Thursday, March 28, 2024

9 - Φοιτητικά: Αποκατάσταση στην Παρέα

Τα οργανωτικά ηνία, αυτά του γραμματέα της μικρής οργάνωσης βάσης μας, ανέλαβε, λίγο καιρό μετά την αποχώρηση του Αντώνη και την προαγωγή της Τ στα κλιμάκια της οργάνωσης, ο Β. Ήταν εύσωμος, σχεδόν χοντρός, με ύψος πάνω από το μέτριο. Έφερε το αναπόφευκτο φοιτητικό μούσι και είχε πυκνά, μαύρα μαλλιά επιμελώς κτενισμένα. Ένα στενό μέτωπο, πάνω από μικρά στρογγυλά μάτια και μια μικρή μύτη, κοίλη σαν τσουλήθρα, αλλά κυρίως τα αραιά και πεταχτά μπροστινά του δόντια, δεν τον καθιστούσαν ιδιαίτερα ελκυστικό, τουλάχιστον ανάμεσα στο γυναικείο φοιτητικό πληθυσμό της οργάνωσης και του Πανεπιστημίου. Ίσως είχε επίγνωση αυτού του μειονεκτήματος, αν και θεωρείτο μικρό και όχι πάντα αποφασιστικό στην σύναψη σχέσεων με το άλλο φύλο: για τον καθένα μας υπάρχει ένα αρμονικό ταίρι σε αυτόν τον κόσμο, λένε, ενώ οι γυναίκες κατά κύριο λόγο επιζητούν ασφάλεια, προστασία και υλικούς πόρους, δηλαδή μιαν κατά κάποιο τρόπο συνέχεια της σχέσης με τον πατέρα τους. Το σωματικό του βάρος και η βαριά, διαπεραστική φωνή προσέδιδαν μια επιβλητικότητα στο όλο παρουσιαστικό, και προσέλκυαν την προσοχή άλλων στις παρέες. Γενικά, ο Β εκπληρούσε τις προϋποθέσεις ενός χαμηλόβαθμου στελέχους-καθοδηγητή στην ΚΝΕ και το κόμμα, αυτό όμως χάριν περισσότερο στον σκληροπυρηνικό χαρακτήρα και την δογματική αδιαλλαξία σε αντιρρήσεις προς ανατεθέντα καθήκοντα ή λοξοδρομήσεις από την «γραμμή». Τον δογματισμό του τον εκδήλωνε με εμφανή δυσανεξία και δυσανασχέτηση, συχνά μάλιστα με αφόρητη επιμονή και φορτικότητα και την εριστική ένταση της βαριάς του φωνής. Του έλειπε το χάρισμα του λόγου και η πειθώ που ασκούσε ήταν αναιμική, καθώς δεν διέθετε ούτε κάποια γενική καλλιέργεια και «κουλτούρα», ούτε «το «θεωρητικό υπόβαθρο», όπως θα λέγαμε τότε, που χρειαζόταν κάποιος για να πείσει, να παρακινήσει και κινητοποιήσει αδιάφορους ή βαριεστημένους και τεμπέληδες συντρόφους, ή, τέλος πάντων, μη πλήρως συνειδητοποιημένους ως προς την αναγκαιότητα εκπλήρωσης του Α ή Β καθήκοντος.

Αν και σύντροφοι και αργότερα οργανικά μέλη της ίδιας παρέας, οι σχέσεις με τον Β δεν άγγιξαν τα βάθη μιας επιστήθιας φιλίας που θα άντεχε το πέρασμα του χρόνου. Αυτό όμως ας το αποδώσουμε περισσότερο στον χαρακτήρα μου. Ποτέ δεν κατέβαλα, είναι αλήθεια, σημαντικές προσπάθειες να στεριώσω στενές φιλίες τέτοιου είδους, που άλλοι συντηρούν και περιθάλπουν μια ζωή. Στην περίπτωση του Β συνετέλεσαν σαρκασμοί και ειρωνείες, που συχνά τις έβλεπα κακοπροαίρετες, οπωσδήποτε ενοχλητικές· ίσως συνετέλεσε και η υποψία που είχα ενός λανθάνοντος φθόνου μέσα του, που η έλλειψη γυναικείας συντροφιάς πολλές φορές καλλιεργεί -όταν τα άλλα μέλη της παρέας χαλαρώνουν κάπου στην ιδιαιτερότητά τους, μακριά από την οργάνωση, εξαιτίας τέτοιων περισπασμών. Παρά την κοινωνικότητα και ένα αξιοσημείωτο χιούμορ που τον έκανε επιθυμητό στις ευρύτερες παρέες της ΚΝΕ, παρά το μεγάλο εύρος του κύκλου των συναναστροφών του, κυρίως συντρόφων, ο Β μου έδινε την εντύπωση ενός ενδόμυχα μοναχικού ανθρώπου. Στο επίκεντρο κάθε λογής συνάξεων, με καλαμπούρια και πειράγματα, και τις ετοιμόλογες απαντήσεις του του στα πειράγματα άλλων, τα ευφυολογήματα, το εύκολό γέλιο και τη γενικά πρόσχαρη διάθεση, κατά το τέλος της βραδιάς, όταν μερικοί στριμώχνονταν κοντά στην αγκαλιά της φοιτητριούλας που έφερναν μαζί ή αποχωρούσαν για το ζεστό στρώμα που τους περίμενε κάπου, τον έβρισκε να έχει αποσυρθεί σε μια γωνιά, συνοφρυωμένο και αμίλητο, συνήθως με ένα λυπημένο ύφος, που τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του το έκαναν να φαίνεται πένθιμο, και με ένα τσιγάρο στο στόμα που θα το έβγαζε για να συνοδεύσει κάποιο τραγούδι του Νταλάρα από τη μουσική υπόκρουση του μαγαζιού. Παρά τον εκνευρισμό που ο Β με προκαλούσε για διάφορους λόγους, κυρίως για τις παιδαριώδεις αντιδράσεις του όταν έχανε παιχνίδια στο τάβλι ή στο μπουρλότο, για την απέχθεια του προς τις σπουδές και κάθε είδους γνώση ή προς κάθε μορφή τέχνης, τις ενοχλητικές αντιγραφές του στις εξετάσεις και την πίεση για παράνομη χείρα βοηθείας που επικαλείτο από τον κάθε επιμελή φοιτητή, παρόλα αυτά τα ελαττώματα ο Β έγινε κεντρική προσωπικότητα μιας αξέχαστης περιόδου.

Αν ο Β είχε γίνει ο μοχλός οργάνωσης των συντρόφων, ο εξωστρεφής και κοινωνικότατος Α έγινε από την μεριά του η ψυχή της κοινωνικής ζωής της Κνίτικης παρέας και μερικών άλλων παρεών-δορυφόρων που αναπτύχθηκαν γύρω της, ο de facto διοργανωτής των μαζικών εξόδων για διασκέδαση και ψυχαγωγία. ‘Όπου υπήρχε γλέντι, όπου υπήρχε μάζωξη σε ταβέρνα με μουσική, τραγούδι και χορό, ο Α, επί το πλείστον των περιπτώσεων, θα είχε κάνει κράτηση και αναλάβει εκ των προτέρων την διοργάνωσή της, θα βρισκόταν πάντα στο τιμόνι, ρυθμιστής της διασκέδασης και της βραδιάς. Σπάνια ακολουθούσε άλλους χωρίς ατομική άποψη για τη μορφή και το περιεχόμενο της «εξόδου». Το ποιοι ακριβώς λόγοι τον ώθησαν να ενταχθεί στην ΚΝΕ και να γίνει κομμουνιστής, και εν τέλει πιστός ακόλουθος μέχρι σήμερα ενός αραχνιασμένου και αποστεωμένου από ιδέες κόμματος, τουλάχιστον στις εκλογικές αναμετρήσεις, αποτελεί έναν γρίφο που δεν κατάφερα να επιλύσω. Προερχόταν από μια μεσαία, μάλλον πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του μεγαλέμπορας σε μια σχετικά εύπορη κωμόπολη της επαρχίας της Καβάλας είχε συγκεντρώσει αρκετή περιουσία ώστε να εξασφαλίσει ακίνητα και άνετες σπουδές στον Α και την αδερφή του. Αν ο Λ ήταν το φτωχό αγροτόπαιδο από τα Χανιά που θα έτρωγε στη λέσχη ή σε φτηνά φοιτητικά μαγειρεία του κέντρου και θα συναντούσε την παρέα στις ταβέρνες αργά ώστε να μη συμμετέχει στο μοίρασμα του λογαριασμού, ο Α ήταν ο καλοαναθρεμμένος καλοφαγάς, που απολάμβανε καθημερινά μέχρι και λουκούλλεια γεύματα οπουδήποτε στην πόλη, χωρίς έγνοια για τα έξοδα, ενώ το βράδια σύχναζε ταβέρνες με μουσική, από την αρχή μέχρι το τέλος του προγράμματος -στην ανάγκη και μόνος, όταν άλλοι της παρέας, εξουθενωμένοι φυσικά ή οικονομικά, αδυνατούσαν να τον ακολουθήσουν.

Τα τελευταία χρόνια του Πανεπιστήμιου, το «Μπαλκονάκι», στον πάνω πάτωμα ενός διώροφου κτίσματος πίσω από ένα βενζινάδικο στη διασταύρωση της Τριανδρίας, θα γινόταν το σχεδόν καθημερινό στέκι του όπου θα κατέληγε, είτε μόνος, είτε με κάποια ευκαιριακή παρέα, ανεξάρτητα από την προθυμία των στενότερων του φίλων να το συνοδέψουν. Είχε γοητευτεί, ίσως ερωτοχτυπηθεί, από την παχουλή, γλυκόφωνη τραγουδίστρια του λαϊκού προγράμματος, το οποίο σύντομα, ως ο ίδιος ειδικός στο λαϊκό τραγούδι και εξαιρετικός πελάτης του κέντρου, είχε κατακτήσει το δικαίωμα να επηρεάζει το ρεπερτόριό της μουσικής κομπανίας και να το προσαρμόσει στα προσωπικά του γούστα. Προς το τέλος των σπουδών μας, όταν οι υπόλοιποι της παρέας τον ακολουθούσαμε ολοένα και σποραδικότερα, ο Α παρέμεινε τακτικός θαμώνας στο πλέον ξακουστό ανά την φοιτητούπολη ταβερνείο. Λίγες μέρες μετά το πτυχίο του, όταν ο Α έφυγε για το πρώτο από τα δυο Μάστερ στην Αγγλία, τα οποία ο πατέρας του πρόθυμα και αφειδώς χρηματοδότησε, το «Μπαλκονάκι» καταστράφηκε από μια πυρκαγιά, πιθανότατα εμπρησμό από τους ιδιοκτήτες του. Η μετανάστευσή του Α, η παρακμή της ΚΝΕ, η αποστροφή των μετέπειτα γενιών φοιτητών προς αυτό το είδος ζωντανής μουσικής έφεραν αναδουλειές.

