Περιέργως, η εκπαίδευση των δυο αγοριών δεν επηρεάστηκε, παρ’ όλο που αυτή του Λεωνίδα δεν ξεπερνούσε το στοιχειώδες επίπεδο του Δημοτικού σχολείου, ενώ της αυτοδίδακτης Ευδοξίας ούτε καν αυτό. Οι ίδιοι παράμειναν, λοιπόν, από αδιάφοροι έως απαθείς απέναντι στην προοπτική οποιασδήποτε κατάρτισης και μόρφωσης των παιδιών τους, καθώς δεν διέθεταν το υπόβαθρο να εκφράζουν απόψεις επί θεμάτων παιδείας, ούτε να οραματίζονται τα φτερά που αυτή η παιδεία μπορεί να δώσει σε νέους ανθρώπους. Από την άλλη μεριά, όμως, υποθέτω ότι η αστική Μελενικιώτικη παράδοση που κουβαλούσε η ευρύτερη οικογένεια των Ι., οι πλέον έξυπνοι, ανοιχτόμυαλοι και πεφωτισμένοι θείοι, ο «αριστερός προλετάριος» Σωκράτης, ο «προοδευτικός αστός» και διανοούμενος Γιώργος Π. αφενός, ο «συντηρητικός αστός» Ηλίας αφετέρου, ενέπνευσαν και ενθάρρυναν τον Πατέρα με έμμεσους κι άμεσους τρόπους, δηλαδή συζητήσεις σε οικογενειακές μαζώξεις και επισκέψεις. Αυτή καθαυτή η παρουσία του Σωκράτη, του μέλους της εργατικής avant-garde, στο «πατρικό» κατά τα παιδικά χρόνια του Πατέρα, και των άλλων προσωπικοτήτων στα περιθώρια της οικογένειας του Λεωνίδα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Το λυχνάρι της γνώσης και της μόρφωσης θα παρέμενε, λοιπόν, αναμμένο σε δύσκολες εποχές και κάτω από αντίξοους αγέρηδες. Η μελλοντική ατομική ελευθερία, στο βαθμό που αυτή γίνεται εφικτή από τα όρια που κάθε φορά επιβάλλει το κοινωνικό περιβάλλον και ιστορικό πλαίσιο, η υλιστική βάση και προκοπή, η κατανόηση του γύρω κόσμου, η προσωπική ευτυχία όπως και να την αντιλαμβανόταν τότε κάποιος, όλα αυτά τα αφηρημένα και συγκεκριμένα φυσικά που επίσης στοιχειοθετούν ταξική άνοδο, αλλά και συμμετοχή στην κοινωνική πρόοδο, φυσικά προϋπέθεταν γνώση και μόρφωση. Αυτά τα χαρίσματα που προσφέρει η διαθέσιμη παιδεία, αναγκαστικά «δημόσια και δωρεάν» για τους απλούς ανθρώπους, χτίστηκαν λιθαράκι-λιθαράκι: τέσσερα χρόνια στο A΄ Αρρένων στο νεοκλασικό κτήριο της Βασιλίσσης ‘Όλγας, από την Παπάφη ποδαρόδρομος μέσα από ρέματα και τις προσφυγικές φτωχογειτονιές της Τούμπας· άλλα δύο χρόνια στην «Πρακτική Κατεύθυνση» (ή «θετική» όπως άρεσε στον Πατέρα να την αποκαλεί) που πρόσφερε το Ε΄ Αρρένων στην Ανάληψη, και όχι το Α΄ που, αν και υψηλότερου κύρους λόγω των πιο εύπορων γειτονιών που κάλυπτε, ήταν «Κλασσικής Κατεύθυνσης» και, επομένως, χωρίς σημαντικό μελλοντικό αντίκρισμα σε μια γρήγορα αναπτυσσόμενη ματεριαλιστική οικονομία. (Εδώ που τα λέμε, για την ανοικοδόμηση από τα συντρίμμια της Κατοχής και του Εμφύλιου το λιγότερο που χρειαζόταν η Ελλάδα από νέα χέρια και μυαλά ήταν η κλασσική φιλολογία και η αρχαιολαγνεία που τη συνόδευε, όπως σωστά θα σκεφτόταν ο Πατέρας και το μελενικιώτικο, εκ παραδόσεως παραγωγικό, συνάφι που τον επηρέαζε.) Έτσι, οι ορίζοντες του Πατέρα με τέτοια βήματα και τον καιρό θα διαπλατύνονταν.
