Monday, August 29, 2022

Ένα Παιδί - 3 Κρύα Βρύση: Στο Κουτσοχώρι, Λοιπόν

Χωριό αγροτικό η Κρύα Βρύση, όπως και τα περισσότερα στην περιοχή, στην καρδιά της πεδιάδας της Κεντρικής Μακεδονίας, περιτριγυρισμένο, όπως και σήμερα, από χωράφια και καλλιεργήσιμη, εύφορη ισιάδα, μέχρι τα Γιαννιτσά στα βόρεια, τη Θεσσαλονίκη και τον κάμπο της στα δυτικά και νότια, τη Βέροια και τους πρόποδες του Βέρμιου στα Ανατολικά. Στη μέση του πουθενά για κάποιον που βρέθηκε εκεί από τη μεγάλη πόλη, σε μίαν εποχή που η ιδιωτική αυτοκίνηση ήταν προνόμιο λίγων. Από αυστηρή γεωγραφική σκοπιά δεν είχαν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Υπήρχε ζωή και συγκοινωνία με τα γύρω χωριά και κωμοπόλεις, χάριν στα τακτικά δρομολόγια των γκριζοπράσινων λεωφορείων των ΚΤΕΛ και τα γεωργικά οχήματα των ντόπιων. Απλώς ήταν ένας τόπος βεβαρημένος από την βαριεστημάρα και το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο που χαρακτηρίζει χωριά γεωργών του κάμπου και την ελληνική ύπαιθρο γενικότερα. Πολλοί, βέβαια, είναι οι άνθρωποι που καταφέρνουν και ζουν ευτυχισμένες ζωές κλεισμένοι μέσα σε μίαν αναπόδραστη, καθημερινή ανία, αν και αυτή η συνήθεια και καθημερινή ρουτίνα, χωρίς να το συνειδητοποιούν παρά μόνο πολύ αργά, κι αν ποτέ, ροκανίζει γρηγορότερα το χρόνο τη ζωής, την αναγάγει στο τέλος σε μια άμορφη μάζα από τετριμμένες μέρες.  

Η γεωργία σε τέτοια μέρη βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομίας, όπως βρισκόταν για πάμπολλες γενιές που χάθηκαν στο παρελθόν της ιστορίας της Μακεδονίας και των Βαλκανίων. Τότε, τα δημητριακά και τα καπνά αντιπροσώπευαν τον κύριο όγκο της ντόπιας παραγωγής. Θυμάμαι τις πρώτες μέρες της θητείας μας εκεί, όταν δεμάτια από στάχυα στοιβαγμένα στις καρότσες των τρακτέρ πηγαινοέρχονταν σε κεντρικούς και περιφερειακούς δρόμους και, αργότερα, στις εκδρομές του σχολείου κοντά σε ξηραντήρια και αποθήκες καπνών. Υπήρχε και κτηνοτροφία: αγελάδων και γουρουνιών, όπως ένας άλλος σχολικός περίπατος, σαν κι αυτόν στις καπναποθήκες του χωριού, αποκάλυψε σε μια τρομακτική για την παιδική φαντασία τοποθεσία, έναν κρανίου τόπο τρόπον τινά, όπου βρισκόταν το ντόπιο σφαγείο ζώων. Ήταν ένα χτίσμα άθλιο και γκρίζο, σκεπασμένο από λαμαρίνες, καταμεσής ενός αποξεραμένου από τον ανοιξιάτικο ήλιο λασπότοπου, με μόνη βλάστηση λίγες σκόρπιες, θλιμμένες ακακίες πίσω από έναν χαλασμένο ξύλινο φράκτη. Το άγονο τοπίο που η μαθητική λιτανεία θα διάβαινε διασχιζόταν από ανώμαλους, αυτοσχέδιους χωματόδρομους, οργωμένους από πόδια ζώων και κάρα και λάστιχα φορτηγών και τρακτέρ· μια θλιβερή αντίθεση κάτω από το καταγάλανο στερέωμα, τον ένδοξο ήλιο του, και τον εύφορο κάμπο παραπέρα. Η παιδική μου φαντασία σχημάτιζε εικόνες ζωντανών να συναντούν φρικτό τέλος, σφαγείς με κοφτερά χασαπομάχαιρα στυγνοί και αδιάφοροι να περιφέρονται σε λίμνες αίματος. Ταράχτηκα από εκείνες τις εικόνες, σφίχτηκε η καρδιά από πρωτόγνωρα αισθήματα και την ένταση της κάθε «πρώτης φοράς». Αργότερα στη ζωή έμαθα ότι η σκέψη και αναμονή του θανάτου προκαλούν περισσότερη ανησυχία από τη μαρτυρία αυτού καθαυτού του γεγονότος.

Η παιδική αθωότητα δεν ριψοκινδυνεύονταν σε κείνες τις εκδρομές. Δεν ήταν στα σχέδια των δασκάλων να γινόμαστε μάρτυρες θανατικών και η εμπειρία να σκληρύνει τις ευαίσθητες ψυχές μας. Η ανοιξιάτικη εκείνη εκδρομή θα κατέληγε σε έναν δεντρόκηπο εσπεριδοειδών στο ανθοβόλημα του, σε μια φάρμα οπωροκηπευτικών, όπου θα διασκεδάζαμε με παιχνίδια και χαιρόμαστε το κολατσιό μας με φρέσκα φρούτα και δροσερό νερό από το πηγάδι και γούρνα της αυλής. Ο δρόμος για τον πιο όμορφο προορισμό ατυχώς περνούσε από την κόλαση του σφαγείου, που μοιραία θα κέντριζε το ενδιαφέρον και την περιέργειά περισσότερο από κάποιον πορτοκαλεώνα. Καθώς περνούσαμε από μπροστά και ψίθυροι μετάδωσαν τον σκοπό που εξυπηρετούσε το κτίσμα κείνο, μια σιωπή σκέπασε τις σχολικές διμοιρίες, που μέχρι τότε βούιζαν από παιδικές φωνές και γέλια. Τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό ήταν ασφαλώς εκτός του πεδίου της ακοής και όρασής μας, όσο κι αν τα βλέμματα μας επίμονα περιεργάζονταν τους γύρω χώρους, για μια φευγαλέα ματιά του θανάτου ή έστω κάποιας σκιάς του. Ο μυστήριος τρόμος, κρυμμένος σε άσχημα, στοιχειωμένα οικοδομήματα, ασκεί πάντα μια έλξη στα παιδιά, και εντείνει την ζωηράδα μιας ήδη ζωηρής φαντασίας. Εξηγείται από τη φιλοπεριέργεια προς το μη οικείο, από το αρχέγονο αίσθημα του φόβου που ξεπηδάει μέσα από κάθε ψυχή μπροστά στο άγνωστο. Αν και τίποτε δεν έπιασαν τότε τα μάτια και αυτιά μας, από την μυρωδιά, την πρωτόγνωρη και διαπεραστική, την αξέχαστη δυσωδία του θανάτου, που δεν έτυχε έκτοτε να ξανανιώσω στη ζωή μου, η απόδραση ήταν αναπόφευκτη. Πολλά παιδιά μαντάλωσαν με δυο δάκτυλα τις μύτες τους. Ήταν η πρώτη συναίσθηση του θανάτου, διαμέσου εκείνης της απαίσιας οσμής που αφήνει στο πέρασμά του, η πρώτη αίσθηση του τρόμου που η κοντινή παρουσία του σπέρνει, ακόμα και σε παιδικές ψυχές, τόσο απόμακρες από αυτό καθαυτό το γεγονός. Ήταν φευγαλέα, χωρίς βάθος. Προκάλεσε στιγμιαία ένα δυνατό και γρήγορο χτύπημα της καρδιάς, και δεν άφησε αποτυπώματα στην ψυχή. Ξεχάστηκε εύκολα στη φάρμα των παιχνιδιών και της χαλάρωσης. Τίποτε, παρά ένα ασήμαντο λιθαράκι στο χτίσιμο της συνείδησης. Μέχρι το επόμενο συναπάντημα μ’ εκείνον.   