Ο Α είχε ωραία φάτσα με γεωμετρικές αναλογίες και λεπτά, αν όχι αρρενωπά χαρακτηριστικά: ανοιχτό καστανόξανθο, πλούσιο μαλλί, μια ίσια, λεπτή μύτη φράγκικων προδιαγραφών, καλοφτιαγμένα ζυγωματικά και σαγόνι, ρόδινα μάγουλα καθαρά από εξανθήματα, που κοκκίνιζαν εύκολα σε κάθε έξαψη, ποτέ όμως από έλλειψη θάρρους ή δισταγμό ή αμηχανία. Το δέρμα του προσώπου του ήταν σχεδόν άτριχο, αν όχι σπανό, και οι λίγες αραιές τρίχες γύρω από το σαγόνι δύσκολα συσπειρώνονταν τότε σε μούσι ή έστω μουσάκι, όπως για τους περισσότερους φοιτητές. Αυτό, βέβαια, αφαιρούσε κάτι τις από την αρρενωπότητά του, ίσως και να δημιούργησε κάποιο ανεπαίσθητο συμπλεγματάκι και έγνοιες, καθώς, από εκείνα ακόμα τα άγουρα χρόνια, έδινε δυσανάλογη σημασία στη διαδικασία, για τους περισσότερους αγγαρεία, του ξυρίσματος, με ακριβά σύνεργα: μπολάκι, πινέλα ασβού, ακριβά ξυραφάκια με λαβές από ξύλο, και τα λοιπά αξεσουάρ, ενώ για τους περισσότερους η δουλειά τότε γινόταν βιαστικά, αν και όποτε γινόταν, με ένα πλαστικό bic. Αυτή η επιμελής αφοσίωση στο ξύρισμα και τη φροντίδα του προσώπου μετά από χρόνια απέδωσε τα επιθυμητά αποτελέσματα: περιοδικά σε ώριμη ηλικία εμφανιζόταν με διάφορες παραλλαγές τριχοφυΐας -μουστάκι, μούσι «μπιφτεκάκι», μούσι τύπου «Τριών Ιεραρχών», και τα λοιπά. Παρά την επαρχιώτικη προφορά του ήταν ευπροσήγορος, σπάνια κοντραριζόταν για πολιτικά και άλλα θέματα και ήταν, φυσικά, εξαιρετικά κοινωνικός και εξωστρεφής -σε σημείο που οι κοινωνικές του συναναστροφές και συμμετοχές σε εκδηλώσεις να φαίνονται σε κάποιον όπως ο υποφαινόμενος ότι υπαγορεύονταν από κάποιο ψυχικό καταναγκασμό ή υπερκινητικότητα.

Το πρόσχαρο πρόσωπο, η κοινωνικότητα, διαχυτικότητα και άνεση με την οποία κινούταν στον χωροχρόνο της φοιτητικής ζωής, το αρχοντικό και αγέρωχο παράστημά του λεπτού του σώματος, το κιμπαριλίκι και γαλαντομία των τρόπων, που ο ίδιος απέδιδε στη μικρασιατική καταγωγή της οικογένειάς του, η λίγη κιθάρα που έπαιζε, αναπόφευκτα τον τοποθετούσαν στο επίκεντρο της παρέας, κάθε παρέας, τον καθιστούσαν ψυχή της, τον έκαναν δημοφιλή εντός και εκτός οργάνωσης, εντός και εκτός σχολής, και στον ίδιο βαθμό ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες. Αργότερα, την εξωστρέφεια και το μπραβάντο το διοχέτευσε στη μουσική, σε γενεαλογικές έρευνες, στη συγγραφή και ηθοποιία θεατρικών παραστάσεων για τη μικρασιατική καταγωγή και κληρονομιά του, για τις προσωπικότητες στη μουσική που τα τραγούδια τους τον εντυπωσίασαν ανεξίτηλα και συγκίνησαν κατά τα νεανικά του χρόνια. Ο κύκλος φίλων του Α ήταν ευρύτατος και από εκεί αντλούσε με σχετική ευκολία και ικανοποιητικούς ρυθμούς την εκάστοτε σεξουαλική συντροφιά του. Κατατασσόταν πάνω από το μέσο όρο σε κατακτήσεις και ήταν γενικά ζηλευτός για τις επιδόσεις του σε αυτόν τον τομέα, ποτέ όμως δεν άγγιξε τις κορυφές μερικών άλλων προνομιούχων, πάντως όχι εξαιτίας της έλλειψης κομψότητας και φυσικών χαρισμάτων ή εξαιτίας της εντατικής αφοσίωσης σε σπουδές και κομματικά καθήκοντα. Τον πήχη κριτηρίων στην επιλογή φιλενάδων τον έθεσε εξ αρχής σχετικά χαμηλά, κάτι απόλυτα δικαιολογημένο από την κρίσιμη έλλειψη γυναικών που χαρακτήριζε την σχολή και το άμεσό μας περιβάλλον.

 Ο Α, λοιπόν, θα έπαιρνε «λίαν καλώς» στις δύο ασχολίες στις οποίες διοχετευόταν ένα μεγάλο μέρος της ενέργειας μας εκείνα τα χρόνια: τις σπουδές και το σεξ· δυνητικά «άριστα», αν δεν ήταν par excellence εγωκεντρικός και καλοπερασάκιας. Του άρεσε το καλό φαγητό, το τραγούδι και ο χορός, το θέαμα, αναμφίβολα το σεξ, δηλαδή η τέρψη των αισθήσεων στο μέγιστο δυνατό μέσα από τον πλούτο μιας ποικιλίας υπαρξιστικών εμπειριών. Η επιστήμη, το κόμμα, η ιδεολογία, δεν βρίσκονταν ανάμεσα στις προτεραιότητες κατά την διάθεση ενός κατά τ’ άλλα άπλετου ελεύθερου χρόνου, ενώ για την ικανοποίηση ορμών και παρορμήσεων, με μια λέξη της καλοπέρασης που στοιχειοθετούν, πέρα από το χρόνο, υπήρχε φαινομενικά και μια ικανή ροή χρήματος από τον οικογενειακό κορβανά.  

Μετά από καιρό έμαθα ότι οι σεξουαλικές peccadilloes του Α παραλίγο να με απομακρύνουν από την Κνίτικη παρέα πριν ακόμα γίνω στέλεχος της, μετά από εκείνη την απογοητευτική επίσκεψη στο διαμέρισμα του Λ, όπου, αντί να χτιστούν γέφυρες εγκαταλείφθηκα χωρίς εξηγήσεις, λίγες μόνον ώρες αφού είχα προσκαλεστεί με υποσχέσεις στους κόλπους της. Ο Α, στο μανιώδες κυνήγι για σεξ και έχοντας, καλώς ή κακώς, χαλαρώσει τα κριτήρια του στις επιλογές ερωτικών συντρόφων, σύναψε μια σχέση ευκαιρίας με συμφοιτήτρια του έτους. Σχέση μάλλον επιπόλαια και ευκαιριακή, καθότι η κοπέλα δεν διέθετε κάποια αξιόλογη χάρη και ομορφιά. Η σχέση εκείνη όμως απέδωσε καρπούς -κυριολεκτικά. To «φρούτο του σεξουαλικού του οργάνου», για να παραφράσω μια φράση συχνή στη ρωσική λογοτεχνία, μετά από τη σπορά μεγάλωνε στην κοιλιά της κοπέλας. Τελικά, ο Α αναγκάστηκε, υπό αφόρητη πίεση από την ίδια και τους γονιούς της, να τη συνοδέψει στην κλινική για έκτρωση. Και να πληρώσει για αυτήν. Ο εγωκεντρισμός του Α προσδοκούσε και απαιτούσε την ηθική τουλάχιστον συμπαράσταση από τους κοντινούς του φίλους. Η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς και εξηγήσεων, όταν με άφησαν σύξυλο στο διαμέρισμα του Λ με τον αδερφό του, οφειλόταν στο ότι ακόμα δεν ανήκα στα εσώτερα του στενού κύκλου του Α, δεν έχαιρα της εμπιστοσύνης για απόλυτη εχεμύθεια που το ατυχές γεγονός επέβαλλε. Τελικά, θα το μάθαινα μετά από καιρό, κάτω από συνθήκες εξοικείωσης, όταν η φιλία με τους συντρόφους της παρέας είχε πλέον στεριώσει.

Γύρω από τον πυρήνα των Κνιτών που το πρώτο έτος απάρτιζαν ο Αντώνης και οι, ας τους πούμε εν συντομία, ΒΑΛ, κινείτο μια ακόμη κομματική επιρροή, ο Ν. Ευφυής. Εύστροφος και ετοιμόλογος, αδιάλλακτος και νευρικός, σαρκαστικός και υποτιμητικός, κατάφερνε και απέκρουε αποτελεσματικά, αν και με πολλά νεύρα και εριστική διάθεση, τις επιθετικές προσεγγίσεις της οργάνωσης· συγκεκριμένα, τη δύσκολα αντιμετωπίσιμη με αντι-επιχειρήματα πειθώ του Αντώνη και εμπειρότερων καθοδηγητών, ακόμα και τις φιλοφρονήσεις και χαριεντίσματα των λίγων χαριτωμένων συντροφισσών όπως η Ντ. Καυγάδες και πηγαδάκια έντονης αντιπαράθεσης, που στήνονταν με την παραμικρή αφορμή, για το ποδόσφαιρο, για τον ανελέητο ανταγωνισμό ανάμεσα στον Παναθηναϊκό (του οποίου, για άγνωστο λόγο, ήταν οπαδός) και του Ολυμπιακού (τον οποίο υποστήριζε η πλειοψηφία των νοτιοελλαδιτών Κνιτών ως τη δημοφιλέστερη ομάδα ανάμεσα στην εργατιά των δυτικών συνοικιών της Αττικής και του Πειραιά), για το χαρτί και το τάβλι, και βέβαια για τα πολιτικά, τέτοιοι καυγάδες έβρισκαν τον ισχυρογνώμονα Ν στο επίκεντρό τους. Ήταν πάντως φτωχόπαιδο, καταγόταν από γνήσια εργατική οικογένεια, είχε προλεταριακή καρδια και, ως εκ τούτου, μια αγωνιστική προδιάθεση. Λόγω οικογενειακών καταβολών και κοινωνικού status, προσανατολιζόταν πολιτικά προς την αριστερά, και το ΚΚΕ συγκεκριμένα, μολονότι, πιθανότατα από εγωϊσμό, δεν το παραδεχόταν.

Όσον αφορά εμένα, με απασχολούσε εξ αρχής το αν η ιδεολογία της κομμουνιστικής νεολαίας, ο φορέας των αγώνων για τον σοσιαλισμό, μας εκπροσωπούσε με καθαρότητα και ειλικρίνεια, τουλάχιστον με άξονα την ταξική καταγωγή και τον τρόπο ζωής των περισσότερων μελών της (κι εμού συμπεριλαμβανομένου). Με άλλα λόγια, αναρωτιόμουν αν η πολιτική ιδεολογία που ενστερνιστήκαμε και ακολουθούσαμε σύναδε με τον modus vivendi και operandi των φοιτητικών μας χρόνων, ή απλά ήταν ένα ακόμα χόμπι, ένας τρόπος να δικτυωθούμε κοινωνικά και να περνάμε ευχάριστες ώρες στις παρέες άλλων με προσεγγιστικά παρόμοιες αντιλήψεις για την ζωή και την κοινωνία. Το αξέχαστο περιστατικό στο Μηχανουργείο έφερνε τέτοιου είδους ιδεολογικές αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις στο προσκήνιο της σκέψης. Ποια θα μπορούσε να είναι η σχέση ανάμεσα σε παιδιά, καλά παιδιά, καλόπαιδα της μεσαίας τάξης, όπως εγώ, ο Β  ή ο Α ή η Ντ., και άλλοι πολλοί, και νέους ή τυραννισμένους και ρυτιδιασμένους από το μόχθο ανθρώπους, με διαφορετικές συνειδήσεις, τρόπο σκέψης και συνήθειες, με ανθρώπους που από ανάγκη δούλευαν για ένα δύσκολο μεροκάματο στα μηχανουργεία του Βαρδάρη, στα κέντρα διασκεδάσεων που συχνάζαμε, στις φάμπρικες της Σίνδου; Με ποια λογική αφετηρία θα μπορούσε η κομμουνιστική μας οργάνωση να διεκδικεί τα ηνία και τον καθοδηγητικό ρόλο στην έκφραση των συμφερόντων αυτού του πραγματικού προλεταριάτου, όταν απαρτιζόταν κυρίως από γόνους των μικρομεσαίων στρωμάτων, χωρίς επαγγελματικές εμπειρίες, με μόνον μια επιφανειακή ή συγκεχυμένη αντίληψη της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος (ως μη ενεργά μέλη της παραγωγικής διαδικασίας), και μια αποσπασματική γνώση της μαρξιστικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού; Αυτές οι αμφιβολίες μετά από καιρό, σε συνδυασμό με τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις που θα οδηγούσαν στην κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και το ξεγύμνωμα του μοντέλου που το Κόμμα είχε υιοθετήσει και περιθάλψει και καθημερινά λιβάνιζε, θα οδηγούσαν τελικά στην απογοήτευση και την αποσκίρτηση.

