Μετά από
δυο και τρείς αναγνώσεις των βιβλίων και ιστοριών του Kafka εξακολουθώ να επιστρέφω στις
ιστορίες του, για κάτι που με μαγνητίζει σε αυτές, σχεδόν απροσδιόριστο και
αινιγματικό: πως κατά βάθος σκέφτεται, τι τελικά θέλει να μoυ πει ο συγγραφέας, εφόσον, βεβαίως,
θέλει να μου πει κάτι... (Διότι θεωρώ ότι το γράψιμο εκφράζει κατά κύριο λόγο μιαν
αυθόρμητη ανάγκη εξωτερίκευσης συναισθημάτων και σκέψεων του ή, έστω, αυτοκάθαρσης
- κατά το dixi
et
salvavi
aminam
meam, χωρίς δηλαδή ν’ απευθύνεται απαραίτητα
σ’ ένα κοινό, αλλά πολλές φορές στο στενό κύκλο ή και αποκλειστικά στο είδωλο
του εαυτού του συγγραφέα.) Την πρώτη εμπειρία από το έργο του, εκείνη ενός
ερασιτέχνη κι άπειρου αναγνώστη την απόκτησα στα νιάτα μου, όταν, όντας
πνευματικά και ψυχικά ανώριμος, παράπαια ανάμεσα σε φιλοσοφικά ρεύματα και καταπιανόμουν
από «δημοφιλείς» λογοτεχνικές άκρες, αποκλειστικά για ψυχαγωγία και, θα
πρόσθετα, κάποια επιφανειακή αισθητική ικανοποίηση: ψήγματα συγκίνησης και το περιστασιακό
χαμόγελο ή δάκρυ. Κι επαφιόμουν γι’ αυτό
κυρίως στην τύχη που επεφύλασσαν οι επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία και η φήμη των
συγγραφέων της παγκόσμιας κληρονομιάς, πέρα από τους κατά γενική παραδοχή στενούς
ορίζοντες της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, και συστάσεις από φίλους και
συγγενείς – ‘word
of
mouth’
που λένε. Έτσι ανακάλυψα κι αξιώθηκα να
διαβάσω την «Αμερική», τη «Δίκη», τον «Πύργο» και τη «Μεταμόρφωση», από
αδόκιμες, χωρίς κάποια κριτική θεώρηση ή σημείο αναφοράς, ελληνικές
μεταφράσεις.
Ήταν η ανάγνωση εκείνων των βιβλίων, ομολογώ, μια επίπονη και πνευματικά φορτική διαδικασία, που τελικά γινόταν ανιαρή, με μόνο κίνητρο το πείσμα (ή τον ψυχικό καταναγκασμό, θα ισχυριζόταν κανείς) να ολοκληρώνω πάντα κάθε βιβλίο που αρχίζω, ανεξάρτητα του βαθμού στον οποίο θα με κέντριζε. Στο επίκεντρο της μέχρι τότε φιλοσοφίας μου (και των αναγνωσμάτων μου) βρισκόταν ο ιστορικός και διαλεκτικός ματεριαλισμός του Marx. Πριν όμως από τα πρώιμα μαρξιστικά μου διαβάσματα, είχα γοητευτεί από το φιλοσοφικό λυρισμό του «Μύθου του Σίσυφου» και του «Επαναστατημένου Άνθρωπου» του Albert Camus, τον οποίο όμως γρήγορα προσπέρασα κι εγκατέλειψα ξεχασμένο για πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω μου ένα μάτσο σημειώσεις. (Ήμουν από τα μαθητικά χρόνια ένας επίδοξος φιλόσοφος...) Η προσπάθεια να βρω λογική σύνδεση και ειρμό σε διαλόγους και παραστάσεις, που ακροβατούσαν ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, τη λογική και το παράλογο, τη συνείδηση και το σουρεαλισμό του υποσυνείδητου, δεν μου απέδιδε την αναμενόμενη ικανοποίηση, εξαιτίας εν μέρει της ακαμψίας πραγματικών ή δήθεν «επιστημονικών» δογμάτων που είχα ενστερνιστεί και της μαθηματικής λογικής και μεθόδου που χρησιμοποιούσα ως αδιαμφισβήτητο εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας. Ο νους μου πλασμένος από επιστημονικές εντρυφήσεις, είχε κατακτηθεί κατά κράτος από το ρεαλισμό και τον ορθολογισμό: για κάθε φαινόμενo υπήρχε κάποια επεξηγηματική αιτία και θα επαρκούσε ικανή προσπάθεια από έναν σκεπτόμενο αναγνώστη, το στύψιμο του μυαλού του, με τη βοήθεια πάντα του συγγραφέα και των νοούμενων και υπονοούμενών του, για την αποκάλυψή της. Κατ’ επέκταση, από τις νουβέλες προσδοκούσα, ως προϋπόθεση κατάταξης και ιεράρχησής τους στο επιπόλαιο και ανεπεξέργαστο σύστημα αξιών μου, να παρουσιάζουν ρεαλιστικά ανθρώπινους βίους και βιώματα και εμπειρίες πάνω στη γη και τον υλικό κόσμο, και οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες τους, όσο και αυτοί να είναι αποκυήματα της φαντασίας του συγγραφέα, να έχουν κάποια συνάφεια με την (όπως με αυταρέσκεια θα λέγαμε ως πρωτάρηδες μαρξιστές) «αντικειμενική πραγματικότητα» γύρω τους. