Saturday, September 15, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 15 Η αποκατάσταση του δάσκαλου

 Έπραξε το σωστό, γύρισε στο σπιτικό όπου τον περίμεναν η γυναίκα και τα παιδιά του. Τα πεθερικά, o Κωτής και η Δομνίκη, είχαν φύγει από τη ζωή λίγο πριν ξεκινήσει η εξορία κι ένας θεός ήξερε πως τα έβγαλε πέρα η κυρά-Βασιλική μόνη της με τα τρία ανήλικα κορίτσια. Μετά από εκείνη τη φωτισμένη επιλογή του κυρ-Γιάννη η ζωή όλων γύρω του θα άλλαζε προς το καλύτερο, αν όχι στην κανονικότητα του προπολεμικού παρελθόντος. Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του, το 1950, γεννήθηκε το στερνοπαίδι τους, η Δομνίκη, η Δόμνα όπως την μάθαμε οι λιγοστοί της επόμενης γενιάς. Το «θεία» το βάζαμε μπροστά από το όνομα της μεγαλύτερης από τις αδερφές, την Αλίκη, που από νέα άφησε την οικογενειακή εστία για την Αθήνα και την βλέπαμε στην χάση και την φέξη. Τα ονόματα των αδερφιών, της Αλίκης, της Στέλλας, της Δόμνας, ακόμα κι εκείνο της Θεοδώρας, μαρτυρούν μιαν ξεχασμένη και φθαρμένη από τον καιρό σύνδεση με την φράγκικη παράδοσης της Πόλης, από εκεί που τραβούσε η σκούφια πολλών γενιών παππούδων και γιαγιάδων, πριν από αυτούς για τους οποίους άκουσα ή πρόλαβα ζωντανούς, μικροσκοπικά ίχνη από απρόσβατα βάθη της ιστορίας της Πόλης και του Βυζαντίου.

Όμως ο δρόμος προς την κανονικότητα, ο δρόμος της επιστροφής στην καριέρα του δασκάλου και σε αυτό που λέμε καθημερινότητα, γαλήνη και ασφάλεια, τα οποία ζωτικά ζητούμενα ο Εμφύλιος και οι πολιτικές δυνάμεις που αναδείχτηκαν κι επικράτησαν με την ολοκλήρωσή του διέκοψαν απότομα το ζοφερό βράδυ της σύλληψης και, μετά, κατά τους μήνες της εξορίας, με ένα κοφτερό μαχαίρι, χωρίς μικρο-υπολογισμούς για τις επιπτώσεις στις ζωές, ασυνείδητα και χωρίς τύψεις (είναι βαθιές και κλινικές οι τομές που χαράζει η ιστορία), εκείνος ο δρόμος της συνέχειας της ζωής του κυρ-Γιάννη και της οικογένειας της Μάνας δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ο επαναδιορισμός στο δημόσιο σχολείο, στο μηχανουργείο που έμπαιναν σε καλούπια οι νεαρές ψυχές κι όπου η πολιτική εξουσία και η νέα τάξη πραγμάτων, εθνική και διεθνής, απαιτούσε κι επέβαλε να διαπαιδαγωγηθούν κατάλληλα (με βάση τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής, όπως η θέση της Ελλάδας στον κόσμο και η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης επέβαλλε), μια τέτοια ταπεινή βλέψη πλέον προϋπέθετε το περίφημο «Πιστοποιητικό Υγειών Κοινωνικών Φρονημάτων». Κι αυτό κατάλληλα σφραγισμένο και χαρτοσημασμένο (κατά τα trade marks μέχρι σήμερα της ελληνικής γραφειοκρατίας), και μάλιστα υπογεγραμμένο από τους διοικητές των κατά τόπους αστυνομικών αρχών. Ήταν ένα από τα πιστοποιητικά-διαμάντια της ελληνικής γραφειοκρατίας μεταξύ άλλων πολλών, που η μια δημόσια υπηρεσία απαιτούσε επίμονα, προστακτικά και σε τακτά χρονικά διαστήματα, από κάποιαν άλλη, σε ένα ατέρμονο αλισβερίσι και κυκεώνα ανταλλαγής χαρτιών και χαρτοσήμων, σφραγίδων και υπογραφών, πολλών υπογραφών από διάφορους. Κι ο «καφκικός» πολίτης της νέας Ελλάδας να πηγαινοέρχεται απελπισμένος από το ένα γκισέ στο άλλο, ως μια από τις αναρίθμητες προαπαιτήσεις κάθε ζωντανής ύπαρξης -μέλους της νεοελληνικής κοινωνίας, ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο.