Στο μεταξύ, όμως, μέσα από τον καθημερινό διάλογο, τους πολιτικούς καυγάδες, τα ανέκδοτα, το σαρκασμό και την ειρωνεία, το κουτσομπολιό, είτε γύρω από ένα τραπέζι με τάβλι ή μπουρλότο, είτε στο γήπεδο, είτε σε κάποια ταβέρνα με τσιγάρο,  ποτό και λαϊκή μουσική, μου δόθηκε μια μοναδική και ανεκτίμητη ευκαιρία, μια μοναδική ευκαιρία στη ζωή: να ωριμάσω ιδεολογικά, συναισθηματικά και, τελικά, ερωτικά (από αισθησιακή κυρίως άποψη)· μέσα από φιλίες και συναναστροφές, να ακολουθήσω δρομάκια, πολλές φορές αδιέξοδα, μέσα από πόρτες που η ζωή στο πανεπιστήμιο και η συμμετοχή στην οργάνωση άνοιγε. Και αν πολλές από τις ιδέες και απόψεις που ενστερνίστηκα και υπερασπίστηκα, καμιά φορά δογματικά και με φανατισμό, διαψεύστηκαν από την πραγματικότητα, ακυρώθηκαν από νέες εμπειρίες και την τελική μου ένταξη στην πραγματική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν μειώνουν το μέγεθος και πλούτο των εμπειριών και την αξία της στο χτίσιμο και ολοκλήρωση του εαυτού. Έγινε, ως ένα αλησμόνητο και όμορφο παρελθόν, πάγιο κομμάτι του εαυτού μου, μια από τις κινητήριες του δυνάμεις για την υπόλοιπη ζωή. Αν μη τι άλλο, έδειξα για πρώτη φορά ίσως στην ζωή μου προσαρμοστικότητα, κινητικότητα, ζωντάνια στο μυαλό, μαζί με ίχνη κοινωνικότητας, μέχρι τότε σχεδόν ανύπαρκτα. Δεν θα εξελισσόμουν σε έναν εκκεντρικό, κοινωνικό απόκληρο!

Με την στρατολόγηση του Ν, το αρχικό ΒΑΛ, έγινε ΒΛΑΝ, η παρέα που με μερικά άλλα εξίσου αγαπητά αντεπιστέλλοντα μέλη εκτός οργάνωσης, τελικά άνοιξε τους κόλπους και με δέχτηκε, πρόσφερε γενναιόδωρα την φιλία και συντροφικότητά της, σημάδεψε τα φοιτητικά μου χρόνια -και την ζωή πέρα από αυτά, παρά τα λίγα χωρίς ιδιαίτερη σημασία παρατράγουδα, παρά τους μερικούς δισταγμούς και φραγμούς που παρέμειναν αξεπέραστοι. Τα ομόρφυνε σε τέτοιο βαθμό, που οι αναμνήσεις της περιόδου να γίνουν πνευματικός θησαυρός, η νοσταλγία τους μετά από δεκαετίες να με γεμίζει χαρά και λύπη, να μου φέρνει γέλιο και δάκρια. Οι φιλίες θα μπορούσαν να είναι πιο εγκάρδιες, πιο ζεστές, και να είχαν συνέχεια. Δεν παύω να τις θεωρώ μοναδικές και ανεπανάληπτες, και να νιώθω τυχερός για τον χρόνο που πέρασα με εκείνα τα παιδιά. Κρίμα, όμως! Πέρασε γρήγορα και χάθηκε για πάντα.

8 - Η Κνίτικη Παρέα: Ο Αντώνης Έφυγε

Μετά από λίγες μέρες αυτοαπομόνωσης μακριά από την οργάνωση και τις μαζώξεις των Κνιτών, αυθόρμητες ή προγραμματισμένες, ένα μεσημέρι αργά συναπαντήθηκα με τον Αντώνη στις πλατιές σκάλες της κυρίας εισόδου που κατέβαινα μετά από μια άσκοπη περιήγηση στους διαδρόμους του Πολυτεχνείου. Εσκεμμένα απέφευγα τον χώρο του κυλικείου ώστε να αποφύγω τέτοιου είδους συναπαντήματα. Ο ρυθμός των παλμών της καρδιάς μου, από την εγγενή έλλειψη θάρρους και την αμηχανία που με διακρίνει σε τέτοιες, ας πούμε δύσκολες, περιστάσεις επιταχύνθηκε.

    «Που είσαι, ρε σύντροφε, και χάθηκες; Τι γίνεται;» είπε ο Αντώνης, με κάποιο χαμόγελο υποψίας στο άξεστο και ατημέλητο, αντάρτικο πρόσωπό του.

    «Τι να γίνεται; Να, εδώ είμαι... Εσύ τι γίνεται;» τον ρώτησα, με μιαν ψυχρή, αχρωμάτιστη φωνή που ακούγεται διαφορετική ακόμα και σε μένα τον ίδιο -σαν να μη βγαίνει από τον εαυτό μου, ένας τόνος και ύφος που με διακρίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.

   «Καλά, μωρέ, τα λέμε… Δεν σε είδαμε για μέρες κι ανησυχήσαμε. Δεν εγκατάλειψες την επανάσταση ελπίζω;», ρώτησε μάλλον ρητορικά, με την γνώριμη ζεστασιά στην φωνή του.  

Δεν απάντησα. Χαμογέλασα ένα χαμόγελο για κάθε σκοπό, αδιάφορα, ίσως πικρό, αλλά πάντα χρήσιμο σε αδέξιους διαλόγους.

    «Το Σάββατο, είμαστε για ταβέρνα... ‘Θερμαϊκό’... Αποχαιρετιστήρια. Η μεταγραφή για το Μετσόβιο εγκρίθηκε και Δευτέρα την κάνω για Αθήνα. Είσαι μέσα ρε σύντροφε, έτσι;»

    «Εντάξει. Τα λέμε στην ταβέρνα….απόψε.»

Με άφησε στα σκαλοπάτια με ένα άγγιγμα στο μπράτσο. Ίσως κατάλαβε ότι κύριος λόγος της απόστασης και ψυχρότητας εκ μέρους μου να ήταν εκείνη η άσχημη κατάληξη του πρώτου ραντεβού στο σπίτι του Λ, η χωρίς εξηγήσεις εγκατάλειψή μου με τον Κ και τον φίλο του, αλλά το επιδέξιο «λέγειν» και ο πάντα ζεστός τόνος της φωνής του δεν φανέρωνε τέτοιες σκέψεις. Η καρδιά μου άρχισε να μαλακώνει μετά από εκείνο τον σύντομο διάλογο, είναι αλήθεια, και το παροιμιωδώς ακατάβλητο πείσμα μου, που με ανάγκαζε να κατεβάζω μούτρα σε ανθρώπους για μέρες, να ξεφουσκώνει. Τελικά, ξεπέρασα και τις τελευταίες εσωτερικές αντιστάσεις που προβάλει το πείσμα και βρεθήκαμε, με μια τεράστια παρέα από συντρόφους -επιβεβαίωση της δημοφιλίας του Αντώνη, το βράδυ για φαγητό στο ‘Θερμαϊκό’, και κατόπιν σε ένα «ποτάδικο» με μουσική στην Κονίτσης. Χαλαρώσαμε, ήπιαμε, μεθύσαμε. Καταλήξαμε αργά μετά τα μεσάνυχτα στο διαμέρισμα του Β στην Παπάφη, όπου παραδώσαμε τον Αντώνη ημι-παράλυτο από το πιοτό. Την επόμενη, ο Β μας διηγούταν,  με τραγικό χιούμορ, πως συγκράτησε τον Αντώνη ενώ προσπαθούσε να ξεράσει σκυμμένος πάνω από τα κάγκελα του μπαλκονιού του δεύτερου ορόφου. Λίγο ακόμα και θα έπεφτε στο κενό. Τη μεθεπόμενη, ο Αντώνης αναχώρησε για την πατρίδα του, την Πετρούπολη, και το Μετσόβιο, για να συνεχίσει με αμείωτη συνέπεια τους δονκιχωτικούς αγώνες του, αν όχι και τις σπουδές του.

Τους αγώνες του, με τον ίδιο λόγο και κάτω από πανομοιότυπα συνθήματα, τους συνεχίζει μέχρι σήμερα. Το όνομα του ανθρώπου που με στρατολόγησε στην ΚΝΕ προέκυψε σε ένα από τα ψαξίματα μου στο google για το μακρινό επαναστατικό μου παρελθόν. Πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που, με την ευφράδεια και τον ενθουσιασμό του, με έπεισε για τα ιδανικά του κομμουνιστικού κινήματος, για την ιστορική νομοτέλεια της κατάρρευσης του καπιταλισμού από μιαν εργατική επανάσταση, και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και του κομμουνισμού. Τα ίδια απομακρυσμένα κι έξυπνα αμυγδαλωτά μάτια, τα ίδια σγουρά μαλλιά, λιγάκι γκριζαρισμένα και αραιωμένα από το πέρασμα των χρόνων, το ίδιο αντάρτικο ακατάστατο μούσι, το σπάνιο χαμόγελο αυτοπεποίθησης κρυμμένο από πίσω του (λενινιστικά κηρύγματα για το κίνημα και την επανάσταση είναι σοβαρά θέματα και δεν επιτρέπουν πολύ χιούμορ), μπροστά από κόκκινες σημαίες και ταμπλό ή, σε άλλο ενσταντανέ, το πορτραίτο του Λένιν, να αγορεύει: μάλλον, σε ένα μικρό πλήθος πίσω από την κάμερα που πρέπει να τον άκουγε με ενδιαφέρον. Και ο Αντώνης, ο αμετανόητος και ασυμβίβαστος κομμουνιστής, απτόητος από τις εξελίξεις των σαράντα και πλέον χρόνων, να διακηρύσσει, όπως και τότε την αναγκαιότητα του εργατικού, του αντικαπιταλιστικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, ως στέλεχος ενός περιθωριακού αριστερού κόμματος. Ο σοσιαλισμός τον οποίο πιστέψαμε και για τον οποίο τότε αγωνιστήκαμε είχε προ πολλού καταρρεύσει. Δεν το είχε καταλάβει;     

Ο Αντώνης ήταν ο γνήσιος κομμουνιστής της εποχής μου, ένας par excellence αγωνιστής, αντάρτης της μεταπολίτευσης. Παρέμεινε τέτοιος παρά τις τεράστιες πολιτικές ανακατατάξεις των δεκαετιών που μεσολάβησαν από την μεσουράνηση της ΚΝΕ στα πανεπιστήμιο, που κανείς μας δεν είχε προβλέψει τότε, και ακόμα και σήμερα πολλοί αδυνατούν να εξηγήσουν -μέσα από την σκοπιά του ιστορικού υλισμού τουλάχιστον. Στο μετερίζι του αγώνα στο έτος μας, μαζί με εμένα, άφησε τον Β, τον Α, τον σχετικά αναξιόπιστο σε περιόδους ενεργοποίησης και κινητοποιήσεων Λ., και τρεις συντρόφισσες, την Π, την Ε και την Ντ.  Στις λίστες της οργάνωσης υπήρχε και ο Γκ. ένας οικογενειάρχης δάσκαλος που έκανε το δεύτερο και τρίτο πτυχίο του και συμμετείχε στις δραστηριότητες, στην χάση και την φέξη, χωρίς συνέπεια αλλά με ένα πάντα απολογητικό ύφος για αυτήν την ασυνέπεια. Στα κιτάπια ήταν μέλος και ο Η, αδρανής και με μηδαμινή συμμετοχή στους «αγώνες», ακόμα και στις ψυχαγωγικές εξορμήσεις, καθώς αφοσίωνε ολοκληρωτικά το χρόνο του στις σπουδές του και στο πήγαινε-έλα στην Αθήνα για να δει την κοπέλα του. Ίσως υπήρχαν και βαθύτεροι «ιδεολογικοί» λόγοι πίσω από την αποστασιοποίηση του, αλλά αυτή είχε θεωρηθεί δεδομένη και η καθοδήγηση είχε εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να τον επαναφέρει στους κόλπους της οργάνωσης. Χωρίς κομματικά καθήκοντα και έγνοιες, και χάριν σε ένα δυνατό μυαλό και την απαράμιλλα σπουδαστική επιμέλεια που τον διέκρινε, ανταμείφθηκε με μιαν λαμπρή και προσοδοφόρα επαγγελματική καριέρα στην καπιταλιστική Δύση. Προς μιαν αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του Αντώνη, θα έλεγε κανείς, αν και από λίγο-πολύ την ίδια αφετηρία.  