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να ήταν δυνατή η συσχέτιση προσώπων και γεγονότων είτε με την ιστορική πραγματικότητα, είτε με το σύγχρονο κόσμο που βίωνα, χωρίς υπερφυσικές, υπερβατικές προεκτάσεις, πάντα στη βάση του δυνατού και εξηγήσιμου, εντός των ορίων ενός αυστηρά αιτιοκρατικού κόσμου. Ασφαλώς, αντιλαμβανόμουν παράλληλα ότι τέτοιοι όροι και προϋποθέσεις περιορίζουν το πεδίο δράσης, και κατά συνέπεια τη δημιουργικότητα του συγγραφέα. Άλλωστε ο ρόλος του συγγραφέα μιας νουβέλας, του λογοτέχνη, είτε ρομαντικού, είτε σουρεαλιστή, είτε ακόμη και του πιστού στις φόρμες του σοσιαλιστικού (και όχι μόνον) ρεαλισμού, δεν είναι ούτε να «εξηγήσει», ούτε να απαντήσει σε ερωτήματα, κοσμοθεωρητικής ή κοσμοϊστορικής φύσεως, ούτε να καταλήξει σε παγκόσμιες αλήθειες και διδάγματα, όσο, περισσότερο, να θέσει ερωτήματα και να τα διαπραγματευτεί μέσα από τις διάφορες υποκειμενικές σκοπιές των ηρώων που, όπως ο ηθοποιός, παίρνει τη θέση τους, υποδύεται.
Ήταν η ανάγνωση εκείνων των βιβλίων, ομολογώ, μια επίπονη και πνευματικά φορτική διαδικασία, που τελικά γινόταν ανιαρή, με μόνο κίνητρο το πείσμα (ή τον ψυχικό καταναγκασμό, θα ισχυριζόταν κανείς) να ολοκληρώνω πάντα κάθε βιβλίο που αρχίζω, ανεξάρτητα του βαθμού στον οποίο θα με κέντριζε. Στο επίκεντρο της μέχρι τότε φιλοσοφίας μου (και των αναγνωσμάτων μου) βρισκόταν ο ιστορικός και διαλεκτικός ματεριαλισμός του Marx. Πριν όμως από τα πρώιμα μαρξιστικά μου διαβάσματα, είχα γοητευτεί από το φιλοσοφικό λυρισμό του «Μύθου του Σίσυφου» και του «Επαναστατημένου Άνθρωπου» του Albert Camus, τον οποίο όμως γρήγορα προσπέρασα κι εγκατέλειψα ξεχασμένο για πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω μου ένα μάτσο σημειώσεις. (Ήμουν από τα μαθητικά χρόνια ένας επίδοξος φιλόσοφος...) Η προσπάθεια να βρω λογική σύνδεση και ειρμό σε διαλόγους και παραστάσεις, που ακροβατούσαν ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, τη λογική και το παράλογο, τη συνείδηση και το σουρεαλισμό του υποσυνείδητου, δεν μου απέδιδε την αναμενόμενη ικανοποίηση, εξαιτίας εν μέρει της ακαμψίας πραγματικών ή δήθεν «επιστημονικών» δογμάτων που είχα ενστερνιστεί και της μαθηματικής λογικής και μεθόδου που χρησιμοποιούσα ως αδιαμφισβήτητο εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας. Ο νους μου πλασμένος από επιστημονικές εντρυφήσεις, είχε κατακτηθεί κατά κράτος από το ρεαλισμό και τον ορθολογισμό: για κάθε φαινόμενo υπήρχε κάποια επεξηγηματική αιτία και θα επαρκούσε ικανή προσπάθεια από έναν σκεπτόμενο αναγνώστη, το στύψιμο του μυαλού του, με τη βοήθεια πάντα του συγγραφέα και των νοούμενων και υπονοούμενών του, για την αποκάλυψή της. Κατ’ επέκταση, από τις νουβέλες προσδοκούσα, ως προϋπόθεση κατάταξης και ιεράρχησής τους στο επιπόλαιο και ανεπεξέργαστο σύστημα αξιών μου, να παρουσιάζουν ρεαλιστικά ανθρώπινους βίους και βιώματα και εμπειρίες πάνω στη γη και τον υλικό κόσμο, και οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες τους, όσο και αυτοί να είναι αποκυήματα της φαντασίας του συγγραφέα, να έχουν κάποια συνάφεια με την (όπως με αυταρέσκεια θα λέγαμε ως πρωτάρηδες μαρξιστές) «αντικειμενική πραγματικότητα» γύρω τους. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να ήταν δυνατή η συσχέτιση προσώπων και γεγονότων είτε με την ιστορική πραγματικότητα, είτε με το σύγχρονο κόσμο που βίωνα, χωρίς υπερφυσικές, υπερβατικές προεκτάσεις, πάντα στη βάση του δυνατού και εξηγήσιμου, εντός των ορίων ενός αυστηρά αιτιοκρατικού κόσμου. Ασφαλώς, αντιλαμβανόμουν παράλληλα ότι τέτοιοι όροι και προϋποθέσεις περιορίζουν το πεδίο δράσης, και κατά συνέπεια τη δημιουργικότητα του συγγραφέα. Άλλωστε ο ρόλος του συγγραφέα μιας νουβέλας, του λογοτέχνη, είτε ρομαντικού, είτε σουρεαλιστή, είτε ακόμη και του πιστού στις φόρμες του σοσιαλιστικού (και όχι μόνον) ρεαλισμού, δεν είναι ούτε να «εξηγήσει», ούτε να απαντήσει σε ερωτήματα, κοσμοθεωρητικής ή κοσμοϊστορικής φύσεως, ούτε να καταλήξει σε παγκόσμιες αλήθειες και διδάγματα, όσο, περισσότερο, να θέσει ερωτήματα και να τα διαπραγματευτεί μέσα από τις διάφορες υποκειμενικές σκοπιές των ηρώων που, όπως ο ηθοποιός, παίρνει τη θέση τους, υποδύεται.