Έτσι, λοιπόν, στους μήνες που ακολούθησαν την εξορία, κι ενώ τα γρανάζια της γραφειοκρατίας περιστρέφονταν με τους γνώριμους, απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ο κυρ-Γιάννης αναγκάστηκε να πουλάει ρόδια από τις ροδιές του μπαχτσέ τους στις λαϊκές αγορές των δυτικών περιχώρων της Θεσσαλονίκης. Τελικά, το πιστοποιητικό εστάλη χάριν στην αποφασιστική διαμεσολάβηση ενός Πέτρου Γαρουφαλιά, βουλευτή και υπουργό των «κεντρώων» κυβερνήσεων εκείνης της εποχής, συνομήλικο, συντοπίτη και πρώην συμμαθητή του παππού από την Άρτα. Τελικά ο κυρ-Γιάννης, με το «μέσο» ή «γρηγορόσημο» αυτό, αποκαταστάθηκε, ξαναδιορίστηκε ως δάσκαλος και ξανάρχισε τη διδασκαλία στο σχολείο του Βοσπόρου στους Αμπελόκηπους. Η θέση του στην τοπική κοινωνία, ο αδιαμφισβήτητος σεβασμός τους ντόπιους συγχωριανούς και από τους γονιούς και μαθητές της περιοχής του σχολείου ανακτήθηκε αβίαστα, χωρίς καθόλου προσπάθεια, καθώς στο πεδίο των απλών καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων και στο σχεδόν προπατορικό τρίγωνο γονιών-μαθητών και δασκάλων, δεν υψώνονταν πολιτικά εμπόδια και προκαταλήψεις. Και το κύρος του στην κοινότητα και στο συνάφι των διδασκάλων επανορθώθηκε στα παλιά προκατοχικά επίπεδα.   

Η πολιτική δράση στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφύλιου των λίγων μορφωμένων, μικροαστών διανοούμενων της ημι-υπαίθρου, σαν τον παππού, είχε αρχίσει να λησμονιέται. Για το καλό της οικογένειάς του, για την ίδια του τη ζωή, αλλά και μέσα από ζύμωση με τις πολιτικές εξελίξεις στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και διεθνώς –από το περιθώριο και την απομονωμένη και ανεξάρτητη σκοπιά ενός απλού ατομικού πολίτη πλέον, θα έριχνε σταδιακά νερό στις όποιες ριζοσπαστικές, αριστερές πεποιθήσεις που ενδεχόμενα ακόμα να ελλόχευαν μέσα του μετά την ήττα του φασισμού και την ανάδειξη της ΕΣΣΔ σε φάρο κάποιου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και υπερδύναμη, και αυτό παρά την προσωπική και οικογενειακή περιπέτεια του παρελθόντος, παρά την εξορία και τα νταραβέρια με την αντίπερα πλευρά, την ασφάλεια, την πολιτική εξουσία, την κυρίαρχη ιδεολογία ή την έλλειψη της. Ο κυρ-Γιάννης θα μετέβαινε σε άλλες πιο μετριοπαθείς ιδεολογικές και πολιτικές όχθες. Η ίδια μεταστροφή αντιλήψεων είχε ήδη συμβεί ανεπαίσθητα και στην πλειοψηφία των χωριανών που συμμετείχαν σε κείνες τις διαπομπεύσεις και τα λαϊκά δικαστήρια και τις αγριότητες, τα ανεξήγητα για τα μάτια παιδιών κι εγγονών γεγονότα, που όμως σημάδεψαν τη νιότη και ωριμότητα του παππού και πολλών άλλων γύρω του.