Wednesday, March 20, 2024

7 - Η Κνίτικη Παρέα: Στα Βράχια

Έτσι, μέσα από μαζώξεις, εξορμήσεις, τις βδομαδιάτικες «ΟΒες», τις υποχρεωτικές μέχρι και καταναγκαστικές συνέχειες με τις ώρες σε σπίτια και καφενεία, για καφές και μπουρλότο και τάβλι, και το κλείσιμο για «ρετσίνα» σε ταβέρνες, κτίστηκαν φιλίες. Και σφυρηλατήθηκαν μέσα από ατέρμονες πολιτικές και θεωρητικές ή και μεταφυσικές συζητήσεις: για την επανάσταση, το ποδόσφαιρο, το κομματικό κουτσομπολιό (με επιφύλαξη), και, αναπόφευκτα, για την κάθε εμφανίσιμη ή, ακόμα καλύτερα, «διαθέσιμη» φοιτήτρια και συντρόφισσα, τις επαφές και την ερωτική δικτύωση που η οποιαδήποτε αισθηματική προσέγγιση προϋπόθετε. Όπως και πολλές, πάρα πολλές άσκοπες «ψιλές» κουβέντες, μεταξύ σοβαρού και αστείου, για κάθε είδος τετριμμένης ή σοβαροφανούς «μαλακίας». Οι πλέον πολιτικά και κομματικά «συνειδητοποιημένοι» και ευσυνείδητοι σύντροφοι του έτους, που συναντιόντουσαν καθημερινά σε σπίτια, στο κυλικείο, στα καφενεία και τις ταβέρνες, σχημάτισαν τον πυρήνα μιας συμπαγούς Κνίτικης παρέας: ήταν κατ’ αρχήν ο Αντώνης -ο σύντροφος-μαγνήτης στο επίκεντρό της, ο Β, ο Α, ο Λ, η όμορφη Ντ, Κνίτες όλοι τους από τα σχολικά χρόνια ή το πρώτο έτος, και όψιμα ο Ν, ο τελευταίος από τις χρόνιες επιρροές που αντιστεκόταν επίμονα τη στρατολόγηση μέχρι την δεύτερη και τρίτη χρόνια στο Πολυτεχνείο. Αυτόν τον πυρήνα πλαισίωναν ανάλογα με τις περιστάσεις και άλλοι σύντροφοι, συνήθως ψημένα στελέχη της οργάνωσης, όπως και διάφοροι τρίτοι που είχαν φιλικές σχέσεις από το παρελθόν με μέλη του εν λόγω πυρήνα. Και σποραδικά, μερικοί παρείσακτοι, γενικά στερημένοι από ανθρώπινη συντροφιά, συμφοιτητές.    

Λίγους μήνες πριν φύγει για την παρτίδα του, την Πετρούπολη, ο Αντώνης, με είχε ήδη εισαγάγει στο inner sanctum της οργάνωσης και συστήσει σε συντρόφους -του έτους, του τμήματος, της σχολής. Ήταν ουκ ολίγοι. Επαφέθηκε πλέον σε μένα, σε ατομικές χλωμές πρωτοβουλίες από μιαν σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνικότητα, να αξιοποιήσω αυτές τις γέφυρες προς ένα πλήθος γνωριμιών, όχι μόνον χάριν της «επιχειρηματικής» συναδελφικότητας και συντροφικότητας, που θα πρόσφερε ως bonus το ενδεχόμενο στενών φιλιών (κατά το πρότυπο των παιδικών μου χρόνων και μετά από την μακρόχρονη απουσία τέτοιων καρδιακών σχέσεων στα χρόνια του Γυμνασίου και Λυκείου), αλλά (ποιος ξέρει;) και προς την κατ’ εξοχήν επιθυμητή κατεύθυνση σύναψης ερωτικών σχέσεων.

Ο Λ, ο ψηλός Κρητικός με κορακίσια μαλλιά, θαμνώδη φρύδια, ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από μια ίσια και μυτερή μύτη, ήταν από τα πρώτα βήματα στην οργάνωση περισσότερο φιλικός μαζί μου από τους άλλους της οργάνωσης βάσης. Το ανάστημα και η αρρενωπότητά του, το χιούμορ του, τα αστεία και πειράγματα του, που πάντα ξεστόμιζε με εκπληκτική σοβαροφάνεια, η άνεση και αυτοπεποίθηση του σε παρέες, αντρικές ή γυναικείες, η ήπια και ευχάριστη στο αυτί κρητική προφορά, οι φαινομενικά αρκετές εμπειρίες του στο ερωτικό αλισβερίσι, όλα αυτά τον κατέστησαν από τις πρώτες μέρες του πανεπιστημίου αδιαμφισβήτητα ελκυστικό σε φοιτήτριες και συντρόφισσες. Ένας μικρός προγναθισμός, που τον πρώτο καιρό τον έκρυβε πίσω από ένα πυκνό, μαύρο μούσι, πρόσθετε στο χιούμορ και την γοητεία του. Δεν θυμάμαι περίοδο στη διάρκεια των σπουδών μας που ο Λ να μην είχε μια ή περισσότερες ερωτικές συντρόφους, «γκόμενες» στην καθομιλουμένη. Πολλές φορές «δοκίμαζε» και κοιμόταν με την επόμενη πριν τα «χαλάσει» επίσημα, συνήθως απότομα και δίχως εξηγήσεις, με την προηγούμενη. Σχέσεις που ήταν, όπως παρατηρούσα, πάντοτε εφήμερες και βραχυχρόνιες, λίγες από αυτές προφανώς επιπόλαιες, αλλά πάντα για μένα τον αμέτοχο παρατηρητή, τον στερημένο ερωτικά, αξιοζήλευτες. Στους διαγωνισμούς κοιτάγματος με στοίχημα το ποιος θα γελάσει πρώτος, στους οποίους συχνά προσκαλούσε εμένα τον μόνιμα «χαμογελαστό σύντροφο», έβγαινε με άνεση νικητής. Δεν ήταν ο πλέον αφοσιωμένος σύντροφος της οργάνωσης. Ήταν από αυτούς που ακόμα και τότε, ίσως με το στανιό και σπρώξιμο από τον πιο συνειδητοποιημένο και ώριμο αδερφό του, επιστράτευε την λίγη όρεξη για κομματική δράση, μέρες και ώρες πριν τις φοιτητικές ή βουλευτικές εκλογές. Στην διάθεση του άπλετου ελεύθερου χρόνου που μεσολαβούσε από τις μεσημεριανές ώρες που ξυπνούσε και κατέβαινε στο κυλικείο μέχρι τα ξημερώματα της επομένης, οι προτεραιότητες του βρισκόταν αλλού. Σε παρέες από τον ευρύτατο κύκλο συντοπιτών του από το Χανιά, του ίδιου και του μεγαλύτερου αδερφού του, του Κ, με τον οποίο συγκατοικούσαν, στα καφενεία της πλατείας Ναβαρίνου, αργότερα στη Λέσχη του Μπριτζ με τον χοντρό συντοπίτη του, τον Σ, σε ποδοσφαιρικά θέματα και το πάθος του για τον «Θρύλο», μπροστά σε μιαν τηλεόραση ή σε εκτός έδρας εμφανίσεις στο Καυτατζόγλειο ή την Τούμπα ή το Χαριλάου, σε art-house σινεμά, και φυσικά στην ζεστασιά της εκάστοτε θηλυκής συντροφιάς του. Επομένως, τις δραστηριότητες και τα κουραστικά και ανιαρά καθήκοντα της ΚΝΕ, ειδικά όταν αυτά απαιτούσαν πρωϊνό ξύπνημα, τα αγνοούσε συστηματικά ή προσπερνούσε εφαπτομενικά, απών από τα περισσότερα καλέσματα, εκτός αν επρόκειτο για κάποια απογευματινή ή βραδινή πορεία ή εκδήλωση που θα συνοδευόταν από κάποια μορφή ψυχαγωγίας. Την συμπάθεια του Λ, την γνησιότητα και ανιδιοτέλεια της φιλίας του μέσα από το χιούμορ και τα πειράγματα, την διαισθάνθηκα από την αρχή. Και έγινε αυτή η φιλία ο καταλύτης στην ερωτική μου ολοκλήρωση, όπως θα διηγηθώ αργότερα. Θα διαρκέσει δεκαετίες παρά τη γεωγραφική απόσταση που μας χώρισε μετά το Πανεπιστήμιο. Ακόμα και σήμερα, βουτηγμένοι όπως είμαστε στην στασιμότητα της ώριμης ηλικίας, ενδιαφερόμαστε και ρωτάμε για την πορεία ζωής του άλλου.  

Τέλος πάντων, η περίπτωση μου διέφερε από τη νόρμα. Δεν συνέπλεα ως τότε με κανένα από τα διακριτά ρεύματα του φοιτητόκοσμου και της ζωής στο πανεπιστήμιο. Δεν βρισκόμουν τότε -και τελικά ποτέ στην διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής, στον πυρήνα εκείνης της παρέας (ή οποιασδήποτε άλλης), όπως ήταν, για παράδειγμα, ο Α ή ο Β. Ποτέ δεν θα γινόμουν αυτό που λέμε ψυχή της, για διάφορους αιτίες: είτε λόγω του συνεσταλμένου χαρακτήρα και της αντικοινωνικότητας και  εσωστρέφειας που με διέκρινε· είτε λόγω ανανεωμένων επιστημονικών φιλοδοξιών, που ο ατομικός και οικογενειακός ζήλος για την εκπλήρωσή τους, χάριν κυρίως των επαγγελματικών επιτυχιών που σίγουρα θα συνεπάγονταν, με ανάγκαζε να απέχω από πολλές συγκεντρώσεις και εξόδους της παρέας, ιδιαίτερα τις μεταμεσονύκτιες που ήταν ο κανόνας -ούτως ώστε να διαθέτω ένα μεγάλο κομμάτι του χρόνου μου στη μελέτη· είτε γιατί, αντίθετα με τους περισσότερους συντρόφους συμφοιτητές, ζούσα με τους γονείς μου, κάτι που μοιραία διοχέτευε ένα μέρος του ελεύθερου χρόνου μου σε οικογενειακές σχέσεις. Θα παρέμενα, λοιπόν, μέχρι την τελική μετανάστευσή μου από την Ελλάδα, ένας λίγο-πολύ outsider, αν και γενικά συμπαθής.