Το παράπλευρο στρώμα της τοπικής κοινωνίας, οι δάσκαλοι, οι κοινοτικοί υπάλληλοι, οι λιγοστοί μικρομαγαζάτορες, ο καφετζής, ο ταβερνιάρης, ο αγροτικός γιατρουδάκος, ο παπάς, απλώς πλαισίωναν και ζούσαν στο περιθώριο εκείνης της κυρίαρχης αγροτικής οικονομίας. Ένας μαρξιστής θα σημείωνε ότι αυτή η μη παραγωγική μειοψηφία, μολονότι ακόμη και για τους ίδιους τους αγρότες απαραίτητη ‘υπερδομή’ του χωριού, ζούσε από ένα κομμάτι της αξίας των αγαθών της γης που οι γεωργοί παρήγαγαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Το χωριό στο σύνολό του είχε συναίσθηση της θέσης του στη βάση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, και αντίληψη του «έθνους» ως συγκολλητικής ουσίας των διάφορων ομάδων και στρωμάτων της. Η σλαβόφωνη, «ντόπια» πλειοψηφία της περιοχής είχε από καιρό αφομοιωθεί και οι περιθωριακές και πλέον παράνομες κραυγές διαμαρτυρίας είχαν καταπιεστεί αποφασιστικά στην σιωπή και την αφάνεια. Στην Κρύα Βρύση, το Πλασνίτσοβο της προπολεμικής εποχής, πλούσιοι και φτωχοί δεν υπήρχαν, ούτε προύχοντες και πληβείοι, ούτε χώρος στις συνειδήσεις για τέτοιου είδους υπεραπλουστεύσεις. Αυτές, στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν βοηθούσαν κανέναν εκεί γύρω, ειδικά σε πολιτικά στενόχωρες εποχές.

Οι αγροτικές οικογένειες συνυπήρχαν αρμονικά και με το μόχθο τους καλλιεργούσαν την σχετικά ακριβοδίκαια μοιρασμένη γη που περίκλειε το χωριό τους, ενώ οι υπόλοιποι ήταν φιλοξενούμενοι της κοινότητας, καλοδεχούμενοι ξένοι, συνήθως με άλλους τρόπους και κουλτούρα, οι οποίοι όμως με την πρώτη ευκαιρία θα μετοικούσαν, όπως ο καθένας από τον ιστό του χωριού γνώριζε. Κι όλοι οι άντρες, μόνιμοι και πρόσκαιροι, σμίγανε στην πλατεϊτσα και το καφενείο, οι οικογένειες στους περιοδεύοντες θιάσους, παιδιά και νέοι στο εποχιακό λούνα-παρκ, όλοι τους στις εθνικές και σχολικές γιορτές, με τις πατριωτικές παραστάσεις, τις γυμναστικές επιδείξεις, τους αναπόφευκτους πανηγυρικούς λόγους, τις μικροπαρελάσεις των μαθητών και της εθνοφρουράς των ΤΕΑ, τις καταθέσεις στεφάνων· στις λειτουργίες της εκκλησίας για πιστούς και καταπιεσμένους από τις περιστάσεις άπιστους, και το ετήσιο πανηγύρι της για ολάκερο το χωριό και τα γειτονικά του. Το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» που η πρόσφατα πραξικοπηματικά εγκαθιδρυμένη χούντα έθεσε ως απώτερο ιδανικό της πορείας του έθνους, σε εκείνο το χωριό τουλάχιστον είχε από καιρό αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, να συνυφαίνεται με την κοινωνική του πραγματικότητα. Τέτοια πολιτικά γεγονότα ελάχιστα επηρέαζαν την καθημερινότητα του χωριού, ελάχιστα το παρέκκλιναν από τα καθιερωμένα εδώ και δεκαετίες εθνικά και θρησκευτικά «ήθη και έθιμα».

Monday, August 22, 2022

Ένα Παιδί - 2 Κρύα Βρύση: Εκτός Έδρας

Τα προσχολικά βήματα δεν τα περπάτησα στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν ακόμα μικρός για το κανονικό δημοτικό σχολείο. Ο Πατέρας ξεκινούσε, δεν ξέρω με τι ενθουσιασμό, τη δική του νέα επαγγελματική θητεία σε δημόσιο οργανισμό (παραγωγικό και αναπτυσσόμενο, παρά το οξύμωρο σχήμα), όπου έκτοτε και για τα επόμενα τριάντα χρόνια, μέχρι την σύνταξη, θα εργαζόταν. Η γιαγιά δεν μπορούσε και μάλλον δεν ήθελε, καθώς έμπαινε στην τρίτη ηλικία και τα βάρη μιας ζωής οικογενειακής φροντίδας ελάφρωναν, να θυσιάσει το ελάχιστο κομμάτι της ελευθερίας που κέρδισε και να διέθετε μέρος του λίγου χρόνου που της απέμενε στον κόσμο αυτό χωρίς πολλές δεσμεύσεις. Το καθήκον της ως σύζυγος και μάνα τριών σχετικά δύστροπων αντρών το είχε εκπληρώσει στο έπακρο χωρίς ηθική ανταπόκριση και πρακτική βοήθεια. Είχε κουραστεί. Λένε ότι με τον ευθύ μικρασιάτικο της τρόπο αρνήθηκε κατηγορηματικά να με νταντέψει σε μια περίοδο της παιδικής ηλικίας με δυσκολίες και απαιτήσεις, παρά την αδυναμία και αγάπη που μου έτρεφε. Γνώριζε επίσης, κι αυτό από πρώτο χέρι, ότι η βοήθεια και συμπαράσταση που θα παρείχε ο πατέρας σε πρακτικά θέματα διατροφής και καθημερινές ανάγκες θα ήταν αμελητέα· όπως πάντα, η αρωγή του σε θέματα όπως η φροντίδα παιδιών ήταν σα να προσπαθεί κάποιος να στεγνώσει ένα βρεγμένο κορμί με υγρή πετσέτα.  