Η Μαγνησία και τα γύρω χωριά έκαμαν την αναμενόμενη συντηρητική στροφή, χωρίς να έχουν επίγνωση ούτε του διογκούμενου συντηρητισμού στις συνειδήσεις τους, ούτε βέβαια και του τι μπορεί να σήμαινε κάτι τέτοιο  στη μεταπολεμική πολιτική ιστορία του τόπου. Τα πράγματα πήγαιναν, ας πούμε, καλά κι άγια ως είχαν, πέρα από κάποιες μικροτραγωδίες της ανθρώπινης ύπαρξης στους μικρόκοσμους των κοινωνιών τους -κι αυτές «γραμμένες από τη μοίρα» όπως πίστευε ο λαουτζίκος. Γιατί άλλωστε να προσπαθούσαν να τ’ αλλάξουν, να διαταράξουν την «ησυχία, τάξη, κι ασφάλειά» τους»; Οι απλοί άνθρωποι των χαμηλών στρωμάτων, ιδιαίτερα της υπαίθρου, αποπολιτικοποιήθηκαν (η αποπολιτικοποίηση είναι μιαν αθέατη όψη του συντηρητισμού, λένε) και κοίταζαν τις δουλειές τους, οι περισσότεροι σε αγρούς και μαγαζιά,  οι εργάτες στα εργοστάσια που ξεφύτρωναν στην περιοχή.  Οι περισσότεροι τους δεν είχαν κάποια ουσιαστική και στέρεα ιδεολογική βάση και κουλτούρα για ν’ αναλύσουν, πέρα από τις περιστασιακές και ρηχές συζητήσεις του καφενείου, μιαν πολυσύνθετη πολιτική πραγματικότητα και ένα οικονομικό γίγνεσθαι που απλωνόταν πολύ πέρα από τα όρια του χωριού και της χώρας. Στις εκλογές έπαιρναν θέση πίσω από κάποιο από νόμιμα κόμματα του «κύριου ρεύματος», είτε όπως συχνά οπαδοί υποστηρίζουν τυφλά μια ομάδα, για τον απλό λόγο ότι ο πατέρας τους πριν από αυτούς την υποστήριζε, είτε επειδή πίστευαν σε ό,τι τους έταζαν πολιτευτές, είτε ανταποδίδοντας με την ψήφο τους κάποιο μικρό ρουσφέτι, που έγινε ή έμπαινε σε κάποια σειρά να γίνει. Η ιδεολογική και πολιτική συμφιλίωση των κατοίκων πραγματοποιήθηκε μέσα από την καθημερινότητα, την οικογενειακή ζωή, τις τετριμμένες παραδοσιακές κοινωνικές συναναστροφές, σε γάμους, βαφτίσια, κηδείες και πανηγύρια, και τον μόχθο τους. Έτσι ή αλλιώς, στο χωριό, στις παρυφές της μεγάλης πόλης, έντονες ταξικές διαφορές και ο αντίζηλος και ανταγωνισμός που αυτές δημιουργούν δεν υπήρχαν, ούτε λάνθανε κάποια αχαλίνωτη απληστία εις βάρος της μικρής κοινότητας. Την ελληνική κοινωνία ο κυρ-Γιάννης κατάλαβε πλέον ότι δεν θα την άλλαζε, όπως ενδεχόμενα να το ήθελε και, χωρίς απαραίτητα κάποια ιδεολογική συνάφεια, να οραματιζόταν. Αντίθετα, την ελληνική κοινωνία, το χωριό και τα σχολεία όπου δούλευε, το εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο εντάχθηκε ως πειθήνιος λειτουργός, το κράτος πάνω από το κεφάλι του, θα τα έπλαθαν και διαμόρφωναν πολύ ισχυρότερες δυνάμεις· σαν αυτές που ασκούνταν από τα κέντρα εξουσίας και τις κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα, και περισσότερο, με δεδομένη την εξάρτησή της σε όλα τα επίπεδα, από το εξωτερικό και τα διάφορα παγκόσμια κέντρα.  