Μετά την μεταγραφή του Αντώνη, έγινε ο Λ, λοιπόν, ο συνδετικός κρίκος με τον πυρήνα της Κνίτικης παρέας. Ένας κρίκος εν τη γενέσει του κι αυτός, κι εξίσου ή περισσότερο αδύναμος, καθώς ο Λ συναναστρεφόταν με διάφορες παρέες εντός και εκτός της οργάνωσης, ξένες σε εμένα. Η άψητη σχέση μου με την Π, εκείνη η ματαιωμένη σχέση που είχε υποσχεθεί πολλά για να καταλήξει σε κάτι με αρνητικό πρόσημο, είχε παρακινηθεί περισσότερο από την ενστικτώδη ανάγκη για συντροφιά με το αντίθετο φύλο και απομακρυνόταν στο παρελθόν. Με τον Αντώνη και την ένταξη μου στην ΚΝΕ είχαν γίνει κάποια πρώτα δειλά βήματα στην ανάπτυξη της κοινωνικότητάς και το άνοιγμα μου σε συναναστροφές, απαραίτητο συστατικό μια υγιούς και χαρούμενης φοιτητικής ζωής. Αλλά ο Αντώνης σύντομα θα έφευγε.

Ήταν τα μέσα Ιούνη του 1982, εν μέσω των εξετάσεων του έτους, λίγες μέρες μέσα στο Μουντιάλ της Γερμανίας. Το ποδόσφαιρο σε πιτσαρίες ή σπίτια συναδέρφων έγινε αναπόφευκτα η βραδινή διέξοδος ανάμεσα σε μελέτη και ξάπλα –ανάλογα με την όρεξη για σπουδές και την προσωπικότητα του καθενός, μέσα στην ιδρωμένη και ερωτική, από την εισβολή ενός ακόμα ζεστού καλοκαιριού, πολιτεία. Τα καθήκοντα που μας φόρτωνε η οργάνωση και η παράταξη στον απόηχο των επιτυχημένων φοιτητικών εκλογών (κατά την καθοδήγηση μας, τουλάχιστον, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς) λιγόστευαν. Οι ΟΒες εξακολουθούσαν να λαμβάνουν χώρα κάθε τρεις και λίγο στο ένα ή το άλλο διαμέρισμα, κυρίως για ανακοινώσεις από τα κεντρικά όργανα και ενημερωτικούς λόγους και για να διατηρήσουν μιαν συντροφική συνάφεια πριν το καλοκαιρινό διάλειμμα. Ο Λ, μετά από μια τέτοια λησμονημένη ΟΒΑ ρουτίνας που έγινε επειδή «έπρεπε να γίνει», με κάλεσε, «αν ήθελα» να ερχόμουν στο διαμέρισμά, που μοιραζόταν με το αδερφό του και έναν άλλο Κρητικό σε μιαν πολυκατοικία της Ερμού, να δούμε παρέα ένα ματς ρουτίνας του Μουντιάλ. Θα ήταν και οι άλλοι σύντροφοι εκεί: ο Αντώνης, ο Α και ο Β, όλοι τους ήδη επιστήθιοι και κολλητοί, «κώλος και βρακί» που λένε. Ο Λ μου έδωσε και το τηλέφωνό του αν χρειαστώ οδηγίες για να τους βρω. Νωρίς απόγευμα, ξεκίνησα από το σπίτι μας στη Χαριλάου. Είδα την επίσκεψη ως ένα από τα μικρά παράθυρα που ίσως θα μου αποκάλυπτε λαμπερά ξέφωτα της όμορφης φοιτητικής ζωής. Στείρες κουβέντες ασύγκριτης ελαφρότητας, ή, για πολλούς, σοβαρές πνευματώδεις αναλύσεις γύρω από το ποδόσφαιρο, γνώριζα από τα παιδικά χρόνια ότι θα μπορούσαν να γίνουν θεμέλια όπου στέριωναν καλές φιλίες. Το ποδόσφαιρο ανέκαθεν έφερνε κοντά αντρικές ψυχές.

Πήρα τηλέφωνο από ένα περίπτερο της Ερμού για να πω ότι έρχομαι και να μάθω τις λεπτομέρειες της διεύθυνσης. Όταν ανέβηκα στο διαμέρισμα τους βρήκα όλους, την τετράδα των «κολλητών», όρθιους, μαζεμένους σε έναν κύκλο στο χολ πίσω από την πόρτα, να μουρμουρίζουν με μυστικότητα λόγια από τα οποία δεν έβγαζα νόημα. Και ήμουν αρκετά διακριτικός για να ρωτούσε τι έτρεχε. Στο κέντρο βρισκόταν ο Α, που με σοβαρό ύφος στο αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο φαινόταν ότι διοργάνωνε κάτι. Αλλά πάντα ο Α διοργάνωνε κάτι. Είτε αυτό ήταν μια βραδινή έξοδος στην ταβέρνα, είτε κάποιο μίνι τουρνουά τάβλι στο διαμέρισμά του, είτε τετράδες για μπουρλότο. Ο Κ, ο αδερφός του Λ, ήταν καθισμένος με κάποιον που δεν γνώριζα μπροστά από την τηλεόραση, εν αναμονή του εναρκτήριου λακτίσματος του αγώνα και μου έκανε νόημα να κάτσω δίπλα τους. Ο Κ μπορεί να μην διέθετε τη φυσιογνωμική γοητεία του αδερφού, αλλά τον ξεπερνούσε σε ευγένεια και γλυκύτητα, λόγου και τρόπων. Το ματς θα άρχιζε σε λίγο και η θέα της όρθιας τετράδας στο χολ με προβλημάτιζε. Δεν θα κάθονταν να δούμε το ματς μαζί και να γνωριστούμε καλύτερα;  

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα αφότου έκατσα δίπλα στον Κ, τον αραγμένο και, όπως πάντα, χαμογελαστό και άνετο, και την αναμπουμπούλα στο χολ που προσπαθούσα να εξηγήσω, όταν άνοιξε η εξώπορτα και ο ένας μετά τον άλλον της παρέας των τεσσάρων, χωρίς να πουν κουβέντα, χωρίς να αποχαιρετήσουν, βγήκαν έξω με μυστικοπάθεια και βιασύνη, και έφυγαν. Έμεινα σύξυλος, ταραγμένος μέσα μου από κύματα αμηχανίας και ντροπής και θυμού. Ίσως να είχα κοκκινίσει από την ντροπή, αλλά δεν είπα τίποτε. Ούτε και ο Κ είπε τίποτε, αλλά και τι να έλεγε; Καρφωθήκαμε οι τρείς μας στην τηλεόραση, παρακολουθώντας ένα χωρίς ιδιαίτερη σημασία ματς, με λίγες κουβέντες μεταξύ μας, τις μικρές και κοφτές κουβέντες ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται καλά μεταξύ τους. Τουλάχιστον, η αμηχανία και στενοχώρια μου δεν βγήκε στην επιφάνεια μέχρι που τέλειωσε το παιχνίδι και γύρισα σπίτι μου. Οι υπόλοιποι είχαν γίνει κατά τη διάρκεια των δυο ατέλειωτων ωρών του ματς άφαντοι. Τα αδύνατα νήματα φιλίας και προσέγγισης στην παρέα, που εκείνη η συγκέντρωση υποσχόταν να τα κάνει ισχυρότερα, ένιωσα ότι κόπηκαν από ένα αόρατο ψαλίδι. Ένας θυμός γεννήθηκε μέσα μου: για τους Κνίτες και την οργάνωση, για τον αφελή εαυτό μου που αφέθηκε να παρεξηγήσει ανοίγματα και χείρες φιλίας, και υπέθεσα ότι μου προσφέρθηκαν ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή μου στον κοινό πολιτικό αγώνα, αν όχι ως δόλωμα. Κοινωνικά αποκλεισμένος και πάλι, όπως τις πρώτες βδομάδες του πρώτου έτους στο Πανεπιστήμιο! Ελπιδοφόρες φιλίες να έχουν τερματιστεί εν τη γενέσει τους! Ίσως, και να μην είχαν καν γεννηθεί, όπως αφελώς είχα πιστέψει.

Την επόμενη μέρα στο δρόμο μου για το πανεπιστήμιο φόρεσα μιαν ψυχρή αδιάφορη μάσκα. Έκρυβε τον πεισματικό θυμό που είχε φουντώσει και καλοκαθίσει μέσα μου μετά το περιστατικό της προηγούμενης μέρας. Μια από τις τελματώδεις καταστάσεις πείσματος και θυμού, «μουλαρώματος» όπως θα λέγαμε, που εμφάνιζα συχνά από την παιδική ακόμα ηλικία και τις φιλονικίες της πρώιμης εφηβείας, στις διακοπές με τον Β ή στο σχολείο με τον Δρ. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προς τη μια ή την άλλη διέξοδο, ξεπερνούσα τελικά τον θυμό μου και μάζευα τα πεσμένα μούτρα μου, άνοιγα το στόμα μου, χρωμάτιζα την κρύα φωνή μου. Αλλά αυτή η υπέρβαση έπαιρνε καιρό. Καμιά φορά τόσο καιρό, ώστε η το σχίσμα στην οποιαδήποτε σχέσεις να μείνει αγιάτρευτο

Από το κυλικείο, όπου μαζεύονταν πρώτοι και καλύτεροι οι σύντροφοι, δεν πέρασα. Ανέβηκα την σκάλα της κεντρικής πόρτας του Πολυτεχνείου και από εκεί περπάτησα γρήγορα προς τις αίθουσες διδασκαλίες στην πλέον απόμακρη πτέρυγα του Πολυτεχνείου και από εκεί στο διπλανό κτίριο, με κάποια δήθεν εργαστήρια και τα γραφεία του Τμήματος, για τίποτε καρφιτσωμένες ανακοινώσεις και κυρίως για το σπάσιμο της ρουτίνας μέσα από καμιά κουβέντα με τυχαίους συναδέρφους. Οι παραδόσεις είχαν εδώ και μέρες σταματήσει. Η εξεταστική διαρκούσε βδομάδες μέσα στις ζέστες του Ιούνη και των αρχών του Ιούλη. Οι Κνίτες δεν σύχναζαν στις πτέρυγες, τους διαδρόμους και αίθουσες του Πολυτεχνείου, παρά μόνον αν υπήρχαν εξετάσεις, μολονότι για πολλούς, ιδιαίτερα των πρώτων ετών, η συμμετοχή στην εξεταστική του Ιούνη, είχε διακοσμητικό χαρακτήρα (ας «δώσουμε» το μάθημα και, ίσως, με λίγη τύχη, με λίγη αντιγραφή από τον διπλανό, δεν ξέρει κανείς τι γίνεται…) Οι ευκαιρίες ήταν απεριόριστες και η επιτυχία στις εξετάσεις και η αποφοίτηση μπορούσε να περιμένει –επ’ άπειρον. Εδώ ήταν Ελλάδα: οι σπουδές και η ζωή του φοιτητή, η ζωή γενικότερα, δεν χρειάζονται βιασύνες.