Η Μάνα μάλλον δεν το πολυήθελε, αλλά έπρεπε να δουλέψει για την ευημερία της οικογένειας και να δικαιολογήσει το πτυχίο της Ακαδημίας. Και οι δάσκαλοι, τότε και μέχρι τις ημέρες μας, ξεκινούσαν την καριέρα τους με σειρά μεταθέσεων «εκτός έδρας», μακριά από τις μεγάλες πόλεις, τα σπίτια και τις οικογένειές τους, παρά και ενάντια στο νομοτελειακό ρεύμα αστυφιλίας που έτρωγε τις σαράκι της υπαίθρου. Με πήρε, πέντε χρονών παιδί, μαζί με λιγοστά απαραίτητα πράγματα στον προκαθορισμένο τόπο δουλειάς της για μιαν ολόκληρη σχολική χρονιά, έναν ολόκληρο βαρύ χειμώνα του κεντρικού μακεδονικού κάμπου. Λίγο καιρό μετά την γέννησή μου αιτήθηκε και αναδιορίστηκε δασκάλα στο δημόσιο σχολείο, αποφασισμένη να υποστεί τη ταλαίπωρη μοίρα των νεοδιοριζόμενων. Είχε ήδη μεταθέσεις στο ενεργητικό της σε άδοξα μέρη της υπαίθρου, όπως ο Βαθύλακκος και ο Μακρύγιαλος. Η στοιχειώδης μόρφωση ήταν αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των παιδιών κάθε άκρης της επαρχιακής Ελλάδας, αν και τα καθυστερημένα χωρία της μπορεί να δεχόταν την υποχρεωτική παιδεία με αδιαφορία, ως μια άνωθεν επιβαλλόμενη υποχρέωση για τα παιδιά της, συνήθως ακατανόητη στο μυαλό των χωρικών, στην πλειοψηφία τους είτε αγράμματοι, είτε με μιαν κουτσή και στραβή μόρφωση. Στην βαθιά ελληνική επαρχία και αυτούς που είχαν ριζώσει σε αυτήν απασχολούντο στην οικονομία της το κύριο ζητούμενο η καλλιέργεια των αγρών και η φροντίδα των ζώων, που δεν απαιτούσε πολλά γράμματα.

Εκείνη τη σχολική χρονιά του 1968-1969, ένα αόρατο χέρι του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας (και Θρησκευμάτων, βεβαίως) μετέθεσε την Μάνα σε ένα χωριό του νομού Πέλλας με το ωραίο όνομα «Κρύα Βρύση». Κουτσοχώρι το αποκαλούσαν στην αργκό τους η Μάνα και δασκάλες φίλες και συνάδελφές της, που η κρατική γραφειοκρατία διέσπερνε σε «οργανικές θέσεις» του ελληνικού δημόσιου σχολείου, εδώ κι εκεί στην ελληνική επικράτεια -σε προορισμούς σπάνια επιθυμητούς, συνήθως ανεπιθύμητους. Για τον καθένα από το στρώμα των κατώτερων δημόσιων υπαλλήλων, το κατά πόσο θα μπορούσε να πλάσει και μικροδιαχειριστεί τη ζωή γύρω από προκατειλημμένες ιδέες και επιθυμίες, προσωπικά σχέδια, ίσως και όνειρα, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα και τις γνωριμίες που διέθετε στα ενδότερα της κρατικής γραφειοκρατίας και σε μικρότερο βαθμό από κάποιο ακατανόητο, κατ’ επίφασιν αξιοκρατικό και προνοιακό, αλλά στην ουσία αυθαίρετο, «σύστημα μορίων».  Ίσως από προκατάληψη, ίσως από εμπειρίες που μεταδίδονταν στο συνάφι από στόμα σε στόμα. Η ποιοτική βαθμονόμηση τέτοιων προορισμών μετάθεσης είτε σε «κουτσοχώρια», τα οποία ο νεόφερτος πιθανότατα από κάποιο μεγάλη πόλη δάσκαλος δεν θα είχε απαντήσει ή ακούσει ποτέ στην προηγούμενη ζωή του, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, σε κεφαλοχώρια και κωμοπόλεις, γενικά οπουδήποτε έξω και πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα υπήρχε το προνόμιο του δημοτικού σχολείου, επηρεαζόταν από διάφορους παράγοντες: Πρώτα και κύρια, από την ευκολία της συγκοινωνίας και πρόσβασης στον τόπο δουλειάς από τον τόπο καταγωγής και της οικογενειακής έδρας. Δευτερευόντως, από τις διεξόδους που θα είχε έκαστος, σχετικά μορφωμένος, εργαζόμενος στο λιγοστό ελεύθερο του χρόνο κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης, εξαήμερης εργάσιμης βδομάδας. Άλλα αντικειμενικά χαρακτηριστικά, όπως ο πληθυσμός, η υλιστική ευημερία των κατοίκων και το πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο, συνήθως παραγνωρίζονταν στις υποκειμενικές αξιολογήσεις, αν και όλοι αναγνώριζαν ότι οι κύριοι κι ο σωρός από δευτερεύοντες παράγοντες είναι λίγο-πολύ αλληλένδετοι. 

Saturday, August 13, 2022

Ένα Παιδί - 1 Επιστροφή στο Δρομάκι

Πριν περάσουν στην τελευταία φάση της ζωής τους, ο Λεωνίδας και η Ευδοξία επέστρεψαν στο διώροφο της παρόδου της Δεληγιώργη, δέκα χρόνια αφού το είχαν αφήσει για πρώτη φορά στα πέτρινα χρόνια της Κατοχής. Έγινε ξανά δικό τους μετά από μια χαοτική περίοδο απογοητευτικής περιπλάνησης, μέχρι και απελπισίας. Μαζί με το Μάριο, τον ασθενικό, ξερακιανό έφηβο, και τον Πατέρα, φοιτητή πλέον, που πίσω από ένα εξίσου αδύνατο κορμί και μια γοητευτική φυσιογνωμία, κουβαλούσε καλό μυαλό, σιδερένια υγεία και πολλά νεύρα. Αποκτούσε με όρεξη μόρφωση, που έκτοτε θεωρούσε ανεκτίμητο αγαθό, και συσσώρευε γνώση και ιδέες. Μετά από λίγα χρόνια, στις αρχές τις δεκαετίας του ’60, έδωσαν το σπιτάκι αντιπαροχή, υπακούοντας στα καλέσματα της εποχής, της ανοικοδόμησης και του εκσυγχρονισμού των πόλεων που προκήρυξε κι έβαλε μπρος ο Καραμανλής. Ένα παλιόσπιτο ήταν κι αυτό από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Την οικοδομή που ο εργολάβος ανάλαβε να χτίσει στη θέση του θα την ταλαιπωρούσε για χρόνια: η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας ήταν ακόμα ισχαιμική και το χτίσιμο πολυκατοικιών, παρά τους φρενήρεις ρυθμούς που ξεφύτρωναν ανάμεσα στα χαμόσπιτα της πόλης, big business.

