Τα πρώτα παιδικά χρόνια της ζωής του, τα σχετικά ήρεμα προπολεμικά χρόνια, ο Πατέρας τα έζησε σε μια πάροδο της Δεληγιώργη. Η οποία «οδός Δεληγιώργη» θα μπορούσε κι αυτή να χαρακτηριστεί «πάροδος», της Φλέμινγκ ίσως, σε μιαν αντικειμενική αξιολόγηση των δρόμων και σοκακιών της Θεσσαλονίκης. Ήταν και αυτή ένα στενό, χωμάτινο δρομάκι που σήκωνε σκόνη τα ξερά καλοκαίρια, ενώ μετά από κάθε βροχή γινόταν ένας άσχημος λασπόδρομος που τον διέσχιζαν αυλάκια νερού. Ελλείψει αποχετευτικού δικτύου, τα νερά των βροχών κυλούσαν μέσα από τις χαρακιές των δρόμων και φούσκωναν το ρέμα λίγο παρακάτω, που κατέβαινε από την Τούμπα και κατέληγε στο Θερμαϊκό. Ανήκε, εν ολίγοις, σε μια κατά κάποιο τρόπο λαϊκή, ίσως μικροαστική γειτονιά. Διαφυλάττω τον όρο φτωχογειτονιά για τις ακόμα πιο παρακατιανές περιοχές της πόλης, κατά τον Βαρδάρη και τον σιδηροδρομικό σταθμό μεριά, για τις δυτικές προσφυγικές συνοικίες και τις παρυφές της Τούμπας. Σε μια πάροδο μιας παρόδου, λοιπόν, σ’ ένα διώροφο σπίτι που το εγκατέλειψαν οι Τούρκοι κάτοικοί του μετά από εκείνες τις τραυματικές ανταλλαγές πληθυσμών, τον έφεραν στο σπιτάκι, νεογέννητο, έναν Φλεβάρη του 1935, από το Ρωσικό Νοσοκομείο της Παπαναστασίου. Λίγα χρόνια μετά, πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ήρθε στον κόσμο και το ίδιο σπιτάκι ο μικρός αδερφός του, ο Μ. Εκείνο το μωρό και παιδί το φαντάζομαι γελαστό και χαρούμενο και καλόκαρδο, καθώς τα χρόνια που μεγάλωνα και τον έζησα από το διπλανό διαμέρισμα της πολυκατοικίας μας ποτέ δεν θυμάμαι να εκφράζει θυμό και μιζέρια, ποτέ να υψώνει εκνευρισμένος τη φωνή.
Μας έλεγαν ότι η Κατοχή
αναποδογύρισε με αδυσώπητο τρόπο τις ζωές της πλειοψηφίας του πληθυσμού της
πόλης, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στα χωριά της υπαίθρου. Έσπρωξε τους
περισσότερους από κείνους που γεννήθηκαν σε χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και
μεγάλωσαν στις προσφυγικές γειτονιές της πόλης σε δουλειές του ποδαριού, σε
έναν ακατάπαυστο και ανυπόφορο, και εν πολλοίς ατελέσφορο αγώνα για αυτοσυντήρηση
και την στοιχειώδη καθημερινή επιβίωση, σε αυτό που λέμε βιοπάλη: για να
υπάρχει φαγητό στο τραπέζι και μια στέγη πάνω από το κεφάλι, και ρεύμα και
πόσιμο νερό. Σχέδια για το μέλλον δεν μπορούσαν να γίνουν, γιατί μέλλον δεν
υπήρχε, ήταν χαμένο στα σκοτάδια· αδύνατο να προδιαγραφεί μέσα από την πυκνή
ομίχλη που σκέπαζε το παρόν. Μόνο ένα κουτσό-στραβό σήμερα υπήρχε, άντε και ένα
αύριο -κακέκτυπο αντίγραφο του σήμερα.