Τα βράδια, μετά το ατυχές εγχείρημα της επίσκεψης μου στου Λ, τυλίχτηκα και πάλι από την κανονικότητα της εσωστρέφειάς και μοναξιάς μου. Οι ώρες περνούσαν ήρεμα με διάβασμα στον καναπέ στο κλειστό δωμάτιο, με διαλείμματα στις τηλεοπτικές μεταδόσεις του Μουντιάλ. Με όση ηρεμία επέτρεπαν τα παιχνίδια που παίζουν οι ορμόνες σε νέους της ηλικίας μου στα ζεστά καλοκαίρια της Θεσσαλονίκης και τους πειρασμούς της. Μερικά βράδια αργά, ένιωθα την ανάγκη -ως και λαχτάρα- να βρεθώ ανάμεσα σε ανθρώπους, μια ανάγκη που πάντα, όταν αντίκρυζα τον εαυτό μου, αντίφασκε κραυγαλέα με την αντι-κοινωνικότητα και εσωστρέφειά μου, όπως συμβαίνει σε διχοτομημένες προσωπικότητες. Αυτή με οδηγούσε έξω από το σπίτι σε μια από τις λίγες διεξόδους που έβρισκα μακριά από την μοναξιά του δωματίου, στο εντευκτήριο της Ένωσης Σκακιστών σε ένα από τους πάνω ορόφους μιας ψηλής πολυκατοικίας στην γωνία της Ιασωνίδου και της Αγίου Δημητρίου. Παρά την βαριά ατμόσφαιρα που δημιουργούσε το μανιώδες κάπνισμα, και το βάθος της σκέψης και αναλύσεων από τους θαμώνες της, το περιβάλλον μου φαινόταν, φιλόξενο και ζεστό, με μια λέξη ανθρώπινο και, επιπλέον, θα μπορούσα, ανάμεσα σε αναγνωρισμένους, να ασκήσω ανταγωνιστικά ένα από τα χόμπι μου. Στην Ένωση οι κουβέντες ήταν λίγες, η αυτοσυγκέντρωση απαράμιλλη. Παρακολουθούσα τα πρωτοπαλίκαρα του τότε αρχηγού Ι. -ένα μωσαϊκό χαρακτήρων: τον ευφυέστατο Ν., που αργότερα έγινε Hedge Fund Manager στο City· τον Θ., με επίσης κοφτερό μυαλό (προϋπόθεση κάθε δυνατού σκακιστή), ανένδοτο στο παιχνίδι του και ανηλεή απέναντι σε υποδεέστερους αντιπάλους, ο οποίος τις συζητήσεις για ανοίγματα, φινάλε, συνδυασμούς, κτλ. τις διάνθιζε από λέξεις της σκακιστικής αργκό πάντα με ειρωνικούς υποτόνους (όπως «λέω J'adoube, ρε!», «δες πως τον zugzwag-ισε ο άλλος!», «en passant, ο μεγάλος!») ή αυτοσχέδιες εκφράσεις που έγιναν κλισέ στο εντευκτήριο («έστησε τον κομμάτι του, ο μαζέτας», «πέφτει το κομμάτι του», «το τσίκι του μαζέτα», «ο νεανίας επιτίθεται»)· τον Κ., πρώην παιδί-θαύμα στο σκάκι, που στην εφηβεία του άρχισε να τρελαίνεται, ίσως εξαιτίας τoυ διανοητικού βασανιστηρίου στο οποίο μας υποβάλλει το σκάκι, καθισμένο σε μια γωνιά, χωρίς αντίπαλο, να αναλύει παρτίδες ή να παίζει με τον εαυτό του· τον Λ., που το σκάκι φαινόταν να είναι η διέξοδος από την κακοπληρωμένη υποαπασχόλησή του ως καθηγητής ιδιαιτέρων και τη φροντίδα της άρρωστης μάνας του· τον λεγόμενο «Δάσκαλο» να επιδίδεται σε μανιώδεις παρτίδες blitz με ένα κατοστάρικο στοίχημα, όπου τα ξέφρενα χτυπήματα στο κουμπί του χρονομέτρου και οι κραυγές «τσεκ!» και της τελικής νίκης, αντηχούσαν σε όλον τον όροφο. Καμιά φορά εμφανιζόταν απαρατήρητος, αθόρυβα, και παρέμενε με τις ώρες αμίλητος, συνεπής με την ιδιοσυγκρασία του, ο Ζ, ο παλιός συμμαθητής μου από το σχολείο και πλέον συμφοιτητής. Είχαμε μαζί εγγραφεί στην Ένωση και η παρουσία του εκεί με έκανε να νιώθω μιαν αδιευκρίνιστη παρηγοριά: δεν ήμουν μόνος στη μοναξιά μου. Ήταν, όμως, σε τελική ανάλυση η Ένωση και το εντευκτήριο της ένα τελευταίο καταφύγιο, ένα αποκούμπι, παρά τους διάφορους σκιώδεις, ιδιόρρυθμους και εξίσου αντικοινωνικούς τύπους που το σύχναζαν, τους μόνιμα σκυμμένους και συνήθως σιωπηλούς πάνω από τραπεζάκια με σκακιέρες, να σκέφτονται, βαθιά, επίμονα, την επόμενη κίνηση.

Thursday, March 14, 2024

6 - Φοιτητικά: Κομματική Μουσική Ψυχαγωγία

Οι ατελείωτες, εξαντλητικές μαζώξεις της οργάνωσης στην καπνίλα των στενάχωρων, σκονισμένων χώρων των κεντρικών «γραφείων», ή οι βδομαδιάτικες γιάφκες σε διαμερίσματα συντρόφων, ή οι συνελεύσεις του φοιτητικού συλλόγου στην οχλαγωγία και το ντουμάνι του αμφιθέατρου σχεδόν πάντα κατέληγαν σε εκτονώσεις μουσικής ψυχαγωγίας και διασκέδασης και, μετά τα φινάλε σημαντικών γεγονότων του κομματικού ημερολογίου, σε επαναστατικές κατανύξεις. Και χυνόμαστε, παρέες μικρές ή μεγάλες, unisex ή μικτές, σε κάποιο από τα λαϊκά ταβερνεία της Θεσσαλονίκης για φτηνό φαγητό και την καταπραϋντική επίδραση της ρετσίνας ή της Δεμέστιχας με κόκα-κόλα ή του χύμα κρασιού ή, στην περίπτωσή μου, όπως συνήθιζα, της μπύρας: στου Πολυχρόνη στην Τούμπα με το jukebox του με σπάνια τραγούδια, για τη γαρδούμπα, τα μυαλά, τη γλώσσα και τα συκωτάκια, όπου η τσίκνα από το τηγανίσματά έσμιγε με τον καπνό από τα τσιγάρα, σε ένα μίγμα που κολλούσε στα κρεμασμένα πανωφόρια και διαπερνούσε τα ρούχα για να γίνει ένα με το δέρμα και να συνοδεύει τα κορμιά μας για μέρες μετά· τον Θερμαϊκό, με την ευρύχωρη αλλά ακατάστατη αυλή του -στην Άνω Τούμπα αυτός· στα Κουμπαράκια πίσω από την Παναγία Δεξιά στην Καμάρα για μύδια, καλαμαράκια και γόπες· στου Ανάπηρου στην Ερμού, με τις άσεμνες αφίσες στους τοίχους, για νόστιμα αυτοσχέδια, αλλά σχετικά ακριβά, μεζεδάκια· στα σκόρπια ουζερί, τα θαμμένα σε γωνιές της πόλης, στη Μελενίκου και γύρω από την Ροτόντα, στην Τριανδρία και την Άνω και Κάτω Τούμπα, μέχρι και τις ψαροταβέρνες της Νέα Κρήνης. Στο τέλος των μεγαλύτερων και μαζικότερων εκδηλώσεων, για να γιορτάσουμε κάποια επιτυχία των συνδικαλιστικών και πολιτικών μας αγώνων, μαζί με το φαγητό και το ποτό, η Κνίτικη παρέα, καμιά φορά συνοδευόμενη από λίγους φίλους, ανένταχτους συμπαθούντες και συνοδοιπόρους, θα την «έβρισκε» σε κάποια ταβέρνα με ζωντανή μουσική.

Η μουσική αισθητική των ορθόδοξων κομμουνιστών νεολαίων είχε διαμορφωθεί, σχεδόν αποκλειστικά και μάλλον περιχαρακωθεί, από την κυρίαρχη κουλτούρα και καλλιτεχνική δημιουργία των κοινωνικών στρωμάτων για τα συμφέροντα και πόθους των οποίων υποτίθεται ότι περήφανα αγωνιζόταν, και από τα οποία λαϊκά στρώματα ένα μεγάλο μέρος αυτών των κομμουνιστών αδιαμφισβήτητα ξεπηδούσαν. Αυτή η μουσική κουλτούρα, όπως ήταν λογικό, στηριζόταν στη μέχρι τότε πλούσια παράδοση του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού των μεταπολεμικών δεκαετιών, της επταετίας και των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Ήταν μια πλούσια κληρονομιά για τη γενιά της ελευθερίας και της δημοκρατίας να την αγκαλιάσει και απολαύσει.

Τα «έντεχνα» λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη, συχνά με τις βαριές πενιές του Καρνέζη και επαναστατικούς, εμβατηριακούς ρυθμούς, ανασυρόταν σε στιγμές επαναστατικής παρόρμησης. Αλλά η φοιτητική νεολαία, δέκα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, είχε μετά από αδιάκοπες ανοιχτές συναυλίες και αλλεπάλληλες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις άρχιζε να μπουχτίζει από τα συχνά ακούσματα της. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης, ο άλλοτε προσηλωμένος κομμουνιστής, αμφιταλαντευόταν πολιτικά. Για τις στιγμές επαναστατικού παροξυσμού άλλωστε υπήρχαν και αρκετά χιλιοτραγουδισμένα αντάρτικα ή διασκευασμένα εμβατήρια του Κόκκινου Στρατού. Από την μεριά του, ο άλλος πυλώνας του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, ο Χατζηδάκης, ήταν δεξιός και κατ’ επέκταση αντικομουνιστής, ενώ ο Σαββόπουλος, καθώς και τα διάφορα άλλα κάπως πρωτοποριακά και νεωτερικά μουσικά κινήματα όπως το Νέο Κύμα, παρέκκλιναν αισθητά σε μορφή και περιεχόμενα από το πνεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που ενθάρρυνε και προωθούσε το Κόμμα -προς την κατεύθυνση της αισθητικής διαπαιδαγώγησης των μελών του και των «μαζών» που θα κινούσαν τα νήματα της επανάστασης. Τέτοιες νεωτερικές καλλιτεχνικές τάσεις, αν και μη συμβατικές, αν και μη κατεστημένες, και στην ουσία τους προοδευτικές, συμβόλιζαν γενικά έναν πολιτιστικό ρεβιζιονισμό. «’Έπαιζαν στα χέρια της αστικής τάξης», όπως λέγαμε τότε, ενώ είχαν ενστερνιστεί από τις αντίπαλες νεολαίες της ρεφορμιστικής (και «αντεπαναστατικής») αριστεράς. Έπρεπε να διατηρηθούν σαφείς διαχωριστικές γραμμές εκτός από την πολιτική και στην κουλτούρα· αυτό που συνέθετε λαϊκή και μαζική κουλτούρα να περιχαρακωθεί και οικειοποιηθεί. Οι μουσικές οάσεις και η έντεχνη διαφορετικότητα που προσέφεραν οι Λοϊζος, Μικρούτσικος, Μαρκόπουλος, και οι άλλοι του «έντεχνου» τραγουδιού, αν και περισσότερο δεκτικές, ωστόσο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν ενδείκνυντο για κατανύξεις με ρετσίνα σε ταβερνεία, ούτε μπορούσαν να φέρουν στην επιφάνεια και να μεγεθύνουν τους οποιουσδήποτε καημούς και τα ντέρτια που καιροφυλακτούσαν στις ψυχές μας και που είτε φανταστικά, είτε πραγματικά ταλαιπωρούσαν μερικούς από εμάς. Έτσι αγκαλιάσαμε και νιώσαμε στο έπακρο των συναισθημάτων και της συγκίνησης που η μουσική διεγείρει τα τραγούδια του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Μητσάκη, του Παπαϊωάννου, των αυτοδίδακτων ρεμπετών της μεταπολεμικής εποχής· τα τραγούδια του παράπονου, της φτώχιας και της μιζέριας, του ματαιωμένου έρωτα και της απιστίας, της μετανάστευσης και της ξενιτιάς, σαν και αυτά που τραγουδούσαν οι Καζαντζίδης, Διονυσίου, Περπινιάδης, Μενιδιάτης, Αγγελόπουλος, Μοσχολιού, Μαρινέλα, Σακελλαρίου και άλλοι από την ίδια ομοταξία καλλιτεχνών· μέχρι και τραγούδια του υπόκοσμου και του λούμπεν περιθωρίου, των υπογείων, όπως αυτά του Ζαγοραίου. Σε ελαφρότερες και πιο ανέμελες στιγμές στρεφόμαστε σε περισσότερο mainstream ακούσματα από τους Νταλάρα, Αλεξίου, Πρωτοψάλτη, τους Κατσιμίχες και άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών, μιας κατηγορίας ενδιάμεσης ανάμεσα στο ελαφρολαϊκό και το λαϊκό τραγούδι. Και όλα αυτά τα ακούγαμε με ματωμένες ή ανάλαφρες καρδιές, με μελαγχολικά ή χαρούμενα χαμόγελα και γέλιο, καμιά φορά με βούρκωμα στα μάτια, σκυμμένοι πάνω σε ένα ποτήρι ρετσίνας ή μπύρας, καθώς, από το πεδίο της επανάστασης μεταφερόμαστε, σε αυτό των αισθήσεων, των ατομικών αισθημάτων και του έρωτα.