Περιπλανηθήκαμε κι εμείς. Η γέννηση μου με βρήκε, κάπου μακριά από την παλιά γειτονιά, στον πάνω όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας της Σπύρου Λούη 1, σε ένα στενό που κατέληγε σε μια γωνιά της πλατείας Ναβαρίνου. Σε κάθε βόλτα από την περιοχή δεν παραλείπω να ρίξω μια ματιά προς το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου, στις γλάστρες και τ’ απλωμένα ρούχα – από μια μυστήρια έλξη. Σα ν’ αποτίνω ματαιόδοξα κάποιο φόρο τιμής στον εαυτό και την γέννησή μου. Πίσω από τα παντζούρια του ξεκίνησε μια ακόμα απειροστά ασήμαντη ζωή, ένα γεγονός που σίγουρα δεν ένοιαξε τους ενοίκους τότε και τους ενοίκους που ακολούθησαν. Όλα τα ξεκινήματα, ακόμα και τα ασυνείδητα ή ξεχασμένα κουβαλούν μια δόση νοσταλγίας, ενώ από την άλλη μεριά η μελαγχολία και λύπη έρχεται με το κλείσιμο κάθε κεφαλαίου στη ζωή μας, όπως η θλίψη στο τέλος της. Η πολυκατοικία μας θα ήταν από τις πρώτες της Θεσσαλονίκης, προπολεμική. Διέθετε μάλιστα και ασανσέρ, που η Λίτσα, η δίδυμη αδερφή της Μάνας, με όλες τις φοβίες κι εμμονές της αρνιόταν να το χρησιμοποιήσει στις συχνές επισκέψεις της στη αδερφή και το νεογέννητο μωρό της, ανεβαίνοντας πέντε ολάκερους ορόφους με τα πόδια. Τα κατάφερνε μια χαρά. Το λαχανιασμένο καλησπέρα της Λίτσας το υποδεχόταν κάποιο ειρωνικό σχόλιο του Πατέρα -ως συνήθως, καθώς ο ίδιος ουδέποτε στη ζωή του θα έμπαινε στον κόπο να ανεβεί σκαλιά.

Ήμουν ακόμα μωρό για να θυμάμαι ο,τιδήποτε όταν μετακομίσαμε σε ένα φωτεινότερο διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας με πρόσοψη στην Κωνσταντινουπόλεως, πάνω από το θόρυβο των λεωφορείων κι αυτοκινήτων, ακόμα και φορτηγών, στη πλατιά λεωφόρο από κάτω μας, όχι μακριά από τη διχαλωτή διασταύρωση με την Παπαναστασίου. Η διευρυμένη, από εμένα το τριών-τεσσάρων χρονών νήπιο και την Μάνα, οικογένεια του Λεωνίδα, έσμιξε ένα χρόνο αργότερα σε μια πολυκατοικία της οδού Καραϊσκάκη. Στον προνομιούχο δεύτερο όροφο εμείς, στον πρώτο η γιαγιά κι ο παππούς, με τον νεαρό Μάριο έναν περιστασιακό περαστικό στα χρόνια της θητείας του και των νεανικών σουλατσαρισμάτων. Εκεί, κάτω από την Δελφών, στην Καραϊσκάκη και τους άλλους δρόμους με τα ηρωικά ονόματα, την Παπαφλέσσα, την Αθανασίου Διάκου, την Ζαΐμη, άρχιζα να μαζεύω τις πρώτες μου αναμνήσεις. Θυμάμαι το χασάπικο της γειτονιάς απέναντι από τη γωνιά μας και τις διαπραγματεύσεις με το χασάπη για το κρέας που θα βάλει στην κυμαδομηχανή. Τον καπάτσο μανάβη της Δελφών με το πονηρό, γελαστό πρόσωπο κάτω από την τραγιάσκα, που αγενώς αρνιόταν να πουλήσει τις πολύτιμες μπανάνες του αν ο πελάτης δεν ψώνιζε τακτικά από το μανάβικο ένα μίνιμουμ εδώδιμων οπωροκηπευτικών. Θυμάμαι το περιστατικό με το βαρύ μπρούτζινο γουδί που έριξα από το μπαλκόνι της γιαγιάς, που εκείνους τους μήνες με επέβλεπε απουσία της Μάνας στη δουλειά, κατά λάθος ή από παιδική αφέλεια και περιέργεια -δεν ξέρω, και το οποίο προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση, στην γιαγιά και τους αυτόπτες γείτονες και περαστικούς, καθώς θα μπορούσε εύκολα να είχε σκοτώσει κάποιον. (Ένα φανταστικό και υποθετικό γεγονός, όσο και δυνητικά τραγικό, προκαλεί ανεξήγητα απόγνωση και υστερία σε κοινούς ανθρώπους, και το περιστατικό με το γουδί έγινε οικογενειακός θρύλος.) Θυμάμαι την Μάνα να με ταΐζει συκωτάκια στο τηγάνι ή γιουβαρλάκια ή κρεατόσουπες, γεύσεις τότε ξενικές αποκρουστικές για τον αγύμναστο, παιδικό μου ουρανίσκο, φαγητά που έτρωγα με το ζόρι μέχρι σημείου αναγούλας. Θυμάμαι το μυστήριο των ατέλειωτων εξερευνήσεων στις γωνιές των δωματίων, ξαπλωμένος και σερνάμενος στα ξύλινα πατώματα της γιαγιάς που με κοίταζε, κάτω από κρεβάτια, τραπέζια και ντουλάπες, με στρατιωτάκια να οργανώνω πολέμου και με αυτοκινητάκια αυτοκινητοδρομίες. Για το τετράχρονο παιδί ένα λιτό, επιπλωμένο δωμάτιο, με τις γωνιές και τα κρησφύγετά του και ένα σωρό κρυμμένα γνωστά και άγνωστα αντικείμενα, γίνεται εύκολα κόσμος περιπέτειας όπου η φαντασία του αφήνεται να οργιάσει. Θυμάμαι τα δωράκια και τα πειράγματα του θείου Μάριου που μ’ αγαπούσε περισσότερο και από τον Πατέρα. Θυμάμαι τη μαγεία και έλξη που ασκούσε το ακάλυπτο ρέμα της Φλέμινγκ, λίγο παραπέρα από  την είσοδο της πολυκατοικίας μας, πίσω από αγριόχορτα στο τέλος της παρόδου. Σε μέρες βροχής φούσκωνε από λασπόνερα, γινόταν αγριεμένος χείμαρρος, που δεν μου επιτρεπόταν αυστηρά να πλησιάσω, να χαζέψω την ορμή του πίσω από τα αγριόχορτα.  

