμως τελικά θα έβρεχε βροχές και καταιγίδες πάνω μου.

 Ήταν κάποια φιλία light, σαν τις μπύρες που πίναμε. Μια εφήμερη παρέα και συντροφιά, που την ανάγκη της νιώσαμε και δυο μας στην δίνη των πρώτων μηνών της ξενιτιάς. Και δεν προχώρησε πιο βαθιά από εκείνα τα πρώτα ρηχά βάθη και με τους μήνες εξασθένισε. Μετά το πρώτο τρίμηνο, έβαλα μπρος να μετακινηθώ στο αξιοπρεπέστερο Jones Tower, την περισσότερο μοντέρνα φοιτητική εστία σε ένα απρόσωπο, ψηλό παραλληλεπίπεδο κτίριο, όπου όμως τα δωμάτια, αν και μικρότερα, βρισκόταν σε μικτούς ορόφους και, το κυριότερο, είχαν το δικό τους μπάνιο. Θα είχα εκεί το προσωπικό μου τηλέφωνο και, κυρίως, θα μπορούσα να φιλοξενήσω για λίγες βδομάδες την Ε.  Ήταν ένα μικρό αλλά διακριτό βήμα προς την βελτίωση της άχαρης καθημερινότητας του Morrison Tower. Ο Κ δεν με ακολούθησε. Στο μεταξύ είχε «διπλαρωθεί», όπως έβλεπα, από μιαν συγκεκριμένη Έλενα, μια παχουλή, κακομαθημένη Ελληνίδα φοιτήτρια, πιθανότατα εύπορης καταγωγής, που ο όγκος της μεγεθυνόταν κάθε φορά που στεκόταν, φιλάρεσκη μέσα στα ακριβά της ρούχα και αρώματα, δίπλα στο ψηλόλιγνο σώμα του Κ. Κακομαθημένες μοναχοκόρες, που η οικογένεια ικανοποιούσε κάθε χατίρι, γίνονται έμμονοι, βασανιστικοί, και κτητικοί άνθρωποι. Η ιδέα της να εκνευρίζει τον Κ, να του τη «σπάει» όπως θα λέγαμε και ο ίδιος μου εκμυστηρευόταν, μετά από μικρο-καυγάδες και κριτική για το βάρος και τα πάχη της, ήταν να κουταλιάζει επιδεικτικά και περιπαικτικά μπροστά του ένα βάζο με μαγιονέζα.  Πέρα από το βλέμμα του Κώστα, που μάλλον τότε το κατεύθυνε όπως πολλούς στη μοναξιά και κρύο της ξενιτιάς μια υποβόσκουσα σεξουαλική πείνα, η Έλενα δεν κέρδισε πολλές συμπάθειες στο campus. Και η σχέση τους, όπως αναμενόταν, δεν διήρκεσε πολύ. H απόμακρη δικιά μου, από την άλλη, αποκτούσε, μέσα από τέτοιες ιστορίες, μεγαλύτερη αξία.

Ο Κ φυσικά και δεν επέστρεψε στην κοινή μας πατρίδα. Παντρεύτηκε μιαν όμορφη Κινεζούλα συνάδερφο, πέρασε από αμερικάνικα πανεπιστήμια περιωπής, και κατέληξε καθηγητής στην Σαγκάη, αναγνωρισμένος και αυτός στο επιστημονικό του πεδίο, στα βήματα του πατέρα του και πολύ πιο πέρα. Ήταν λίγο-πολύ μια προδιαγραμμένη πορεία για τον απόφοιτο του Ανατόλια, γόνο καθηγητή πανεπιστημίου, οπλισμένο με αμερικάνικη υπηκοότητα, αισθητικές ανησυχίες, και κοινωνικότητα. Η Έλενα και εγώ γίναμε κουκίδες στο μακρινό παρελθόν του