Τα καλοκαίρια και τις διακοπές
του σχολείου, φιλότιμος και αυτός σαν τον Λεωνίδα, αναγκαζόταν κι έκαμε
περιστασιακές δουλειές του ποδαριού, πιο πολύ όμως για ένα πενιχρό χαρτζιλίκι
και χάριν της ικανοποίησης μερικών πειρασμών της εφηβείας που πρόσφερε η Τούμπα
και η πόλη. Καμιά φορά μάζευε συνδρομές από τα μέλη της Λέσχης Ελληνογαλλικού
Συνδέσμου, από μιαν λίστα με ονόματα και διευθύνσεις που η χοντρή γραμματέας
της, κάποια που σε σχήμα οξύμωρο απαντούσε στο όνομα Ευδοξούλα, του παράδιδε
κάθε τόσο να επισκεφτεί και συλλέξει . Άλλες φορές βοηθούσε με θελήματα και
μικρο-παραγγελίες έναν σχεδόν αγράμματο καπνέμπορα, ονόματι Πανίτογλου, ντιπ
κουτό και άσχετο ως προς στοιχειώδεις πράξεις αριθμητικής και λογιστικών, τις
οποίες, κανονικά, η επιβίωση κάθε επαγγελματία στο εμπόριο και κάθε
επιχειρηματικό κουρμπέτι προϋπέθετε. Καθώς το μυαλό του Πανίτογλου δεν συλλάμβανε
τι εξέφραζαν οι λογιστικοί αριθμοί σε λογιστικά βιβλία και τραπεζικούς
λογαριασμούς , πόσο μάλλον να υπολογίζει τόκους κεφαλαίων που χρωστούσε ή του
χρωστούσαν με βάση τα εκάστοτε επιτόκια και το χρόνο τοκισμού, ανάμεσα στις
άλλες παραγγελίες του ποδαριού, άτολμα και απολογητικά, αλλά με τον ηλίθιο και
χοντροκομμένο τρόπο που διακρίνει αφεντικά, ζητούσε από το γυμνασιόπαιδα πλέον
Πατέρα να υπολογίσει και του εξηγήσει τέτοιους υπολογισμούς. Και απαιτούσαν
εξαντλητική υπομονή και υπεραπλούστευση ώστε να γίνουν αντιληπτά από ένα χοντρό
κεφάλι σαν τον Πανίτογλου. Γι’ αυτήν τη διανοητική αγγαρεία ο Πατέρας δεν πληρωνόταν,
αλλά τουλάχιστον ακόνιζε το ήδη κοφτερό μυαλό του.
Πράγματι, ήταν δυνατό και κοφτερό
και ανοικτό μυαλό ο Πατέρας. Θα μπορούσε να καταφέρει περισσότερα στη ζωή πέρα
από μιαν άχρωμη και άοσμη εξέλιξη σε έναν δημόσιο οργανισμό, όσο κοινωνικά
παραγωγικός και να θεωρείτο στην εποχή του. Έχοντας αποκτήσει αυτοσυνείδηση και
πλήρη, ίσως και υπερφίαλη, επίγνωση της ευφυΐας του (δεν ήταν κάτι τέτοιο δύσκολο
στο περιβάλλον που μεγάλωσε), ανάπτυξε μια στερεοτυπική, σχεδόν μανιχαϊστική
αντίληψη περί ανθρώπων και των μυαλών που κουβαλούσαν: ως προς τα απαυγάσματα
της σκέψης και τις ιδέες τους, περισσότερο ως προς την περιπλοκότητα παρά το
βάθος ή την βαρύτητα και επιπτώσεις αυτών των ιδεών στον κόσμο γύρω τους. Η
αφετηρία του σε τέτοιες κρίσεις ήταν ένας στενός και άκρως υποκειμενικός ορισμός
της ευφυΐας, τα κύρια κριτήρια η δυνατότητα επίλυση λογικών γρίφων και
μαθηματικών προβλημάτων, η λογική επεξεργασία φυσικών φαινομένων, η διαύγεια του
λόγου και η ευφράδεια σε δημόσιες παρουσιάσεις, η ευκρινής και ευθύς διατύπωση
της σκέψης σε παρέες. Ο κόσμος στο μυαλό του χωριζόταν σε δυο κατηγορίες: σε
βλάκες, τους οποίους εκ προοιμίου αντιμετώπιζε αφοριστικά και με περιφρόνηση,
μέχρι και την απόλυτη και κατηγορηματική απόρριψη, και τους ευφυείς, στους
οποίους τακτικά απένεμε κολακευτικά σχόλια και επαίνους -τους παραδεχόταν και αποδεχόταν
ως μέλη του ίδιου club
που ανήκε κι αυτός, τους «άκουγε» κι ελάχιστες φορές ενστερνιζόταν τις ενδεχόμενα
διαφορετικές απόψεις τους. Των υπόλοιπων οι απόψεις συντρίβονταν πάνω σε ένα
τείχος προκατάληψης και εκ προοιμίου αντιλογίας. Ένα αντανακλαστικό πνεύμα αντίκρουσης
και αντιλογίας, στην περίπτωση του Πατέρα παθολογικών διαστάσεων, είναι συχνά
αποτέλεσμα υψηλής νοημοσύνης, που σπεύδει να διαχωρίζεται και αποστασιοποιείται
από τον κοινό νου και τόπο. Ανάλογες απόψεις, ή μάλλον προκαταλήψεις,
παρατήρησα σε πολλούς που είχαν την αυτοεπίγνωση και σιγουριά της δικής τους ευφυΐας,
ως ενός εκ γενετής κυρίως χαρίσματος, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν συνοδευόταν από
κάποια ανάλογη αναγνώριση από την κοινωνική και επαγγελματική ομάδα και τάξη
στην οποία ανήκαν, ούτε από κάποια αντίστοιχη σημαντική κοινωνική και
οικονομική ανάταση.