Θα ερχόταν ο καιρός να εξερευνήσω εκείνο το θρυλικό ρέμα. Με περίμενε λίγο παραπάνω στη ροή του, κοντά στο γεφυράκι της Δεληγιώργη, παραδίπλα στην πάροδο της και το πατρικό του Πατέρα, όπου πλέον θα ορθωνόταν ο κυβικός όγκος μιας ακόμα πολυκατοικίας, καινούργιας, μοντέρνας. Το τελευταίο σπίτι των Ι. μέχρι να ενηλικιωθώ και μέχρι να πεθάνουν οι γέροι μας περίμενε. 

Thursday, August 11, 2022

Γονιοί - 5 Περί Νοοτροπίας

 Από τη διεύρυνση της οικογένειας σε τόπους και με συντρόφους, τους οποίους κανένας από τους δυο γονείς δεν προείκαζε, αιφνιδιάστηκαν και στενοχωρήθηκαν. Για τους ίδιους και πολλούς της τάξης τους ήταν αδιανόητο να ζήσει κάποιος ζωή καλύτερη μακριά από τον τόπο που τον γέννησε, παρά τα εμφανή στραβά αυτού του τόπου και των ανθρώπων του, της κυρίαρχης κουλτούρας και κοινωνικής νοοτροπίας του, όπως τούτα αντιφατικά επισημαίνονταν και από τους ίδιους τους γονιούς σε τακτική βάση. Λογική μια τέτοια άποψη, παρά την αντίφασή της με την πραγματικότητα. Κατανοητή η στάση να ευλογούμε τα γένια μας, ώστε να δικαιολογούμε στους εαυτούς και την συνείδησή μας αυτό που είμαστε και ζούμε. Διαφορετικά θα δεχόμασταν ότι η ζωή μας είναι ατυχής και δυστυχισμένη και αυτό θα ήταν μια τραγική κατάληξη πνιγμένη σε ενοχές και “what ifs”. Άλλωστε, η φιλοσοφία του καθενός αντανακλά τον τρόπο ζωής του και ο καθένας συνήθως ζει αυτό που δασκαλεύει ή συμβουλεύει σε άλλους. Σε πολλές περιπτώσεις οι γονιοί αντέδρασαν στις εξελίξεις που μας μετατόπιζαν ακόμα πιο μακριά στον πλανήτη και τον κόσμο και μας απελευθέρωναν από τις αλυσίδες μιας εθνικής κουλτούρας και κληρονομιάς, αλλά διατηρώντας κάποια προσχήματα σεβασμού του δικαιώματος μας στην αυτονομία και αυτενέργεια, και κάποιες διστακτικές παραδοχές ότι εν τέλει υπήρχαν εναλλακτικές πορείες ζωής σε ποιοτικά ανώτερα επίπεδα,  καλύτερες από πολλές απόψεις από αυτές που οι ίδιοι ακολούθησαν. Τελικά, απρόθυμα αποδέχονταν το διαφορετικό οικογενειακό status quo που διαμορφωνόταν, παρά τις αντιρρήσεις και βαθιά ριζωμένες, άκαμπτες αντιλήψεις. Δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα για να αποτρέψουν τέτοιες αλλαγές σε σχετικά νοήμονες ανθρώπους που από νέοι είχαν ανοίξει τα φτερά τους και πετάξει μακριά.  

Πέρα από τη μικρή περιουσία και τις λίγες παραδόσεις που κληρονομήθηκαν από προηγούμενες γενιές, οι γονείς και η οικογένεια που έμεινε πίσω ακολούθησε την πεπατημένη της μικροαστικής, δημοσιοϋπαλληλικής τάξης – της μοίρας και κατάρας της. Την τάξη αυτή διέκριναν πολλά γνωστές τετριμμένες φιλοδοξίες και κοινότυπα ορόσημα: ένα δεύτερο διαμέρισμα «για τα παιδιά» και (ποιος ξέρει;) και τα εγγόνια, το εξοχικό στη Χαλκιδική, μια ατέρμονη διαδικασία επίπλωσης και χωρίς νόημα περιοδικής ανανέωσης αυτής της επίπλωσης, δηλαδή ενός ράβε-ξήλωνε, καταθέσεις στο ταμιευτήριο που αυγάτιζαν για τη βροχερή μέρα ή, αν αυτή δεν ερχόταν (και που σπάνια έρχεται σε δημόσιους υπάλληλους που ο μισθός και η σύνταξη εισπράττεται βρέξει-χιονίσει), για τα γηρατειά. Η Μάνα έγινε κύριος θεματοφύλακας τα των εν οίκω, των μικροσυμφερόντων της οικογένειας, με καχυποψία απέναντι σ’ έναν κόσμο που εν γένει καιροφυλακτούσε για να τα διακυβεύσει, ο Πατέρας υπεροπτικός «τσάρος» της οικογενειακής χρηματιστικής μικροοικονομίας, καθώς χάριν στερεοτύπων δεν θεωρούσε τις γυναίκες ικανές να διαχειρίζονται και επενδύουν μεγάλα χρηματικά ποσά, ούτε εύκολα προσαρμόσιμες σε σχετικές τεχνολογικές καινοτομίες. Όλες αυτές οι τάσεις και ενέργειες θα μπορούσαν επιγραμματικά να συνοψιστούν ως η «μικροαστική νοοτροπία» της γενιάς τους. Ήταν βεβαρημένη με τα ελαττώματα μιας χώρας εξαρτημένης και στο περιθώριο του αναπτυγμένου κόσμου, που πάντα αγκομαχούσε να προσαρμοστεί στις εξελίξεις της τεχνολογίας, με περιθωριακή συμμετοχή στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, που δεν παράγει ούτε σημαντικό υλικό πλούτο, ούτε τις δεκαετίες μετά την μεταπολίτευση έχει να παρουσιάσει αξιόλογη, αυθεντική και γνήσια ντόπια δημιουργία με παγκόσμια ακτινοβολία στις επιστήμες και τις τέχνες. Αυτήν τη νοοτροπία κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια στη διάρκεια της ζωής μου ν’ αποβάλλω ή να την αλλάξω, έχοντας πλήρη συνείδηση του χαρακτήρα και της ουσίας και των αδιεξόδων στο οποία εκάστοτε καταλήγει.