Τριάντα
χρόνια έκτοτε, ο κύκλος του Marx
στο νου μου έκλεισε ή μάλλον οι δυνατότητες ανάλυσης και εξήγησης που παρέχει ο
μαρξισμός εξαντλήθηκαν. Ως μέθοδο κι εργαλείο ανάλυσης εξακολουθώ να τον θεωρώ
αναντικατάστατο και χρήσιμο. Οδηγεί σε αληθοφανείς και, τουλάχιστον, εύλογες απαντήσεις
απέναντι σε πολλούς γρίφους και ερωτήματα που η καθημερινότητα στο κοινωνικό
επίπεδο εμφανίζει ενώπιον μας, μολονότι αρκετές φορές σχηματικές, δοκιμαστικές και
μη επαληθεύσιμες στα όρια της ζωής μας. Αλλά ο άνθρωπος με την ωρίμανση του –
μέσα από τον έρωτα, τη φιλία, τις αισθητικές απολαύσεις που του προσφέρει η
τέχνη και η φύση, τις συναισθηματικές επιδράσεις που ασκούν οι συναναστροφές με
άλλα ανθρώπινα όντα, ακόμα και μέσα από τον ίδιο τον πυρήνα διαπραγμάτευσης του
μαρξισμού, την ανθρώπινη εργασία, διαπιστώνει ότι οι δυνατότητες τόσο του
μαρξισμού, όσο και κάθε άλλου φιλοσοφικού συστήματος, υπολείπονται αισθητά σε
ό,τι αφορά στην ανάλυση, εμβάθυνση και εξήγηση κάθε φαινομένου. Είτε αυτό
εμφανίζεται ως προσωπικό, γεννιέται και μορφώνεται μέσα στις σκέψεις και τις
ιδέες του ανθρώπου, του ανθρώπου στη μοναξιά με τον εαυτό του (στο «μηδέν που η
ελευθερία του εκκρίνει», κατά τον Sartre, ανάμεσα στις πολλές φορές ασυνείδητες
επαφές και τριβές με τον εξωτερικό του κόσμο), είτε όπως σχηματίζεται μέσα από
τις αισθήσεις κι εντυπώσεις από τον κόσμο γύρω του, είτε διαπροσωπικό, δηλαδή έχει
να κάνει με την αλληλεπίδραση συναισθημάτων από ατομικές σχέσεις που
αναπτύσσονται εντός των ορίων της κοινωνίας και της φύσης.
Η
νουβέλα συνίσταται σε τέτοιας λογής σχέσεις και συγκρούσεις υποκειμένων, των
συνειδήσεων και χαρακτήρων τους, την έκφραση των συναισθημάτων και συλλογισμών
τους, τη ζωή που όλα αυτά τα σκόρπια κομμάτια συναισθημάτων, συλλογισμών και
πράξεων στοιχειοθετούν, χωρίς την προϋπόθεση κάποιας κατάληξης, συμπεράσματος ή
ερμηνείας. Συνίσταται στην πολυχρωμία, την πληθώρα, την απειρότητα αυτών των
συνειδήσεων, των σκέψεων και συναισθημάτων μέσα στα οποία το ανθρώπινο ον βυθίζεται,
χωρίς κάποιο κοινωνικό ή ιστορικό αποτέλεσμα, κάτι που μόνον η νουβέλα μπορεί
να εκφράσει και αποδώσει. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ως ιερό
και απαράβατο το δικαίωμα να είναι open-ended, ανοικτή σε κάθε λογής ερμηνείες
και προεκτάσεις, όπως και να της παραχωρήσουμε το δικαίωμα των αντιφάσεων και
του παραλόγου. Αν ο διαλεκτικός ματεριαλισμός επιχειρεί να αναλύσει ορθολογικά τον
κοινωνικό μακρόκοσμο, η νουβέλα – και το λογοτεχνικό έργο γενικότερα, σκύβει
και επεξεργάζεται, χωρίς κάποια μέθοδο ή απαραίτητα κάποια κατάληξη, τον
μικρόκοσμο του ατομικού ανθρώπου, των σχέσεων του με άλλα άτομα του κόσμου του,
τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις τους, ενώ οι ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις και ο κοινωνικοπολιτικός
περίγυρος, αν και δεν παραβλέπονται, διατηρούν τη σημασία τους και διαδραματίζουν
κάποιο ρόλο, αν όχι στο επίκεντρο, αλλά είτε υπεράνω, είτε παραδίπλα - στο
περιθώριο της ζωής των ανθρώπινων όντων-χαρακτήρων: η κοινωνία υπάρχει και παραμένει στο
παρασκήνιο της κίνησης και δράσης των χαρακτήρων του δράματος ή την περικλείει
διακριτικά.