Η προσοχή του στράφηκε, λοιπόν, στην οικογένεια του και δουλειά του στο σχολείο μέχρι που βγήκε στη σύνταξη λίγο καιρό αφού γεννήθηκα. Από τα χρόνια της επαγγελματικής του αποκατάστασης, δάσκαλος και διευθυντής στο σχολείο των Αμπελοκήπων, λίγο πριν τη σύνταξη, επιθεωρητής σε σχολεία του Πολυκάστρου, σώθηκε ένα χοντρός φάκελος με τις εργασίες των καλύτερων μαθητών του σχολείου όπου ήταν διευθυντής: στη Γεωγραφία, στην Αριθμητική, στις εκθέσεις ιδεών, καθώς και μια σειρά από ομιλίες σε εθνικές επετείους και συνελεύσεις του σχολείου με «γονείς και κηδεμόνες». Η σύμπλευση του με την κατεστημένη πλέον ιδεολογία, χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση από τις γραμμές που η πολιτική εξουσία της εποχής, δεμένη στο αντικομουνιστικό άρμα και το ανόητο, φρούδο εθνικιστικό όραμα που την εξυπηρετούσε, είχε χαράξει, η συμπόρευση του με το γενικότερο εθνικό μετεμφυλιακό αφήγημα, έγινε πλήρης και εμφανής. Ο μικρο-επαναστάτης, ο φιλο-ΕΑΜίτης, ο αριστερός «διαφωτιστής» του χωριού των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση, φόρεσε ένα συντηρητικό, απολίτικο προσωπείο, για το θεαθήναι τουλάχιστον, και συμβιβάστηκε με το κατεστημένο. Για κάποιο καιρό, στα μεταπολεμικά χρόνια μπορεί να ψήφιζε την ΕΔΑ κι άλλα κεντροαριστερά νομιμοποιημένα σχήματα· σε στενές ενδοοικογενειακές συζητήσεις να εκθείαζε (με δέουσα προσοχή πάντα) αριστερούς πολιτικούς της εποχής, μπορεί να έκρυβε επιμελώς μέσα στη «Μακεδονία», μια ή δυο αριστερών απόψεων εφημερίδες· μπορεί στην ιδιαιτερότητα του δωματίου του και στα πλαίσια μιας κρυφής μεν, αλλά πλουραλιστικής ενημέρωσης, να συντόνιζε στα μουλωχτά το παμπάλαιο ραδιόφωνο δίπλα στον καναπέ σε σλαβόφωνους ραδιοφωνικούς σταθμούς από την άλλη μεριά του σιδηρού παραπετάσματος των οποίων τις ειδήσεις και αναγγελίες, κατά περίεργο τρόπο, σε γενικές γραμμές αντιλαμβανόταν. Όλες αυτές οι ασήμαντες ενέργειες και σκέψεις και απορρέουσες ιδέες δεν είχαν καμιά απήχηση, αποτελούσαν ένα κλειστό σύνολο, κρυμμένο μέσα του, ερμητικά σφραγισμένο από τον κόσμο γύρω.

Με τους παπάδες και την εκκλησία δεν είχε πάρε-δώσε, πέρα από τα ελάχιστα απαραίτητα που η δουλειά στο σχολείο απαιτούσε. Η κυρά-Βασιλική, χάριν περισσότερο της πολυπολιτισμικότητας της Πόλης των νιάτων της, δεν ήταν θρησκόληπτη γυναίκα, ούτε τακτική επισκέπτης της τοπικής εκκλησίας, ούτε διατηρούσε στο σπίτι καντήλια και εικονίσματα. Από την μεριά του ο κυρ-Γιάννης έτρεφε μια διακριτική απέχθεια, εν οίκω τουλάχιστον, προς κάθε τι που είχε σχέση με το ορθόδοξο δόγμα και τους λειτουργούς του. Παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός στις ιδέες των νιάτων του, στις αθεϊστικές ή αγνωστικιστικές αντιλήψεις του. Κατά τα φαινόμενα, σε αυτό το θέμα επηρέασε και την κυρά-Βασιλική και τις κόρες του, ακόμα κι εμένα -στο βαθμό που αποσπασματικά ακούσματα μιας παιδικής ηλικίας θα μπορούσαν να επηρεάσουν κάποιον. Εν οίκω μιλούσε ως άθεος με περιφρόνηση για την «Ορθοδοξία». Εν δήμω, σε γιορτές, βαφτίσια και γάμους, έδινε ένα διακριτικό παρόν, διατηρώντας εύσχημες αποστάσεις από φληναφήματα παπάδων και θεολόγων, προσεκτικός ώστε να μην δώσει αφορμές για κακεντρεχείς ψιθύρους. Ήξεραν πολλοί το παρελθόν του. Στη δουλειά του μεταμορφωνόταν στο αρχέτυπο δασκάλου που το κράτος, αν και αρχικώς απρόθυμα, είχε εμπιστευτεί την εθνική, θρησκευτική, κτλ. διαπαιδαγώγηση των παιδιών του.  


No comments:

Post a Comment