Κακολογία, κακεντρέχεια, χαιρεκακία συχνά χαρακτήριζαν τη συμπεριφορά της Μάνας σε πολλές από τις συναναστροφές της με το έξω κόσμο, παρά το πάντα προσποιητά ευγενικό και καλοσυνάτο προσωπείο που φορούσε εν δήμω. Αντιμετώπιζε με καχυποψία και γενικά αρνητική προδιάθεση ξένους και ανθρώπους που είτε βρίσκονταν μόνιμα, είτε έβγαιναν παροδικά εκτός ενός  περιχαρακωμένου κύκλου στενών, αγαπημένων προσώπων. Αλλά και αυτοί οι κοντινοί της άνθρωποι δεν έμεναν στο απυρόβλητο περιστασιακών αρνητικών σχολίων in absentia, κοινώς κουτσομπολιού με άλλα πρόσωπα του ίδιου κύκλου. Αυτή η κοινωνική συμπεριφορά και κριτική της Μάνας προς άτομα και κοινωνικές ομάδες, ανεξάρτητα κάποιων ιχνών αντικειμενικότητας ή των αδιάσπαστων προκαταλήψεων που όλοι κουβαλάμε, με βοήθησε να εμπεδώσω την κύρια αντίθεση (ή «πάλη») που διακρίνει την ελληνική κοινωνία από τη μεταπολίτευση και σχεδόν απαράλλακτη μέχρι σήμερα. Εξαιτίας πάντα της δεδομένης έλλειψης μιας στέρεας και πλατιάς παραγωγικής βάσης, αυτή η αντίθεση δεν αντανακλούσε ευθέως την κλασσική αντίθεση που διακρίνει τον καπιταλισμό από τα γεννοφάσκια της βιομηχανικής επανάστασης: ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Μάλλον είναι ένα υποπαράγωγό της, χαρακτηριστικό εξαρτημένων, περιθωριακών και παρασιτικών οικονομιών. Απεναντίας, η εμπειρία της ενηλικίωσης και τα διαβάσματα μου δίδαξαν ότι η ελληνική κοινωνία και η πολιτική της ζωή πλάθονται από τις διαμάχες και συγκρούσεις ανάμεσα στα διάφορα στρώματα μιας υπεργιγαντωμένης και εν πολλοίς αντιπαραγωγικής μικρομεσαίας τάξης, κατακερματισμένης σε συλλόγους και συντεχνίες και (όπως πάντα στον καπιταλισμό) ατομικά συμφέροντα. Με δυο μεγάλα κοινωνικά μορφώματα να διεκδικούν μερτικό σ’ ένα περιορισμένο υλικό πλούτο: των δημοσίων υπαλλήλων και τις λεγεώνες  κρατικοδίαιτων γραφειοκρατών και ιδιωτών μεσαζόντων και «δημόσιων λειτουργών» από τη μια μεριά, και των κάθε λογής ελεύθερων επαγγελματιών, μικροεπιχειρηματιών, μεταπρατών, εισοδηματιών, ραντιέρηδων, κτλ. από την άλλη. Όπου η μεν παράταξη φορτώνει τα ελλείμματα, την εισοδηματική της φτώχια, την κακομοιριά της ίδιας και των υπηρεσιών που προσφέρει στην φοροεισφοροδιαφυγή της δε, η δε λοιδορεί το κράτος και τις υπηρεσίες του για υδροκεφαλισμό και γραφειοκρατία, για παρασιτισμό και διαφθορά, ως εμπόδια σε κάθε παραγωγική διαδικασία. Και οι μεν και οι δε λειτουργούν σχετικά στεγανά κλεισμένοι στους στενούς κύκλους των συντεχνιών τους, αμυνόμενοι των μικροσυμφερόντων τους, με παντελή αδυναμία ν’ αντικρύσουν την ευρύτερη κοινωνία στο σύνολό της, απρόθυμοι να συναινέσουν προς χάριν του συνόλου. Μένει στα άθλια μεγάλα κόμματα «εξουσίας» της αστικής μας δημοκρατίας να συμβιβάσουν με το «άρπα-κόλλα» τέτοιου είδους αντιθέσεις. Η αποτελεσματικότητα όμως της διαχείρισης από την πολιτική τάξη της χώρας και των «μέτρων» και μεταρρυθμίσεων που κάθε φορά προτάσσονται είναι πάντα ελλειμματική, καθώς αυτή η τάξη είτε προέρχεται, είτε διαπλέκεται με αυτά τα στρώματα. Τις συγκρούσεις τους υποτίθεται επιτηρεί και επιχειρεί να συμβιβάσει, ενώ από την άλλην αυτοσυντηρείται και αναπαράγεται χάριν στην ψήφο τους, έναντι προνομίων, ρουσφετιών και πεσκεσιών.  

 Έμαθα, λοιπόν, και από την δική μου οικογένεια ότι «ο καθένας καλά είναι να κοιτά το συμφέρον του», τον «εαυτούλη» του που έλεγε η Μάνα, την «πάρτη του» που λέει ο λαός μας. Και το μόνο που περιστασιακά ενώνει αυτά τα υποστρώματα του «λαού» ή, καλύτερα, της πολυπληθούς και κατακερματισμένης μικρομεσαίας τάξης του, είναι ένας στείρος εθνικισμός κατά πραγματικών και φανταστικών εχθρών, μια παραχαραγμένη ιστορία, ο εκάστοτε προεκλογικός λαϊκισμός που μετεκλογικά θα ικανοποιήσει δια μαγείας και το μεν και το δε στρώμα, και την μεν και την δε τάξη, επιπροσθέτως των εταίρων, συμμάχων και ξένων αφεντικών. Και το κατάφερε ως ένα σημείο με δανεικά και χρέος, μέχρι την οικονομική κρίση του 2009, όπου το πολιτικό σύστημα, στρυμωγμένο στη γωνιά ανάμεσα στο εκλογείς που το αναπαράγουν και τους δανειστές του, το μόνο που κατόρθωσε τελικά να συντηρήσει ανάμεσα στα συντρίμμια της οικονομίας ήταν ο εαυτός του.  

Στο τέλος, τη μικροαστική καταγωγή και τη νοοτροπία της τάξης στην οποία γεννήθηκα μίσησα, όσο και αν παρέμεινα και ακόμα κάπως νιώθω δέσμιος της. Αντιφάσεις καθημερινές, στα σχολεία και το πανεπιστήμιο, στο στρατό, στη δουλειά, στα πεζοδρόμια, στα μαγαζιά και τις υπηρεσίες, στις συμβουλές των γονιών, των ασυνείδητα εγκλωβισμένων στο κελί της τάξης τους, όλες αυτές τις αντιφάσεις που πρότασσε η καθημερινότητα, δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω και να συμβιβάσω, πόσο μάλλον να τις αποδεχτώ και να ζήσω με αυτές. Ο τόπος που με γέννησε συρρικνωνόταν μπροστά μάτια μου, το ίδιο και ο χρόνος του παρελθόντος πίσω μου. Το μέλλον δεν θα περίμενε. Έριξα μαύρη πέτρα, παρά τα συναισθηματικά νήματα της παιδικής ηλικίας που με κρατούσαν πίσω και αργότερα πολλές φορές με τραβούσαν και ακόμα τραβάνε πίσω, χάριν της νοσταλγίας των νιάτων και των όμορφων αναμνήσεων που μου πρόσφεραν. Προσπάθησα να αλλάξω κουλτούρα και νοοτροπία, να διαμορφώσω και πορευτώ με διαφορετικές αντιλήψεις από αυτές που κληρονόμησα, κι ως ένα βαθμό το κατάφερα. Τελικά, μάλλον δικαιώθηκα -απέναντι στον εαυτό μου, καθώς συνείδηση και πράξη ως επί το πλείστον συμφώνησαν.  