Από την
άλλη μεριά, “no
art
can
completely reject
reality…”
- στο βαθμό που ο συγγραφέας περιβάλλεται από και ζει και κινείται σ’ έναν
πραγματικό, υλικό κόσμο. Ξεκινώ λοιπόν από την αρχή ότι μια νουβέλα – και ένα
έργο τέχνης, γενικότερα – στο μέτρο του ρεαλισμού που ενέχει: (α) εκφράζει την
προσωπικότητα, το χαρακτήρα, τον ψυχολογικό κόσμο του συγγραφέα, εν ολίγοις,
τον εκάστοτε εσωτερικό κόσμο σκέψεων και συναισθημάτων, που μερικώς
παραμορφωμένα, φιλτραρισμένα κι ενδεχομένως αποσπασματικά αποτυπώνεται στα
γραπτά του·
(β) την εμπειρία του από τις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις του περίγυρου, των
γεγονότων και φαινομένων που συμβαίνουν γύρω του, και που, καμιά φορά, πέρα από
την παράθεση και περιγραφή του ως κατακερματισμένες και ασύνδετες εικόνες,
επιχειρείται η ανάλυση, η εξήγηση, η προσέγγιση, έστω δίχως ελπίδα, μιας σύνδεσης,
συγκρότησης και ενότητας ιδεών στον κόσμο του συγγραφέα ·
(γ) τις εντυπώσεις που διαμέσου των αισθήσεων αποτυπώνει η φύση, η ζωντανή φύση
στην αγνότητα και ομορφιά της, η νεκρή φύση μέσα από τα χτίσματα, τις
φάμπρικες, του δρόμους και τις γέφυρες, τα πρακτικά δημιουργήματα της
ανθρώπινης εργασίας· (δ) τις εντυπώσεις από τις
αισθήσεις και συνακολούθως την επεξεργασία τους από την ανθρώπινη συνείδηση της
ανεξάντλητης αισθητικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς του ανθρώπινου γένους, της
οποίας, δυστυχώς, μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι μπορεί να βιωθεί στα όρια της
ζωής μας.
Ο Kafka μπήκε και αυτός σε μια σειρά μετά
την επανεκκίνηση των λογοτεχνικών μου περιπλανήσεων, μέσα από μιαν άλλη,
διαφορετική προοπτική - στην τρίτη και τελευταία φάση της ζωής μου, μαζί με
άλλους κλασσικούς συγγραφείς των δύο τελευταίων αιώνων. Όπως είπε ο Umberto Eco, το διάβασμα είναι ένας
μοναδικός τρόπος να ζήσεις περισσότερες από μια ζωή – σε άλλους κόσμους κι
άλλες εποχές, από αυτήν που σου αποδόθηκε χάριν σε μια στατιστικά ασήμαντη
συγκυρία της φύσης. Στη δεύτερη ανάγνωση του The Myth of Sisyphus το μυαλό μου κοντοστάθηκε σ’ ένα σχόλιο Camus: “The whole art of Kafka consists in forcing the reader to reread
it.” Στη Wikipedia ανάτρεξα τα κύρια σημεία της
σύντομης ζωής του: γόνος μεσοαστικής, εβραίικης οικογένειας, που γρήγορα
απομακρύνθηκε από το θρησκευτικό κύκλο (ή, καλύτερα, κλοιό) της κοινότητας του·
που έβρισκε τις δουλειές του, αρχικά ως υπάλληλος κι αργότερα ως συνέταιρος σε
επιχείρηση, άχαρες κι ανεπιθύμητα εμπόδια στην απασχόληση που τον ικανοποιούσε
και ολοκλήρωνε: να γράφει ιστορίες·
που το μικρό δημοσιευμένο έργο του πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από το
λογοτεχνικό milieu
της εποχής, ενώ ο
ίδιος, χωρίς ενδοιασμούς, έκαψε το μέγιστο κομμάτι των χειρόγραφων του, και ό,τι
απέμεινε πριν πεθάνει το παρέδωσε στο στενό φίλο Max Brod, με ρητές οδηγίες να το
καταστρέψει· που η προσωπική του ζωή
σημαδεύτηκε από ένα σωρό φοβίες κι ανασφάλειες και κυριεύτηκε από τη μελαγχολία,
από τις αδέξιες και προβληματικές σχέσεις μ’ έναν «κυρίαρχο και υποκριτικό»
πατέρα, από τη ματαίωση ή μη ολοκλήρωση μιας έντονης σεξουαλικής επιθυμίας κι
ατελέσφορες σχέσεις με γυναίκες - πόρνες ή αρραβωνιαστικιές, και, φυσικά, από το
χτικιό που τον έτρωγε και τελικά τον αποτελείωσε. Υποθέτω ότι οι παρακάτω φράσεις,
σ’ ένα από το μισοτελειωμένα αποσπάσματα μιας μικρής ιστορίας, θα γράφηκαν όταν
ένιωθε ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής του: “I am here, more than that I do not know,
further than that I cannot go. My ship has no rudder, and it driven by the wind
that blows in the undermost regions of Death.”