Πέρασε στο Πανεπιστήμιο Φυσικός,
το 1953, χωρίς σπρωξίματα από κανέναν, με αποκλειστικά δική του προσπάθεια και
πρωτοβουλία, ποιος ξέρει κάτω από ποιες συνθήκες. Η επιτυχία πέρασε σχεδόν
απαρατήρητη από τους γονιούς και την γειτονιά και δεν συνοδεύτηκε από τα
οικογενειακά πανηγύρια που ακολουθούν τέτοιου είδους επιτυχίας στη μοντέρνα
Ελλάδα. Ήταν μεγάλη υπόθεση για κείνη την εποχή, όντας μάλιστα παιδί κάποιου
κλητήρα του Συλλόγου Καπνεμπόρων Θεσσαλονίκης, μιας ασημαντότητας στην
κοινωνική διαστρωμάτωση της αστικής Θεσσαλονίκης, ελάχιστα παραπάνω από τα
εργατικά χέρια στις φάμπρικες επεξεργασίας καπνών, και μιας αγράμματης
προσφυγοπούλας από το Μπαϊντίρι που μεγάλωσε στην παραγκούπολη της Τούμπας.
Διότι όλα είναι σχετικά και πρέπει να αναφέρονται στο περιβάλλον και το χρόνο
της ζωής κάποιου, στις τέσσερις διαστάσεις που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται κατά
την διάρκεια της ύπαρξής του, και τις δυνάμεις, πολλές φορές ισχυρές και
αξεπέραστες, που αυτός ο χωροχρόνος εξασκεί. Ως το ανήσυχο πνεύμα που ήταν ο
Πατέρας, έφυγε για την Αθήνα, πρωτοδιορισμένος καθηγητής με σύμβαση, όπου
παρακολουθούσε παράλληλα το μεταπτυχιακό Ραδιοηλεκτρολογίας κάποιου Αναστασιάδη.
Ο Πατέρας πέτυχε, εν ολίγοις, ένα αξιόλογο κοινωνικό άλμα, από το φτωχικό
σπιτικό των προλετάριων γονιών και του θείου Σωκράτη, και εντάχθηκε «με το
σπαθί του» στην -ας την πούμε- μικροαστική ιντελιγκέντσια της πόλης.
Η Ελλάδα της εποχής των νεανικών
του χρόνων θα αναπτυσσόταν με γρήγορα βήματα, όπως συνέβη άλλωστε και με τις
περισσότερες μεταπολεμικές κοινωνίες της Ευρώπης που έπρεπε να αναστηθούν από
τα ερείπια του πολέμου και σταθούν στα πόδια τους, με ή χωρίς εξωτερική
βοήθεια. Με τις ατομικές επιλογές του, αξιοποίησε σε βέλτιστο βαθμό τα λίγα
περιθώρια ελευθερίας που επέτρεψε το περιβάλλον του και τους πλατύτερους
ορίζοντες που άνοιγαν σταδιακά τα σκαλοπάτια της μόρφωσης που ανέβηκα, και με
ανοιχτό μυαλό καβάλησε αυτό το άρμα της οικονομικής ανάπτυξης του τόπου. Αλλά
τα όρια της μικρομεσαίας αστικής κοινωνίας της Θεσσαλονίκης τελικά δεν θα
κατάφερνε να τα ξεπεράσει παρά την αρχική, νεανική ορμή του και παρά το κοφτερό
μυαλό και το πνεύμα που είχε και επεδείκνυε σε κάθε ευκαιρία. Αν είχε ο ίδιος συνείδηση
αυτών των ορίων, φιλοδοξούσε να τα ξεπεράσει και κάπου κόλλησε, κάτι τέτοιο δεν
τα γνωρίζω, ούτε θα το έλεγε αν ρωτούσα. Πιο πιθανή αιτία για το πλατό: αυτή η
ευφυΐα του, το έντονο πνεύμα αντιλογίας, ο δύσκολος και προβληματικός
χαρακτήρας ιδιαίτερα στις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους, να ενέργησε τελικά
ως τροχοπέδη στην καριέρα και τη ζωή του.
No comments:
Post a Comment