Tuesday, August 9, 2022

Γονιοί - 4 Γάμος, και η Ζωή Συνεχίστηκε

Κι έτσι παντρεύτηκαν με τις τυπικές, συγκρατημένες ευλογίες των οικογενειών, και κουμπάρο και μετέπειτα νονό μου τον αδερφό του Πατέρα. Μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, ο γάμος συνέβη επτά μήνες (και όχι εννιά!) από τη σύλληψή μου. Επομένως, πιθανόν η εγκυμοσύνη της Μάνας να είχε επισπεύσει την τελετή. Ίσως ο γάμος να ήταν και στο πρόγραμμά τους από πριν. Όποια όμως σχέδια, μέχρις και όνειρα, να είχαν κάνει για τον γάμο τους, εφόσον υπήρχαν τέτοια, και για ένα μέλλον μαζί, μέχρις, όπως λένε, ο «θάνατος να τους χωρίσει», η φλόγα του έρωτα έσβηνε γρήγορα. Ακόμα γρηγορότερα μετά τη γέννηση του μικρού Αδερφού επτά χρόνια μετά την δική μου. Δεν την πρόλαβα τη φλόγα εκείνη αναμμένη όταν άρχισα ν’ αποκτώ συνείδηση περί τίνος επρόκειτο ένας έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους ανθρώπους.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη η εξέλιξη για τέτοιους είδους σχέσεις κάτω από τις συνθήκες που ξεδιπλώνονται στο μονοπάτι μιας κοινής, τετριμμένης ζωής, που μεγάλο μέρος της καταλαμβάνεται από κάποια δουλειά ρουτίνας, την αυτοσυντήρηση και εξασφάλιση των αναγκαίων, το μεγάλωμα παιδιών, και που τελικά βαδίζει μονότονα προς το αναπόφευκτο τέλος. «Η βάρκα του έρωτα τσακίζεται στα βράχια της καθημερινότητας», όπως το έγραψε ο Μαγιακόβσκι στην επιστολή της αυτοκτονίας του. Συμβαίνει στους περισσότερους που ερωτεύονται: αυτή η μονοτονική και σχεδόν αναπόφευκτη εξασθένιση των συναισθημάτων, η κούραση, η τελική μεταμόρφωση του έρωτα σε μια συμβιωτική ανοχή – συχνά ούτε καν αυτή,  καθοδηγούμενη από ανάγκες και εξαιτίας της τριβής με τη ρουτίνα «στον καθ’ οδόν βίον». Δεν είναι λίγες οι φορές που και αυτό που λέμε αγάπη, το χρυσοστέφανο του έρωτα, η ζεστασιά σε κάποια γωνιά της ψυχής που διατηρείται όταν τα πάθη καταλαγιάζουν και που συνήθως επιζεί περισσότερο από τον έρωτα, χάνεται και αυτή. Και οι λίγες στιγμές κανονικότητας και κατανόησης, καμιά φορά οικειότητας, τρυφερότητας και έρωτα, αντικαθίστανται στην καλύτερη περίπτωση από σιωπή και αδιαφορία, στην χειρότερη από επιθετικότητα, εχθρότητα, μέχρι και μίσος.

Όταν μεγάλωσα αρκετά ώστε να μπορώ, έστω πρόχειρα και επιφανειακά και χωρίς σημαντική πείρα ζωής να αναλύω συναισθηματικές σχέσεις, αντιλήφθηκα ότι εκείνος ο προ πολλού χαμένος έρωτας των γονιών μου, στον βαθμό που δημιουργήθηκε και κάποτε υπήρξε, δεν μετασχηματίστηκε σε κάποιας μορφής συζυγική αγάπη και στοργή, έστω κατανόηση, ενόσω με το πέρασμα των χρόνων έσβηναν και τα τελευταία αποκαΐδια κι οι αναμνήσεις μιας σύντομης περιόδου κατά την οποία άνθισε ένα ειδύλλιο. Ούτε καν μεταμορφώθηκε, έστω, σε μιαν αρμονική και συμβατική συμβίωση, όσο ψυχρή κι αν γινόταν και φαινόταν αυτή. Γίναμε μάρτυρες καυγάδων με τρομακτικές φωνές, τις χοντρές παλάμες του Πατέρα να βαράνε τραπέζια, είδαμε πιάτα να τινάζονται στο ταβάνι της κουζίνας, τρομάξαμε με ξαφνικά βροντήματα της πόρτας, σπρωξίματα και αποβολές από το διαμέρισμα της πολυκατοικίας, τα κλάματα της Μάνας σε κάποια γωνιά, οι φιλότιμες μεσολαβήσεις της γιαγιάς που με την θρυλική στωική της κατάληξη: «όλοι τους, κορίτσι μου, είναι να τους ρίξεις έναν κουβά σκατά!» προσπαθούσε να την παρηγορήσει. (Είχε ιδίαν εμπειρία από τέτοιου είδους καβγάδες και τους είχε ζήσει σε όλο τους το μεγαλείο.) Οι τελικές, κακήν-κακώς, δήθεν συμφιλιώσεις κάλυπταν τσαπατσούλικα τις ρωγμές που με τον καιρό έγιναν ένα ρήγμα αγεφύρωτο ως κοντά στο τέλος. Οι σύντομες περίοδοι ηρεμίας και γαλήνης δεν μετατόπιζαν την ποιότητα της σχέσης του αντρόγυνου παρά την κατέβαζαν σε ένα χαμηλότερο σκαλί, απ’ όπου θα ξεκινούσε νέος γύρος καυγάδων και μεγαλύτερης συναισθηματικής απόστασης και αποξένωσης. Αυτά, εν ολίγοις, έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια. Και από τότε που άρχισα να διαισθάνομαι κι επεξεργάζομαι με συναισθηματική  αφετηρία το τι γινόταν γύρω μου (η λογική δύσκολα τα βγάζει πέρα με ψυχικές τρικυμίες), κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκείνη η περίοδος των παιδικών μου χρόνου άφησε ανεξίτηλα σημάδια και στην δικιά ψυχή μου και σε μεγάλο βαθμό επηρέασε την διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, πέρα από μια νεφελώδη γενετική κληρονομιά. Ελάχιστη παρηγοριά από τέτοιες αναμνήσεις ήταν το ότι κάποια φυσικής βίας, στην ωμή της εκδοχή, πέρα από μερικά μικρο-σπρωξίματα ή «πετάγματα» έξω από την πόρτα του διαμερίσματος ή του αυτοκινήτου, δεν έγινα μάρτυς.