Χάρη, λοιπόν,
στο επίγραμμα του Camus,
χάρη στη συνήχηση πολλών από τις πλευρές της ζωής του Kafka, έσπευσα και ξαναδιάβασα, στην πιο
φιλική προς τα γερμανικά των πρωτότυπων αγγλική μετάφραση: The Trial, The Castle, America και το σύνολο των μικρών και μεγάλων
ιστοριών του: The
Metamorphosis, The Judgement, The
Penal Colony, The Great Wall
of China, Blumfeld: an Elderly Bachelor, The Village Schoolmaster, The
Warden of the Tomb, The Burrow, The Hunger Artist, Investigations of a Dog, Josephine:
the Singer, και άλλες πολλές,
οι περισσότερες ελεγείες πάνω στη ματαιότητα της ατομικής ανθρώπινης
ζωής σ’ έναν αποξενωμένο και πολλές φορές εχθρικό κόσμο.
Φυσικά,
η μελαγχολία του Kafka, η ανασφάλεια και οι φοβίες που τον διακατείχαν, αναπόφευκτα
διαχέεται στις ιστορίες του και εμπνέει την ατμόσφαιρα και ατμοσφαιρικότητά τους,
όπου ακόμα και στο χιούμορ ή στα πιο φωτεινά και «αισιόδοξα» στιγμιότυπα
διακρίνεται ένας υποκείμενος σαρκασμός, ειρωνεία και πικρότητα. Oι ορατοί
χαρακτήρες, κάτω από ένα αδιαφανές στερέωμα που αποκρύπτει την εξουσία ή
κάποιον άβατο, επικυρίαρχο κόσμο, υπάρχουν και δρουν μέσα σε μιαν ανάλογη
ατμόσφαιρα, από την οποία μοιραία έλκεται και στην πλαισιώνεται ο αναγνώστης,
από την αρχή της κάθε ιστορίας μέχρι το τέλος της. Οι χώροι του Kafka είναι από γκρίζοι μέχρι κατασκότεινοι,
οι φιγούρες των ηρώων του κινούνται επί το πλείστον στα όρια μιας αυλής, ενός
πανδοχείου, ενός δωματίου, ενός γραφείου, ενός καθεδρικού ναού: χώροι ανάεροι,
περικλεισμένοι, ψυχροί και απρόσωποι, με φτωχή επίπλωση ή ακόμα και γυμνοί από
αυτήν, ελλιπή ή ανύπαρκτο φωτισμό, όπου ακόμα και οι ακτίνες του ήλιου στο
εξωτερικό δυσκολεύονται να διεισδύσουν, ενίοτε υπόγειοι και σκοτεινοί: εν γένει,
χώροι σκιών, βαμμένοι με αποχρώσεις του γκρίζου. Το λιγοστό φώς στις ιστορίες
του είτε προέρχεται από κάποια αδύναμη λάμπα, είτε από τις φευγαλέες ακτίνες
του ήλιου, ενός παγερού φεγγαριού, είναι συχνά το φως του σούρουπου ή το
λυκόφως της αυγής:
“Although
there was no direct source of daylight the place was not entirely dark… Some light penetrated.”
“His eyes turned next to the window, and the
overcast sky – one could hear raindrops beating on the window gutter – made him
quite melancholy.”
“This impression was reinforced
today by the early dusk, the longer K. looked, the less he could make out, the
deeper everything sank into semi-darkness.”
Όποτε οι ανθρώπινες ψυχές του βρίσκονται
έξω από κάποιο σπίτι, από το πανδοχείο, από το δικαστήριο, από συστοιχίες
γραφείων, σε κάποια αυλή ή σε κάποιο δρόμο, περιβάλλονται κι εκεί από το σκοτάδι,
από έναν μουντό καιρό, από το κρύο, το χιόνι ή τη βροχή, σε χώρους που αν και
υπαίθριοι παρουσιάζονται εξίσου περιορισμένοι, μέχρι αδιέξοδοι και ασφυκτικοί:
“The courtyard
into which he was looking down was small and square, there were offices all
around, all the windows were already dark apart from a gleam of moonlight in
the top ones.”
“Snow was
falling, the sky was still dark.”
“… all around them nothing but
the grey of snow and fog.”