Η μουσική μου παιδεία τα χρόνια του Πολυτεχνείου και μετά την ένταξη μου στην ΚΝΕ θα ακολουθούσε, λοιπόν, τον μονόδρομο αυτού που θα χαρακτηρίζαμε ως βέρο, γνήσιο ελληνικό λαϊκό τραγούδι της μεταπολεμικής εποχής, των δεκαετιών των ’50 μέχρι και των αρχών του ’80, της χρυσής και ανεπανάληπτης εποχής της λαϊκής μουσικής δημιουργίας. Τα μουρμουρίζαμε ή τραγουδούσαμε στις ταβέρνες. Πολλοί, όταν τα κέφια άναβαν, χόρευαν ζεϊμπεκιές, καρσιλαμάδες, τσιφτετέλια. Οι οπτικοακουστικοί και λιγότερο κινητικοί τύποι, και βέβαια οι ντροπαλοί σαν και μένα, από μια γωνιά του τραπεζιού, με ένα ποτήρι ή τσιγάρο μόνιμα στα χείλια απλά παρακολουθούσαμε τους πρόθυμους, ξαναμμένους και βλοσυρούς συντρόφους από καημούς και ντέρτια, τεχνητά είτε πραγματικά, στις ζεϊμπέκικες στροφές τους να εκφράζουν τους νταλκάδες τους με σοβαρότητα και ευλαβική προσήλωση στις λεπτομέρειες των κινήσεων και της σβούρας, όπως κάθε φορά άρμοζε στους στίχους του τραγουδιού και τους πόνους που εξέφραζαν. Ή, σε άλλη φάση του προγράμματος, έξαλλες και αυτάρεσκες συντρόφισσες σε ξεδιάντροπα τσιφτετέλια να επιδεικνύουν τα λυγερά κορμιά και τις καμπύλες τους. Καμιά φορά, στην περίπτωσή μου σπανιότερα, οι απρόθυμοι χορευτές της παρέας δραπετεύαμε από το στριμωξίδι των τραπεζιών με τις ψάθινες καρέκλες, την ακαταστασία από μισοτελειωμένα πιάτα και ποτήρια, για να περικυκλώσουμε τον βιρτουόζο χορευτή ή την χορεύτρια στην πίστα, και με παλαμάκια να συμμετάσχουμε στη συναισθηματική φόρτιση και κορύφωση που εξέφραζαν οι κινήσεις του σώματος, με την αρωγή της ζωντανής μουσικής και των στίχων, και φυσικά πάντα -ας μην υποτιμάμε- την επίδραση του αλκοόλ.

Η λαϊκή μουσική σε κείνα τα στέκια με τους ανεξαιρέτως πονεμένους στίχους της, η μουσική ακόμα και από το κασετόφωνο ενός φοιτητικού δωματίου, δονούσε με μιαν ανεξήγητη ένταση τα σωθικά μας. Το άκουσμα τους έφερνε συγκίνηση που πολλές φορές γινόταν εκστατική, γινόταν κατάνυξη, ιδιαίτερα όταν συνοδευόταν από πιοτό, το οποίο, ως γνωστόν, εντείνει τα συναισθήματα προς την όποια κατεύθυνση αυτά είναι προδιατεθειμένα να στραφούν. Ταυτιζόμασταν με τους στίχους και το περιεχόμενό τους, ιδιαίτερα των ερωτικών τραγουδιών, αν και η πραγματικότητα της συναισθηματικής ζωής μας και το μέγεθος του έρωτα ή της ερωτικής απογοήτευσης και ματαίωσης ή του χωρισμού ή της αντιζηλίας, απείχαν πολύ από αυτό που ο στιχουργός και ο τραγουδιστής εξέφραζαν με υπερβολικό, μέχρι και επικό τρόπο. Αρκούσε όμως μια λέξη, μια στροφή, ένα γεμάτο καημό «Αχ!» ή «Αμάν!» του Καζαντζίδη, μια δραματική ουβερτούρα, μια πενιά, για κάποιο σεκλέτι ή παράπονο να φουσκώσει μέσα μας, να έρθει στην επιφάνεια, στην όψη μας, και καμιά φορά να βουρκώσει, κρυφά από τους συνδαιτημόνες, μάτια μας.  

Monday, March 11, 2024

5 - Φοιτητικά: Απογοήτευση και Απαγκίστρωση

Στα δύο πρώτο χρόνια στην οργάνωση, όντας από τον χαρακτήρα μου ευσυνείδητος και μεθοδικός, ακολουθούσα αγόγγυστα τη γραμμή και τις επιταγές των «οργάνων» της, παρά κάποιες αντανακλαστικές αντιρρήσεις σε ζητήματα που εμφατικά ξεπερνούσαν την λογική ή την ήδη ξεχειλωμένη ζώνη άνεσης μου. Στις πρώτες σχετικές συζητήσεις με τον εαυτό μου, μακριά από γιάφκες, μαζώξεις και συνελεύσεις, λιγοστές μόνον αμφιβολίες σήκωναν κεφάλι από τα βάθη της σκέψης μου για την σκοπιμότητα των πρακτικών. Την μαρξιστική θεωρία και κριτική του καπιταλισμού την είχα εμπεδώσει κατά πολύ πάνω από τον μέσο όρο επαγγελματικών στελεχών του κόμματος. Αν και ο ίδιος και το σύνολο των συντρόφων φοιτητών δεν απασχολούμασταν παραγωγικά, ωστόσο οι σποραδικές επαφές με τόπους δουλειάς, τα πολλά διαβάσματα, οι πληροφορίες και οι εικόνες που το περιβάλλον παρουσίαζε μπροστά μας, επαλήθευαν τα βασικά συμπεράσματα της θεωρίας: την εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο, τη δημιουργία αξίας και υπεραξίας από την εργασία, την νόμιμη στον καπιταλισμό υφαρπαγή αυτής της υπεραξίας από το κεφάλαιο με τη μορφή του κέρδους, την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την εκμετάλλευση αυτή της εργασίας ως γενεσιουργό αιτία των κοινωνικών ανισοτήτων, των οικονομικών κρίσεων και υφέσεων· την ανισόμετρη ανάπτυξη χωρών, τον οικονομικό ιμπεριαλισμό και ηγεμονία των ΗΠΑ και της Δύσης στη ρίζα της εξάρτησης και υποτέλειας φτωχότερων κρατών. Για αυτό ήμουν βέβαιος: το σύστημα δεν λειτουργούσε προς όφελος όλων, φαινόταν ασταθές.  Σίγουρα επιδεχόταν κάποιον μετασχηματισμό, καθώς οι μικρο-μεταρρυθμίσεις διαμέσου του πολιτικού συστήματος και εποικοδομήματος, παρά τις οποιεσδήποτε καλές προθέσεις, γρήγορα ξεπερνιούνταν ή ακυρώνονταν από το ίδιο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Όλα αυτά τα σκεφτόμουν και ανέλυα μέχρι και μου έγιναν λίγο-πολύ κοινός νους και πυξίδα στην κρίση των πολιτικών γεγονότων και ιστορικών φαινομένων. Πίστευα επιπλέον, μάλλον ακράδαντα κατά τον πρώτο καιρό ως μέλος της οργάνωσης, ότι μέσα από την καθημερινή δράση σε δρόμους, τις πλατείες και αμφιθέατρα, συνεισφέραμε σε κάποια αλλαγή προς ένα καλύτερο μέλλον, όσο ασαφές και μακριά να ήταν αυτό, όσο και να μην υπήρχε κάποιο πραγματικό, ικανοποιητικό μοντέλο που ως φάρος θα μας οδηγούσε στην εξομοίωση του. «Βάζουμε το μικρό μας λιθαράκι στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου, σοσιαλιστικού», λέγαμε συχνά μεταξύ μας. Ασφαλώς και γινόμαστε, από πρώτο χέρι, αυτόπτες μάρτυρες της κοινωνικής ανισότητας και της φτώχιας, της κοινωνικής αδικίας. Ασφαλώς, και κάτι δεν πήγαινε καλά με την κοινωνία που ζούσαμε. Το προϊόν της μοιραζόταν ανισομερώς, οι ευκαιρίες αποδίδονταν σκανδαλωδώς ασύμμετρα, ο πλούτος στα χέρια λίγων, ο ατομικισμός και συμφεροντολογία των αστών εξοργιστικά, ο πλούτος τους ταυτόσημος με την δύναμη και την εξουσία που επιδρούσε στις ζωές όλων, και αποτελούσε πρόκληση για το άλλο άκρο, το χαμηλό άκρο της ίδιας κοινωνίας. Δεν χρειαζόμουν και πολύ πειθώ ώστε να κάμω το «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις και ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με την προσφορά του» το ιδανικό μιας δικαίας μελλοντικής κοινωνίας, όραμα αντάξιο αγώνων για την πραγμάτωσή του.

Με ευκρινείς τοποθετήσεις σε συνελεύσεις, με εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία σε διαλόγους με «επιρροές» και πολιτικούς αντιπάλους, με τη γενική συνέπεια απέναντι στα καθήκοντα που μου ανατίθεντο, κέρδιζα, ίσως άθελα και ασυνείδητα, την εκτίμηση στελεχών και καθοδηγητών. Διορίστηκα «διαφωτιστής» στην επιτροπή της Οργάνωσης Βάσης (κάθε οργάνωση, κατά τα πρότυπο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ είχε τον «θεωρητικό» της) και παρουσίασα μερικές διαλέξεις με σχετικά βαθύ μαρξιστικό και πολιτικοοικονομικό περιεχόμενο, εν πάση περιπτώσει «διαφωτιστικό», που άντλησα από τα μαρξιστικά μου διαβάσματα. Μετά από δυο χρόνια στην οργάνωση της νεολαίας, προτάθηκα και έγινα μέλος του inner sanctum του κινήματος: του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μέλος του κόμματος θεωρείτο τίτλος τιμής για τους πλέον συνειδητοποιημένους και αφοσιωμένους εκ των συντρόφων. Τιμή δεν ένιωσα όταν προτάθηκα για μέλος, αλλά παρόλα αυτά με δισταγμούς και λίγη απροθυμία, που έκρυψα μέσα μου, δέχτηκα. Αυτό συνέβη σε μια φάση της πολιτικής μου ωρίμανσης, όταν πολλές από τις απόψεις και πεποιθήσεις άρχισαν να ταρακουνιούνται. Όχι τόσο σχετικά με τη μαρξιστική θεωρία, όσο περισσότερο για το κομμουνιστικό «δόγμα», το πρόγραμμα που το Κόμμα είχε υιοθετήσει και παγίωσε και προωθούσε με την προπαγάνδα του και μιαν σχεδόν αρτηριοσκληρωτική προσκόλληση στο μοντέλο του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού: ως  σκοπός για να κατακτηθεί, ως πρότυπο για να εξομοιωθεί και τελικά εφαρμοστεί στην ελληνική κοινωνία -το πρώτο σοσιαλιστικό στάδιο μετά την επανάσταση. Και ενώ αυτό το μοντέλο εμφανώς παράκμαζε και για μερικούς διορατικούς βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Άρχιζα πλέον να νιώθω, στο σώμα και την ψυχή, ότι το «κόμμα με τραβάει από το μανίκι». Η απροθυμία μου απέναντι στα καθήκοντα γινόταν περισσότερη εμφανής, οι αντιρρήσεις και δικαιολογίες για να τα αποφύγω, βάσιμες ή όχι, συχνότερες.