Με τις αναδουλειές που επικρατούσαν, η οικογένεια του Λεωνίδα στηρίχτηκε σε λίγες
κότες, προσεχτικά φυλαγμένες από τα πεινασμένα μάτια του έξω κόσμου και, κυρίως,
τους κλεφτοκοτάδες ανάμεσά τους, στην καχεκτική κατσίκα της αυλής για το γάλα,
στους συγγενείς της γιαγιάς από τις Φώκιες που καλλιεργούσαν σιτάρι κι έφερναν στην
χάση και την φέξη μερικές χούφτες αλεύρι και λίγες σταγόνες λάδι. Στην απελπισία
των οικονομικών αδιεξόδων που βρήκαν στην πορεία, αναγκάστηκαν να ξεπουλήσουν τα
λιγοστών υπάρχοντα με κάποια αξία, μερικά ασημικά και κειμήλια και, τελικά, τη ραπτομηχανή
της Ευδοξίας, που ο οβολός από την ραφτική της τέχνη συνέβαλλε στο οικογενειακό
εισόδημα τα προκατοχικά χρόνια. Όλη η οικογένεια, ιδιαίτερα τα δυο αγόρια στη
φάση της παιδικής τους ανάπτυξης, αλλά κι ο Λεωνίδας με την Ευδοξία, κατέληξαν
υποσιτισμένοι, με ρουφηγμένα μάγουλα και ευδιάκριτα πλευρά. Καταβεβλημένα, σκεβρωμένα
σκιάχτρα κάτω από τον αδιάφορο ουρανό της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα σε καλοζωισμένους και
αμέριμνους Γερμανούς και Βούλγαρους στρατιώτες, πούπουλα στη σκόνη και το
κουρνιαχτό που σήκωνε ο Βαρδάρης. Τελικά όμως τα κατάφεραν. Επέζησαν.
Παρά τις μετρημένες ικανότητες
και επιδεξιότητες, την στοιχειώδη, κατακερματισμένη και γενικά αχρείαστη στη
ζωή του μόρφωση, την περιορισμένη κρίση και αντίληψη, παρά τα πολλά νεύρα και
την συχνά τυραννική του συμπεριφορά προς την πιο παρακατιανή προσφυγοπούλα
γυναίκα του, παρόλες αυτές τις αδυναμίες, ο Λεωνίδας, ο άνθρωπος, διέθετε
αξιοσημείωτα αποθέματα φιλότιμου κι ακεραιότητας, ίσως, κι εργατικότητα. Ήταν σε γενικές γραμμές πιστός και καλός
οικογενειάρχης και νοικοκύρης, όπως το αντιλαμβανόταν ο τότε κοινός νους. Είχε,
με άλλα λόγια, συναίσθηση της ευθύνης του ως πάτερ-φαμίλιας, κι επιπλέον τη
στωικότητα, την επιμονή κι εγκαρτέρηση που επέβαλε η πραγματικότητα της Κατοχής
και το ένστικτο της επιβίωσης κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όπως ήταν αναμενόμενο
από τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν ραγδαία γύρω, αλλά μακριά κι έξω από τον
έλεγχό του, στριμώχτηκε οικονομικά στη γωνιά, παρά την αξιέπαινη προσπάθειά του
να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Οι πλανόδιες πωλήσεις ψιλικών με ένα κασελάκι
κρεμασμένο από τον λαιμό του, αργότερα ένα αυτοσχέδιο μανάβικο που έστησε με το
γαμπρό του τον Στέλιο στη Φλέμινγκ, δεν απέδωσαν αρκετά, σχεδόν τίποτε. Ο
αδερφός του ο Σωκράτης, στο μεταξύ, συγκάτοικος και με μερτικό στο «πατρικό» σπίτι,
χρειαζόταν χρήματα για να θεραπευτεί από τη φυματίωση που τον ταλαιπωρούσε.
Ήθελε να ζήσει και ποιος μπορούσε να τον ψέξει για αυτό. Ζωσμένοι από τα φίδια σε
μιαν κατάσταση συλλογικής απελπισίας, συμφώνησαν να πουλήσουν άρον-άρον, εν
έτει 1942, δηλαδή στο αποκορύφωμα της Κατοχής και της δυστυχίας που έφερνε σε
σώματα και ψυχές των φτωχότερων και πιο αδύναμων από τους κοινούς θνητούς της
πολιτείας, το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, το σπιτικό της παρόδου της
Δεληγιώργη: σ’ έναν μαυραγορίτη, ονόματι Δημόκα, έναντι πινακίου φακής. Μάζεψε
την οικογένεια του ο Λεωνίδας και τις λίγες χρυσές λίρες που εκείνη η συναλλαγή
απέφερε, πλήρωσαν για την περίθαλψη του Σωκράτη, και μετακόμισαν σε μιαν
αυθαίρετη τρύπα δύο δωματίων, στην οδό Παπάφη, στο νούμερο 153 που αγόρασαν από
κάποιον αξιωματικό.