… Εκεί
όπου η φύση, ο λαμπερός ήλιος, το μπλε του ουρανού απουσιάζουν, μαζί με κάθε
διάθεση λυρισμού. Αλλά κάτι τέτοιο ίσως θα προδίκαζε κάποια διαφορετική
κατάληξη από το αναπόφευκτο του θανάτου. Η ομίχλη, οι σκιές του Κάστρου, τ’
απρόσωπα έως και άσχημα και μίζερα σπίτια, πανδοχεία και κτίρια, οι
μισοσκότεινοι εσωτερικοί χώροι υποθέτω ότι πιθανότατα αντανακλούν μια σχεδόν
μόνιμη, ανάλογη ψυχική διάθεση, ίσως απλά εξαιτίας των ωρών που αφιέρωνε ο
Kafka στη συγγραφή των ιστοριών του, μετά από μιαν καθημερινή, άχαρη δουλειά,
ίσως εξαιτίας της ατμόσφαιρας και των ουρανών της Πράγας, του Βερολίνου, της
Βιέννης, εκείνης της εποχής, τους σκοτεινούς, ομιχλώδεις δρόμους που ατένιζε από
το παράθυρο του δωματίου του. Σ’ ένα από τα γράμματά του στη Milena Jesenská
έγραψε: “Today I saw a map of Vienna. For a moment I couldn’t understand why they build such
a great city, when after all you need only one room.”
Ο χρόνος,
όπως η διαδοχή των σκηνικών σε μια θεατρική παράσταση, πειθαρχημένα οργανωμένος
σε μια μονοτονική ακολουθία διαστημάτων είναι ασυνεχής και δεν έχει
πισωγυρίσματα. Σα να συγχρονίζεται με τους χτύπους ενός ρολογιού τοίχου, που όμως
ποτέ δεν σημάνει την ώρα ή τη μέρα: χρόνος υπερβατικός, παρά πραγματικός. Το
μόνο που είναι συνεχές και παραμένει διαρκές και επίμονο, όσο κι επίπονο, είναι
η σκέψη και η διανοητική αγωνία των ηρώων - ζωντανές ακόμα και μέσα σε
καταστάσεις πλήρους εξουθένωσης, ηρώων φαινομενικά αποσπασμένων από τον ίδιο το
συγγραφέα, αν και συνδεδεμένων με τη διάνοια και τον ψυχισμό του. Ο άνθρωπος
παραμένει αυτόνομος και μοναχικός στο περιβάλλον του, αποξενωμένος από τον
κόσμο γύρω του, ακόμα κι αν περιβάλλεται από άλλους, περιχαρακωμένος ακόμα και
στη διάρκεια διαλόγων και αντιπαραθέσεων. Στις σχέσεις με συνανθρώπους
υπεισέρχεται μια συχνά αγεφύρωτη απόσταση διαφορετικών υποκειμένων και
συνειδήσεων. Ακόμα όταν υπάρχει κάποια συναισθηματική έλξη, η περιστασιακή προσέγγιση
ή εναρμόνιση, οι σχέσεις παραμένουν εφαπτόμενες ή επιφανειακές. Οποιοδήποτε
συναισθηματικό βάθος, ακόμα και η ερωτική αποκορύφωση εμφανίζονται ως παρενθέσεις: περιστατικά, πρόσκαιρα και φευγαλέα. Ο έρωτας δεν γιατρεύει κανέναν από την αγωνία του:
"Darling,
oh my darling' she whispered, but without touching K. she lay on her back as if
swooning with love and threw her arms wide, doubtless time stretched eternal
before her blissful love, she sighed more than sang some little ditty. Then she
started up, K. having remained lost in thought, and began to tug at him like a
child: 'Come, it's suffocating under here' they embraced, the little body
burning in K.'s hands, in a state of oblivion from which K. tried repeatedly
yet vainly to extricate himself they rolled several steps, thudding into
Klamm's door, then lay in the little puddles of beer and the rest of the
rubbish covering the floor. There hours passed, hours of breathing as one,
hearts beating as one, hours in which K. constantly had the feeling that he had
lost his way or wandered farther into a strange land than anyone before him, a
strange land where even the air held no trace of the air at home, where a man
must suffocate from the strangeness yet into whose foolish enticements he could
do nothing but plunge on, getting even more lost." [F. Kafka, The Castle, Penguin, 1997]
Η κοινωνία
του Κάφκα αποτελεί το σκεπασμένο μ’ ένα στρώμα πυκνής ομίχλης σκηνικό της
δράσης των ηρώων του. Είναι ταξική και αυστηρά ιεραρχημένη. Κάτω από μιαν
αδιαπέραστη, αόρατη και απρόσιτη άρχουσα τάξη (το officialdom,
οι authorities, οι gentlemen,
οι officials, οι magistrates και judges, oι chief clerks),
συμπαγής αλλά και βαθμονομημένη, σε προϊστάμενους και υφιστάμενους, κάτω από ένα