Είχαμε, ανάμεσα στην Μάνα και τον Πατέρα, τη σύγκρουση χαρακτήρων που λησμόνησαν το ξεκίνημα τους, το ειδύλλιό τους, τις κάποιες αγκαλιές και αγγίγματά και τον έρωτά τους, που μετά από ένα σημείο αδιαφορούσαν για το τί τους ένωνε ή δεν το αναζητούσαν στην καθημερινότητα, που αγνοούσαν στα περισσότερα αλισβερίσια με τον έξω κόσμο τον σύντροφό ζωής της επιλογής τους, που εν τέλει άφησαν τη φθορά του καιρού, το ρέμα του χρόνου να τους παρασύρει. Πληγωμένος εγωϊσμός από τη μια, αυτός της Μάνας, που η έντονη καταπίεση και παραγκωνισμός του έβρισκε διέξοδο σε μια συχνά ατέρμονη και χωρίς συνειρμό μουρμούρα διαμαρτυρίας («γκρίνια» την έλεγε ο Πατέρας, «γκρινιάρα και γρουσούζα» την ανέβαζε και την κατέβαζε), ένδειξη αναποφασιστικότητας και δισταγμού έναντι πιο ριζοσπαστικών ενεργειών· ο υπερθετικός, αδιάλλακτος εγωϊσμός από την άλλη του Πατέρα, που εκδηλωνόταν κι επιβαλλόταν στην άποψη και θέληση του καθενός με στεντόρειες φωνές, αρκετά δυνατές για να ξυπνήσουν τη γειτονιά και να παγώσουν και ζαρώσουν τις καρδιές μας. Η παιδική μας ηλικία επιβίωσε χωρίς σημαντικές απώλειες και ψυχικά τραύματα, σχεδόν αλώβητη, από μερικές απόψεις συγκροτημένη και ενισχυμένη. Ο χρόνος σκλήραινε το πετσί μας. Κλείναμε τ’ αυτιά, σιωπούσαμε, κλεινόμασταν στα δωμάτια, αποσυρόμασταν μουλωχτά κατά τη διάρκεια τέτοιων επεισοδίων. Το χάσμα των γενεών ανοιγόταν και αυτό διάπλατο, αγεφύρωτο ανάμεσά σε μας και τους γονιούς. Τελικά φύγαμε από το σπίτι, σε μακρινούς τόπους, αλλά στις οικογενειακές επισκέψεις και μαζώματα η ίδια ατμόσφαιρα, οι ίδιες απαράλλαχτες συμπεριφορές, παγιωμένη πλέον νοοτροπία.

Μια ελάχιστη συμφιλίωση μεταξύ των γονιών τελικά επήρθε προς τα περασμένα γεράματα, με το βάρος όμως αμέτρητων χρόνων από προστριβές, φωνές και άγριους καυγάδες στην πλάτη τους: πολύ αργά στη ζωή, όταν οι μνήμες και του πιο πρόσφατου παρελθόντος αδυνάτισαν. Το μόνιασμα, λίγο περισσότερη συνεννόηση και συμφωνία, ακόμα και μερικά δείγματα τρυφερότητας κάποιας διαφορετικής υφής, άγαρμπα σαν αυτά πρωτάρηδων, επανήρθαν ανάμεσα στους δύο γέρους,  ενώπιο πιο πολύ της ανάγκης για καθημερινή συντήρηση και επιβίωση, που η εξυπηρέτηση τους γινόταν δυσκολότερη μέρα με τη μέρα γηρατειών που περνούσε. Ίσως και μπροστά στο φόβο της μοναξιάς που παραμόνευε πριν από το θάνατο.

Αλλά, μισός αιώνας συμβίωσης δύο ανθρώπων, τι τελικά επέδειξε άξιο ν’ απεικονιστεί με μερικά πιο ζωηρά χρώματα; Σε μιαν απόλυτα εγκαθιδρυμένη, αδιάσπαστη καθημερινή ρουτίνα, ο μεσημεριανός ύπνος και το φαγητό απόχτησαν στον κόσμο του Πατέρα κεντρική σημασία με την είσοδο του στη μέση ηλικία. Η Μάνα βγήκε στη σύνταξη όσο πιο νωρίς οι ευεργετικοί νόμοι τότε της το επέτρεψαν. Το λίγο μεράκι για διδασκαλία, αν ποτέ υπήρξε, στέρεψε. Το νοικοκυριό και οι δουλειές του σπιτιού, το φαγητό του Πατέρα, βέβαια, τα του σπιτιού γενικότερα, την προσέλκυαν σαν ψυχικός καταναγκασμός. Αφοσιώθηκε σ’ αυτά με επιμέλεια και με ζήλο και έγιναν το κύριο και αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής της, ενώ από την άλλη, επίσης ανεξήγητα και μηχανικά, τούτες τις άχαρες για πολλούς ασχολίες τις διεκπεραίωνε σε υπόκρουση γκρίνιας και δυσανασχέτησης από την αίσθηση ότι εκμεταλλεύθηκε μια ζωή από τον Πατέρα. Ο υπόλοιπος άπλετος ελεύθερος χρόνος και των δύο αναλωνόταν κυρίως σε σκέψεις και αγωνίες για τα «παιδιά», για μένα και τον Αδερφό. Στο μυαλό τους είχαν ακόμη την ανάγκη τους, την συμβουλή και στήριξή τους, υλική και ηθική, ενώ ο Πατέρας με το σιγοντάρισμα της Μάνας, επιδιδόταν σε διάφορες μίνι-σταυροφορίες επαναπατρισμού -γιατί «καλύτερα από την Ελλάδα δεν υπάρχει». Στείρες σκέψεις και κουβέντες, ατελέσφορες ενέργειες, επεμβάσεις και παρεμβάσεις, που όμως αναδείκνυαν κάπως το προφίλ ενός απόμαχου της δουλειάς και του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι κάνει κάτι χρήσιμο, μια διαφορά στις ζωές των άλλων. Ανάμεσα σε ψώνια για το φαγητό της μέρας, σε ατέλειωτα τηλεφωνήματα σε αδερφές και συγγενείς και φίλους- κι εμάς βέβαια, στο υποχρεωτικό καθημερινό διάβασμα της εφημερίδας, την τηλεόραση και κανένα ελαφρύ βιβλίο, και αργότερα για τον Πατέρα, το κομπιούτερ και ίντερνετ. Και τα χρόνια πέρασαν. Και οι δυο τους γέρασαν μακριά μας. Έμειναν ευχαριστημένοι από τη ζωή που έζησαν, άραγε;