Με το τέλος της Κατοχής άρχισε
κάπως να διαλύονται το σκοτεινά σύννεφα από το εγγύς μέλλον μπροστά και τις
ψυχές τους. Οι συγκυρίες από τις δυνάμεις αισιοδοξίας που αναπτύσσονταν, από
τους ούριους ανέμους της ανάκαμψης στον τόπο και την κοινωνία, άρχισαν να
φυσάνε. Η θεά τύχη, όπως πολλοί συνοψίζουν με μια λέξη όλες τούτες τις ευνοϊκές
συγκυρίες, άρχισε να ψιλοχαμογελά στην
οικογένεια ενός ανέκαθεν πολιτικά ουδέτερου, μέχρι και α-πολίτικου, με
περιορισμένη κοινωνική και πολιτική διορατικότητα Λεωνίδα, αν όχι και στην
ευρύτερη οικογένεια των Ι. που μερικά μέλη της μπλέχτηκαν στον Εμφύλιο μέσα από
λάθος παράταξη και περπάτησαν, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, τη λάθος μεριά
της ιστορίας. Σε εποχές μεγάλων αναστατώσεων, όπου κανείς δεν ξέρει από που θα
του έρθει να τον χτυπήσει, ένα χαμηλό προφίλ, η πολιτική ουδετερότητα ή
α-πολιτικότητα, ίσως αποτελεί μια ενδεδειγμένη και ωφέλιμη στάση.
Τέλος πάντων, παρά τ’ αρκετά ζοφερά προκείμενα, τα χειρότερα χρόνια, εκείνα του πολέμου και της Κατοχής, της πείνας και της μιζέριας, βρίσκονταν πλέον πίσω τους. Ο τότε πρωθυπουργός, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ακύρωσε όλες τις αγοραπωλησίες ιδιοκτησίας που συνέβησαν στη διάρκεια της Κατοχής. Άνοιξε έτσι την πόρτα να διεκδικήσουν δικαστικά το παλιό σπιτικό τους. Και το έκαμαν. Ένας δικαστικός κλητήρας επισκέφτηκε ένα ανοιξιάτικο πρωϊνό του 1945 το χαμόσπιτο της Παπάφη, μ’ ένα πέτσινο χαρτοφύλακα παραμάσχαλα, για να ελέγξει από πρώτο χέρι τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας με τα δυο ανήλικα αγόρια. Κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος θα τις έβρισκε ούτως ή άλλως άθλιες, αλλά η Ευδοξία, προειδοποιημένη έγκαιρα από τον Πατέρα που καιροφυλακτούσε εν αναμονή του κλητήρα στη στροφή του δρόμου, κλειδαμπάρωσε την πόρτα του δεύτερου δωματίου. ‘Για καλό και για κακό…’ Η εισήγηση του κλητήρα ήταν θετική. Λάδωμα δεν χρειάστηκε. Τους έβγαλαν από το χαμόσπιτο της Παπάφη, ή μάλλον εξωθήθηκαν από αυτό, και νοίκιασαν λίγο παραπέρα στην Προύσσης, σε μια περισσότερο ανθρώπινη κατοικία, μέχρις ότου εκδικαστεί η απόφαση για το «πατρικό» διώροφο της Δεληγιώργη, που ακόμα βρισκόταν στα χέρια του μαυραγορίτη. Εκεί στην Προύσσης έζησε η οικογένεια άλλα δύο χρόνια: ανάμεσα στο 1951 και 1952. Και μετά η τετραμελής οικογένεια επέστρεψε στο δρομάκι της Δεληγιώργη, στη γειτονιά όπου ο Λεωνίδας και η Ευδοξία θα ζούσαν το υπόλοιπο των ζωών τους.
No comments:
Post a Comment