Κράτος και την αδιαμφισβήτητη εξουσία του, που διαθέτει την ισχύ να ρυθμίζει τους
κανόνες λειτουργίας και τη μοίρα της υπόλοιπης κοινωνίας, υφίσταται μια μικροαστική
τάξη, από την οποία ο Kafka
επιλέγει τους
χαρακτήρες του (ο Joseph
Κ. της Trial,
o
Κ. του Castle,
ο Gregor
Samsa της Metamorphosis, o εργένης Blumfeld, ο Schoolmaster,...) Αυτή
η τάξη, στο σύνολό της κομφορμιστική, συναναστρέφεται απρόθυμα κι ωφελιμιστικά με
κατώτερα, χειραγωγημένα και άβουλα στρώματα: υπηρέτες, κατώτατους υπάλληλους
του μηχανισμού, πόρνες, καθαρίστριες, προλεταριοποιημένους μικροεπιχειρηματίες,
κτλ. Ατενίζει με δέος το Κράτος και την Εξουσία, ταλαντώνεται ανάμεσα σε στενά
κοινωνικά περιθώρια από εφήμερες καταστάσεις, κοινωνικές σχέσεις και διαλόγους,
αλλά τελικά υποτάσσεται στη μοίρα της. Στις
περιπτώσεις που ο ήρωας αποστασιοποιείται ή εξεγείρεται, αυτή η εξέγερση του, η
πνευματική και φυσική ισχύς που αναλώνεται είναι άεργη και αναποτελεσματική,
δεν έχει κατάληξη, δεν οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα. Η περιπλάνησή των
χαρακτήρων του στον κόσμο, τα μονοπάτια που επιλέγουν, δεν καθορίζονται από την
ελεύθερή τους βούληση, αλλά από κάποιες εξωτερικές δυνάμεις, που η πηγή τους
είναι απρόσιτη. Η πορεία της ζωής παρουσιάζεται διάσπαρτη από εμπόδια που εισάγουν
εξωτερικές δυνάμεις και οδηγούν σε άλλα μονοπάτια με επιπρόσθετα εμπόδια και
ερωτήματα, και τελικά στο αδιέξοδο της σκέψης και της ύπαρξης.
Το
ανθρώπινο είναι παλεύει μέσα από τους
συλλογισμούς και συνειρμούς του, λέξεις και φράσεις, σε εξαντλητικούς διαλόγους
με τρίτους ή με την ίδια τη συνείδηση του. Στο τέλος κάθε ιστορίας γεννιέται
στον αναγνώστη το ερώτημα: προς τι αυτή η διανοητική σπατάλη, καθώς το
ζητούμενο δεν αποκαλύπτεται και η κεντρική Απορία εξακολουθεί να αιωρείται; Ο
ήρωας προσπαθεί με την εσωτερική αγωνία που εμφανώς τον κατατρέχει, να εξηγήσει
το ρόλο του, την κατάστασή του, την ίδια την ύπαρξη, αποξενωμένος σ΄’ έναν
παράλογο, ελάχιστα συμπαθητικό χώρο γύρω του. Στα χρονικά όρια αυτής της
ύπαρξης έρχεται αντιμέτωπος με προβλήματα που επιχειρεί να κατανοήσει και
ξεδιαλύνει. Μάταια! Κάθε εξήγηση είναι προσωρινή κι ακυρώνεται από την επόμενη
κατάσταση. Στην πορεία του ανθρώπου προς
την λύση της Απορίας το ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο ακολουθείται από ένα άλλο, προς
το αδιέξοδο: στη Trial η εκτέλεση του Joseph Κ., ο θάνατος ως κατηγορηματική διάψευση
και ολοκληρωτική ακύρωση της ελπίδας και της δικαίωσης·
στη Metamorphosis ο θάνατος του τεράστιου εντόμου
στο οποίο ανεξήγητα μεταλλάχτηκε o Gregor Samsa, μιας μοιραίας μετάλλαξης της οποίας,
τραγικά, έχει πλήρη επίγνωση, ξεχασμένος στην κάμαρη του οικογενειακού του
σπιτιού·
στον ανολοκλήρωτο Castle ο θάνατος του ίδιου του
συγγραφέα, χωρίς ο τοπογράφος ήρωάς του, ο K., να έχει δικαιολογήσει το
παραμικρό του ερχομού του και της ταλαίπωρης ύπαρξης του στο χωριό στην
περιφέρεια του Πύργου· στη Judgment,
η παράλογη αυτοκτονία μετά από την ανεξήγητη ετυμηγορία-κατάρα του πατέρα·
o
Hunger
Artist
επιμένει στην
παράστασή του μέχρι θανάτου, ξεχασμένος στο κελί του από το θιασάρχη και το κοινό
που αδιάφορα το προσπερνάει.
Η
κατάκτηση της αλήθειας ή έστω κάποιων ψηγμάτων της, κάποιας στοιχειώδους
αρμονίας, κάποιας διανθρώπινης ή κοινωνικής σύνδεσης και ενότητας, ενός
ανθρωπισμού σ’ έναν κόσμο παράλογο, σε μια κοινωνία κατακερματισμένη σε ατομικές
συνειδήσεις κάτω από το ανυπόφορο βάρος μιας αόρατης εξουσίας, συνειδήσεις που
κι αυτές με τη σειρά τους αδυνατούν να προσφέρουν μια σαφή εξήγηση για το τι
και πως συμβαίνει, τίθεται εξαρχής ως στόχος, αλλά τελικά αποδεικνύεται στόχος ανέφικτος.