Και μετά έγινε γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ ο Gorbachev. Ήρθε η περεστρόικα και η γκλάσνοστ, σε μένα και μερικούς άλλους σαν ένα δροσερό αεράκι πίσω από το «παραπέτασμα». Και πολλοί από τους μύθους που καλλιεργήθηκαν, άλλοι κατασκευασμένοι, άλλοι οργανικά φτιαγμένοι, άρχισαν να ξεγυμνώνονται, πολλές αυταπάτες να αποκαλύπτονται. Τριγμοί, αμηχανία στην «βάση», σκληροπυρηνικά στελέχη σε στάδιο άρνησης και παραισθήσεων, να ωθούνται σε ακόμα ποιο ακραίες θέσεις, να γίνονται περισσότερο δογματικοί.

Στην τελευταία συνέλευση της Κομματικής Οργάνωσης που παραβρέθηκα πρότεινα μια τροποποίηση σε ένα ψήφισμα που παρέκκλινε αισθητά από την επίσημε κομματική γραμμή, κυρίως σε ότι αφορούσε τις πολιτικές του Gorbachev που ο αναθεωρητισμός του βρήκε το ΚΚΕ αμήχανο. Στο κλείσιμο από τον γραμματέα σ. Αποστόλη διαφαινόταν, στον ίδιο και ανάμεσα στα μέλη του «γραφείου» που τον σιγόνταραν, ένας εκνευρισμός· η οργάνωση δεν θα ενέκρινε ομόφωνα την κομματική γραμμή, όπως όφειλε, και όπως σχεδόν αδιάλειπτα γινόταν. Υπήρχαν ενστάσεις, υπήρχαν αντιρρήσεις! Ελάχιστες, αλλά υπήρχαν. Η ακαμψία των στελεχών με θέσεις και τοποθετήσεις αποστεωμένες από κάθε ίχνος δημιουργικής σκέψης και πρακτικής, η άρνηση της πραγματικότητας, η αποσύνδεση του σκοπού από τα μέσα, οι αλλεπάλληλες αντιφάσεις στη δικαιολόγηση της μιας ή της άλλη πολιτικής της ΕΣΣΔ, η ανεπαρκής αιτιολόγηση γεγονότων σε έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα, εκείνα τα αδιάψευστα συμπτώματα της γραφειοκρατίας, του ιδεολογικού δογματισμού και πολιτικού αρτηριοσκληρωτισμού, των οποίων για μήνες γινόμουν σχεδόν καθημερινά μάρτυρας και στην πρώτη φάση άβουλο φερέφωνο, όλα αυτά είχαν ξεπεράσει τα συνειδησιακά όρια, είχαν υψώσει μέσα μου ένα βουνό απογοήτευσης, μέχρι και δυσαρέσκειας.

Η αντίστροφη μέτρηση στις σχέσεις μου με το κόμμα όμως είχε αρχίσει από πολύ πιο νωρίς, ίσως από τα πρώτα βήματα στην ΚΝΕ. Διέθετα πάντα, κληρονομημένη από τον Πατέρα, μιαν παρορμητική τάση αμφισβήτησης σχεδόν των πάντων, αλλά στην απομάκρυνση από τον πυρήνα του κομματικού γίγνεσθαι συνέτρεξαν εξ αρχής διάφοροι παράγοντες: η ιδεολογική και πολιτική αυταρέσκεια των στελεχών της· η αλαζονεία και η μονοσήμαντη σκέψη τους· η μονολιθικότητα και η δογματική προσήλωση σε «αρχές» που εύκολα τίθεντο υπό αμφισβήτηση· η κρυψίνοια και μυστικοπάθεια και εσωστρέφεια που κυριαρχούσε στο εσωτερικό της οργάνωσης· η απαίτηση στρατιωτικής πειθαρχίας από έναν πολιτικό οργανισμό που ήθελε να απλωθεί σε μιαν ανοιχτή κοινωνία και να αντλήσει ιδέες και δυνάμεις από αυτήν· τα συμπλέγματα παρανομίας και σύνδρομα καταδίωξης που το κόμμα κουβαλούσε από την εποχή του εμφύλιου πολέμου και της παρανομίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις ακούγαμε και σιωπαίναμε, ενώ ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός» και οργανωτικές δομές, που είχαν μείνει απαράλλακτες από την εποχή του Λένιν, έδιναν λίγα περιθώρια για ζωντανό και δημιουργικό διάλογο και σύνθεση μέσα από συγκρούσεις και αντιθέσεις. Και είμαστε νέοι με ανήσυχα μυαλά, και είμαστε Έλληνες με το πνεύμα αντιλογίας και την διάθεση για λογομαχίες στο αίμα μας!

Πολλά εκεί που αρχικά μου φαίνονταν ακατανόητα και παράλογα άρχισαν πλέον να με εκνευρίζουν και εξοργίζουν. Όπως έβρισκα, σχεδόν εξ αρχής, πολλές προσωπικότητες ανάμεσα στα στελέχη, φορείς του κομματικού δόγματος, αποκρουστικές. Είχαμε πάνω από τα κεφάλια μας τον υπεύθυνο για τα «οργανωτικά» σύντροφο, έναν ημιμαθή και άξεστο «μηχανολόγο» που κατέφτασε εκ μεταγραφής από τη Γιουγκοσλαβία και μας κούραζε σε εβδομαδιαία βάση με την επαρχιώτικη προφορά και τον μονότονο ξύλινο λόγο του, για τη σημασία των ποσοτικών στόχων, και όλα αυτά διανθισμένα με διηγήσεις, όπου, με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, από τις εντυπώσεις του για τη βαρβαρότητα της Γιουγκοσλαβικής αστυνομίας προς αντιφρονούντες φοιτητές. Είχαμε τον γραμματέα της τομεακής που με επέπληξε γιατί αγόραζα και έφερνα μαζί μου στην σχολή, φανερά σε άλλους συντρόφους και φοιτητές, το ΑΝΤΙ, περιοδικό γνωστό για την κριτική του στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, συνεπώς αντι-σοβιετικό και αντι-κομμουνιστικό. (Οποιαδήποτε αμφισβήτηση προς κάθε τι σοσιαλιστικό όφειλε να εκφραζόταν αποκλειστικά εντός της οργάνωσης. Και τέτοια περιοδικά αναμετέδιδαν, ως γνωστόν, την προπαγάνδα του ταξικού εχθρού και του δυτικού ιμπεριαλισμού.) Είχαμε την συντρόφισσα, την υπεύθυνη για τον πολιτισμό, που προσπαθούσε, σε ένα ακροατήριο γενικά ακαλλιέργητων πολιτιστικά και καλλιτεχνικά συντρόφων, να βάλει καλούπια και να δώσει κατευθύνσεις σε προτιμήσεις λογοτεχνικές (φέρ’ ειπείν, Gorky έναντι Kundera) ή μουσικές (ο «αυλικός» Μότσαρτ έναντι του «αμφισβητία» και με αντιπάθεια προς την αριστοκρατία της εποχής του Beethoven). Είχαμε τον «μαζικό» συνδικαλιστή, τον «φοιτητοπατέρα» ας πούμε, που ουδέποτε κατά την διάρκεια των σπουδών μου παρακολούθησε μαθήματα ή συμμετείχε σε εξετάσεις κατά τα πέντε χρόνια που συνευρεθήκαμε στο Πολυτεχνείο), τον αρχισυνδικαλιστή και εκπρόσωπος της ΠΣΚ στον φοιτητικό σύλλογο και την ΦΕΑΠΘ , που όσο χαρισματικός και αφοπλιστικός στην ομιλία και διάλογο του αν ήταν, άλλο τόσο προβληματικός εμφανιζόταν με τον δογματισμό των απόψεών του. Έχοντας καπαρώσει, προς ζήλια πολλών της βάσης του κόμματος (και εμού μη εξαιρετέου), την γλυκύτατη πρωτοετίνα που είχε γνωρίσει στις καλοκαιρινές του διακοπές, νιόφερτη στη σχολή και την οργάνωση από τα Χανιά της Κρήτης, περνούσε τον λίγο χρόνο του έξω από τα κομματικά και συνδικαλιστικά καθήκοντα, μακριά από την όμορφη του κοπελιά και αργότερα σύζυγο του, να χαριεντίζεται και να στριφογυρίζει γύρω από το κάθε θηλυκό στο διάβα του, σαν την πεταλούδα που πετάει από το ένα λουλούδι στο άλλο ακόρεστη από το μέλι τους. Αξιοποιούσε στο έπακρο εύσημα ανδρικής προσωπικότητας: την δύναμη και αυτοπεποίθηση που θαρραλέες ομιλίες μπροστά σε πλήθη έδειχναν, αργότερα μιαν γενναιότητα που η φυλάκιση λόγω ανυπακοής στον στρατό φανέρωσε, όλα αυτά που γοητεύουν γυναίκες.

 Όταν στα χρόνια της ωριμότητας μου πλέον αναζήτησα μέσα από το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα στιγμιότυπα από την πορείας στην ζωή των ισχυρών κομματικών χαρακτήρων των φοιτητικών μου χρόνων, διαπίστωσα στους περισσότερους από αυτούς μιαν ανεξήγητη προσκόλληση στις αραχνιασμένες ιδεολογίες του ιστορικού «χρονοντούλαπου», προερχόμενη ίσως από μια διαρκή πεισματική άρνηση ενός ιδεολογικού λάθους, που διαμόρφωσε την στάση και δράση τους εκείνα τα χρόνια ή, απλά, εξαιτίας κακής πίστης απέναντι σε άλλες ιδέες. Μια ιδεολογική ακαμψία που όμως ερχόταν, εκ των πραγμάτων, σε αντίφαση και αναντιστοιχία με τον τρόπο ζωής που τελικά υιοθέτησαν μέσα στο καπιταλιστικό καζάνι που ως νέοι καταριόνταν. Είναι από δύσκολο έως αδύνατο για τον καθένα μας να ζήσει την ζωή του με αμετάβλητο άξονα το ιδεολογικό σύστημα των νεανικών του χρόνων. Αντίθετα, καλά είναι να προσπαθεί αυτήν την ιδεολογία να την προσαρμόζει με ανοιχτό μυαλό στα διδάγματα και συμπεράσματα από την καθημερινή πράξη και το κοινωνικό γίγνεσθαι γύρω του. Και να απομακρύνεται από μεγαλόσχημες υποθέσεις ή αναπόδεικτες θεωρίες για το μέλλον, από θέσφατα και ιστορικές προφητείες.