Ο άνθρωπος - συνειδητός του εαυτού και της ύπαρξής του, κινείται και
συνδιαλέγεται ακατάπαυστα για μια, κάποια εξήγηση, για το συμβιβασμό των
αντιφάσεων, για την κατάκτηση κάποιας αλήθειας, που ωστόσο παραμένει φρούδα. Αυτός
ο αγώνας για εξήγηση, ερμηνεία, αρμονία και εν τέλει την ατομική απελευθέρωση,
που η απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα και που η γνώση μέσα από την πυκνή ομίχλη
του περιβάλλοντος που την παραμορφώνει ή αποκρύβει θα επέφερε, διέρχεται
αναγκαστικά μέσα από την αμφισβήτηση και την άρνηση, ακόμα και την εξέγερση
μπροστά στον επίτροπο ή το δικαστή· όμως, τελικά εξαντλείται και διαλύεται
σε ατέλειωτους διαλόγους, παράθεση και αντιπαράθεση επιχειρημάτων και
αντι-επιχειρημάτων, που ελάχιστα ικανοποιούν τον σκεπτόμενο άνθρωπο, δεν
αποτινάσσουν τα δεσμά της άγνοιας κι αγωνίας του. Στον αγώνα αυτό ο θάνατος δεν
τον απασχολεί, ούτε καν συζητιέται, αγνοείται σχεδόν παντελώς, ίσως θεωρείται
δεδομένος, αναπόφευκτος και τόσο προφανής που δεν χρίει αναφοράς και
διαπραγμάτευσης. Μέχρι τη στιγμή που επέρχεται. Σαν κόλαφος, σαν αδυσώπητη
ματαίωση της ελπίδας, στη μελαγχολία της νύχτας, του κρύου και της βροχής, στη
μοναξιά ενός δωματίου, ενός κελιού. Είναι η ματαίωση του ειρμού της σκέψης,
αλλά και το τέλος της αγωνίας. Ίσως, από την άλλη μεριά, αυτός ακριβώς ο αδιάκοπος
αγώνας against
the
odds, η αγανάκτηση και στιγμιαία
εξέγερση, αν και άσκοπη και χωρίς αποτέλεσμα, να συνιστά και το περίγραμμα της
ελευθερίας του.
Γράφτηκε ότι “the
search for the meaning of [Kafka’s]
stories is seemingly endless”. Ίσως,
στο έργο του να υπάρχουν υπονοούμενα για τις κοινωνικές και πολιτικές δομές της
εποχής του, περί ολοκληρωτισμού ή απολυταρχίας, περί κρατικής γραφειοκρατίας,
κρυμμένα πίσω από το δράμα των τελευταίων ημερών του Joseph K. της Trial και
του πιθανότατα ενδεχόμενου θανάτου του Κ. του Castle. Ίσως, στη ματαιότητα των ιδεών και της ύπαρξης
να αποτυπώνονται μερικά από τα αδιέξοδα κι ένα κομμάτι της συνείδησης (ή της μη
συνειδητοποίησης) της τάξης του. Με βεβαιότητα, όμως, μπορεί να γραφεί ότι οι
παραστάσεις και οι συλλογισμοί και η αγωνία και ανησυχίες των ηρώων του
αντανακλούν τον εσωτερικό του κόσμο: “The
novel is me, I am my stories”. Και στην αποτελεσματικότητα αυτού του
εγχειρήματος έγκειται η ιδιοφυΐα του Kafka.
Εγώ, ο
τελικά και ολοκληρωτικά συνεπαρμένος αναγνώστης, συγκράτησα την σημασία της
σκέψης, της αδιάκοπης πάλης της συνείδησης του ανθρώπου ν΄ ανακαλύψει μια
σημασία στην ύπαρξή του, να περιγράψει τα όρια της ελευθερίας του, όσο και
άκαρπη αυτή η προσπάθεια να είναι σ’ έναν φαινομενικά χαοτικό, όσο και
καταπιεστικά οργανωμένο κοινωνικό σύστημα, συχνά ξένο και εχθρικό, μέσα στο
οποίο κινείται μόνος, αποξενωμένος. Η βεβαιότητα του θανάτου καθιστά αυτήν την
προσπάθεια μάταιη. Η ύπαρξη, η «μοίρα» του ανθρώπου στον κόσμο, καθορίζεται και
κατευθύνεται από ασύμμετρες δυνάμεις και νόμους και κανονισμούς έξω από αυτήν, που
η ανακάλυψη και εξήγησή τους ξεπερνάει κατά πολύ τις δυνάμεις του, παραμένει
μια απλησίαστη προοπτική. Η ελευθερία του ανθρώπου αναδιπλώνεται στη σκέψη και
συνείδησή της ύπαρξης του: είναι η ελάχιστη εφικτή ελευθερία αυτή της σκέψης
του, που τον συνοδεύει ως το τέλος· που όσο ζει οφείλει να την
αδράξει στο μέγιστο δυνατό.
No comments:
Post a Comment